TELMEN LTD v. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 114/2021, 16/1/2026
print
Τίτλος:
TELMEN LTD v. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 114/2021, 16/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 114/2021)

 

16 Ιανουαρίου, 2026

 

 

[Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

TELMEN LTD,

Εφεσείουσα,

v.

 

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ,

Εφεσίβλητης.

 

----------------

 

Α. Χρίστου (κα) για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ, για την εφεσείουσα.

Δ. Καλλή (κα), ανώτερη δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την εφεσίβλητη.

 

-----------------------

 

 

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Οικονόμου, Δ.

 

 

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.:  Το Πανεπιστήμιο Κύπρου (εν τοις εφεξής «η Αναθέτουσα Αρχή») προκήρυξε στις 29.8.2019 διαγωνισμό με θέμα «Μηχανολογικές εργασίες της ανέγερσης των κτιριακών εγκαταστάσεων του Τμήματος Βιολογικών Επιστημών & Κοινόχρηστων χώρων διδασκαλίας 03» (εν τοις εφεξής «ο Διαγωνισμός»). 

 

          Η προϋπολογισθείσα δαπάνη του έργου καθορίστηκε στο ποσό των €4.400.000 χωρίς ΦΠΑ και κριτήριο ανάθεσης η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης προσφορά βάσει τιμής. 

 

          Υποβλήθηκαν συνολικά πέντε προσφορές, μεταξύ αυτών και η προσφορά της εφεσείουσας, η οποία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τεχνικής πλευράς και ήταν η χαμηλότερη.  Χαμηλότερη μεν, υπερέβαινε όμως κατά 35% την προϋπολογισθείσα δαπάνη του έργου, εφόσον ανήρχετο στο ποσό των €5.937.956, μη περιλαμβανομένου του ΦΠΑ.  Ακόμα ψηλότερη ήταν η δεύτερη προσφορά που θα μπορούσε επίσης να γίνει από τεχνικής πλευράς αποδεκτή. 

 

Παρά ταύτα η Επιτροπή Αξιολόγησης υπέβαλε εισήγηση στις 14.1.2020 για κατακύρωση του διαγωνισμού στην εφεσείουσα, θεωρώντας ότι η μειωμένη εκτίμηση κόστους, οφειλόμενη σε λάθος, δεν θα είχε αρνητική επίδραση στον ανταγωνισμό, καθότι όλοι οι εν δυνάμει ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς είχαν συμμετάσχει και ως εκ τούτου τυχόν επαναπροκήρυξη του δεν θα επέφερε χαμηλότερες τιμές ούτε περισσότερους συμμετέχοντες.  Παράλληλα ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, εκτός πλαισίου αρμοδιοτήτων, είχε απευθυνθεί στην Ελεγκτική Υπηρεσία, η οποία διατύπωσε την άποψη ότι το Συμβούλιο Προσφορών πριν τη λήψη τελικής απόφασης θα έπρεπε να ζητήσει να υποβληθεί συμπληρωματική έκθεση αξιολόγησης με τα σχόλια/απόψεις/θέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης και σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο ακύρωσης του Διαγωνισμού και επαναπροκήρυξης του με την ορθή εκτίμηση δαπάνης, διασφαλίζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης των προσφοροδοτών. 

 

Στις 20.1.2020 το αρμόδιο Συμβούλιο Προσφορών και Οικονομικών (Θέματα Προσφορών) της Αναθέτουσας Αρχής αποφάσισε όπως απορρίψει την προσφορά της εφεσείουσας «επειδή η προσφερόμενη τιμή (€5.937.956) μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ κρίθηκε εξωπραγματική αφού υπερβαίνει κατά πολύ την εκτιμώμενη αξία της σύμβασης (€4.400.000), που αντιστοιχεί σε ποσοστιαία υπέρβαση 35%» (πρακτικό ημερ. 20.1.2020 1/2020/ΣΠΟ-ΠΡΟ).  Για τον ίδιο λόγο απορρίφθηκε και η προσφορά της δεύτερης εν λόγω εταιρείας που πληρούσε τους τεχνικούς όρους.  Οι υπόλοιπες τρεις προσφορές απορρίφθηκαν για άλλους λόγους.  Τελικό αποτέλεσμα ήταν ο Διαγωνισμός να ακυρωθεί.

 

Η εφεσείουσα προσέβαλε με ιεραρχική προσφυγή την απόφαση αυτή της Αναθέτουσας Αρχής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (εν τοις εφεξής «η εφεσίβλητη»), η οποία την απέρριψε κρίνοντας ότι η απόφαση ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, αιτιολογημένη και εύλογη.

 

Ακολούθησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου στην οποία εν πολλοίς επαναλήφθηκαν οι εγερθέντες ενώπιον της εφεσίβλητης ισχυρισμοί.  Καταρχάς προβλήθηκε ο ισχυρισμός πως η προσβαλλόμενη απόφαση της εφεσίβλητης ήταν αναιτιολόγητη και προϊόν έκδηλης κατάχρησης εξουσίας διότι ήταν αντίθετη με την εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης.  Περαιτέρω, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι επρόκειτο για πρόδηλη κατάχρηση εξουσίας η οποία καταμαρτυρείται από το μεταγενέστερο γεγονός ότι η Αναθέτουσα Αρχή προχώρησε σε επαναπροκήρυξη του Διαγωνισμού με σχεδόν το ίδιο ποσό με την υποβληθείσα οικονομική προσφορά της εφεσείουσας.  Επίσης, ότι η εφεσίβλητη αποφάσισε αντιφατικά σε σχέση με όσα είχε αποφασίσει επί παρομοίων γεγονότων σε άλλη ιεραρχική προσφυγή.  Ακόμα ότι δεν έλαβε υπόψη τις δικές της θέσεις ως προς τους λόγους που δεν απέστειλε η ίδια διευκρινιστική ερώτηση ως προς την εκτιμώμενη αξία. Περαιτέρω, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία έκρινε ότι η εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης δεν τεκμηριώνεται.  Ενώ αξιολόγησε ως τεχνικό το ζήτημα για το οποίο η Επιτροπή Αξιολόγησης εισηγήθηκε την κατακύρωση στην εφεσείουσα, εντούτοις έκρινε ως αναιτιολόγητη την έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης επί των εν λόγω τεχνικών ζητημάτων.  Τέλος, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η εφεσίβλητη παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι η τιμή της προσφοράς της εφεσείουσας κατέστη πλέον γνωστή σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς με αποτέλεσμα να θίγονται τα έννομα συμφέροντα της. Με επιπρόσθετους λόγους ακύρωσης εισηγήθηκε πως η απόφαση της εφεσίβλητης ήταν προϊόν πλάνης περί τα πράγματα και ανεπαρκούς έρευνας εφόσον δεν υπήρχε κανένα στοιχείο ενώπιον της και ενώπιον της Αναθέτουσας Αρχής που να του επέτρεπε να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η τιμή της προσφοράς ήταν εξωπραγματική. 

 

Το πρωτόδικο δικαστήριο έχοντας την ευκαιρία να ακούσει και την άλλη πλευρά έκρινε ότι η απόφαση της εφεσίβλητης τεκμηρίωσε πλήρως την κατάληξη της ότι η απόφαση της Αναθέτουσας Αρχής ήταν δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη.  Περαιτέρω το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη προέβη σε πλήρη ανάλυση κάθε πτυχής της υπόθεσης και επεξήγησε το σκεπτικό της αξιολογώντας προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις, καθοδηγούμενη ορθώς από τη νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Το πρωτόδικο δικαστήριο παρέθεσε το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση της εφεσίβλητης:

 

«Προτού εξετάσουμε τους ισχυρισμούς των Αιτητών παραθέτουμε αποσπάσματα από την έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης, ημερ. 20.1.2020, την επιστολή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας ημερ. 20.1.2020, και τα πρακτικά του Συμβουλίου Προσφορών ημερ. 20.1.2020 τα οποία θεωρούμε χρήσιμα για τους σκοπούς της απόφασης.

 

          «4.3 Έλεγχος ψηλών ή χαμηλών τιμολογήσεων

Οι προσφορές ελέγχθηκαν με σκοπό να εντοπιστούν ψηλές ή χαμηλές τιμολογήσεις, στην προσφορά του προσφέροντα με τη χαμηλότερη τιμή σε σύγκριση τόσο με την εκτίμηση της Αναθέτουσας Αρχής όσο και με τις τιμολογήσεις των υπολοίπων προσφερόντων. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε δεν διαπιστώθηκαν ψηλές ή χαμηλές τιμολογήσεις.

 

·         Το τελικό ποσό προσφοράς για την κατασκευή όλων των υποβληθέντων παρουσιάζει ομαλή ανταγωνιστική αύξηση, για όλες τις προσφορές, και στο Παράρτημα ΣΤ γίνεται σύγκριση με το ποσό εκτίμησης του προϋπολογισμού.

·         Το τελικό ποσό προσφοράς για την κατασκευή του χαμηλότερου προσφέροντα παρουσιάζει αύξηση κατά 34% συγκρινόμενο με το ποσό του Προϋπολογισμού.

 

Οι λόγοι για τους οποίους παρουσιάζεται η πιο πάνω αύξηση έχουν εκτιμηθεί από την Επιτροπή Αξιολόγησης και είναι οι ακόλουθοι:

 

α. Διαφαίνεται ότι η εκτίμηση του αρχικού Προϋπολογισμού του Διαγωνισμού εμπεριέχει ένα σοβαρό περιθώριο λάθους, ίσως γιατί δεν έχουν υπολογιστεί σωστά οι τελευταίες τιμές των μηχανημάτων.

 

β. Κατά τη διάρκεια της προσφοροδότησης του Διαγωνισμού έχουν εκδοθεί πέραν των 100 διευκρινίσεων, κυρίως σε τεχνικά θέματα οι οποίες πιστεύεται ότι θα έχουν διαφοροποιήσει προς τα πάνω το τελικό κόστος.

γ. Το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον είναι τέτοιο που λόγω της άνθησης του κατασκευαστικού τομέα έχει διαμορφώσει μια τάση αύξησης των τιμών, ιδιαίτερα για τα δημόσια έργα.

 

δ. Στην αγορά κατασκευαστικών έργων πλέον δεν προσφέρονται τόσο ανταγωνιστικές τιμές λόγω της κρίσης των προηγούμενων χρόνων, αλλά αυξημένες.

 

Η Επιτροπή Αξιολόγησης έκρινε ότι η μειωμένη εκτίμηση κόστους που πιθανόν να συνέβη, δεν είχε αρνητική επίδραση στον ανταγωνισμό, καθότι όλοι οι εν δυνάμει ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς έχουν συμμετάσχει στο διαγωνισμό. Ως εκ τούτου, τυχόν επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού εκτιμούμε ότι δεν θα επιφέρει χαμηλότερες τιμές ούτε περισσότερους συμμετέχοντες στο Διαγωνισμό».

 

«Η Ελεγκτική Υπηρεσία παρατηρεί ότι η τιμή της προσφοράς που συστήνεται για κατακύρωση από την επιτροπή αξιολόγησης είναι κατά 35% ψηλότερη της εκτίμησης δαπάνης, ποσοστό το οποίο είναι υπερβολικά ψηλό. Η αιτιολόγηση της λογικότητας της πιο πάνω τιμής από την επιτροπή αξιολόγησης δεν τεκμηριώνεται κατά την άποψη της Υπηρεσίας μας επαρκώς, αφού βασίζεται στο γεγονός ότι η εκτίμηση δαπάνης είναι λανθασμένη, για τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση αξιολόγησης. Επίσης, η πιο πάνω αιτιολόγηση δεν τεκμηριώνεται επαρκώς με την υποβολή ανάλυσης της ορθής κατά την άποψη της επιτροπής αξιολόγησης εκτίμησης δαπάνης, η οποία να υποστηρίζει την πιο πάνω θέση τους.

Πέραν των πιο πάνω, σημειώνεται ότι σε περιπτώσεις που η προϋπολογιζόμενη δαπάνη είναι εσφαλμένη, αυτό δεν μπορεί από μόνο του να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για κατακύρωση του διαγωνισμού, αφού κάτι τέτοιο ενδεχόμενα να προσκρούει στις αρχές της ίσης μεταχείρισης των προσφοροδοτών».

 

«Το Συμβούλιο αφού μελέτησε την υποβληθείσα Έκθεση Αξιολόγησης και ενημερώθηκε για όλα όσα είχαν προηγηθεί σχετικά με τον πιο πάνω διαγωνισμό, εξέτασε όλα τα ενώπιον του στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των διευκρινίσεων που δόθηκαν από το Συντονιστή της Επιτροπής Αξιολόγησης, κ. ΧΧΧΧ Δημοσθένους, Μηχανικό Τ.Υ. - Μηχανολόγο Μηχανικό, καθώς και της επιστολής της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ημερομηνίας 20.1.2020, και αποφάσισε την ακύρωση του διαγωνισμού επειδή όλες οι υποβληθείσες προσφορές απορρίφθηκαν ως ακολούθως:

(α) η προσφορά, της εταιρείας TELMEN LTD, απορρίφθηκε επειδή η προσφερόμενη τιμή (€5.937.956), μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, κρίθηκε εξωπραγματική αφού υπερβαίνει κατά πολύ την εκτιμώμενη αξία της σύμβασης (€4.400.000), που αντιστοιχεί σε ποσοστιαία υπέρβαση 35%.».

 

 

Το πρωτόδικο δικαστήριο εντόπισε την έννοια της εξωπραγματικής τιμής όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Flecha Construction Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 602, ως μια έννοια που δεν έχει κάποια ιδιαίτερη τεχνική σημασία, αλλά είναι λέξη η οποία μπορεί να περιλάβει προσφορές και τιμές που είναι έξω από το μέτρο το οποίο προϋπολογίζει ή καθορίζει κατά την εκτίμηση του το αρμόδιο Τμήμα.  Η Αναθέτουσα Αρχή, εν προκειμένω, έκρινε πως δεν χωρούσε αμφιβολία ότι η κατά 35% υπέρβαση ήταν έξω από το καθορισθέν μέτρο, καθιστώντας την τιμή εξωπραγματική.  Η εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης δεν ήταν δεσμευτική για το Συμβούλιο Προσφορών το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για τη λήψη απόφασης.  Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της εφεσείουσας ότι το Συμβούλιο δεν ερεύνησε, ούτε έλαβε υπόψη του, τα λοιπά στοιχεία που υπήρχαν ενώπιον του.  Ήταν η κρίση της εφεσίβλητης ότι το Συμβούλιο είχε όλα τα στοιχεία ενώπιον του με πιο σημαντικό τη διαπίστωση της Επιτροπής Αξιολόγησης σε σχέση με τις τιμές των έγκυρων προσφορών που ήταν κατά 35% και 37% πιο ψηλές από την εκτιμώμενη δαπάνη.  Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν συμφώνησε ούτε με τον ισχυρισμό της εφεσείουσας ότι η απόφαση της εφεσίβλητης εστερείτο αιτιολογίας.  Έκρινε ότι, αν και η απόφαση ήταν λακωνική, αυτή συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και ειδικότερα την έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης και την επιστολή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.  Ήταν δεδομένες οι εξωπραγματικές τιμές των προσφορών, οι δε λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή Αξιολόγησης εισηγούμενη κατακύρωση τους στην εφεσείουσα δεν ήταν τεκμηριωμένοι. 

           

          Η αρμοδιότητα του αναθέτοντος οργάνου να ακυρώσει διαγωνισμό ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 20 του περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών (Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου και Κοινότητες) Κανονισμών του 2012, ΚΔΠ 242/2012:

 

«20.- (1) Το αρμόδιο κατά περίπτωση όργανο, αφού μελετήσει όλα τα έγγραφα και στοιχεία που αφορούν το διαγωνισμό, έχει εξουσία, ανάλογα με την περίπτωση, να αναθέσει τη σύμβαση σε συγκεκριμένο προσφέροντα, να απορρίψει οποιαδήποτε προσφορά ή να ακυρώσει τη διαδικασία του διαγωνισμού.

(2) Προσφορές ή προτάσεις που κατά την κρίση του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου, παρουσιάζουν ουσιώδη απόκλιση από τους όρους και/ή τις τεχνικές προδιαγραφές των εγγράφων του διαγωνισμού ή οποιαδήποτε ουσιώδη ασάφεια που προκύπτει από τυχόν διορθώσεις ή άλλως πως, απορρίπτονται.

(3) Η απόφαση για ακύρωση της διαδικασίας του διαγωνισμού θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να συνάδει με τις βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.»

 

          Η αρχή της διαφάνειας κατοχυρώνεται στο Άρθρο 54 του περί  της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016, Ν. 73(Ι)/2016, όπου στο εδάφιο (1) διαβάζουμε τα εξής:

 

«(1) Οι αναθέτουσες αρχές ενημερώνουν, το συντομότερο δυνατό, όλους τους υποψηφίους και τους προσφέροντες για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας πλαίσιο, την ανάθεση σύμβασης ή την αποδοχή σε ένα δυναμικό σύστημα αγορών, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τους οποίους αποφάσισαν να μην συνάψουν συμφωνία πλαίσιο, να μην αναθέσουν σύμβαση για την οποία προκηρύχθηκε διαγωνισμός, να αρχίσουν νέα διαδικασία ή να μην θέσουν σε εφαρμογή δυναμικό σύστημα αγορών.»

 

Οι παραπάνω πρόνοιες παραπέμπουν ρητά στο κοινοτικό δίκαιο για το ζήτημα της ακύρωσης μιας διαδικασίας διαγωνισμού.  Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αναφορά στις σχετικές Οδηγίες[1] έχει αποφασίσει ότι δεν προβλέπεται ότι η άρνηση της Αναθέτουσας Αρχής να συνάψει δημόσια σύμβαση πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή να στηρίζεται οπωσδήποτε σε σοβαρούς λόγους (C-440/13 Croce Amica One Italia, ημερ. 11.12.2014, αιτιολογική σκέψη 31).  Επίσης ότι, μολονότι επιβάλλεται στην αναθέτουσα αρχή, όταν αποφασίζει να ανακαλέσει την προκήρυξη διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης, να κοινοποιεί τους λόγους της αποφάσεως της προς τους υποψήφιους και σε όσους υπέβαλαν προσφορές, δεν έχει πάντως υποχρέωση να ολοκληρώσει τη διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης.  Ωστόσο, η μέριμνα για διασφάλιση ενός ελαχίστου επιπέδου διαφάνειας και συνακόλουθα η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης η οποία αποτελεί τη βάση των κανόνων του δικαίου της Ένωσης απαιτεί την κοινοποίηση των λόγων επί των οποίων στηρίζεται η απόφαση για ανάκληση (αιτιολογικές σκέψεις 32 και 33).  Επομένως υπό την επιφύλαξη της τήρησης των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να ολοκληρώσει την προκηρυχθείσα διαδικασία διαγωνισμού και να συνάψει την οικεία σύμβαση ακόμα και αν έχει απομείνει ένας μόνο διαγωνιζόμενος (αιτιολογική σκέψη 36) (βλ. επίσης Υπόθεση C-92/00 Hospital Ingenieure Krankenhaustechnik Planungs-Gesellschaft mbH (ΗΙ) κατά Stadt Wien, ημερ. 18.6.2002).

 

          Πιο σχετική με τα γεγονότα της υπό εξέταση έφεσης είναι η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-244/02, Kauppatalo Hansel, ημερ. 16.10.2003, όπου αποφασίστηκε ότι όταν μια αναθέτουσα αρχή η οποία έχει κινήσει διαδικασία διαγωνισμού με κριτήριο αναθέσεως τη χαμηλότερη τιμή ανακαλύπτει, μετά την εξέταση και τη σύγκριση των προσφορών, ότι λόγω σφαλμάτων εκτιμήσεως στα οποία η ίδια υπέπεσε κατά την εκ μέρους της προηγούμενη αποτίμηση του περιεχομένου της σύμβασης, δεν είναι σε θέση να συνάψει τη σύμβαση με τον υποβάλλοντα την οικονομικότερη όσον αφορά το συνολικό κόστος προσφορά, μπορεί να διακόψει τη διαδικασία χωρίς να προχωρήσει σε σύναψη της σχετικής σύμβασης.  Νοουμένου ότι οφείλει να κοινοποιεί τους λόγους της απόφασης της προς τους υποψηφίους και σε όσους υπέβαλαν προσφορές και να τηρεί τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης και του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων. 

 

          Με την έφεση εγείρεται ότι η απόφαση της Αναθέτουσας Αρχής δεν ήταν δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον δεν δίδεται καμιά εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους παραγνωρίστηκαν οι θέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης, αλλά και παρέλειψε να εξετάσει και να αναφερθεί στις θέσεις της εφεσείουσας.  Ιδιαίτερα δεν λήφθηκε δεόντως υπόψη η θέση που είχε προβάλει η εφεσείουσα ότι η Αναθέτουσα Αρχή επαναπροκήρυξε τον Διαγωνισμό με εκτιμώμενη αξία αυτή τη φορά €5.700.000.

 

          Οι θέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης ήταν ενώπιον του Συμβουλίου.  Το τελευταίο είχε αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει με τους περιορισμούς στους οποίους έχουμε αναφερθεί.  Η απόφαση του δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά αιτιολογημένη όπως εξήγησε το πρωτόδικο δικαστήριο.  Η ευπαίδευτη δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι η αιτιολογία που δόθηκε δεν ήταν επαρκής αφής στιγμής υπήρχε σαφής εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης, του πλέον αρμοδίου από τεχνικής ειδικά άποψης οργάνου για κατακύρωση του Διαγωνισμού στην εφεσείουσα, παρά το γεγονός ότι η τιμή της προσφοράς της υπερέβαινε σημαντικά το εκτιμώμενο κόστος του έργου.  Η Επιτροπή Αξιολόγησης διαπίστωσε το εξωπραγματικό της τιμής με αναφορά σε τεχνικά δεδομένα και στο γενικότερο οικονομικό περιβάλλον, όπως και στην αγορά κατασκευαστικών έργων, ζητήματα δηλαδή τεχνικής, ειδικής γνώσης.  Πέραν τούτου εναπόκειτο στο Συμβούλιο να ασκήσει την αρμοδιότητα του σύμφωνα με τις βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, λαμβάνοντας υπόψη το κυρίαρχο δεδομένο της εξωπραγματικής τιμής και έχοντας υποχρέωση να αιτιολογήσει δεόντως την απόφαση του.

 

Ούτε το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο στάδιο υπήρξε επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού για το ίδιο έργο με υψηλότερη εκτίμηση κόστους μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα αφού η Αναθέτουσα Αρχή είχε το δικαίωμα να ακυρώσει τον διαγωνισμό και να τον επαναπροκηρύξει διορθώνοντας πιθανά λάθη μετά από σχετική δέουσα έρευνα.

 

          Ένα άλλο παράπονο της εφεσείουσας αφορά στον ισχυρισμό που ανεπιτυχώς προέβαλε πρωτοδίκως ότι η εφεσίβλητη εξέδωσε αντιφατικές αποφάσεις επί απολύτως σχετικών γεγονότων σε σχέση με την ιεραρχική προσφυγή 32/2018.  Το πρωτόδικο δικαστήριο επεσήμανε διαφορές μεταξύ των δύο υποθέσεων οι οποίες τις καθιστούν μη συγκρίσιμες.  Δεν είναι όμως αυτό το ζήτημα που εγείρεται σε τέτοιες περιπτώσεις.  Δεν μπορεί ένα δικαιοδοτικό όργανο να βρίσκεται αντιμέτωπο κάθε φορά με προηγούμενες αποφάσεις του σε μια διαδικασία σύγκρισης ώστε να εντοπιστούν κατ’  ισχυρισμό αντιφατικές προσεγγίσεις.  Τούτο θα είχε νόημα εάν αποδιδόταν στο όργανο διαφορετική προσέγγιση λόγω προκατάληψης, ή για να υποδειχθούν οι διαφορετικές νομικές θέσεις ώστε το δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να διευκρινίσει το ζήτημα.  Κατά τ’  άλλα, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα.  Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω έχουν επεξηγηθεί οι λόγοι της «διαφοροποίησης».

 

          Ως προς το παράπονο της εφεσείουσας ότι παραβλάπτονται τα συμφέροντα της από την απόφαση ακύρωσης του διαγωνισμού καθότι η προσφερόμενη από την ίδια τιμή έχει αποκαλυφθεί, ο ισχυρισμός αυτός αφορά σε μεταγενέστερα του ουσιώδους χρόνου γεγονότα τα οποία, ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.  Άλλωστε, δεν είναι μόνο η προσφορά της εφεσείουσας που έχει αποκαλυφθεί.

 

 

 

 

 

          Η έφεση απορρίπτεται με €3.500 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης.

 

                                                          Τ.Θ. Οικονόμου, Δ.

 

                                                          Στ. Χατζηγιάννη, Δ.

 

                                                          Τ. Καρακάννα, Δ.

 

 

 

 

 

/φκ

 

 



[1] Παραπέμπουμε στις σχετικές Οδηγίες, Οδηγία 92/50/ΕΟΚ, Οδηγία 93/96 ΕΟΚ, Οδηγία 93/37/ΕΟΚ, Οδηγία 2004/18/ΕΚ, που καταργήθηκε από την ισχύουσα σήμερα Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο