ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΛΛΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 17/2023, 26/1/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΛΛΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 17/2023, 26/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 17/2023)

 

26 Ιανουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΛΛΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Σ. Χρυσταλλένος, για τον Εφεσείοντα.

Α. Χατζημιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τη Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Η παρούσα έφεση στρέφεται εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72, όπως έχει τροποποιηθεί.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ότι ο εφεσείων, σε χώρο στάθμευσης υπαίθριας αγοράς στη Δερύνεια, με όπισθεν ταχύτητα και χωρίς να επιδείξει την προσήκουσα επιμέλεια, χτύπησε το σταθμευμένο όχημα της παραπονούμενης, η οποία ήταν η ΜΚ2 στην πρωτόδικη διαδικασία.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα και χωρίς κανένα έρεισμα, ανέφερε τα πιο κάτω:

 

«Από την ενώπιόν μου μαρτυρία και σε ό,τι αφορά την ουσία των γεγονότων, δεν έτυχαν αμφισβήτησης και αποτέλεσαν κοινές θέσεις τα ακόλουθα:

(9) Το όχημα της ΜΚ2, πριν μεταβεί στο χώρο στάθμευσης στην υπαίθρια αγορά δεν ήταν χτυπημένο στο δεξί μπροστινό μέρος του προφυλακτήρα.»

 

Διεξήλθαμε των πρακτικών της πρωτόδικης διαδικασίας. Προκύπτει ότι η ΜΚ2 αντεξετάστηκε εκτενώς από τον συνήγορο του εφεσείοντα επί της γραμμής της υπεράσπισης, η οποία συνίστατο στο ότι το πιο πάνω αναφερόμενο από το πρωτόδικο Δικαστήριο κτύπημα στο όχημά της, το οποίο απέδιδε στον εφεσείοντα, υπήρχε πριν την ημερομηνία της κατ’ ισχυρισμόν σύγκρουσης. Τόσο υπό μορφή υποβολών, όσο και με ευθείς ερωτήσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε τη ΜΚ2 αξιόπιστη και τα όσα ανέφερε αληθή καθότι συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία.

 

Έτι περαιτέρω, προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο εφεσείων, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως κατά την πρωτόδικη διαδικασία, προώθησε την πιο πάνω γραμμή υπεράσπισης στη δική του μαρτυρία. Εξάλλου, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, αναφέρθηκε ρητώς στην πτυχή αυτή της μαρτυρίας του. Απέρριψε δε τη μαρτυρία του στο σύνολό της, ως αναξιόπιστη, σημειώνοντας, επίσης, ότι τα όσα ανέφερε «δεν συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία».

 

Σημειώνουμε ότι, σε συνάφεια με τον πρώτο λόγο έφεσης, τα ευρήματα αξιοπιστίας αναφορικά με τη μαρτυρία της ΜΚ2 και του εφεσείοντα, προσβάλλονται με αντίστοιχους λόγους έφεσης.

   

Το πεδίο επέμβασης του Εφετείου όσον αφορά σε ευρήματα και το έργο της αξιολόγησης στο οποίο προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει εξεταστεί σε πλειάδα αποφάσεων. Ενδεικτικά, παραπέμπουμε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 705, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι κατ' εξοχήν έργο του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο στη  ζωντανή ατμόσφαιρα του Δικαστηρίου παρακολούθησε τους μάρτυρες και συνεπώς είναι σε καλύτερη θέση να σταθμίσει και να κρίνει την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει και πράττει αυτό μόνο στις περιπτώσεις όπου τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή όταν αυτά αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή όταν τα συμπεράσματα του είναι εξ αντικειμένου παράλογα ή αυθαίρετα (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, Πισιάρας κ.ά. ν. Μιχαηλίδη κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 817, R.K.B. Leathergoods Ltd v. Αγγελίδη (2004) 1 Α.Α.Δ. 1071, Zevkas Bros (Fig Tree Bay) Restaurant Ltd v. Αναστασίου κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 822).

Το Εφετείο δύναται βέβαια πάντοτε να επέμβει όπου η αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή συγκρούονται με την αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία ή ακόμη και όπου τα ευρήματα παρουσιάζονται προβληματικά υπό το φως λογικής ανακολουθίας ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων, (Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ., 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705). Χρειάζονται πάντως ιδιαίτερα πειστικοί λόγοι προς αναίρεση των ευρημάτων αξιοπιστίας, (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, 822 και Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 409), με το Εφετείο να επεμβαίνει όταν οι αντιφάσεις ή οι αδυναμίες στη μαρτυρία είναι τόσο σημαντικές ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή της μαρτυρίας ως αξιόπιστης ήταν λανθασμένη, (Γεωργίου Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41, Constantinides v. Republic (1978) 2 C.L.R. 337 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 220) (βλ. Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. )

                      

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Στην παρούσα υπόθεση, ουσιαστικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεώρησε ως δεδομένο, ότι αμφισβητούμενο γεγονός, αποτελούσε κοινή θέση των διαδίκων και μάλιστα αυτό επέδρασε στη συλλογιστική του στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αντίθετα με τη θεώρησή του ότι το πιο πάνω ζήτημα αποτέλεσε κοινή θέση, αυτό αμφισβητήθηκε έντονα από τον εφεσείοντα, τόσο με υποβολές και ερωτήσεις του συνηγόρου του κατά την αντεξέταση της ΜΚ2, όσο και με τη δική του μαρτυρία. Σαφώς, δεν πρόκειται περί κοινής θέσης των μερών, όπως την εξέλαβε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η θεώρηση της θέσης αυτής ως κοινής, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθιστά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ2 και του εφεσείοντα, τρωτή, εφόσον είναι αδύνατο να ελεγχθεί εάν και σε ποιο βαθμό, επηρεάστηκε στην κρίση του, για την αλήθεια των ισχυρισμών της ΜΚ2 και κυρίως του εφεσείοντα. Κατά συνέπεια, η τελική ετυμηγορία του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνεται, εξ αντικειμένου, ως ανεπαρκής και επισφαλής. Εφαρμόζονται εν προκειμένω, τα λεχθέντα στην ΤΡΥΦΩΝΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119:

 

«Το Εφετείο όμως, όπως υποδείχθηκε στην Katsiamalis v. Republic (1980) 2 CLR 107, έχει δικαίωμα και καθήκον να επέμβει, έστω και αν το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εντυπωσιαστεί από τη συμπεριφορά των μαρτύρων, εάν η καταδικαστική ετυμηγορία είναι τόσο ανεπαρκής που να διατηρείται υποβόσκουσα αμφιβολία για την ορθότητα της (βλ. και Fournaris v. Republic (1978) 2 CLR 20).

[]

Τα σφάλματα ήταν σοβαρά και ουσιώδη, ώστε η καταδίκη να μην διασώζεται με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 145(1)(β) του Κεφ. 155, εφόσον προκλήθηκε ουσιώδης εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης.»

 

Παρόμοια, κατ’ αναλογία, ήταν η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. TRAVEL WORLD VACATIONS LIMITED, ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ OLYMPIC HOLIDAYS, Πολιτική Έφεση Αρ. 26/2016, ημερομηνίας 23.10.2024, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο πλαίσιο αξιολόγησης του ΜΕ1 πως η μαρτυρία του «παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξετάστηκε σε ουσιώδεις ισχυρισμούς του περί της εμπλοκής στην εν λόγω συμφωνία του ίδιου του τότε Υπουργού».

Είναι γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, δεν του υπεβλήθησαν μια προς μια υποβολές αναφορικά με τη βασική θέση του περί σύναψης της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας με τον ΜΥ2. Παρά ταύτα, οι υποβολές προς αυτόν ουσιαστικά απέληγαν στην άρνηση σύναψης της εν λόγω συμφωνίας. Τέθηκαν οι υποβολές ότι ο ΜΥ2 δεν χειριζόταν χρηματικά ποσά που αφορούσαν συνεργασίες με τουριστικούς πράκτορες αλλά ότι αυτό ήταν θέμα το οποίο αφορούσε τον ΚΟΤ, ότι ο ΚΟΤ κατέβαλε στους Εφεσίβλητους το ποσό των 300.000 Αγγλικών Στερλινών και ότι το 2011 δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των Εφεσίβλητων και του ΚΟΤ. Σε αυτές τις υποβολές ο ΜΕ1 έδωσε τις απαντήσεις του και αυτά τα ζητήματα αποτέλεσαν αντικείμενο αναφοράς κατά τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης οι οποίοι προώθησαν αυτή την εκδοχή.

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου v. Αργυρίδου, Πολ. Έφεση Αρ. 32/20, ημερ. 29.9.2021, οι υποβολές κατά την αντεξέταση δεν περιβάλλονται από συμφυή αποδεικτική αξία αφού δεν στοιχειοθετούν μαρτυρία. Μέσω τους τίθεται απλώς μια θέση ή ένας ισχυρισμός στον μάρτυρα ο οποίος μπορεί να τον αποδεχθεί (και υπό κάποιες προϋποθέσεις να καταστήσει το περιεχόμενο των υποβολών μαρτυρία) ή να τον απορρίψει, οπότε και οι υποβολές αυτές παραμένουν ως απλοί ισχυρισμοί οι οποίοι, αν δεν αποδειχθούν αργότερα, παραμένουν μετέωροι χωρίς αποδεικτική αξία. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Ιωαννίδης v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640.

Επομένως, το ουσιώδες δεν είναι μόνο η ύπαρξη υποβολών αλλά η προσκόμιση μαρτυρίας, όταν αυτές δεν γίνονται δεκτές, προς υποστήριξη τους (βλ. Ευστρατίου v. Alpha Τράπεζα Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 314/2013, ημερ. 20.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:A156, και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.201).

Στην υπό κρίση περίπτωση, τέθηκαν οι ανωτέρω υποβολές στον ΜΕ1 και ακολούθως προσκομίστηκε μαρτυρία προς αντίκρουση των θέσεων των Εφεσίβλητων υπέρ της υπεράσπισης. Σαφώς δεν διεφάνη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ότι η μαρτυρία του ΜΕ1, μέσω των υποβολών, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη και αποδεκτή από την πλευρά του Εφεσείοντα και των μαρτύρων του.

Από τη στιγμή που η εσφαλμένη αυτή διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτέλεσε μέρος της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1 και παραμένει άγνωστο ποια βαρύτητα δόθηκε σε αυτή για την κατάληξη του Δικαστηρίου να αποδεχθεί τη μαρτυρία ως αξιόπιστη, τότε η εν λόγω αξιολόγηση παραμένει τρωτή.»

 

Συνεπώς, εν όψει όλων των πιο πάνω, ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει, ενώ η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης καθίσταται αχρείαστη.

  

Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση ακυρώνεται. Συμπαρασύρεται, βεβαίως, και η συνακόλουθη επιβολή της ποινής καθώς και η πρωτόδικη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή ως προς τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας.

  

Παραμένει η άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας αναφορικά με το κατά πόσον θα διαταχθεί επανεκδίκαση της υπόθεσης. Στην  ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το Άρθρο 25 (3) του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60) καθώς και το Άρθρο 145(1)(δ) του Κεφ. 155, παρέχουν εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του, να διατάξει την επανεκδίκαση ποινικής υπόθεσης οποτεδήποτε κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι επιρρεπής σε ακύρωση. Η εξουσία για την επανεκδίκαση υπόθεσης δεν επιβάλλει την αυτόματη έκδοση διαταγής οποτεδήποτε κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ακροσφαλής. Η απόφαση για επανεκδίκαση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου μετά την συνεκτίμηση των παραγόντων εκείνων που προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση. Οι παράγοντες αυτοί επεξηγούνται στις υποθέσεις Pierides v. Republic, (1971) 2 C.L.R. 263, Εκδοτική Εταιρεία Κόσμος ν. Της Αστυνομίας (1984) 2 C.L.R. 121, Charalambous v. The Republic (1985) 2 C.L.R. 97 και Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 258. Συνεκτιμούνται και σταθμίζονται όλοι εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι τείνουν να διαμορφώσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης. Αφενός, τα συμφέροντα του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με την αρχή του δικαίου ότι είναι κατά κανόνα ανεπιθύμητο για τον πολίτη να υποβάλλεται στη δοκιμασία της δίκης για περισσότερες της μιας φορές και αφετέρου, τα συμφέροντα του δημοσίου για την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η σοβαρότητα και η συχνότητα του αδικήματος, το περίπλοκο της υπόθεσης, ο χρόνος ο οποίος έχει διαρρεύσει από την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος, καθώς και η δαπάνη η οποία θα απαιτηθεί για τη νέα δίκη, είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

Λαμβάνουμε επίσης υπόψη, τα πιο κάτω λεχθέντα στην υπόθεση  ASSADOURIAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1995) 2 Α.Α.Δ. 279:

 

«Παραμερισμός της καταδικαστικής απόφασης για λόγους όπως αυτοί που συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση, αφήνει ακάλυπτο από δικαστική κρίση το ερώτημα της ενοχής του εφεσείοντα στις κατηγορίες. Δεν είναι όμως πάντοτε δίκαιη η πρόκριση της επανεκδίκασης. Οι αρχές που διέπουν την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά υποθέσεων, [βλ. Pierides v. Republic (1971) 2 CLR 263, Ekdotiki Eteria Kosmos v. Police (1984) 2 CLR 121, Charalambous v. Republic (1985) 2 CLR 97 Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 258, Δεσπότης ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 287, Σάββας Κακόψητος ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 200, Ανδρέας Σωτηριάδης και άλλος ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, και Lanitis Bros Ltd ν. Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημοσίας Υγείας, (1995) 2 Α.ΑΑ 266. Οι παράγοντες που κατά περίπτωση διαδραματίζουν ρόλο δεν επιδέχονται προκαθορισμό αλλά το κυρίαρχο κριτήριο είναι σταθερό. Η απόφαση λαμβάνεται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό προσδιορίζεται από την εξισορρόπηση της ανάγκης για ορθή εφαρμογή του Νόμου και των επιπτώσεων πάνω στον κατηγορούμενο

 

Σημειώνουμε ότι πρόκειται για υπόθεση στην οποία επιβλήθηκε χρηματική ποινή €800, πλέον τέσσερεις βαθμοί ποινής. Φέρεται να προκλήθηκε από την κατ’ ισχυρισμό συμπεριφορά του εφεσείοντα μόνο υλική ζημιά. Τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώραν την 6.6.2020. Για την εκδίκαση της υπόθεσης, έλαβαν χώραν πέντε δικάσιμοι. Η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας έλαβε χώραν την 4.10.2022 και επιβλήθηκε ποινή την 24.1.2023. Κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας, εκ των οποίων οι δύο ήταν αστυφύλακες.

 

Αφενός, σημειώνουμε τη συχνότητα του αδικήματος. Αφετέρου, εν όψει του χρόνου που παρήλθε από τη φερόμενη διάπραξη του αδικήματος, καθώς και του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται η δαπάνη των πόρων που απαιτούνται για επανεκδίκαση.

 

Συνακόλουθα, η πρωτόδικη απόφαση και η επιβληθείσα ποινή ακυρώνονται. Η καταδίκη παραμερίζεται και ο εφεσείων αθωώνεται και απαλλάσσεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο