ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ v. ΙΩΣΗΦ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ/ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 105/2022, 21/1/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ v. ΙΩΣΗΦ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ/ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 105/2022, 21/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                                (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.  105/2022)

 

21 Ιανουαρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΩΣ Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 14/1/2026

 

 

                                     ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

                                 ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

                                                                                                          Εφεσείουσα,

v.

 

                  ΙΩΣΗΦ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ/ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ

                                     ΤΗΣ ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ

                                                                                                                   Εφεσίβλητου.

 

--------------------

 

 Π. Βασιλείου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα.

    Ο Εφεσίβλητος εμφανίζεται αυτοπροσώπως.

                                              --------------------

 

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.:  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 6/6/2022, έκανε αποδεκτή την Προσφυγή Αρ. 1063/2017 που η Εφεσίβλητη είχε καταχωρήσει εναντίον της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας ημερομηνίας 16/5/2017 με την οποία αποφάσισε την καταβολή από την Εφεσίβλητη φόρου Φ.Π.Α. συγκεκριμένου ύψους.

 

Σύμφωνα με τα δεδομένα της περίπτωσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, Έφορος Φορολογίας ήταν ο κ. Γ. Τσαγκάρης, ο οποίος είχε διοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά τα τότε προβλεπόμενα στο Άρθρο 4 του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου (Ν.70(Ι)/2014).

 

Αργότερα, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Δημοκρατία ν. Ποταμίτου, Συνεκδ. Εφέσεις Κατά αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 59/2020 και 104/2020, ημερομηνίας 7/6/2021, ο διορισμός του κ. Τσαγκάρη ακυρώθηκε, ως παραβιάζων τα Άρθρα 122-125 του Συντάγματος.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας ζήτημα αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι, η ακύρωση του διορισμού του Εφόρου Φορολογίας κ. Τσαγκάρη για λόγους που ανάγονται στον τρόπο διορισμού του, ως εκτός του πλαισίου λειτουργίας του Συντάγματος, επιφέρει και την ακύρωση των πράξεων που το εν λόγω όργανο εξέδωσε  ένεκα της ακύρωσης του διορισμού του, όπως είναι η περίπτωση.

 

Εναντίον της πιο πάνω απόφασης κατεχωρήθη η παρούσα Έφεση.

 

Κατά την ημερομηνία κατά την οποία η Έφεση ορίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπήρξε δήλωση από τον Εφεσίβλητο, ότι ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ευρυδίκη Λάμπρου ν.  Δημοκρατίας, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 141/19, ημερομηνίας 9/10/2024, αποδέχεται τον παραμερισμό της πρωτόδικης Απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης στο πρωτόδικο Δικαστήριο προς εξέταση των υπολοίπων προβληθέντων λόγων ακύρωσης που δεν εξετάστηκαν πρωτόδικα.  Σημειώνεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσείουσα δήλωσε ότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα ζητηθούν κατ’ έφεση έξοδα.

Παρά την πιο πάνω δήλωση, η διαδικασία διερεύνησης της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων έχει εξεταστικό χαρακτήρα και ανήκει στο ίδιο το Δικαστήριο, με τους διαδίκους να διαδραματίζουν υποβοηθητικό ρόλο στην ανίχνευση των γεγονότων και διαπίστωση των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της νομιμότητας (βλ. Μιχαήλ ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (1991) 4 Γ Α.Α.Δ. 1756). 

 

Συνεπώς, προχωρούμε στην εξέταση της υπόθεσης. 

 

Πρόσφατα είχαμε την ευκαιρία να εκδώσουμε απόφαση για το ίδιο ακριβώς ζήτημα στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Χρίστου Α. Θεοδούλου, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 69/2022 ημερομηνίας 17/12/25 και ακολουθώντας το δεσμευτικό προηγούμενο της Ευρυδίκης Λάμπρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), καταλήξαμε ως ακολούθως:

«Σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης της πρωτόδικης Απόφασης, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση στην Ευριδίκη Λάμπρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).  Κρίθηκε ότι,  οι συνθήκες υπό τις  οποίες ο Έφορος Φορολογίας ασκούσε τα καθήκοντα του μετά τον διορισμό του, εύλογα μπορούσαν να δημιουργήσουν την πεποίθηση στον καλόπιστο και σώφρονα διοικούμενο, ότι αυτός νομίμως είχε την ιδιότητα του Εφόρου και νόμιμα ασκούσε τα καθήκοντα του.  Συναφώς, η κήρυξη του διορισμού του Εφόρου Φορολογίας ως αντισυνταγματική και συνεπώς παράνομη, δεν επέδρασε στο κύρος της εκεί προγενέστερης

προσβαλλόμενης πράξης.

 

Μεταφέρεται σχετικό απόσπασμα:

 

«Στην προκειμένη περίπτωση, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Έφορος Φορολογίας είχε νόμιμη υπόσταση, δηλ. είχε μεσολαβήσει ειδική πράξη διορισμού του, ως και κατά πόσο, παρά την μεταγενέστερη δικαστική κήρυξη του διορισμού του ως αντισυνταγματική και συνεπώς παράνομη, εμπίπτει στην έννοια του de facto διοικητικού οργάνου, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω.

 

          Υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κατά το χρόνο διορισμού του Εφόρου Φορολογίας ίσχυε το Άρθρο 4 του Ν.70(Ι)/2014με βάση το οποίο και διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως το αρμόδιο όργανο που είχε την εξουσία να το πράξει.  Συνεπώς, το Υπουργικό συμβούλιο, όταν εξέδωσε την πράξη διορισμού του Εφόρου Φορολογίας, δεν υφάρπαξε από άλλο όργανο την αρμοδιότητα διορισμού, αλλά ενήργησε εντός των νομίμων πλαισίων που του παρείχε το πιο πάνω Άρθρο 4. Με αυτά τα δεδομένα, η πράξη διορισμού του Εφόρου Φορολογίας, δεν εκδόθηκε «κατά παράβαση της κατά κλάδο αρμοδιότητας» δηλ. από όργανο που κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε την εξουσία, με βάση το Νόμο, να το πράξει.  Δημοσιεύθηκε δε, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 8.4.2016.  Συνακόλουθα, προκύπτει ότι ο Έφορος Φορολογίας, είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο νόμιμη υπόσταση, εφόσον η πράξη διορισμού του δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ανυπόσταση. 

 

          Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 24.6.2019, ο διορισμός του Εφόρου Φορολογίας κρίθηκε στις 7.6.2021, με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ποταμίτου (ανωτέρω), ως αντισυνταγματικός και συνεπώς παράνομος.

 

          Με δεδομένη την παράνομη πράξη διορισμού του Εφόρου Φορολογίας - και όχι ανυπόστατη (όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω) -προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο ο Έφορος Φορολογίας μπορεί να θεωρηθεί ως de facto όργανο. Απαραίτητος όρος, όπως αναφέρθηκε  ανωτέρω,  είναι  η  δημιουργία αντικειμενικής επίφασης νομιμότητας. 

 

Η απάντηση στο ερώτημα,  κατά την κρίση μας, είναι θετική.  Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Έφορος Φορολογίας ασκούσε τα καθήκοντα του, μετά τον διορισμό του στη βάση ρητής νομοθετικής διάταξης και την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εύλογα μπορούσαν να δημιουργήσουν στον καλόπιστο και σώφρονα διοικούμενο, την πεποίθηση ότι αυτός νόμιμα είχε την ιδιότητα του Εφόρου και νόμιμα ασκούσε τα καθήκοντα του.

         

Στη βάση των πιο πάνω, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, η απόφαση διορισμού του Εφόρου Φορολογίας ήταν νόμιμη με βάση το τεκμήριο συνταγματικότητας και νομιμότητας, καταλήγουμε πως ο Έφορος Φορολογίας, θεωρείται de facto όργανο. Συνεπώς, η κήρυξη του διορισμού του στις 7.6.2021 ως αντισυνταγματική και συνεπώς παράνομη, δεν επιδρά στο κύρος της προγενέστερης προσβαλλόμενης πράξης […]».

 

Ακολούθησαν επίσης και άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατ’ υιοθέτηση και στην γραμμή της πιο πάνω απόφασης (βλ. Δημοκρατία ν. JH VIEWS LTD, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 192/20, ημερομηνίας 18/7/2025, Δημοκρατία ν. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ Ν.Α.Π.Ρ. «ΥΠΑΡΧΩ» ΛΤΔ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 179/20, ημερομηνίας 18/7/2025).

 

 

Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας διαπιστώνουμε ότι το πιο πάνω δεσμευτικό προηγούμενο καλύπτει και την παρούσα περίπτωση.  Συνεπώς για τους ίδιους πιο πάνω λόγους γίνονται αποδεκτοί οι Λόγοι Έφεσης». 

 

 

Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι το πιο πάνω δεσμευτικό προηγούμενο καλύπτει και την υπό εξέταση υπόθεση.

 

 

Η Έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη Απόφαση, περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα, παραμερίζεται.  Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για κατ’ έφεση έξοδα.

 

Λόγω της επιτυχίας της Έφεσης, οι λόγοι ακύρωσης που είχαν προβληθεί πρωτόδικα και δεν έτυχαν εξέτασης θα εξεταστούν από το Διοικητικό Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή των νομολογηθέντων στην απόφαση Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 95/2012, ημερομηνίας 6/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, στο οποίο επιστρέφεται η υπόθεση και  το οποίο καλείται, υπό την ίδια σύνθεση, να εξετάσει το συντομότερο δυνατόν τα υπόλοιπα εγερθέντα ζητήματα τα οποία δεν έτυχαν εξέτασης.

 

 

 

                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                         Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                          Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο