ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 27/2023)
26 Ιανουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Ο. Οικονόμου (κα), για Εφεσείοντα.
Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Μετά από ακρόαση ο εφεσείων - κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 20, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση Άρθρων του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(I)/2007.
Το ποσό που απέσπασε ο εφεσείων από την παραπονούμενη ήταν €125.000. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3½ ετών στην κατηγορία της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και 7 ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Ο εφεσείων θεωρεί την ποινή που του επιβλήθηκε στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία υπενθυμίζουμε είναι 7 έτη, έκδηλα υπερβολική καταχωρώντας την υπό κρίση έφεση και προωθώντας έναν και μοναδικό λόγο έφεσης, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ποινή που του επιβλήθηκε είναι έκδηλα υπερβολική και δεν εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία ορίζει η νομολογία για αυτού του είδους τα αδικήματα, με βάση το ποσό της νομιμοποίησης. Η συνήγορος του εφεσείοντα, παραθέτοντας νομολογία αναφορικά με τις ποινές που επιβλήθηκαν σε άλλες υποθέσεις για το εν λόγω αδίκημα, θεωρεί ότι η ποινή των 7 ετών είναι δυσανάλογη με βάση τη νομολογία και τις υποθέσεις που επικαλείται, τις οποίες παρέθεσε στην απόφασή του και το πρωτόδικο Δικαστήριο, και παρουσιάζεται, κατά τη θέση της, υπέρμετρη απόκλιση από αυτές, κάτι που δικαιολογεί, πάντοτε κατά την εισήγησή της, την επέμβαση του Εφετείου.
Είναι η θέση της ότι οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα, το γεγονός ότι είναι πατέρας ανηλίκων παιδιών, το γεγονός ότι το ποσό δεν ήταν υπερβολικά ψηλό συγκριτικά με άλλες υποθέσεις όπως και το γεγονός ότι ο εφεσείων δέχτηκε να εκδοθεί εναντίον του, στο πλαίσιο αγωγής που καταχώρισε η παραπονούμενη, απόφαση για το ποσό των €125.000, όπως και η αποδοχή του να εκδοθεί εναντίον του τελικό διάταγμα για την παράδοση οκτώ οχημάτων για τα οποία είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα δέσμευσης, συνιστούν παράγοντες που θα έπρεπε να συνεκτιμηθούν δεόντως από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κάτι το οποίο, είναι εισήγησή της, ότι δεν έγινε, και καλεί το Εφετείο να αναθεωρήσει την ποινή που έχει επιβάλει στον εφεσείοντα ούτως ώστε να αντανακλώνται σε αυτήν τα γεγονότα, οι περιβάλλουσες συνθήκες και οι μετριαστικοί παράγοντες που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του ο εφεσείων.
Πολύ πρόσφατα στην ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΡΡΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 302/2024, ημερομηνίας 19.12.2025, σημειώσαμε τα ακόλουθα:
«Είναι πολύ καλά καθιερωμένη η αρχή ότι η επιβολή της ποινής είναι καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν διαφαίνεται ότι αυτή είναι αποτέλεσμα σφάλματος αρχής ή έκδηλα υπερβολική ή έκδηλα ανεπαρκής και δεν ικανοποιεί τους σκοπούς του νόμου.
Στην πρόσφατη απόφασή μας GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2025, 141/2025, ημερομηνίας 30.10.2025, επαναλάβαμε τη σχετική νομολογία σημειώνοντας τα εξής:
«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας του Εφετείου προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
"Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας 91) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου 93) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου 09) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, ν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015)."
Ανάλογες αρχές αφορούν και στην αποτίμηση των ελαφρυντικών στοιχείων, η οποία, και πάλι, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όταν διαπιστώνεται λανθασμένη άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της πρωτόδικης εξουσίας (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΣΑΤΑΝΑ κ.ά. 96) 2 Α.Α.Δ. 257, ΑΝΤΩΝΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 68/2024, 71/2024, ημερομηνίας 16.7.2025). Είναι δε, σαφώς νομολογημένο ότι διαπίστωση έκδηλης ανεπάρκειας ή υπερβολής στην ποινή προϋποθέτει ύπαρξη πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή ουσιώδους απόκλισης της ποινής από το πλαίσιο το οποίο οριοθετείται από τη νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ 91) 2 Α.Α.Δ. 525).»»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως φαίνεται μέσα από το κείμενο της απόφασης για την ποινή, αναφέρθηκε στα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφασή του ημερομηνίας 18.1.2023, όπου βρήκε ένοχο τον εφεσείοντα. Ακολούθως, αναφέρεται σε τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες που βαρύνουν τον εφεσείοντα περιγράφοντας τα αδικήματα που τις αφορούν. Αναφέρουμε ότι και οι τέσσερεις υποθέσεις αφορούσαν αδικήματα εξασφάλισης αγαθών διά ψευδών παραστάσεων, απόσπασης εμπορευμάτων διά ψευδών παραστάσεων, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και κλοπής. Σημειώνουμε δε ότι στην παλαιότερη από αυτές, στην ποινική υπόθεση 10995/1996 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην επιμέτρηση της ποινής της λήφθηκαν υπ' όψιν άλλες 13 υποθέσεις που αφορούσαν ομοειδή αδικήματα.
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αναφορά στις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα, όπως προκύπτουν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αλλά και έλαβε υπ' όψιν του τα όσα ανέφερε η συνήγορός του σε σχέση με τις επιπτώσεις ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης στα τέκνα και τα άλλα μέλη της οικογένειας του εφεσείοντα, ο οποίος είναι πατέρας πέντε παιδιών, δύο εκ των οποίων είναι ανήλικα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, από τη συνήγορο του εφεσείοντα, στην «αποζημίωση» που δόθηκε από τον εφεσείοντα στην παραπονούμενη. Κατά το στάδιο της ακρόασης της έφεσης όμως, διευκρινίστηκε ότι όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο κλήθηκε να επιβάλει ποινή στον εφεσείοντα, το μοναδικό ποσό που βρέθηκε στην κατοχή του εφεσείοντα, κατασχέθηκε και δηλώθηκε ότι προσφέρεται ως αποζημίωση στην παραπονούμενη ήταν αυτό των €550 και δηλώθηκε πρόθεση για αποδοχή του εφεσείοντα για έκδοση εναντίον του και υπέρ της παραπονούμενης εκ συμφώνου απόφασης σε αστική διαδικασία, κάτι το οποίο ορθά κατά την άποψή μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιμέτρησε προς όφελος του εφεσείοντα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, στη σοβαρότητα των κατηγοριών για τις οποίες ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος, τις έντονα αυξητικές τάσεις που προσλαμβάνουν τα αδικήματα υπό κρίση και παρέθεσε και άλλες αποφάσεις αναφορικά με την ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, υπογραμμίζοντας την αρχή που τέθηκε στην υπόθεση ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, όπου έχει αναφερθεί ότι «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τις συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη».
Πολύ πρόσφατα, το Εφετείο στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 240/2024, ημερομηνίας 29.4.2025, έχει σημειώσει τα ακόλουθα σε σχέση με την επέμβαση του Εφετείου στην ποινή αλλά και σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες:
«Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές βάσει των οποίων δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου στην ποινή. Η έφεση δεν αποτελεί μέσο για επανακαθορισμό της ποινής, πράγμα το οποίο αποτελεί πρωταρχικό καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το κριτήριο για την έκδηλη ανεπάρκεια της ποινής είναι καθαρά αντικειμενικό και μπορεί να τεκμηριωθεί με αναφορά σε οιονδήποτε από τους ακόλουθους δύο παράγοντες: (Α) Πασιφανή έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ της σοβαρότητας του εγκλήματος και της επιβληθείσας ποινής, και ή (β) Ουσιώδη απόκλιση της ποινής που επιβάλλεται από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, νοουμένου ότι οι δικαστικές αποφάσεις παρέχουν σταθερές ενδείξεις για την ύπαρξη τέτοιου πλαισίου (βλέπε μεταξύ άλλων, Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Philippou v. Republic (1983) 2 C.L.R. 245, Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854).
Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής το Κακουργοδικείο αναφέρθηκε ενδεικτικά στις υποθέσεις Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186, Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, και Δημοκρατία κ.ά. ν. Κουρουζίδη κ.ά., Ποιν. Έφ. 19/20 κ.ά., ημερ. 20.7.2022, σημειώνοντας, ταυτόχρονα, ότι αφορούσαν το σοβαρότερο αδίκημα της νομιμοποίησης έχοντας γνώση ότι η περιουσία αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, τιμωρούμενο με μέγιστη ποινή φυλάκισης 14 ετών. Αναλόγως των γεγονότων στις προαναφερθείσες υποθέσεις επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης κυμαινόμενες από 4 έως 6 έτη, με το ποσό της νομιμοποίησης εσόδων, να ανέρχεται σε €498.000 στη Μαληκκίδης, περί τις €500.000 στη Λεμονάρης, και σε €383.304 στη Βακανάς. Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις ο αδικοπραγήσας είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στην Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 26.6.2019, λέχθηκε ότι:
«Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα».
Οι πιο πάνω επισημάνσεις αφορούν τη Μείζονα Υπαιτιότητα (Culpability A High Culpability) στη διάπραξη του εν λόγω αυτοτελούς αδικήματος, ως προκύπτει από τα Sentencing Guidelines τα οποία εφαρμόζονται στην Αγγλία (βλ. Fraud, Bribery and Money Laundering Offences Guideline 2014, και Banks on Sentence, 12th edn., para. 285.3), αλλά και την προγενέστερη Αγγλική νομολογία. […] Εν προκειμένω ιδιαίτερα διαφωτιστική θεωρούμε την υπόθεση R v. Basra [2002] 2 Cr. App. R. (S) 100, στην οποία δόθηκε δικαστική καθοδήγηση στην επιβολή ποινών σε τέτοιες περιπτώσεις:
"Money laundering is a stand‑alone offence where the constituent elements may be many and varied. There may be circumstances where the launderer has no knowledge of the source of the money laundered and indeed may choose not to know. He may know that it represents the proceeds of criminal activity, but beyond that he is careful not to ask any questions. Many such offenders say they are ignorant of the origin of the proceeds in question and that it should isolate them from the original crime. There is no necessary direct relationship between the sentence for the laundering offence and the original antecedent offence. The criminality in laundering arises from the encouragement and nourishment it gives to crime in general. Without it many crimes would be rendered much less fruitful and perhaps more difficult to perpetrate. Nonetheless the sentence for laundering cannot be wholly disproportionate to the sentence for the original antecedent offence, where the offence is that of being involved in an arrangement whereby the retention of control of the proceeds of criminal conduct results".
(Υπογράμμιση δική μας)
(Βλ. Banks on Sentence (ανωτέρω), παρ. 285.8).»
Είναι η θέση μας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, κατέληξε στην επιβολή της συγκεκριμένης ποινής στον εφεσείοντα. Το ποσό που αποσπάστηκε, υπενθυμίζουμε, είναι αυτό των €125.000, μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα μεγάλο συγκρινόμενο με τα ποσά που αποσπάστηκαν σε άλλες αποφάσεις για τις οποίες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης για τα ίδια χρόνια όπως αυτή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στην παρούσα υπόθεση, αλλά οι περιστάσεις της υπόθεσης, ο τρόπος δράσης του εφεσείοντα αλλά και οι προηγούμενες καταδίκες του, δικαιολογούσαν κατά την άποψή μας την αυστηρή αυτή αντιμετώπισή του από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυστηρή μεν, αλλά όχι έκδηλα υπερβολική, ούτως ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή μας. Τονίζουμε, ιδιαίτερα, ότι η πιο πρόσφατη προηγούμενη καταδίκη του εφεσείοντα ήταν, όπως φαίνεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στις 30.3.2018 όπου και του είχε επιβληθεί άμεση ποινή φυλάκισης 2 ετών. Σχεδόν αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, και ειδικότερα τον Αύγουστο του 2020, άρχισε να επιδίδεται σε νέες παράνομες δραστηριότητες ίδιας φύσεως όπως αυτές για τις οποίες είχε προηγουμένως καταδικαστεί. Υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τα γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα υπόθεση, ο εφεσείων τον Αύγουστο του 2020, ενώ εκτελούσε εργασίες μπογιατίσματος στην οικία της παραπονούμενης και του συζύγου της, πληροφόρησε την παραπονούμενη ότι είναι εργολάβος και κτίζει διαμερίσματα και κατάφερε και απέσπασε από αυτούς το ποσό των €125.000. Το γεγονός αυτό δείχνει μία εμμονή του εφεσείοντα σε εγκληματική συμπεριφορά και υπάρχουν κίνδυνοι που το κοινό διατρέχει από τη δράση ατόμων ως ο εφεσείων. Σχετική παραπομπή γίνεται στην υπόθεση ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 485.
Υπενθυμίζουμε, εν τέλει, την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 166 και ΚΑΦΑΡΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2002) 2 Α.Α.Δ. 632. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 7 ετών στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων για το οποίο όμως προβλέπεται ως ανώτατο όριο, ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Τα περιθώρια που υπήρχαν για εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη, του εφεσείοντα, ήταν πολύ μικρά και το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του, στην έκταση που μπορούσε, τις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα και του επέβαλε ποινή κατά 7 χρόνια πιο χαμηλή από το ανώτατο όριο. Υπήρξε, δηλαδή, σοβαρή έκπτωση της ποινής παρά τις προηγούμενες καταδίκες του.
Είναι η θέση μας ότι η ποινή είναι αρμόζουσα και δεν δικαιολογείται η παρέμβασή μας. Η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την ποινή των 7 ετών φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο