ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ v. R. I. C., Αρ. Υπόθεσης: 5734/2025, 15/10/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ v. R. I. C., Αρ. Υπόθεσης: 5734/2025, 15/10/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΙΔΩΝ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Ε. Πεύκου, Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης: 5734/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ

 

v.

 

R. I. C.

Κατηγορουμένου

 

Ημερομηνία:  15 Οκτωβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου

Για Κατηγορούμενο: κος Χρ. Δημητρίου

Κατηγορούμενος: Παρών

 

[Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών]

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(εκ πρώτης όψεως υπόθεση)

 

Ο κατηγορούμενος στην παρούσα ποινική υπόθεση αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες οι οποίες ανάγονται χρονικά μεταξύ των ημερομηνιών 18/12/2024 – 3/1/2025:

 

      i.        Διάρρηξη κατοικίας, ήτοι διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του ROBINSON BERNARD PETER και διέπραξε μέσα σε αυτήν το αδίκημα της κλοπής κατά τη 2η κατηγορία (1η κατηγορία).

    ii.        Κλοπή από κατοικία, ήτοι έκλεψε από την ως άνω κατοικία το χρηματικό ποσό των €5.000 και διάφορα αντικείμενα συνολικής αξίας €1.758,45 (2η κατηγορία).

   iii.        Κακόβουλη βλάβη, ήτοι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά αξίας €400 σε αλουμινένια συρόμενη μπαλκονόπορτα της ως άνω κατοικίας (3η κατηγορία).

 

Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσης υποθέσεως, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσαν συνολικά 2 μάρτυρες κατηγορίας και κατατέθηκε κάποιος αριθμός τεκμηρίων και δηλώθηκαν ορισμένως παραδεκτά γεγονότα.

 

 

     I.        Εισήγηση περί (μη) εκ πρώτης όψεως υπόθεσης

 

Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος εκ μέρους του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου ειδικότερα αναφορικά με την κατηγορία 2. Έθεσε πως το κάθε αδίκημα θα πρέπει να αποδεικνύεται ξεχωριστά και δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι κλάπηκαν τα διάφορα αντικείμενα και το συνολικό ποσό που αναφέρεται σ’ αυτήν. Συγκεκριμένα, «Τέτοια αναφορά δεν έγινε από κανένα μάρτυρα κατηγορίας και ούτε προσκομίστηκε κάποιο στοιχείο» ώστε η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει και παρεπόμενα το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει. Αντίθετα, δεν υπήρξε εισήγηση από την Υπεράσπιση σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1 και 3 αφήνοντας την κρίση στο Δικαστήριο.

 

Αντίθετη ήταν η εισήγηση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατά την οποία η εκπρόσωπός της έθεσε πως η μαρτυρία είναι ικανοποιητική μαρτυρία για να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία και στις 3 κατηγορίες. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ «10», το παρειακό επίχρισμα του κατηγορουμένου ανευρέθηκε στο χυμό το οποίο θεωρήθηκε ότι έχει σχέση με τη διάρρηξη και ο Κατηγορούμενος ταυτίζεται πλήρως με αυτό. Καταληκτικά, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι «Θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, της διάρρηξης, όπως επίσης και για την κατηγορία 2, για το χρηματικό ποσό και για την κακόβουλη ζημιά όπως έχει αναφέρει ο μάρτυρας».

 

 

    II.        Νομική Πτυχή

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το Δικαστήριο καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία όταν η προσαχθείσα μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή αντικειμενικά θεωρούμενη, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. 

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250.

 

Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police, (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

 

(α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

 

(β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

 

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045. (b) Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1. (c) Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893. (d) R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061. (e) R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.

 

Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.»

 

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο κριτήριο και τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 191, κατά την οποία:

 

«Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.»

 

Όπως ελέχθη στην πρόσφατη σχετικά υπόθεση Νίκος Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 125/2021, απόφαση, ημερ. 14/3/2024,

 

«Όσον αφορά την ουσία σημειώνουμε πως οι σχετικές αρχές είχαν συνοψιστεί πρόσφατα στην υπόθεση Fowles v. A.M.G κ.ά., Ποιν. Έφ. 57/22, ημερ. 8.5.23, ECLI:CY:AD:2023:B152. Η ουσία είναι ότι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο το εκδικάζον Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε θέματα αξιοπιστίας ή πειστικότητας της μαρτυρίας εκτός και αν παρατηρούνται θεμελιακές αντιφάσεις ή η μαρτυρία είναι καταφανώς αναξιόπιστη, ούτως ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε στο τελικό στάδιο να στηριχθεί σε αυτή και να καταδικάσει (Γεωργίου v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 515, Mariano v. Αστυνομίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 808). Ούτε είναι αναγκαίο όπως το εκδικάζον Δικαστήριο σχολιάσει επιχειρήματα της υπεράσπισης (Βασιλείου v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Ούτε υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στη συνοπτική αιτιολόγηση της ενδιάμεσης απόφασης στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Ως έχει λεχθεί, αποτελεί συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων, όταν ικανοποιηθούν για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, να αιτιολογούν συνοπτικά την απόφασή τους, αποφεύγοντας έτσι (ορθώς) να υπεισέλθουν σε πρόωρη ανάλυση της μαρτυρίας, εν όψει της συνέχισης της δίκης (Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 191, Mariano ανωτέρω)».

 

(η έμφαση του Δικαστηρίου)

 

Το βάρος απόδειξης της Κατηγορούσας Αρχής σε τούτο το στάδιο διαφοροποιείται από αυτό που είναι ήδη επιφορτισμένη κατά το τέλος της δίκης όπου τότε θα επιτελεστεί το έργο της αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, αρκείται να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία κατά την αντικειμενική θεώρησή της (ήτοι εξ όψεως) να είναι τέτοιου πρίσματος η οποία να δημιουργεί ενοχή εκ πρώτης όψεως.

 

 

  III.        Μαρτυρία

 

 

Σύμφωνα με την κατηγορία 2, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 266(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 266(β) του Κεφ. 154 προνοεί ότι «αν το πράγμα κλαπεί σε κατοικία και η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες ή ο υπαίτιος κατά ή αμέσως πριν ή μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί βία ή απειλεί να χρησιμοποιήσει βία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατοικία».

 

Στη σχετική υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 486 προσδιορίστηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής θα πρέπει (1) ο κατηγορούμενος να έλαβε περιουσία, η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, (2) αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης από μέρους του κατηγορούμενου, (3) ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και με πρόθεση μόνιμης αποστέρησης της περιουσίας αυτής. 

 

Η εξακρίβωση της αξίας της κλοπιμαίας περιουσίας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 458). Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, εφόσον το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος εδράζεται στις πρόνοιες του Άρθρου 266(β) του Κεφ. 154, χρειάζεται να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η αξία της κλοπιμαίας περιουσίας υπερβαίνει τις £5. Περαιτέρω, χρειάζεται να αποδειχθεί ότι το αδίκημα της κλοπής διαπράχθηκε σε κατοικία.

 

Τούτων λεχθέντων, το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου περί μη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου ως προς τη 2η κατηγορία. Υπό το πρίσμα της μαρτυρίας που προσήχθη από την Κατηγορούσα Αρχή, τίθεται αρχικά πως έχουν δηλωθεί και καταστεί παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των μερών, το περιεχόμενο κατατεθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμηρίων καθώς και ορισμένες ανακριτικές ενέργειες.

 

Συγκεκριμένα, στα πλαίσια λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου, ημερ. 15/9/2025,  (η λήψη (περιοριστικά) της οποίας κατέστη παραδεκτό γεγονός), ήτοι ΤΕΚΜΗΡΙΟ «1Α», ερωτηθείς «Σε πληροφορώ ότι διαρρήχθηκε η οικία 2F στο πιο πάνω συγκρότημα που σου προανέφερα και κλάπηκε το χρηματικό ποσό των 5000 ευρώ, διάφορα αντικείμενα συνολικής αξίας 1758.45 ευρώ και προκλήθηκαν διάφορες ζημιές στην κατοικία συνολικής αξίας 400 ευρώ, γνωρίζεις οτιδήποτε σχετικά με αυτό;», απάντησε «Όχι δεν έχω καμία σχέση». Στην ακόλουθη ερώτηση «Σε πληροφορώ ότι υπάρχει μαρτυρία ότι εσύ έκανες την πιο πάνω διάρρηξη, δηλαδή πέτυχες είσοδο εντός της κατοικίας αφού έσπασες το τζάμι της μπαλκονόπορτας του σαλονιού και ακολούθως έκλεψες από την οικία αυτά που ανέφερα στην προηγούμενη ερώτηση, τι έχεις να πεις γι’ αυτό;» ο κατηγορούμενος απάντησε «Όπως σας ανέφερα προηγουμένως δεν έχω καμία σχέση με την υπόθεση».

 

Η Μ.Κ. 1 διά της καταθέσεώς της, ημερ. 3/1/2025, ήτοι ΤΕΚΜΗΡΙΟ «4» (η μετάφραση της οποίας, ήτοι ΤΕΚΜΗΡΙΟ «4Α», δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση), ανέφερε χαρακτηριστικά πως «Εκείνη την στιγμή ο Bernard μου είπε ότι δεν γνωρίζει αν λείπει οτιδήποτε». Στην ένορκή της μαρτυρία, δήλωσε πως «Όταν άνοιξα την πόρτα όλα τα ντουλάπια και όλα τα ερμάρια, όλο το περιεχόμενο τους βρισκόταν στο πάτωμα και εγώ αμέσως κάλεσα την Αστυνομία, γιατί δεν ήθελα να αγγίξω ο,τιδήποτε».

 

Ακολούθως, στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ «10» το οποίο συναποτελείται από την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης 5743-2025, Αρ. Αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε.: 5743/25 και Έντυπο Αστ. 161, ως κατατέθηκε τοιουτοτρόπως, αναφέρεται στο Σύντομο Ιστορικό και Αιτούμενη Εξέταση του Εντύπου Αστ. 161 που επισυνάπτεται στην εν λόγω Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης πως «ΤΗΝ 10/04/25 Ο ΠΑΡ/ΝΟΣ BERNARD ROBINSON ΠΡΟΕΒΗΚΕ ΣΕ ΓΡΑΠΤΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΟΤΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΧΡΟΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΚΛΑΠΗΚΕ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΣΟ ΤΩΝ 5000 ΕΥΡΩ, ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ 1758,45 ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΘΗΚΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΖΗΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ 400 ΕΥΡΩ».

 

Με γνώμονα το καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει σε αντικειμενική θεώρηση της εν όλω δοθείσης μαρτυρίας περιοριστικά δίχως αξιολόγησή της και συνυπολογίζοντας υπό τούτο το πρίσμα και στάδιο μόνο, ιδιαίτερα τις ως άνω καταγραφείσες αναφορές περί κατ’ ισχυρισμόν κλαπέντων αντικειμένων στην ως άνω έγγραφη μαρτυρία ως αυτή προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου (και ειδικότερα κατά το ΤΕΚΜΗΡΙΟ «10»), κρίνω ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης εκ μέρους του κατηγορουμένου ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία σε ό,τι αφορά την κατηγορία 2, δεν δύναται να τύχει αποδοχής. Επισημαίνεται πως ένεκα της περιορισμένης εμβέλειας τούτου του σταδίου, δεν δύναται να επιφέρει αξιολόγηση επί της ουσίας της δοθείσας μαρτυρίας ώστε η κατ’ ουσίαν κρίση του παρόντος Δικαστηρίου επί τούτης (της εισήγησης) επιτρέπεται μόνο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο τέλος της δίκης. Επί του προκειμένου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό κατά το κρινόμενο ενδιάμεσο στάδιο υπό το φως πάσης της δοθείσης μαρτυρίας, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία 2.

 

 

Ως προς τις λοιπές κατηγορίες, ήτοι κατηγορία 1 και 3, περί των οποίων ουδεμία εισήγηση προεβλήθη για μη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου, προκύπτει σε τούτο το στάδιο από το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας, των παραδεκτών γεγονότων και δηλώσεων, ότι υφίσταται επιστημονική μαρτυρία αναφορικά με το γενετικό υλικό επί του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ «7», ήτοι Χάρτινο κουτί χυμού με την επιγραφή «Eviva» με χάρτινο καλαμάκι – καλαμάκι – κομμάτι από την άκρια, που εντοπίστηκε σύμφωνα με την εν λόγω μαρτυρία, και ειδικότερα κατά τους Μ.Κ. 1 και Μ.Κ. 2, εντός της επίδικης κατοικίας του παραπονουμένου. Σύμφωνα με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ «8» και «10», «το μονό, πλήρες, ανδρικό γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το αντικείμενο F25-191-1 (Χάρτινο κουτί χυμού με την επιγραφή «Eviva» 250 ml με χάρτινο καλαμάκι – καλαμάκι – κομμάτι από την άκρια) ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα 5743-1.1 του R. I. C, ήτοι του κατηγορουμένου.

 

Επιπλέον, ο Μ.Κ. 2 επιμαρτύρησε ενόρκως πως το τζάμι στην επίδικη κατοικία έσπασε με αντικείμενο καθώς «το τζάμι ήταν θρυμματισμένο, φαινόταν ότι είχε σπάσει μετά ρήξη αντικειμένου».

 

Συνεπώς, είναι η κρίση του Δικαστηρίου πως στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τις λοιπές κατηγορίες 1 και 3 εναντίον του κατηγορουμένου και δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία.

 

Συνακόλουθα, επεξηγούνται στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του δυνάμει του Άρθρου 74 (1) (γ) του Κεφ. 155.

 

 

 

(Υπ.) _________________

Ε. Πεύκου, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο