ΠΑΝΑΓΗΣ ΠΕΡΔΙΚΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ κ.α., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 135/20, 21/1/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΗΣ ΠΕΡΔΙΚΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ κ.α., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 135/20, 21/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(γ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 135/20)

 

 

21 Ιανουαρίου, 2026

 

[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΠΑΝΑΓΗΣ ΠΕΡΔΙΚΟΥ,

 

Εφεσείων,

ν.

 

1.        ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,

2.        ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ),

 

Εφεσιβλήτων.

_________________

 

 Ειρ. Χριστοφορίδου (κα), για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

 Ειρ. Νεοφύτου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους.

_______________

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

_________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης είναι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την προσφυγή του εφεσείοντα, υπ’ αρ. 326/2018. Με την πιο πάνω προσφυγή ο εφεσείοντας είχε προσβάλει τη νομιμότητα της απόφασης της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, η οποία του γνωστοποιήθηκε τη 14/12/2017, να απορρίψει το αίτημα του για κατάταξη του στη μισθολογική κλίμακα Α8-Α10-Α11.

 

Ο εφεσείων είναι απόφοιτος του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου, (στο εξής το «ΑΤΙ») και κατέχει τον τίτλο σπουδών, Diploma of Technicial Engineer of the Higher Technical Institute. Την 1/9/1998, διορίστηκε στη μόνιμη θέση του Εκπαιδευτή Μηχανολογίας (Γενική), στις συνδυασμένες μισθολογικές κλίμακες Α5-Α7.   

 

Mε επιστολή του, ημερομηνίας 8/3/2004, υπέβαλε αίτημα για ανακατάταξη της μισθολογικής του κλίμακας και αναβάθμισής του, στις συνδυασμένες μισθολογικές κλίμακες Α8-10-11, επικαλούμενος τις πρόνοιες του Ν.1(Ι)/2004. Επισημαίνουμε ότι με τον πιο πάνω Νόμο τροποποιήθηκε ο περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμος του 1996. Το άρθρο 14(Α) του τροποποιημένου Νόμου προνοεί τα πιο κάτω:

 

«(1) Οι τίτλοι σπουδών των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) της Ελλάδας, οι οποίοι εκδόθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του υπ’ αριθμόν 2916 Νόμου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας (Αρ. Φύλλου 114) στις 11 Ιουνίου 2001, τυγχάνουν της ίδιας αναγνώρισης με αυτήν που ίδιοι τίτλοι τυγχάνουν στην Ελλάδα.

 

(2)   Αντίστοιχα με τους τίτλους σπουδών των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) της Ελλάδας, οι τίτλοι σπουδών του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου Κύπρου (ΑΤΙ) θεωρούνται ισότιμοι και αντίστοιχοι προς Βασικό Τίτλο Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης:

 

Νοείται ότι οι τίτλοι αυτοί μπορούν να γίνονται αποδεκτοί για εγγραφή σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στην Κύπρο και στο εξωτερικό.»

 

Η  Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (στο εξής «ΕΕΥ») με επιστολή της, ημερομηνίας 27/10/2004, απέρριψε το αίτημά του. Υιοθέτησε γνωμάτευση που έλαβε από τη Νομική Υπηρεσία και κατέγραψε στην επιστολή της το σκεπτικό επί του οποίου στήριξε την απόρριψη της. Το παραθέτουμε αυτούσιο:

 

«2.1. Ο αναφερόμενος νόμος, ρυθμίζει το θέμα της παροχής δυνατότητας στον κάτοχο τίτλου σπουδών του Α.Τ.Ι. να γίνει δεκτός για μεταπτυχιακές σπουδές σε κυπριακά ή ξένα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

 

2.2.      Ο νομοθέτης δεν προέβαινε σε αυτόματη ισότιμη ή αντίστοιχη πανεπιστημιακή αναγνώριση των τίτλων σπουδών του Α.Τ.Ι. με νομοθετικό τρόπο και δεν αποσκοπούσε σε εισαγωγή εξαιρέσεων από το γενικό κανόνα που θέτει ο Νόμος. Η αναγνώριση παραμένει αρμοδιότητα του ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. με βάση τις προϋπάρχουσες νομοθετικές πρόνοιες.»

 

Εισηγήθηκε στον εφεσείοντα να απευθυνθεί στο ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., το οποίο είναι το κατά Νόμο αρμόδιο Σώμα, για αναγνώριση της ισοτιμίας του τίτλου του «… προς τίτλο/πτυχίο πανεπιστημίου ή ανώτατης σχολής ισοδύναμης με πανεπιστήμιο στην ειδικότητα σας, δηλαδή στη Μηχανολογία (Γενική) και έκδοση σχετικού πιστοποιητικού».  

 

Ο εφεσείων ζήτησε τότε από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. την αναγνώριση του τίτλου του, Diploma of Technicial Engineer of the Higher Technical Institute, «… ως Πανεπιστημιακό». Το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. με επιστολή του, ημερομηνίας 7/03/2008, τον πληροφόρησε ότι το δίπλωμα του ΑΤΙ αναγνωρίζεται, «ως τίτλος ισότιμος και αντίστοιχος προς βασικό τίτλο σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στον κλάδο/ειδίκευσης Mechanical Engineering». Εξέδωσε δε, μετά από αίτημα του εφεσείοντα, σχετικό πιστοποιητικό.

 

Η ΕΕΥ, με αφορμή αιτήματα που υπέβαλαν απόφοιτοι του ΑΤΙ, με επιστολή της ημερομηνίας 5/05/2008, ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. κατά πόσο θα έπρεπε να αναγνωρίζει τα διπλώματα του ΑΤΙ ως ισότιμα προς «πανεπιστημιακά διπλώματα» και/ή ως «τίτλους πτυχία Πανεπιστημίου ή ανώτατης σχολής ισοδύναμης με Πανεπιστήμιο». Παραθέτουμε αυτούσια την απάντηση του ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. προς την ΕΕΥ, πρόκειται για την επιστολή ημερομηνίας 7/10/2008:

 

«(α) οι τίτλοι σπουδών του ΑΤΙ αναγνωρίζονται ως διπλώματα ανώτερης εκπαίδευσης και

 

(β)   οι ίδιοι τίτλοι αναγνωρίζονται ως προσόν πρόσβασης σε μεταπτυχιακά προγράμματα και συνεπώς σε αντίθεση με τα υπόλοιπα διπλώματα ανώτερης εκπαίδευσης, οι εν λόγω τίτλοι έχουν το προνόμιο ότι αποτελούν επαρκή προϋπόθεση για την αναγνωρισιμότητα των μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών που αποκτώνται με βάση τους ίδιους τίτλους.»

  

Η ΕΕΥ, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 18/11/2008, αφού έλαβε υπόψη τη θέση του ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., κατέληξε ότι ο σκοπός του τροποποιητικού Νόμου, Ν.1(Ι)/2004, στο εξής «ο Νόμος» δεν ήταν η αναβάθμιση του ακαδημαϊκού επιπέδου των τίτλων σπουδών που απονέμονται από το ΑΤΙ από τίτλους ανώτερης εκπαίδευσης σε τίτλους πανεπιστημιακού επιπέδου, αλλά να δώσει τη δυνατότητα στους κατόχους αυτών των τίτλων, πραγματοποίησης μεταπτυχιακών σπουδών. Ενόψει τούτου, απέρριψε το αίτημα του εφεσείοντα για κατάταξή του στις μισθολογικές κλίμακες Α8-Α10-Α11, εφόσον δεν κατείχε «τίτλο/πτυχίο πανεπιστημίου ή ανωτάτης σχολής ισοδύναμης με πανεπιστήμιο». Σχετική είναι η επιστολή που του απέστειλε, ημερομηνίας 10/02/2009.

 

Ο εφεσείων πρόσβαλε την πιο πάνω απόφαση, στα πλαίσια της προσφυγής με αριθμό 267/09. Η προσφυγή απορρίφθηκε την 8.10.2010. Το Δικαστήριο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι οι πρόνοιες του Νόμου δεν καθιστούν αυτόματα για όλους τους σκοπούς, περιλαμβανομένης και της εργοδότησης, το πτυχίο του ΑΤΙ ως πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών, καθότι αυτό θα παραβίαζε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

 

Ο εφεσείοντας εφεσίβαλε την πιο πάνω απόφαση. Η έφεση του απορρίφθηκε. (Βλέπετε σχετικά την απόφαση Παναγής Πέρδικου ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 11).

 

Λίγες ημέρες αργότερα, με επιστολή του, ημερομηνίας 8/02/2016, μέσω των δικηγόρων του, ζήτησε από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. όπως του αποστείλει τη γνωμάτευση που έδωσε, «περί τον Αύγουστο του 2009», μετά από ερώτημα της ΕΕΥ κατά πόσο, «… βάση του τροποποιητικού Νόμου Ν.1(Ι)/2004, δίνεται το δικαίωμα και η δυνατότητα στους κατόχους τίτλων σπουδών του Α.Τ.Ι. να πραγματοποιήσουν και να παρακολουθήσουν μεταπτυχιακού κύκλου σπουδές». Το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., με επιστολή του, ημερομηνίας 21/03/2016, τον ενημέρωσε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, «Αντίστοιχα με τους τίτλους σπουδών των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) της Ελλάδας, οι τίτλοι σπουδών του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου Κύπρου (ΑΤΙ) θεωρούνται ισότιμοι και αντίστοιχοι προς Βασικό Τίτλο Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης. Νοείται ότι οι τίτλοι αυτοί μπορούν να γίνονται αποδεκτοί για εγγραφή σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στην Κύπρο και στο εξωτερικό.»

 

Ο εφεσείοντας απέστειλε τότε δεύτερη επιστολή, μέσω των δικηγόρων του, ημερομηνίας 7/10/2016 και ζήτησε να διευκρινιστεί κατά πόσο «…κατέχει βασικό Τίτλο Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης».

 

Το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. με επιστολή του, ημερομηνίας 17/03/2017, τον ενημέρωσε ότι το αίτημά του είχε ήδη απαντηθεί με επιστολή, ημερομηνίας 7/03/2008.

 

Ο εφεσείοντας με επιστολή του, ημερομηνίας 10/05/2017, αιτήθηκε εκ νέου από την ΕΕΥ όπως τον κατατάξει στη μισθολογική κλίμακα Α8-Α10 καθότι το δίπλωμα του είχε αναγνωρισθεί από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., ως «βασικός τίτλος σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης».

 

Η ΕΕΥ με επιστολή της, ημερομηνίας 14/12/2017, που αποτελεί και το αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας, τον ενημέρωσε με βάση την πληροφόρηση που έλαβε από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., ότι στα επίπεδα αναγνώρισης τίτλων σπουδών ως αυτά καθορίζονται στον Κανονισμό 4 - (1)(γ) των περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Κανονισμών του 1999 έως 2015, δεν περιλαμβάνεται ο «βασικός τίτλος σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης», αλλά «δίπλωμα Ανώτερης Εκπαίδευσης». Το δίπλωμα Ανώτερης Εκπαίδευσης δεν είναι πανεπιστημιακού επιπέδου αλλά χορηγείται μετά από επιτυχή ολοκλήρωση προγράμματος σπουδών διάρκειας τριών ετών που προσφέρεται από εκπαιδευτικά ιδρύματα που πληρούν τις αρχές αναγνώρισης. Για την απόκτηση τίτλου επιπέδου πτυχίου από δημόσιο ή ιδιωτικό πανεπιστήμιο εκπαίδευσης πρέπει να συμπληρωθούν τέσσερα ακαδημαϊκά έτη πλήρους φοίτησης και, τουλάχιστον, 240 πιστωτικές μονάδες ECTS. Για την απόκτηση τίτλου σπουδών από το Α.Τ.Ι. απαιτείτο η επιτυχής ολοκλήρωση προγράμματος σπουδών διάρκειας τριών ετών. Το Α.Τ.Ι. ήταν αναγνωρισμένο δημόσιο ίδρυμα Ανώτερης και όχι Ανώτατης εκπαίδευσης. Το κράτος, ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην επιστολή, δεν προχώρησε ποτέ «σε ανωτατοποίηση του Α.Τ.Ι. με τη ψήφιση σχετικής νομοθεσίας».

 

Η ΕΕΥ στην επιστολή της καταλήγει στα πιο κάτω:

 

«3. […]

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, το Συμβούλιο θεωρεί ότι ο τίτλος σπουδών του Α.Τ.Ι. είναι Δίπλωμα Ανώτερης Εκπαίδευσης. Επιπρόσθετα, ο τίτλος σπουδών του ΑΤΙ αναγνωρίζεται ως προσόν πρόσβασης σε μεταπτυχιακά προγράμματα, και συνεπώς, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα Διπλώματα Ανώτερης Εκπαίδευσης, ο τίτλος σπουδών του ΑΤΙ έχει το προνόμιο ότι αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για την απόκτηση μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών.

 

Τέλος επισημαίνεται ότι η απόφαση που αφορά στην περίπτωση του κ. Πέρδικου, η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 7.3.2007, λήφθηκε από το Συμβούλιο με προηγούμενη σύνθεσή του. Το Συμβούλιο με την παρούσα σύνθεση του μελέτησε τις πρόνοιες του άρθρου 54-(1) του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο του 1999, το οποίο αφορά στην ανάκληση διοικητικών πράξεων και θεωρεί ότι δεν μπορεί να παραχωρήσει σε ανάκληση της απόφασης που λήφθηκε για την περίπτωση του κ. Πέρδικου, διότι έχει παρέλθει εύλογος χρόνος και θεωρείται παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης.

 

4.    Η Επιτροπή μελέτησε τα πιο πάνω, από τα οποία διαφαίνεται ότι λανθασμένα σας είχε παραχωρηθεί, από το ΚΥΣΑΤΣ, υπό την προηγούμενη του σύνθεση, αναγνώριση του τίτλου σας ως τίτλου ισότιμου και αντίστοιχου προς Βασικό Τίτλο Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης, αφού τέτοιο επίπεδο αναγνώρισης δεν περιλαμβάνεται στα νόμιμα επίπεδα αναγνώρισης που μπορεί το ΚΥΣΑΤΣ να απονέμει σύμφωνα με τον περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Κανονισμών του 1999 έως 2015. Ούτως ή άλλως, δεν σας είχε παραχωρηθεί αναγνώριση του τίτλου σας ως τίτλου/πτυχίου πανεπιστημίου ή ανώτατης σχολής ισοδύναμης με πανεπιστήμιο στην ειδικότητά σας, δηλαδή στη Μηχανολογία (Γενική).

 

5. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε να επιβεβαιώσει τις προηγούμενες αποφάσεις της με τις οποίες είχε απορρίψει το αίτημά σας για κατάταξή σας στις Κλ. Α8-Α10-Α11.»

 

Ο εφεσείοντας ως αναφέρουμε και πιο πάνω, αμφισβήτησε την πιο πάνω απόφαση καταχωρώντας την προσφυγή αρ. 326/2018, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο, στο εξής «Δικαστήριο». Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η επίδικη απόφαση της ΕΕΥ επιβεβαίωσε τις προηγούμενες αποφάσεις της και όλα όσα ηγέρθηκαν στην προσφυγή είχαν ήδη εξετασθεί, στα πλαίσια των υποθέσεων υπ. αρ. 267/2009 (ανωτέρω) και ΑΕ 181/2010 (ανωτέρω).

 

Ο εφεσείοντας αμφισβητεί το πιο πάνω σκεπτικό με έξι λόγους έφεσης.

 

Οι τρεις λόγοι έχουν ως έρεισμα την παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει τα ζητήματα που ο εφεσείοντας ήγειρε στην προσφυγή του. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αγνόησε ότι το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. με την επιστολή του, ημερομηνίας 7/03/2008, αποφάσισε ότι το δίπλωμα του αντιστοιχεί με τίτλο σπουδών «ανώτατης εκπαίδευσης», απόφαση που δεν μπορούσε να ανακληθεί, λόγοι έφεσης 1 και 5 αντίστοιχα και δεν εξέτασε τη θέση του ότι έπρεπε να «… εφαρμόσει όσα αναφέρονται στην παράγραφο (1) του Κανονισμού 3 του νόμου βάσει του Κανονισμού 172/99 περί Αναγνώρισης Τίτλων, άρθρο 3(3)(β) και Άρθρο 4(1)(β)», λόγος έφεσης 3. Πέραν τούτου, αγνόησε τους λόγους ακύρωσης που προβάλλονται στην Αίτησή του, λόγος έφεσης 6.

 

Οι λόγοι έφεσης 2 και 4, εστιάζονται στην κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση απόφαση είναι βεβαιωτική της πρώτης απόφασης που λήφθηκε από τη διοίκηση, το 2009.

 

Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια την κατάληξη του Δικαστηρίου:

 

«Δεν θεωρώ ότι ο αιτητής υπέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο στην ΕΕΥ για να υποστηρίξει το αίτημα του για επανεξέταση.  Είναι γι' αυτό που η ΕΕΥ αποφάσισε να "επιβεβαιώσει" τις προηγούμενες της αποφάσεις, με τις οποίες απέρριψε το αίτημα του αιτητή.  Η μια εκ των αποφάσεων αυτών, ήταν η απόφαση της ΕΕΥ η οποία βασιζόμενη σε γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 4/6/2004, δεν έκανε αποδεκτό το αίτημα και προέτρεψε τον αιτητή να απευθυνθεί στο ΚΥΣΑΤΣ, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η περαιτέρω εξέταση του θέματος του.  Η άλλη απόφαση της ΕΕΥ, είχε αποτελέσει το αντικείμενο της προσφυγής αρ. 267/2009 και της ΑΕ αρ. 181/2010.  Όλα όσα ο αιτητής υποστηρίζει στην εξεταζόμενη υπόθεση έχουν ως υπόβαθρο δεδομένα τα οποία  έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο εξέτασης και κρίσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις πιο πάνω υποθέσεις και το παρόν Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποστεί από τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις που προηγήθηκαν.

 

Συναφώς είναι ορθή η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ότι τα ζητήματα που προβάλλονται έχουν ήδη κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και δεσμεύουν το παρόν.»

 

Η ουσία της έφεσης έγκειται στο κατά πόσο διενεργήθηκε από τη διοίκηση νέα έρευνα. Πράξη η οποία είναι το αποτέλεσμα επανεξέτασης του αρχικού αιτήματος είναι εκτελεστή μόνο στην περίπτωση νέας έρευνας.

 

Το τί αποτελεί «νέα έρευνα» το πραγματεύεται ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος στο σύγγραμμά του, «Δίκαιον των Διοικητικών Διαφορών», 4η έκδοση, σελ. 176:

 

«Πότε υπάρχει νέα έρευνα - Πότε υπάρχει νέα έρευνα, είναι ζήτημα πραγματικόν. Θεωρείται όμως γενικώς νέα έρευνα η λήψις υπ' όψιν νέων ουσιωδών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, κρίνεται δε αυστηρώς το χρησιμοποιηθέν νέον υλικόν, διότι δεν πρέπει ο απολέσας την προθεσμίαν διά την προσβολήν μιας εκτελεστής πράξεως, να δύναται να καταστρατηγή την προθεσμίαν ταύτην δια της δημιουργίας νέας πράξεως, η οποία εξεδόθη κατ' επίφασιν μεν κατόπιν νέας ερεύνης, κατ' ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων. Ούτω, δεν θεωρείται νέα έρευνα η παραπομπή της υποθέσεως εκ νέου εις συμβούλιον, προς εξέτασιν από νομικής αποκλειστικώς πλευράς ή η παραπομπή προς γνωμάτευσιν εις το νομικόν συμβούλιον ή η επίκλησις άλλης νομικής διατάξεως εκτός εκείνης εφ' ης είχε στηριχθή η αρχική πράξις, εφ' όσον δεν γίνεται επίκλησις και νέων πραγματικών στοιχείων.

 

Νέα έρευνα υπάρχει ιδίως εάν, πρό της εκδόσεως της νεωτέρας πράξεως, λαμβάνη χώραν εξέτασις στοιχείων κρίσεως νεωστί προκυπτόντων ή προϋπαρχόντων μεν αλλά τέως αγνώστων, άτινα νυν λαμβάνονται προσθέτως διά πρώτην φοράν υπ' όψιν. Ομοίως, νέαν έρευναν συνιστά η διενέργεια αυτοψίας ή η συλλογή συμπληρωματικών επί της υποθέσεως πληροφοριών.»

 

Σχετική επί του θέματος είναι και η πρόσφατη απόφαση στην ΕΔΔ 118/21, Δημοκρατία ν. Ανδρέα Σωφρονίου, ημερομηνίας 12/01/2026, το σκεπτικό της οποίας υιοθετούμε.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, ως ορθά επεσήμανε το Δικαστήριο, ο εφεσείοντας δεν υπέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο στην ΕΕΥ για να υποστηρίξει την απαίτησή του για επανεξέταση του αρχικού του αιτήματος. Στην ουσία, εκείνο που ο εφεσείοντας ζήτησε ήταν όπως η διοίκηση εξετάσει εκ νέου την κατάταξή του σε ανώτερη μισθολογική κλίμακα, ενόψει της θέσης του ότι ο τίτλος που του απονεμήθηκε από το ΑΤΙ ισοδυναμούσε με τίτλο/πτυχίο πανεπιστημίου ή ανώτατης σχολής ισοδύναμης με πανεπιστήμιο. Τα όσα έθεσε ενώπιον της ΕΕΥ είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο παρελθόν και έτυχαν δικαστικής κρίσης στα πλαίσια της προσφυγής αρ. 267/09 και στη συνέχεια της ΑΕ 181/2010.

 

Κατ’ ακολουθία, συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα ζητήματα που ηγέρθηκαν είχαν ήδη κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και το δέσμευαν.

 

Η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €3.500 έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον του εφεσείοντα.

 

 

 

 

Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

                            

 

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

 

                  

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/ΓΓ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο