ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 169/22)
15 Ιανουαρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΝΑΤΖΕΧ ΑΛ ΑΜΠΑΖΑΧ
Εφεσείων
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσίβλητης
------------------------------------
Τζόναθαν Μπετίτο, για τον Εφεσείοντα.
Μικαέλλα Πασιαρδή (κα) για Γενικόν Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη.
----------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας, μετά από ακροαματική διαδικασία, βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας σε 17 κατηγορίες που αφορούσαν σοβαρά σεξουαλικά αδικήματα, πλείστα εκ των οποίων με θύμα παιδί κάτω των 13 χρόνων.
Πιο συγκεκριμένα, ως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση (ημερ. 7.7.2022), ο εφεσείοντας κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν κουρέας στο επάγγελμα και απασχολούσε στο κουρείο του ως εκπαιδευόμενο, το ανήλικο θύμα (γεννηθέντα στις 15.1.2006). Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ Ιουνίου 2018 και Ιουλίου 2018 - όταν δηλαδή το θύμα ήταν μόλις 12 ετών - στον πάνω όροφο του κουρείου, το εξανάγκασε να συμμετάσχει σε σεξουαλική πράξη, δηλαδή να βγάλει τα ρούχα του και να δεχθεί μασάζ στα γεννητικά του όργανα από γυναίκα, η οποία μάλιστα, ως διαφάνηκε, έπασχε από νοητική υστέρηση (2η κατηγορία). Περαιτέρω, σε άλλη ημερομηνία το εξανάγκασε να βγάλει τα ρούχα του και να δεχτεί στοματικό έρωτα από την ίδια γυναίκα (3η κατηγορία). Επιπρόσθετα, σε έτερη ημερομηνία, κατά το ίδιο διάστημα, το εξανάγκασε να τελέσει σεξουαλική πράξη με την εν λόγω γυναίκα, ήτοι να της κάνει μασάζ, αγγίζοντας την στα οπίσθια και στα γεννητικά της όργανα (4η κατηγορία). Επίσης, στον ίδιο τόπο και κατά τους χρόνους που αναφέρονται στις κατηγορίες 2, 3 και 4, το προκάλεσε να συμμετάσχει σε πορνογραφικές παραστάσεις με γυναίκα, ήτοι βιντεογράφησε τις ενέργειες που περιγράφονται στις κατηγορίες 2, 3 και 4 (κατηγορίες 5, 6 και 7 αντίστοιχα) και με τον τρόπο αυτό παρήγαγε βίντεο παιδικής πορνογραφίας (κατηγορίες 8, 9 και 10 αντίστοιχα). Επιπρόσθετα, σε άγνωστες ημερομηνίες κατά τα έτη 2017, 2018 και 2019, προκάλεσε το θύμα να γίνει μάρτυρας απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων, ήτοι του προέβαλε βίντεο μέσω του κινητού του τηλεφώνου με ενήλικες που έρχονταν σε συνουσία (κατηγορίες 11, 12 και 13 αντίστοιχα). Επιπλέον, σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο 4.7.2014 - 12.1.2020, κατείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας, ήτοι βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό (κατηγορίες 14, 17, 18 και 19) και μέσω του κινητού του τηλεφώνου και της εφαρμογής WhatsApp διένειμε πέντε αρχεία βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό στο οποίο απεικονίζονταν παιδιά ηλικίας κάτω των 13 ετών (κατηγορία 15).
Με δύο λόγους έφεσης, ο εφεσείοντας αμφισβητεί την ορθότητα των ποινών που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 2 μέχρι 7. Στις κατηγορίες 2 και 4 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών, ενώ στις κατηγορίες 3, 5, 6 και 7 του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 12 ετών, επίσης συντρέχουσες.
Ο πρώτος λόγος έφεσης εστιάζεται στις κατηγορίες 2 και 4. Ως προκύπτει από την αιτιολογία, αλλά και την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στο διάγραμμα αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ο εφεσείων, θεωρεί την επιβληθείσα ποινή έκδηλα υπερβολική και μη αρμόζουσα στα περιστατικά της υπόθεσης. Κατά τον εφεσείοντα, δεν λήφθηκαν υπόψη σοβαροί ελαφρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες, όπως το γεγονός ότι ο ρόλος του στη διάπραξη των αδικημάτων ήταν πολύ περιορισμένος (γεγονός που φέρεται να επισήμανε στην απόφαση του το Κακουργιοδικείο), αλλά και το ότι «συνεργάστηκε πλήρως και καθολικά» με τις διωκτικές αρχές.
Για τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, η Νομολογία μας είναι ξεκάθαρη. Την παραθέτει στην απόφαση του και το Κακουργιοδικείο. Πρόκειται για ειδεχθή εγκλήματα που δικαιολογημένα προκαλούν αισθήματα αποστροφής και βδελυγμίας. Στρέφονται κατά των παιδιών, δηλαδή της πλέον αυθεντικής έκφανσης αγνότητας και αθωότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, στιγματίζοντας και τραυματίζοντας τα ψυχικά, εφ’ όρου ζωής. Και αυτό για την εφήμερη ικανοποίηση διαστροφικών ορέξεων του θύτη. Είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο που η προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι και δια βίου (βλ. άρθρο 6(7) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(Ι)/2014).
Σε ό,τι αφορά τώρα τα επιμέρους προαναφερθέντα παράπονα του εφεσείοντος, κρίνονται ως παντελώς αβάσιμα. Το Κακουργιοδικείο σε κανένα σημείο δεν αναγνώρισε ή επισήμανε ότι η εμπλοκή του εφεσείοντος στα διαπραχθέντα αδικήματα ήταν περιορισμένη. Ούτε εν πάση περιπτώσει δικαιολογείτο ένα τέτοιο συμπέρασμα. Εκείνο το οποίο επισημαίνει το Κακουργιοδικείο στη σελίδα 21 της ποινής του ημερ. 25.7.2022 και το οποίο αποτελεί γεγονός, είναι πως δεν προέκυψε μαρτυρία για άγγιγμα ή άμεση επαφή του εφεσείοντος με το ανήλικο θύμα. Τούτο όμως δεν καταδεικνύει περιορισμένη εμπλοκή στα αδικήματα. Απλώς, η συγκεκριμένη κακοποίηση συντελέστηκε με τη συνδρομή τρίτου προσώπου, το οποίο μάλιστα έπασχε από νοητική υστέρηση, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί και ως επιβαρυντικό για τον εφεσείοντα. Ενορχηστρωτής, οργανωτής και εντολέας εκτέλεσης της κακοποίησης, ήταν ο εφεσείοντας και για ίδιον, διαστροφικό όφελος, διαπράχθηκαν τα κακουργήματα.
Σχετικά με την υποτιθέμενη συνεργασία του εφεσείοντος με τις διωκτικές αρχές, το Κακουργιοδικείο, εύστοχα, τη σχολιάζει στη σελίδα 21 επισημαίνοντας τα εξής:
«Παρομοίως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της Υπεράσπισης περί συνεργασίας του κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνουμε τις διάφορες εκδοχές που πρόβαλε στις ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά τον χρόνο διερεύνησης της υπόθεσης, ως είχε, βέβαια, κάθε δικαίωμα να πράξει. Ούτε μπορεί να του αποδοθεί ελαφρυντικό για την κατ' ισχυρισμό συγκατάθεση του στην έρευνα που έγινε στα υποστατικά του, η οποία, σε κάθε περίπτωση, διενεργήθηκε στα πλαίσια εκτέλεσης ενταλμάτων έρευνας. Η δε συμπεριφορά του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και ενόσω εκκρεμούσε η εκδίκαση της υπόθεσης και ειδικότερα η προσπάθεια του να δωροδοκήσει τον Μ.Κ. 8 προκειμένου να διαφοροποιήσει την κατάθεση του δεικνύει, τόσο την απουσία μεταμέλειας εκ μέρους του για τις πράξεις του, όσο και τη γενικότερη προσπάθεια του, με άνομο τρόπο, να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του».
«Συνεργασία» για να αποτελεί ισχυρό μετριαστικό παράγοντα θα πρέπει να είναι ουσιαστική έως καταλυτική στην εξιχνίαση των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Συγκατάθεση σε έρευνα καθ’ ον χρόνο υπάρχει ένταλμα έρευνας δεν αποτελεί μετρήσιμη, ουσιαστική «συνεργασία». Ούτε βέβαια και η παραχώρηση καταθέσεων με διαφορετικές εκδοχές αποτελεί «συνεργασία». Γενικά, αλλά και ουσιαστικά, το Κακουργιοδικείο παράθεσε, στάθμισε και έλαβε υπόψη του, κάθε μετρήσιμο παράγοντα (ελαφρυντικό και επιβαρυντικό) στη διαμόρφωση της ποινής στις συγκεκριμένες κατηγορίες, φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι η αρμόζουσα ποινή ήταν αυτή της δεκαετούς φυλάκισης.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο καθορισμός της ποινής είναι κατ’ εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η δυνατότητα του Εφετείου να παρέμβει είναι περιορισμένη. Στην υπόθεση Ahmed Kameran Rashid v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 252/24, ημερ. 25.2.2025 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:
«Είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι το καθήκον επιμέτρησης της ποινής βαρύνει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει με σκοπό να επαναλάβει τη διεργασία σκέψης η οποία πρωτοδίκως έχει συντελεστεί και να επιβάλει την ποινή η οποία θα φαινόταν ορθή στα ίδια τα μέλη του Εφετείου (Ντεκερμετζιάν v. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1378). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση S.J.L. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 129/2021 κ.ά., ημερ. 27.10.22:
«Το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται εάν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής».
Συνάγεται επίσης από τη νομολογία μας ότι η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο το οποίο οριοθετεί η νομολογία για παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525).»
Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 10 χρόνων στις κατηγορίες 2 και 4, είναι αυστηρή, αλλά απολύτως αιτιολογημένη. Απαιτείται εξάλλου αυστηρότητα για τέτοια αδικήματα. Δεν διαπράχθηκε σφάλμα αρχής από το Κακουργιοδικείο στη διαμόρφωση της ποινής, ούτε δύναται να θεωρηθεί η ποινή «έκδηλα υπερβολική» με βάση τις ισχύουσες αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω.
Κατ’ ακολουθία τούτων, ο λόγος έφεσης 1 κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης επικεντρώνεται στις κατηγορίες 3, 5, 6 και 7 στις οποίες επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών. Από την αιτιολογία του λόγου έφεσης και τη μετέπειτα αναπτυχθείσα επιχειρηματολογία στο πλαίσιο του διαγράμματος αγόρευσης προκύπτει ότι ο εφεσείων θεωρεί την επιβληθείσα ποινή έκδηλα υπερβολική και ασύμβατη με τη Νομολογία στην οποία το ίδιο το Κακουργιοδικείο παραπέμπει. Γίνεται πάλι λόγος για τη μη πρόσδοση σημασίας στο ότι ο εφεσείοντας, κατ’ ισχυρισμό, δεν είχε «κανένα ενεργό ρόλο» στις σεξουαλικές πράξεις, αλλά και σε υποτιθέμενη αποτυχία του Κακουργιοδικείου να προσδώσει σημασία σε οποιοδήποτε ελαφρυντικό παράγοντα. Υποστηρικτικά, γίνεται παραπομπή σε διάφορες αποφάσεις που αφορούσαν ποικιλόμορφα σεξουαλικά αδικήματα.
Επαναλαμβάνουμε κατ’ αρχάς ότι τα αδικήματα και αυτών των κατηγοριών επισύρουν ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου (βλ. άρθρα 6(7) και 7(8) του Ν.91(Ι)/2014). Η ανώτατη προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή είναι η αφετηρία από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο προς αναζήτηση της αρμόζουσας ποινής για το πρόσωπο που έχει ενώπιον του και τούτο δεν θα πρέπει να λησμονείται (βλ. Καφάρη ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 632 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 Α.Α.Δ. 166).
Σε ό,τι αφορά την παραπομπή σε προηγούμενες αποφάσεις, επαναλαμβάνουμε για ακόμα μια φορά ότι οι προηγούμενες αποφάσεις δεν δημιουργούν κάποιο δεσμευτικό και άκαμπτο κλοιό επιβολής ποινής. Η αναφορά γίνεται ως ένδειξη του μέτρου τιμωρίας του συγκεκριμένου αδικήματος και των στοιχείων και παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη. Στη Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας (2015) 2(Α) Α.Α.Δ. 30, τονίστηκε ότι η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα.
Το Κακουργιοδικείο, εύστοχα παρέπεμψε σε πολλές αποφάσεις που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα. Πέραν της ανάγνωσης της εκάστοτε επιβληθείσας ποινής, εκείνο που ξεχωρίζει στη Νομολογία είναι η έντονη ανησυχία που υπάρχει για τα σεξουαλικά αδικήματα που διαπράττονταν σε βάρος παιδιών και η συνακόλουθη, επιτακτική ανάγκη για την επιβολή αυστηρών, αποτρεπτικών ποινών (βλ. Zulfigar Ali Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489). Απ’ εκεί και πέρα δεν χρειάζεται ταυτοσημία γεγονότων σε προηγούμενες αποφάσεις ώστε να χρησιμοποιούνται ως καθοδήγηση. Καθοδήγηση όμως και όχι δέσμευση. Η ποινή διαμορφώνεται στη βάση του ιδιαίτερου, μοναδικού περιστατικού που συνθέτει την υπόθεση που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).
Θεωρούμε ότι και σε σχέση με τις κατηγορίες 3, 5, 6 και 7 το Κακουργιοδικείο διαμόρφωσε την ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα στη βάση των ορθών κριτηρίων. Έχοντας ως αφετηρία το μέγιστο της προβλεπόμενης ποινής, έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης ως διαπιστώθηκαν μέσα από την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη και τη μετέπειτα απόφαση που εξέδωσε. Απ’ εκεί και πέρα έλαβε υπόψη τα όποια μετριαστικά στοιχεία επενεργούσαν προς όφελος του εφεσείοντα, συγκεκριμενοποιώντας και εξηγώντας ποια, από τα υποβληθέντα στοιχεία, δεν θα ελάμβανε υπόψη (σχετικά τα όσα καταγράφονται στις σελίδες 20 - 23 της πρωτόδικης απόφασης). Το παράπονο επομένως του εφεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ελαφρυντικές, μετριαστικές του περιστάσεις είναι ανυπόστατο. Στο σημείο αυτό να υπομνήσουμε ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης της επίδρασης που θα έχει η επιβολή ποινής φυλάκισης στην οικογένεια του, λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά έχουν μόνο δευτερεύουσα σημασία, ιδιαίτερα σε σοβαρά αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση όπου προέχει το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Zahra Ali Gholi v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 30, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221, Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 178/2017, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 και Φραγκίσκου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 184/2020, ημερ. 10.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:D80.
Επί του προκειμένου να επαναλάβουμε για ακόμα μια φορά τα όσα υποδείξαμε κατά την εξέταση του προηγούμενου λόγου έφεσης. Η εμπλοκή του εφεσείοντος στα διαπραχθέντα αδικήματα δεν ήταν περιορισμένη, ούτε υπήρξε τέτοια αναγνώριση ή επισήμανση από το Κακουργιοδικείο. Ο εφεσείοντας, παθητικά μεν, ουσιαστικά δε, είχε ενεργό και πρωτεύοντα ρόλο στη διάπραξη των αδικημάτων. Η συλλογιστική ότι άτομο το οποίο επινοεί ειδεχθή σεξουαλικά αδικήματα κατά παιδιού, τα οργανώνει, εξωθεί και εξαναγκάζει τη συμμετοχή σ΄ αυτά, τα παρακολουθεί, τα βιντεοσκοπεί, κατέχει το προϊόν της βιντεοσκόπησης και απειλεί μάλιστα τον πατέρα του θύματος με το περιεχόμενο, όπως έπραξε ο εφεσείοντας, έχει μόνον περιορισμένο ρόλο ή συμμετοχή στα αδικήματα, είναι τόσο εξωπραγματική όσο ακούγεται.
Η ποινή φυλάκισης των 12 χρόνων που τελικώς επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο είναι, φρονούμε, αυστηρή. Δεν διαπράχθηκε όμως σφάλμα αρχής στη διαμόρφωση της ποινής, ούτε φτάνει το όριο της «έκδηλα υπερβολικής ποινής» ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση μας. Έπεται πως και ο δεύτερος λόγος θα πρέπει να απορριφθεί. Απορρίπτεται συνεπώς και ο δεύτερος λόγος έφεσης.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η έφεση απορρίπτεται.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο