ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 128/21)
14 Ιανουαρίου, 2026
[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ/ΣΤΕΣ)
ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΧΡΙΣΤΟΥ Α. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ,
Εφεσίβλητου.
____________________
Γ. Ζαχαρίου (κα) για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ, για τον εφεσείοντα.
Κλ. Τομπόλη – Θεοδούλου (κα) για Δρα Χρίστο Α. Θεοδούλου ΔΕΠΕ, για τον εφεσίβλητο.
---------------------------
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Τ.Θ. Οικονόμου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Ο εφεσίβλητος είναι ιδιοκτήτης κατοικίας στα όρια του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκλινης την οποία το 2017 ενοικίαζε σε τρίτο πρόσωπο. Το Συμβούλιο, το οποίο στη συνέχεια υποκαταστάθηκε από τον Δήμο Λάρνακας, επέβαλε στον εφεσίβλητο φόρο ενοικίου εκ €54.
Νόμιμο έρεισμα για την επιβολή τέτοιου τέλους έδιδαν οι Κοινοτικοί Κανονισμοί του Συμβουλίου Βορόκλινης[1] οι οποίοι εκδόθηκαν επί τη βάσει του Άρθρου 116(1)(δ) του περί Κοινοτήτων Νόμου, Ν. 86(Ι)/1999. Οι Κανονισμοί αυτοί υιοθέτησαν τους Κοινοτικούς Κανονισμούς της Κοκκινοτριμυθιάς του 2002.[2] Συγκεκριμένα οι διατάξεις του Κανονισμού 235(1) της ως άνω υιοθετηθείσας ΚΔΠ 294/2002 προβλέπουν ως ακολούθως:
«235.—(1) Θα πληρώνεται κάθε χρόνο από τον ιδιοκτήτη οποιουδήποτε υποστατικού ή άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται μέσα στην περιοχή της Κοινότητας και ενοικιάζεται ή παραχωρείται με μίσθωση κατά τη διάρκεια του έτους ή οποιουδήποτε μέρους τούτου, δικαίωμα που δεν υπερβαίνει
το 5% του ενοικίου το οποίο εισπράττεται κάθε χρόνο.»
Με βάση τον παραπάνω Κανονισμό το Συμβούλιο καθόρισε ως συντελεστή για τον φόρο ενοικίου για το 2017 ποσοστό 2,5% στα εισοδήματα από ενοικιαζόμενα υποστατικά.
Με βάση αυτά τα δεδομένα προέκυψε η επίδικη επιβολή τέλους, την οποία ο εφεσίβλητος προσέβαλε προβάλλοντας, με την αίτηση ακύρωσης που καταχώρισε, ότι ο Νόμος 86(Ι)/1999 και η ΚΔΠ 183/2003 προσκρούουν στο Σύνταγμα, Άρθρα 23, 24, 28, 30 και 81. Περαιτέρω ότι η επίδικη πράξη λήφθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας ή στηρίζεται σε Κανονισμούς που έχουν εκδοθεί καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Επίσης λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα ή και πάσχει λόγω πλάνης περί τα γεγονότα ή και στερείται δέουσας αιτιολογίας. Περαιτέρω, αντιβαίνει στις γενικές αρχές του διοικητικού και φορολογικού δικαίου, στις αρχές της επιείκειας και της καλής πίστης και στις αρχές του κράτους δικαίου. Τέλος, αποτελεί διπλοφορολόγηση τόσο από το κράτος, όσο και από τον εφεσείοντα για το ίδιο αντικείμενο ή και είναι υπερβολική.
Στα γεγονότα που κατά τύπον πρέπει να καταγράφονται στην αίτηση γίνονται παραδεκτά τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης δεδομένα και ό,τι περιπλέον καταγράφεται είναι πως ο εφεσίβλητος «πλήρωνε μέχρι και το έτος 2016 τις ετήσιες διπλοφορολογήσεις ακίνητης ιδιοκτησίας που του επιβάλλονταν τόσο από το κράτος, όσο και από τον καθ’ ου η αίτηση».
Το πρωτόδικο δικαστήριο αφού άκουσε και την άλλη πλευρά έκρινε ότι αφενός το Συμβούλιο εν όψει του Κανονισμού 235(1) είχε δικαίωμα επιβολής δικαιώματος ενοικίου που δεν θα υπερέβαινε το 5% του ενοικίου που εισπράττεται κάθε χρόνο, αλλά υπό τον όρο τήρησης της αρχής της αναλογικότητας του επιβαλλομένου δικαιώματος με το τεκμαρτό ενοίκιο. Καταγράφουμε ακολούθως την αντίληψη του πρωτοδίκου δικαστηρίου περί της αναγκαίας αρχής της αναλογικότητας:
«Για να προκύψει όμως αυτή η αναλογικότητα κατά την εφαρμογή του Κανονισμού 235, όφειλε το καθ' ου η αίτηση να είχε θεσπίσει ή εφαρμόσει αντικειμενικά κριτήρια υπολογισμού του τεκμαρτού ενοικίου, έτσι ώστε να προκύπτει η απαραίτητη αναλογία μεταξύ του τεκμαρτού ενοικίου, αφενός και του επιβαλλόμενου δικαιώματος, αφετέρου και να προβεί σε σχετική, επί τούτου, προηγούμενη έρευνα.
[…]
Διαπιστώνω πως αυτή η λακωνική αναφορά, έστω και με μείωση (2,5%) του ανώτατου ποσοστού που δύναται ο καθ΄ ου η αίτηση να επιβάλει, ως δικαίωμα ενοικίου, δεν πληροί την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, αφού από τα ενώπιον μου έγγραφα, προκύπτει πως δεν έχει θεσπιστεί κανένα κριτήριο που να είναι ικανό να δώσει αντικειμενικό υπολογισμό του τεκμαρτού ενοικίου που λαμβάνεται, αλλά αντιθέτως, ο καθορισμός του συγκεκριμένου ποσού είναι, κατά την κρίση μου, αυθαίρετος.
Εξάλλου, τίποτε δεν δόθηκε ως αιτιολογία για το πώς υπολογίστηκε το συγκεκριμένο ποσό, κατά τρόπο που η προσβαλλόμενη απόφαση είναι και αναιτιολόγητη, εφόσον δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα άσκησης δικαστικού ελέγχου.»
Ως αποτέλεσμα το πρωτόδικο δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την επίδικη επιβολή τέλους, επιδικάζοντας υπέρ του εφεσίβλητου €1.800 πλέον ΦΠΑ.
Εξ ου και η παρούσα έφεση, δια της οποίας ο εφεσείων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα προχώρησε στην εξέταση θεμάτων που δεν ήταν δικογραφημένα και επίδικα (1ος λόγος έφεσης). Υπάρχει και 2ος λόγος έφεσης ο οποίος αφορά στα έξοδα.
Καταρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ένσταση αντισυνταγματικότητας και ο ισχυρισμός για εφαρμογή Κανονισμών οι οποίοι εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας δεν προωθήθηκαν στην γραπτή αγόρευση του εφεσίβλητου πρωτοδίκως. Ό,τι προβλήθηκε ήταν ο ισχυρισμός περί διπλοφορολόγησης. Ειδικότερα ότι το Συμβούλιο δεν ερεύνησε αν τα ενοίκια του εφεσίβλητου φορολογούνται και από το κράτος, με αποτέλεσμα να προκύπτει διπλοφορολόγηση, κάτι που προσκρούει στις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και στις αρχές του φορολογικού δικαίου. Στην γραπτή αγόρευση για τον εφεσίβλητο προβλήθηκε και ο ισχυρισμός ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να ερευνήσει είτε το εισόδημα του εφεσίβλητου από τα ενοίκια της οικίας, είτε τις τυχόν δαπάνες για επιδιορθώσεις της οικίας, ή αν το ενοίκιο περιλαμβάνει κοινόχρηστα, κάτι που καταδεικνύει παντελή έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, ως και ύπαρξη πλάνης. Επίσης ότι η επιβολή ενιαίου φόρου ενοικίου 5% επί όλων των ενοικίων είναι αυθαίρετη.
Η ευπαίδευτη δικηγόρος του εφεσείοντα εισηγήθηκε ότι ενώ με το δικόγραφο της προσφυγής και την αγόρευση ό,τι βασικά τέθηκε ήταν το ζήτημα της διπλοφορολόγησης, το πρωτόδικο δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη πράξη επικαλούμενο παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Παρατηρούμε ότι όντως το πρωτόδικο δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη πράξη, ουσιαστικά λόγω «παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας», λόγος ο οποίος δεν είχε προβληθεί στην αίτηση ακύρωσης. Η έλλειψη αιτιολογίας που καταληκτικά επικαλέστηκε ο εφεσίβλητος ήταν σε σχέση με τη βασική αντίληψη του περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Μάλιστα, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε ζήτημα διπλοφορολόγησης που αποτελούσε τον λόγο ακύρωσης που προωθήθηκε ουσιαστικά ενώπιον του.
Η πλευρά του εφεσίβλητου απάντησε ότι η επίδικη απόφαση ακυρώθηκε όχι μόνο για την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και για την παντελή έλλειψη αιτιολογίας η οποία καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του εφεσίβλητου, έστω και αν δεν κατονομάζεται ρητά στο δικόγραφο της προσφυγής η αρχή της αναλογικότητας, ο εφεσίβλητος έχει προβάλει με σαφήνεια τους νομικούς ισχυρισμούς που στοιχειοθετούν ουσιαστικά την παραβίαση της αρχής αυτής, λέγοντας ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα και αιτιολογία, ότι πάσχει λόγω πλάνης, ότι αντιβαίνει στις γενικές αρχές του διοικητικού και φορολογικού δικαίου, στις αρχές της επιείκειας και της καλής πίστης και στις αρχές του κράτους δικαίου και ότι εν πάση περιπτώσει το ποσό που καθορίστηκε είναι υπερβολικό. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εύλογα το δικαίωμα να προσδώσει το αναγκαίο και ορθό νομικό ένδυμα στους νομικούς ισχυρισμούς του εφεσίβλητου στα πλαίσια του εξεταστικού συστήματος με δεδομένο ότι το αντικείμενο της αναθεωρητικής έφεσης συνεχίζει να είναι η νομιμότητα της ίδιας πράξης ή απόφασης (Costas Pikis v. The Republic (Minister of Interior and Another) (1968) 3 CLR 303).
Ο εξεταστικός χαρακτήρας της διαδικασίας υπό το Άρθρο 146 του Συντάγματος αμβλύνει μεν το στοιχείο της αντιπαράθεσης που ενυπάρχει στους δικονομικούς θεσμούς (προσαρμοσμένους στην πολιτική δίκη) δεν καταργεί όμως τη δικογραφία ως το μέτρο περιορισμού των επιδίκων θεμάτων (Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 ΑΑΔ 598). Η πάγια νομολογία απαιτεί ώστε να εξειδικεύονται με την απαραίτητη σαφήνεια τα νομικά σημεία στην προσφυγή ώστε να είναι επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης (Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία Cybarco Ltd – Α. Αristotelous Constructions Ltd, ΕΔΔ Αρ. 19/2017, ημερ. 30.10.2023).
Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατόν από τις δικογραφικές θέσεις στην προσφυγή να βρει έρεισμα η «παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας».
Άλλωστε η βασική εκδήλωση της αρχής της αναλογικότητας ανακύπτει όταν εγείρεται ζήτημα ελέγχου του βαθμού περιορισμού των συνταγματικών δικαιωμάτων όπως διασφαλίζεται από το Άρθρο 21.3 του Συντάγματος, το οποίο θέτει «περιορισμό στον περιορισμό» των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ορίζοντας ότι επιτρεπτοί είναι μόνο περιορισμοί απολύτως αναγκαίοι για τους επιδιωκόμενους σκοπούς που ρητά καθορίζονται. Αντιστοίχως στο Άρθρο 11.2 της ΕΣΔΑ, γίνεται λόγος για αναγκαία μέτρα για την ευόδωση των προβλεπομένων σκοπών σε μια δημοκρατική κοινωνία (βλ. Βαρνακίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 67/22, ημερ. 4.3.2024, C-128/22 Nordic Info BV (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως), ημερ. 5.12.2023).
Εν προκειμένω, δεν προωθήθηκε ζήτημα αντισυνταγματικότητας ώστε να είχε νόημα η αρχή της αναλογικότητας υπό την παραπάνω έννοια.
Το Συμβούλιο ενήργησε κατά δέσμια αρμοδιότητα καθορίζοντας το τέλος για το 2017 εντός των πλαισίων που καθόριζαν οι Κανονισμοί, στο ήμισυ του επιτρεπόμενου ποσού. Η «διπλοφορολόγηση» θα είχε ενδεχομένως νόημα να εξεταστεί εάν επροωθείτο η δικογραφική θέση περί αντισυνταγματικότητας με αναφορά στο Άρθρο 24 του Συντάγματος (υποχρέωση συνεισφοράς στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου). Σε ότι δε αφορά την αρχή της αναλογικότητας, δεν είναι η επίδικη πράξη που θα παραβίαζε την αρχή αυτή, αλλά η αρχή της αναλογικότητας θα υπεισέρχετο ως μέτρο κρίσης της συνταγματικότητας της κανονιστικής διάταξης ή του Νόμου που εξουσιοδότησε την επίδικη πράξη.
Εν κατακλείδι, βάσιμη είναι η θέση του εφεσείοντα ότι το δικαστήριο κινήθηκε έξω από τα δικόγραφα σε βαθμό που να μην δικαιολογείται ούτε στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης.
Η έφεση θα επιτύχει με αναγκαίο αποτέλεσμα τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης και της πρωτόδικης διαταγής για έξοδα. Ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος καθίσταται άνευ αντικειμένου.
Η έφεση γίνεται δεκτή. Η πρωτόδικη απόφαση και η διαταγή για έξοδα πρωτοδίκως παραμερίζονται. Η επίδικη πράξη επικυρώνεται. Έξοδα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του εφεσείοντα.
Τ. Θ. Οικονόμου, Δ.
Στ. Χατζηγιάννη, Δ.
Τ. Καρακάννα, Δ.
/φκ
[1] Οι περί της Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκλινης του 2003, (ΚΔΠ 183/2003).
[2] Οι περί της Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμυθιάς του 2002, (ΚΔΠ 294/2002).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο