DR. NASR EDDINE BEHILIL κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ ΠΑΦΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2022, 21/1/2026
print
Τίτλος:
DR. NASR EDDINE BEHILIL κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ ΠΑΦΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2022, 21/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                          (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.  8/2022)

 

21 Ιανουαρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.    DR. NASR EDDINE BEHILIL

2.    GRACE MARGARET BEHILIL

                                                                                               Εφεσείοντες,

v.

 

                 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ ΠΑΦΟΥ

 

                                                                                                        Εφεσίβλητης.

 

--------------------

Μ. Στρόππος, Π. Χατζήκκος & Έ. Σαββίδου (κα) για Δρ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντες.

Θ. Πιπερή (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

                                              --------------------

 

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Με απόφαση του  ημερομηνίας 3/12/21, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 867/2017 που είχε ως αντικείμενο την απόρριψη της αίτησης των Εφεσειόντων για χορήγηση πολεοδομικής άδειας για την ανέγερση κατοικίας.

 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της περίπτωσης έχουν ως ακολούθως:

Με απόφασή του στη Behilil κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 487/2013 κ.ά. ημερομηνίας 26/4/2016, ECLI:CY:AD:2016:D218, (εφεξής «Behilil») το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό μονομελή σύνθεση) ακύρωσε την απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής με την οποία απερρίφθη η αίτηση των Εφεσειόντων για ανέγερση κατοικίας  με κολυμβητική δεξαμενή  στο χωριό Τέρρα της επαρχίας Πάφου.

 

Ακολούθησε επανεξέταση της αίτησης των Εφεσειόντων προς συμμόρφωση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η οποία κατέληξε και πάλι σε απόρριψη της αίτησης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη των προβαλλόμενων από τους Εφεσείοντες λόγων ακύρωσης και διαπίστωσε ότι δεν ευσταθούσαν, με αποτέλεσμα την απόρριψη της Προσφυγής και την επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Με οκτώ Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη κρίση. 

 

Προβάλλεται από τους Εφεσείοντες ότι κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παραθέτει οποιαδήποτε αιτιολογία για την απόρριψη των περισσοτέρων λόγων ακύρωσης ή/και ότι το σκεπτικό του είναι ανεπαρκές (Λόγος Έφεσης Αρ. 1).  Προβάλλεται επίσης, ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Υπηρεσία Θήρας έθεσε με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τις θέσεις της, καταστρατηγεί το δεδικασμένο που προέκυψε από την ακυρωτική απόφαση στην Behilil (ανωτέρω) και είναι προϊόν νομικής και πραγματικής πλάνης (Λόγος Έφεσης Αρ. 2).  Είναι επίσης η θέση των Εφεσειόντων ότι υπό νομική πλάνη και παράβαση του δεδικασμένου το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να ζητηθούν οι απόψεις της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, εφόσον το τρωτό της ακύρωσης δεν επεκτείνετο σε αυτή (Λόγος Έφεσης Αρ. 3).  Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την ορθότητα των ενεργειών της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος είναι εσφαλμένη (Λόγος Έφεσης Αρ.4).  Κατά τους Εφεσείοντες, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν διαπιστώνει πλάνη ή έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας στην τελική απόφαση, είναι εσφαλμένη (Λόγος Έφεσης Αρ. 5).  Προβάλλεται επίσης, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τις θέσεις τους αναφορικά με το νομικό καθεστώς και τη Δήλωση Πολιτικής που διέπει την επίδικη περιοχή (Λόγος Έφεσης Αρ. 6) και ότι είναι εσφαλμένη η κατάληξη του ότι εν προκειμένω δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας (Λόγος Έφεσης Αρ. 7) καθώς επίσης και η αρχή της ισότητας (Λόγος Έφεσης Αρ. 8).

 

Η πλευρά της Εφεσίβλητης υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης εισηγούμενη την απόρριψη της Έφεσης.

 

Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων σε συνάρτηση με τα αποφασισθέντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, ο οποίος άπτεται της επάρκειας της αιτιολογίας της πρωτόδικης Απόφασης παρατηρούμε τα εξής:

Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν υπάρχουν στερεότυπα στον τρόπο σύνταξης των δικαστικών αποφάσεων ή συγκεκριμένος τρόπος συγγραφής και το επιδιωκόμενο είναι να αποκαλύπτεται η διεργασία που οδήγησε στη δικαστική κρίση ώστε αυτή να καταδεικνύει δεόντως την αιτιολογία για το αποτέλεσμα και παράλληλα να παρέχει τη δυνατότητα εφετειακού ελέγχου.

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Γιουνάνας Τσαμουρίδου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 112/21, ημερομηνίας 5/12/2025, στην οποία τέθηκε προς εξέταση παρόμοιο ζήτημα, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

«Ας μην λησμονείται εξάλλου - και αυτά παρατίθενται εδώ ως ένα κατά βάσιν απόσταγμα της νομολογίας - ότι δεν υπάρχουν στερεότυπα στον τρόπο σύνταξης των δικαστικών αποφάσεων ή κάποια αυστηρώς προδιαγεγραμμένη αρχιτεκτονική δομή ή συγκεκριμένος τρόπος συγγραφής. Αυτό, αναμφιβόλως, δεν αποκλείει, κατά περίπτωση, την πιθανότητα το όποιο φαινομενικά ιδιόρρυθμο ή ανορθόδοξο αυτής, να επιδράσει στη δικαιότητα της δίκης ή σε άλλα δικαιώματα του εκάστοτε επηρεαζόμενου. Το κρισίμως επιδιωκόμενο ωστόσο είναι να αποκαλύπτονται στην απόφαση οι αξιολογικές εκείνες διεργασίες που οδήγησαν στη δικαστική κρίση ώστε τούτη όχι μόνο να καταδεικνύει δεόντως την αιτιολογία για το αποτέλεσμα και την ετυμηγορία αλλά την ίδια στιγμή να παρέχει και την αντικειμενική δυνατότητα εφετειακού ελέγχου της ορθότητας της. Έχει λοιπόν τη σημασία του ο Δικαστής να είναι θωρακισμένος ως προς τον τρόπο που επιλέγει να εκφράσει την απόφαση του. Τούτο, συγκροτεί και δείγμα δικαστικής ανεξαρτησίας και αυτονομίας, με την κάθε περίπτωση να κρίνεται, εννοείται, στα δεδομένα της.».

 

Εν προκειμένω, από το όλο σκεπτικό της πρωτόδικης Απόφασης, γίνεται αντιληπτή η δικαστική αποτίμηση των κρίσιμων γεγονότων και καταγράφεται η αιτιολογία απόρριψης των λόγων ακύρωσης που προώθησε η πλευρά των Εφεσειόντων.  Ειδικότερα, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά του τεμαχίου, σημείωσε την προεξάρχουσα κατά την άποψη του σημασία που διαδραματίζουν, σε περιπτώσεις εξέτασης πολεοδομικής αίτησης οι απόψεις της Υπηρεσίας Θήρας και της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος.  Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των Εφεσειόντων περί παραβίασης του δεδικασμένου και ελλιπούς έρευνας, σημείωσε ότι σωστά αποτάθηκε η Εφεσίβλητη, κατά την επανεξέταση, στην Υπηρεσία Θήρας, εφόσον εκεί εντοπίστηκε το σφάλμα από την προηγούμενη δικαστική απόφαση.  Υπέδειξε δε, ότι δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί ορθά η διαδικασία επανεξέτασης χωρίς να ζητηθεί και η άποψη της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος.  Αιτιολόγησε επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο τη μη αποδοχή των θέσεων των Εφεσειόντων περί παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας. 

 

Συνεπώς, ο λόγος της πρωτόδικης Απόφασης ήταν σαφής επί όσων προβλημάτισαν, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται η αντικειμενική δυνατότητα εφετειακού ελέγχου της ορθότητας της. Επομένως δεν γίνεται αποδεκτός ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1.

 

Αναφορικά με τους υπόλοιπους Λόγους Έφεσης, θεωρούμε ότι αυτοί είναι κατ’ ουσίαν αλληλένδετοι, αφού άπτονται των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν παραβιάστηκε το δεδικασμένο και ότι διεξήχθη επαρκής διερεύνηση και δόθηκε επαρκής αιτιολογία απόρριψης της επίδικης αίτησης.   Επομένως θα εξεταστούν σωρευτικώς.

 

Συναφώς παρατηρούμε τα εξής:

Όπως έχει αναφερθεί, η παρούσα περίπτωση προέκυψε από επανεξέταση μετά από ακυρωτική απόφαση.  Επομένως, θα πρέπει να διευκρινιστεί το δεδικασμένο το οποίο δημιουργήθηκε με την απόφαση Behilil (ανωτέρω), στο οποίο η διοίκηση σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 629) έχει καθήκον να συμμορφωθεί. 

 

Ο λόγος άρνησης χορήγησης πολεοδομικής άδειας, τον οποίο η πλευρά της Πολεοδομικής Αρχής είχε αρχικά επικαλεστεί, ήταν ότι το προς ανάπτυξη τεμάχιο εμπίπτει σε Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) Άγριων Πτηνών και το Ταμείο Θήρας, το οποίο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για την προστασία και διαχείριση άγριων πτηνών, δεν συγκατατίθεται στη χορήγηση της αιτούμενης πολεοδομικής άδειας.  Μεταφέρονται τα όσα καταγράφηκαν:

«(500)  Το προς ανάπτυξη τεμάχιο εμπίπτει σε περιοχή του Δικτύου "Φύση 2000" και συγκεκριμένα σε Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) Άγριων Πτηνών (Φαράγγια Αγ. Αικατερίνης - Αγ. Παρασκευής) και το Ταμείο Θήρας, καθ' ύλην αρμόδιο για την Προστασία και Διαχείριση Άγριων Πτηνών, με το οποίο η Πολεοδομική Αρχή διαβουλεύθηκε κατά την εξέταση της αίτησης, δεν συγκατατίθεται στη χορήγηση της αιτούμενης Πολεοδομικής Άδειας (ουσιώδης παράγοντας για τον οποίο η ανάπτυξη δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί - άρθρο 26(1) του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου και παράγραφος 3.1(θ) της Δήλωσης Πολιτικής)».

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό μονομελή σύνθεση) έκρινε ότι στερείται λογικής το επιχείρημα ότι μόνο και μόνο επειδή ένα τεμάχιο εμπίπτει στην εν λόγω Ζώνη (ΖΕΠ) αυτόματα τίθεται εκτός ανάπτυξης.  Σημείωσε επίσης, ότι η Δήλωση Πολιτικής δεν θέτει την περιοχή υπό απόλυτη προστασία στην οποία να μην επιτρέπεται ανάπτυξη.  Μεταφέρεται το σχετικό απόσπασμα:

«Η έκταση, όμως, του ευρωπαϊκού σχεδίου Natura 2000, μέσα στο οποίο εμπίπτει και η εν λόγω Ζώνη Ειδικής Προστασίας και κατ' επέκταση το επίδικο τεμάχιο, καλύπτει μεγάλο μέρος του νησιού και, κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα ότι μόνο και μόνο επειδή ένα τεμάχιο εμπίπτει στο εν λόγω σχέδιο αυτόματα τίθεται εκτός ανάπτυξης και χωρίς η επικαλούμενη Δήλωση Πολιτικής να θέτει την περιοχή υπό απόλυτη προστασία στην οποία να μην επιτρέπεται ανάπτυξη, όπως έγινε π.χ. στη Fontana Amoroza Coast Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 8/2009, ημερ. 26.9.2013 αναφορικά με τη χερσόνησο του Ακάμα, στερείται λογικής ενόψει των συνεπειών που θα είχε μια τέτοια θέση».

 

 

Είχε επίσης σημειώσει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, ενώ είχε τεθεί ενώπιον της διοίκησης ότι σε παρακείμενο από τον αιτητή τεμάχιο είχε ανεγερθεί κατοικία, το γεγονός παραγνωρίστηκε με αιτιολογία που απαραδέκτως επιδοκιμάζει και αποδοκιμάζει μία κατάσταση. 

 

Συναφώς αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο:

«Ενώ είχε τεθεί ενώπιον των καθ' ων η αίτηση πως στο διαγωνίως παρακείμενο τεμάχιο από των αιτητών είχε ανεγερθεί ανάλογη με την αιτούμενη ανάπτυξη κατοικία, το γεγονός αυτό παραγνωρίστηκε με αιτιολογικό πως η ανάπτυξη εκείνη συντελέσθηκε πριν την ένταξη της περιοχής στο εν λόγω Σχέδιο. Οι καθ' ων η αίτηση απαραδέκτως επιδοκιμάζουν και αποδοκιμάζουν. Το πιο πάνω επιχείρημα στρέφεται κάθετα εναντίον του επιχειρήματος πως οι αιτητές όφειλαν να γνωρίζουν πως από το 2007 βρίσκονταν δημοσιευμένα σχέδια τα οποία φανέρωναν την εν λόγω περιοχή ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας και πως κατά συνέπεια, ενσυνείδητα προέβηκαν στην αγορά του τεμαχίου κάτω από αυτά τα δεδομένα».

 

Σημείωσε ακόμα το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, η θέση του Ταμείου Θήρας υπεισήλθε και στον παράγοντα του μεγέθους και της κλίμακας της προτεινόμενης κατοικίας, αφήνοντας να νοηθεί ότι κατοικία με μικρότερο μέγεθος και κλίμακα ενδεχομένως να συνείδε με τον χαρακτήρα του δικτύου Natura, θέση όμως η οποία συγκρούεται με προηγουμένως εκφρασθέντα από την Υπηρεσία που αναφερόταν μόνο στα είδη πτηνών που πρέπει να προστατευθούν.

 

Μεταφέρεται το σχετικό απόσπασμα:

«Η θέση του Ταμείου Θήρας η οποία λήφθηκε υπόψη ως ουσιώδης παράγοντας και αποτέλεσε το κύριο αιτιολογικό στήριγμα της απόρριψης, υπεισέρχεται και στον παράγοντα του μεγέθους και της κλίμακας της προτεινόμενης οικίας κρίνοντας πως «δεν φαίνεται να συνάδει με το χαρακτήρα ή την αισθητική της ευρύτερης περιοχής, ειδικά σε περιοχή του δικτύου Natura 2000». Η θέση αυτή, θεωρώ πως συγκρούεται με τα προηγουμένως εκφρασθέντα από την Υπηρεσία καθότι η εν λόγω θέση δεν στοιχειοθετήθηκε με αναφορά στο μέγεθος και στην κλίμακα της ανάπτυξης αλλά στα είδη πτηνών που πρέπει να προστατευθούν. Τέτοια θέση, αναφορικά με το μέγεθος και την κλίμακα της προτεινόμενης οικοδομής αφήνει να νοηθεί ότι μικρότερου μεγέθους και κλίμακας ανάπτυξη ενδεχομένως να συνείδε με το χαρακτήρα και την αισθητική του δικτύου, παράγοντας που δεν φαίνεται να απασχόλησε οποιαδήποτε εμπλεκόμενη Υπηρεσία».

 

 

 

Τέλος, σε σχέση με το Τμήμα Περιβάλλοντος αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, ενώ εισηγήθηκε την υπό όρους ανάπτυξη, η διοίκηση δεν εξέτασε το ενδεχόμενο αυτό απορρίπτοντας συλλήβδην την αίτηση, στηριζόμενη στις απόψεις του Ταμείου Θήρας και της πεπλανημένης αντίληψης ότι άπαξ και το επίδικο τεμάχιο εμπίπτει στο δίκτυο Natura, απαγορεύεται η ανέγερση κατοικίας. 

 

Συναφώς ότι, όφειλε η διοίκηση να προβεί σε περαιτέρω έρευνα και αιτιολογία.  Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα:

«Το Τμήμα Περιβάλλοντος εισηγήθηκε πως σε τυχόν άδεια θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη συγκεκριμένοι όροι, όμως οι καθ' ων η αίτηση δεν εξέτασαν το ενδεχόμενο αυτό, δηλαδή της υπό όρους ανάπτυξης παρά μόνο απέρριψαν συλλήβδην την αίτηση στηριζόμενοι στις απόψεις του Ταμείου Θήρας και της πεπλανημένης αντίληψης πως άπαξ και το επίδικο τεμάχιο εμπίπτει στο δίκτυο Natura, απαγορεύεται η ανέγερση κατοικίας. Οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να προβούν σε περαιτέρω έρευνα και να δώσουν νόμιμη αιτιολογία, πράγμα το οποίο παρέλειψαν».

 

 

 

Παρατηρούμε ότι, κατά την επανεξέταση που ακολούθησε ζητήθηκαν στις 8/6/2016 από την Πολεοδομική Αρχή οι απόψεις τόσο του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Θήρας όσο και του Διευθυντή του Τμήματος Περιβάλλοντος για το-

(α) Κατά πόσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τη μη χορήγηση της αιτούμενης πολεοδομικής άδειας,

(β) Κατά πόσο αν μειωνόταν το εμβαδόν της κατοικίας και με τυχόν άλλες προϋποθέσεις θα μπορούσε να χορηγηθεί η αιτούμενη ανάπτυξη,

 (γ) Κατά πόσο η αδειοδοτημένη παραπλήσια κατοικία έχει άλλα χαρακτηριστικά που θα επέτρεπαν την ανέγερση της κατοικίας και αν οι απόψεις των Υπηρεσιών, αν ζητούνταν θα ήταν διαφορετικές από την παρούσα.

 

Σε σχετική επιστολή ημερομηνίας 6/2/2017, η Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας, αφού προσδιόρισε τα χαρακτηριστικά της περιοχής, εξήρε τη σημαντικότητα της πτηνοπανίδας στην περιοχή και σημείωσε ότι η «ανέγερση μεμονωμένων κατοικιών έχει αρχίσει και επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και τα προστατευόμενα είδη της περιοχής και ότι η οικιστική ανάπτυξη στην κοινότητα της Τέρρας απέχει πολύ μεγάλη απόσταση από την αιτούμενη ανάπτυξη (2.000 μ. περίπου), γεγονός το οποίο σε περίπτωση αδειοδότησης θα συμβάλλει στη διάσπαρτη δόμηση».

 

Καταλήγοντας, σημείωσε τα ακόλουθα:

«Ένας από τους βασικότερους στόχους της Δήλωσης Πολιτικής αποτελεί η διατήρηση, η προστασία και η βελτίωση του περιβάλλοντος συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων, της βιοποικιλότητας και της άγριας πανίδας, ενώ η Γενική Στρατηγική ανάπτυξης της εν λόγω Πολιτικής αποτελεί η ενοποιημένη ανάπτυξη των οικισμών και η αποθάρρυνση της διασποράς των διάφορων τύπων ανάπτυξης.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεν συνηγορούμε στη χορήγηση της αναφερόμενης πολεοδομικής άδειας.

Σε σχέση με το ερώτημα σας για το παραπλήσιο τεμάχιο με αρ. 230 σας αναφέρω ότι το υπό αναφορά τεμάχιο έχει περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά με την υπό εξέταση περίπτωση και εφόσον ζητούνταν οι απόψεις μας, αυτές θα ήσαν οι ίδιες με αυτές της παρούσας επιστολής».

 

 

 

Το Τμήμα Περιβάλλοντος στη σχετική του επιστολή ημερομηνίας 3/3/2017 αφού σημείωσε ότι το προτεινόμενο έργο εμπίπτει στο δίκτυο Natura λόγω της ύπαρξης σε αυτή σημαντικών ειδών πτηνοπανίδας, ανέφερε ότι η Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας «ως αρμόδια αρχή για τις περιοχές ΖΕΠ, δε συνηγορεί στη χορήγηση πολεοδομικής άδειας λόγω ότι η περιοχή αποτελεί σημαντικό βιότοπο για τα είδη πτηνοπανίδας που χαρακτηρίστηκε η εν λόγω περιοχή σε ΖΕΠ».  Καταλήγει δε ότι «Με βάση τα πιο πάνω για λόγους αρχής η άποψη μας για την εν λόγω ανάπτυξη είναι αρνητική».

 

Ακολούθησε η έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης με το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«500  Η ανέγερση Μεμονωμένης Κατοικίας σε τεμάχιο, το οποίο αφ’ ενός εμπίπτει σε περιοχή του Δικτύου ″Φύση 2000″  και σε Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) Άγριων Πτηνών (Φαράγγια Αγ. Αικατερίνης – Αγ. Παρασκευής), και συγκεκριμένα σε περιοχή που αποτελεί σημαντικό βιότοπο για τα είδη πτηνοπανίδας, για τα οποία χαρακτηρίστηκε ως ΖΕΠ και αφ’ ετέρου σε τεμάχιο το οποίο βρίσκεται σε απόσταση της τάξης των 2000μ. από την Οικιστική Ζώνη της Κοινότητας Τέρρας, εντός της οποίας εμπίπτει, δεν μπορεί να επιτραπεί κατ’ εξαίρεση επειδή συντρέχουν ουσιαστικοί παραμέτροι.  Συγκεκριμένα, η ανέγερση μεμονωμένης κατοικίας στο τεμάχιο αυτό, καταστρατηγεί τις ακόλουθες πολιτικές της Δήλωσης Πολιτικής όπως ίσχυαν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης:

 

α) τον Στρατηγικό Στόχο της Δήλωσης Πολιτικής με αρ. 1.8 (γ) που     αφορά την προστασία, διατήρηση, αναβάθμιση και προβολή του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος ως ενιαίου συνόλου.

β) τους ακόλουθους στόχους σε σχέση με την ανάπτυξη στην ύπαιθρο της Δήλωσης Πολιτικής:

ι.      2.1(α) Τη διασφάλιση προσεκτικού προγραμματισμού και

                   σχεδιασμού και κατάλληλης χωροθέτησης της

               ανάπτυξης που θεωρείται αναγκαία και η οποία

               συνάδει με τις συνθήκες και τις ανάγκες της υπαίθρου,

               έτσι ώστε να προστατεύεται ο παραδοσιακός, αισθητικός

               και αγροτικός χαρακτήρας των οικισμών της υπαίθρου

               και να βελτιώνεται η ποιότητα ζωής των κατοίκων τους.

              

ιι.    2.1(β) Την επιδίωξη συμπαγούς και συγκεντρωμένης

                 ανάπτυξης σε αντίθεση με τη διασπορά της, που

                δημιουργεί σοβαρά λειτουργικά, οικονομικά και

                κοινωνικά προβλήματα.

ιιι.    2.1(ζ) Την προστασία περιοχών ειδικού φυσικού, πολιτιστικού,

                 επιστημονικού ή οικολογικού ενδιαφέροντος ή ειδικής

                 αξίας, λόγω της εξαιρετικής ποιότητας και

                 ελκυστικότητας του τοπίου της».

 

 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας τους προβαλλόμενους από τους Εφεσείοντες ισχυρισμούς ανέφερε τα ακόλουθα:

«Οι ισχυρισμοί των αιτητών δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Το τεμάχιο, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, βρίσκεται εντός του Ευρωπαϊκού Δικτύου Φύση 2000. Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Φύση 2000 (Natura 2000) αποτελείται από τους τόπους κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) για τους οικότοπους και είδη πανίδας (εκτός πτηνών) και τις ζώνες ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) για τα       άγρια πτηνά. Ο καθορισμός αυτών των περιοχών αποτελεί υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση τις οδηγίες 92/43/ΕΚ (Οικότοποι) και 2009/147/ΕΟΚ (Άγρια Πτηνά), αλλά και με βάση τη σχετική εθνική       νομοθεσία. Η δε δημιουργία ζωνών ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) ως            προστατευόμενες περιοχές προκύπτει από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 79/409/ΕΚ για την Προστασία και Διατήρηση των Άγριων Πτηνών.          Οφείλω, επίσης, να αναφέρω ότι οι εντασσόμενες περιοχές στο Δίκτυο Φύση 2000 σε κάθε κράτος μέλος, αποτελούν περιοχές οικολογικής         σημασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι μόνο σε εθνικό. Συνιστούν,          δηλαδή, περιβαλλοντική κληρονομιά ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μόνο του κάθε κράτους μέλους.

Με δεδομένα τα πιο πάνω, οι απόψεις της Υπηρεσίας Θήρας και της           Υπηρεσίας Περιβάλλοντος κατέχουν προεξάρχουσα σημασία κατά την      εξέταση της πολεοδομικής αίτησης. Ορθά ο καθ' ου η αίτηση αποτάθηκε κατά την επανεξέταση στην Υπηρεσία Θήρας εφόσον εκεί εντοπίστηκε και το σφάλμα σύμφωνα με την Behilil, η οποία έθεσε με σαφήνεια τις θέσεις της χωρίς καμία αντίφαση να εντοπίζεται σε αυτές.

Η Υπηρεσία Περιβάλλοντος ήταν απαιτούμενο τμήμα προς διαβούλευση, λόγω των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση ως αυτά εξηγήθηκαν πιο πάνω, και δεδομένου του ότι ζητήθηκαν εκ νέου οι απόψεις της Υπηρεσίας Θήρας (και δόθηκαν) δεν θα μπορούσε να               ολοκληρωθεί ορθά η διαδικασία επανεξέτασης χωρίς να ζητηθεί και η       άποψη της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος. Η Υπηρεσία Περιβάλλοντος δεν      απεμπόλησε τις αρμοδιότητές της ή δεν ενήργησε δέουσα έρευνα ή         πλανήθηκε, ως η εισήγηση των αιτητών, αλλά ρητώς εξήγησε ότι επειδή η Υπηρεσία Θήρας είναι η αρμόδια αρχή για τις ΖΕΠ και ως αρμόδια αρχή τάσσεται αρνητικά υπέρ της ανάπτυξης, συνεπακόλουθα και η Υπηρεσία Περιβάλλοντος τάσσεται αρνητικά.

Ομοίως, δεν διαπιστώνω ούτε πλάνη ή έλλειψη δέουσας έρευνας ή              αιτιολογίας στην τελική απόφαση.

Σε ότι αφορά την εισήγηση των αιτητών για παραβίαση της αρχής της          αναλογικότητας, κρίνω ότι η αρχή αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής. Στην υπό κρίση υπόθεση το ακίνητο φέρει τα χαρακτηριστικά που έχουν ήδη              εξηγηθεί. Το γεγονός αυτό απαγορεύει την προτεινόμενη ανάπτυξη                συνεπώς, δεν υπάρχει διαθέσιμη άλλη λιγότερο επαχθής λύση για να           προσφερθεί στον διοικούμενο εφόσον τότε θα επιτρεπόταν η ανάπτυξη είτε σε λιγότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό.

Σε ότι αφορά, τέλος, στην εισήγηση για παραβίαση της αρχής της ισότητας λόγω ανάπτυξης σε κοντινό τεμάχιο το θέμα απαντάται επαρκώς στην            επιστολή ημερομηνίας 8.6.2016 που απέστειλε ο καθ' ου η αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες όπου αναφέρεται ότι δεν προηγήθηκε καμία              διαβούλευση. Μεγάλο, βεβαίως, το σφάλμα της διοίκησης σε εκείνη την περίπτωση και τεράστια νομική παράλειψη και ως τέτοια δεν δημιουργεί δικαιώματα σε άλλους».

 

 

Αυτό που παρατηρούμε από τα πιο πάνω, είναι ότι η πρωτόδικη διαπίστωση ότι τα χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου, όπως το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο προηγουμένως παρέθεσε -ότι δηλαδή βρίσκεται εντός του Ευρωπαϊκού Δικτύου Φύσης 2000 και ότι ο καθορισμός ζωνών ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) ως προστατευόμενη περιοχή αποτελεί υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε Ευρωπαϊκή Οδηγία για την προστασία και διατήρηση άγριων πτηνών- «απαγορεύει την προτεινόμενη ανάπτυξη» και ότι δεν υπάρχει άλλη λιγότερο επαχθής για τον διοικούμενο λύση «εφόσον τότε θα επιτρεπόταν η ανάπτυξη είτε σε λιγότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό», έρχεται σε αντίθεση με τα όσα το Ανώτατο Δικαστήριο στην Behilil (ανωτέρω) είχε κρίνει.  Ότι δηλαδή «το επιχείρημα ότι μόνο και μόνο επειδή ένα τεμάχιο εμπίπτει στο εν λόγω σχέδιο αυτόματα τίθεται εκτός ανάπτυξης και χωρίς η επικαλούμενη Δήλωση Πολιτικής να θέτει την περιοχή υπό απόλυτη προστασία στην οποία να μην επιτρέπεται ανάπτυξη […] στερείται λογικής ενόψει των συνεπειών που θα είχε μια τέτοια θέση».

 

Παραγνωρίζει επίσης την εκφρασθείσα θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση, ότι η αναφορά του Ταμείου Θήρας ότι η προτεινόμενη κατοικία δεν φαίνεται να συνάδει με τον χαρακτήρα ή την αισθητική της ευρύτερης περιοχής, «αφήνει να νοηθεί ότι μικρότερου μεγέθους και κλίμακας ανάπτυξη ενδεχομένως να συνείδε με τον χαρακτήρα και την αισθητική του δικτύου, παράγοντας που δεν φαίνεται να απασχόλησε οποιαδήποτε εμπλεκόμενη Υπηρεσία». 

 

 

Υπενθυμίζεται ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αποφανθεί πως στην περιοχή όπου χωροθετείται η προτεινόμενη κατοικία δεν απαγορεύεται η ανάπτυξη, αφού η Δήλωση Πολιτικής δεν θέτει την περιοχή υπό απόλυτη προστασία.  Είχε επίσης διαπιστώσει, ότι η διοίκηση στηρίχθηκε στις απόψεις του Ταμείου Θήρας, τις  οποίες προηγουμένως έκρινε ως πάσχουσες και έκρινε ως  πεπλανημένη την αντίληψη πως άπαξ και το επίδικο τεμάχιο εμπίπτει στο δίκτυο Natura, απαγορεύεται η ανέγερση κατοικίας.  Σημείωσε επίσης ότι, από τα όσα η Υπηρεσία Θήρας είχε αναφέρει,  αφήνετο να νοηθεί ότι ενδεχομένως να συνείδε με τον χαρακτήρα και την αισθητική του δικτύου η αλλαγή στο μέγεθος και την κλίμακα της προτεινόμενης οικοδομής, κάτι το οποίο θα έπρεπε να απασχολήσει τη διοίκηση.  Παρεκκλίνοντας από τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο επανέλαβε, κατά παράβαση του δεδικασμένου, θέση ήδη κριθείσα ως  παράνομη, αφού εκλαμβάνει ότι στην περιοχή απαγορεύεται η ανέγερση κατοικίας και αποκλείει την υπό προϋποθέσεις έγκριση πολεοδομικής άδειας εκ μόνου του λόγου ότι βρίσκεται στο δίκτυο Natura.  Παράβαση δεδικασμένου υφίσταται και ως προς τη Δήλωση Πολιτικής.  Εφόσον στην Behilil (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η Δήλωση Πολιτικής δεν απαγορεύει την ανάπτυξη, είναι κατά παράβαση του δεδικασμένου που η προσβαλλόμενη απόφαση απορρίπτει την αίτηση των Εφεσείοντων με επίκληση (μεταξύ άλλων) την παράβαση της Δήλωσης Πολιτικής.

 

Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν τη συμμόρφωση της διοίκησης προς δεδικασμένο ακυρωτικής απόφασης παραπέμπουμε στα αποφασισθέντα στην πρόσφατη απόφαση μας στην J.U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2025 (i-justice), ημερομηνίας 13.1.2026 στην οποία μας απασχόλησε παρόμοιο ζήτημα:

 

«Αναφορικά δε με τις αρχές που διέπουν τη συμμόρφωση της διοίκησης προς δεδικασμένο ακυρωτικής απόφασης, σημειώνεται ότι αυτές έχουν κωδικοποιηθεί στα Άρθρα 57-59 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999) και έχουν επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Έλενας Κακουλλή, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 109(Α)/2020, ημερομηνίας 6/3/2025, στην οποία έγινε επίσης μνεία στην απόφαση αρ. 404/2024 του Συμβουλίου της Επικρατείας, Τμήμα Γ, της οποίας απόσπασμα παρατίθεται (με δική μας έμφαση):

«Άξια μνείας και εξίσου διαφωτιστική, η απόφαση αρ. 404/2024 του ΣτΕ Τμήμα Γ, όπου επανατονίστηκαν οι ανωτέρω αρχές με το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ακύρωση διοικητικής πράξης επανεφέρει την υπόθεση στον χρόνο έκδοσής της. Η νέα πράξη που εκδίδει η Διοίκηση ανατρέχει αναγκαίως στον χρόνο εκείνο και διέπεται κατ΄ αρχήν από το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε τότε και όχι από το ισχύον κατά τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες συμμόρφωσης προς την ακυρωτική απόφαση. Περαιτέρω, η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ως ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα ευρίσκονταν, αν εξ υπαρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων της Διοίκησης προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελόμενης ακύρωσης, δηλαδή από το είδος και τη φύση της ακυρούμενης πράξης, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις για τα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του, δημιουργώντας δεδικασμένο ως προς αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 2378/2018, 276/2016, 4958/2014, 3433/2010, 748/2009 κ.ά.). Τέλος, η Διοίκηση, επανερχόμενη στην υπόθεση μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται να επαναλάβει τη διαδικασία από το σημείο στο οποίο διαπιστώθηκε η πλημμέλεια, η οποία οδήγησε στην ακύρωση της διοικητικής πράξης (ΣτΕ 2378/2018, 1183/2001).».

 

 

 

Σημαντική είναι επίσης η εξής αναφορά στη Νικόλας Νικολάου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 7/2017, ημερομηνίας 29/9/2023:

«Στη δε Νεοπτολέμου ν. Δημοκρατίας ΑΕ15/2015 ημ. 4.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:C417η Ολομέλεια τόνισε εμφαντικά τις ίδιες αρχές, αναφέροντας τα ακόλουθα:

«Ως προς το εύρος εξέτασης σε περίπτωση ακυρωτικής Απόφασης και τη διαδικασία επανεξέτασης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην                   υπόθεση Μιχαήλ ν. Πίλλα, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 51/2011,         ημερ. 22/12/2016:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία, η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται με τα αποφασισθέντα από την ακυρωτική απόφαση και να μην                      επαναλαμβάνει τη νομική πλημμέλεια της ακυρωθείσας πράξης -             (βλ. Δημοκρατία ν. Υψαρίδη & άλλου (Αρ. 1) (1993) 3 Α.Α.Δ. 280 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 517). Το ακυρωτικό                 δεδικασμένο καλύπτει μόνο όσα σημεία κρίνονται από το δικαστήριο,              δηλαδή το λόγο για τον οποίο η πράξη ακυρώνεται. Η διοίκηση είναι          δεσμευμένη σε σχέση με τα  αποφασισθέντα και δεν μπορεί να επαναλάβει ό,τι έχει, ήδη, κριθεί ως νομικά πλημμελές.

 

Η διαδικασία της επανεξέτασης απολήγει σε νέα διοικητική απόφαση και το διοικητικό όργανο δεσμεύεται να συμμορφωθεί με το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης, ενώ στα υπόλοιπα σημεία του υπό συζήτηση                θέματος διατηρεί ελεύθερη κρίση (Αργυρού ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 639, Χατζηλουκά ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 643 και Κ.Ο.Α. ν. Σάββα (2001) 3 Α.Α.Δ. 1110).»

 

 

Ούτε η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, επειδή ζητήθηκαν εκ νέου οι απόψεις της Υπηρεσίας Θήρας και δόθηκαν, έπρεπε να ζητηθεί και η άποψη της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος για να ολοκληρωθεί ορθά η διαδικασία επανεξέτασης, θεωρούμε ότι είναι ορθή. 

 

Υπενθυμίζεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με το Τμήμα Περιβάλλοντος, το οποίο είχε εισηγηθεί πως σε τυχόν άδεια θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη συγκεκριμένοι όροι, είχε υποδείξει ότι η διοίκηση «δεν εξέτασε το ενδεχόμενο αυτό, δηλαδή της υπό όρους ανάπτυξης» και συλλήβδην απέρριψε την αίτηση.  Στη βάση δε των ανωτέρω, διαπίστωσε ελλιπή έρευνα και αιτιολογία. 

 

Συνεπώς η μη εξέταση από τη διοίκηση της θέσης του Τμήματος Περιβάλλοντος για υπό όρους ανάπτυξη, αποτέλεσε εύρημα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο χαρακτηρίζεται  ως λειτουργικό εύρημα (operative finding), το οποίο έχει επενεργήσει στη γένεση της δέσμευσης, έτσι ώστε να δεσμεύει το διοικητικό όργανο να το λάβει ως δεδομένο κατά την επανεξέταση.

 

Η απόφανση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Behilil (ανωτέρω), όσον αφορά την αρχική τοποθέτηση του Τμήματος Περιβάλλοντος, υπονοεί ότι αυτή η τοποθέτηση δεν μπορούσε να μεταβληθεί κατά την επανεξέταση, η οποία εξάλλου διεξάγεται στη βάση του πραγματικού καθεστώτος του ουσιώδους χρόνου (βλ. Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 65/2015, ημερομηνίας 1.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:C83).

 

Επ’ αυτού, στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Βαρνάβας Πασιουλή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 123/16 ημερομηνίας 9/10/2023 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Επισημαίνουμε ότι το συγκεκριμένο θέμα ήταν ένας από τους λόγους ακύρωσης της διοικητικής πράξης. Όπως τονίστηκε από τον Δικαστή Πική, στην υπόθεση Ραφτόπουλος ν. Δημοκρατίας (1998) 4 Α.Α.Δ. 7:

 

«Τα ευρήματα αυτά, τα οποία χαρακτηρίζονται ως τα λειτουργικά               ευρήματα (operative findings), είναι εκείνα τα οποία επενεργούν στη              γένεση της δέσμευσης και στοιχειοθετούν και δεσμεύουν το διοικητικό            όργανο να τα λάβει ως δεδομένα κατά την επανεξέταση. Ευρήματα,              παρεμφερή προς τα λειτουργικά ευρήματα, δεν δημιουργούν δέσμευση, υπέχει όμως υποχρέωση και σ΄ εκείνη την περίπτωση η Διοίκηση να τα ακολουθήσει εκτός αν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι περί του αντιθέτου οι         οποίοι καταγράφονται στην απόφαση.»

 

Καταλήγουμε ότι η κρίση του Δικαστηρίου για το συγκεκριμένο θέμα, αφορούσε λειτουργικά και όχι παρεμφερή ευρήματα».

 

 

Προς ολοκλήρωση του σκεπτικού μας θα πρέπει να επισημανθούν και τα ακόλουθα, τα οποία προκύπτουν μέσα από τον διοικητικό φάκελο:

 

Όπως έχει αναφερθεί, μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα στα πλαίσια επανεξέτασης της υπόθεσης, ζητήθηκαν εκ νέου οι απόψεις του Ταμείου Θήρας και του Τμήματος Περιβάλλοντος, με συγκεκριμένα ίδια και στα δύο Τμήματα, ερωτήματα (ανωτέρω).  Ένα εκ των οποίων ήταν το κατά πόσο αν με τη μείωση του εμβαδού της κατοικίας και με τυχόν άλλες προϋποθέσεις θα μπορούσε να χορηγηθεί η αιτούμενη ανάπτυξη, κάτι το οποίο εξάλλου είχε επισημανθεί και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Παρατηρούμε ότι δεν φαίνεται και πάλιν να απασχόλησε τις εμπλεκόμενες Υπηρεσίες το ζήτημα αυτό, αφού δεν διαφαίνεται από τον διοικητικό φάκελο οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα. Η απάντηση του Ταμείου Θήρας περιορίστηκε σε αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον από την ανέγερση γενικά μεμονωμένων κατοικιών και υπέδειξε ότι η προτεινόμενη κατοικία απέχει σε πολύ μεγάλη απόσταση από την οικιστική ανάπτυξη της κοινότητας και τυχόν αδειοδότηση θα συνέβαλλε στη διάσπαρτη δόμηση της.

 

 

Αλλά ούτε και στην προσβαλλόμενη απόφαση άρνησης χορήγησης πολεοδομικής άδειας (ανωτέρω) αναφέρεται οτιδήποτε για το ζήτημα αυτό, ενώ υπενθυμίζεται ότι είναι η ίδια η Πολεοδομική Αρχή που είχε θέσει το πιο πάνω ερώτημα μέσα στα πλαίσια επανεξέτασης της περίπτωσης «προς το σκοπό περαιτέρω έρευνας και νόμιμης αιτιολογίας επί οποιασδήποτε μελλοντικής απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής, όπως απαιτεί η απόφαση του Δικαστηρίου». (Ερ. 246 του διοικητικού φακέλου).

 

 

Ούτε επίσης έγινε οποιαδήποτε αναφορά στην επισήμανση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι υπήρχε παρόμοιας έκτασης ανάπτυξη σε γειτνιάζον και διαγωνίως παρακείμενο τεμάχιο από των Εφεσειόντων και ότι υπήρχε δικαίωμα πρόσβασης πλάτους 6 μέτρων προς εξυπηρέτηση των τεμαχίων που προέκυψαν μετά τον διαχωρισμό.  Απλά η Υπηρεσία Θήρας περιορίστηκε να αναφέρει ότι το γειτνιάζον τεμάχιο «έχει περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά» με το επίδικο και εφόσον εζητούντο οι απόψεις της Υπηρεσίας, αυτές θα ήταν οι ίδιες με αυτές της υπό εξέταση.

 

 

Υπό το φως των όσων έχουν εκτεθεί ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι εν προκειμένω έχει παραβιαστεί δεδικασμένο ακυρωτικής απόφασης.  Κατ’ επέκταση διαπιστώνεται πλημμελής διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της περίπτωσης.  Επομένως γίνονται αποδεκτοί οι συναφείς Λόγοι Έφεσης, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθούμε σε άλλα εγειρόμενα θέματα.

 

Η Έφεση γίνεται αποδεκτή.  Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται (μαζί με τα έξοδα).   Επιδικάζονται ως κατ’ έφεση έξοδα 3500 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α) υπέρ των Εφεσειόντων και εναντίoν των Εφεσιβλήτων.

 

 

                                                       Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                                       Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                        Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο