ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ v. ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 272/2019, 21/1/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ v. ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 272/2019, 21/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 272/2019)

 

21 Ιανουαρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

 

Εφεσείων

 

v.

 

ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

 

Εφεσιβλήτου

 --------------------

 

Γ. Παπαθεοδώρου, Εφεσείων

Ν. Μαλλούρη (κα), για τον Εφεσίβλητο

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Ο Εφεσείων, πρωτοδίκως Ενάγων, με αγωγή που καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αξίωνε με την Έκθεση Απαίτησης από τον Εφεσίβλητο - Εναγόμενο το ποσό των €600 «ως υπόλοιπο συμφωνηθείσης ή/και λογικής ή/και τρέχουσας αξίας αμοιβής/εξόδων αναφορικά με δικηγορικές υπηρεσίες που πρόσφερε προς τον Εναγόμενο».

 

Η ακρόαση της αγωγής διεξήχθη στη βάση «Ταχείας Εκδίκασης», σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 των τότε ισχυόντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την κατάθεση εγγράφως της μαρτυρίας των διαδίκων με ένορκες δηλώσεις και χωρίς αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.

 

Ο Εφεσείων, δικηγόρος στο επάγγελμα από το 1975, στην ένορκη του δήλωση, ανέφερε ότι με εν μέρει προφορική και εν μέρει γραπτή συμφωνία, η οποία έγινε γύρω στις 11.6.14, ο Εφεσίβλητος τού ανέθεσε  επ’ αμοιβή:

 

(i) Την εκπροσώπηση του σε ποινική υπόθεση που καταχώρισε ο Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων εναντίον του, ως κατηγορούμενου 3. Ο Εφεσίβλητος ήταν μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας Coralo Rental Cars Ltd – κατηγορούμενης 1 στην εν λόγω ποινική υπόθεση. Διευθυντής και μέτοχος της Coralo ήταν και ο κατηγορούμενος 2, ο Κατσός, τον οποίο εκπροσωπούσε ο Εφεσείων.

 

(ii) Τη διενέργεια συναντήσεων και διαβουλεύσεων με τον Εφεσίβλητο, τον Κατσό και άλλα πρόσωπα, προς τον σκοπό επίτευξης συμφωνίας μεταβίβασης στον Εφεσίβλητο των μετοχών που κατείχε ο Κατσός στην εταιρεία Coralo.

 

(iii) Τη μελέτη, συζήτηση και σύνταξη συμφωνητικού εγγράφου, ημερ. 27.10.14, με βάση το οποίο ο Κατσός συμφώνησε, μεταξύ άλλων, να μεταβιβάσει στον Εφεσίβλητο όλες τις μετοχές του που κατείχε στην εταιρεία Coralo.

 

Ειδικότερα, ο Εφεσείων, στην §5 της ένορκης του δήλωσης, προέβαλε ότι είχε συνάντηση με τον Εφεσίβλητο και τον Κατσό και επαφές με τον λογιστή της εταιρείας Coralo και αφού πήρε οδηγίες από τον Εφεσίβλητο, έδωσε προφορική γνωμάτευση για την ακολουθητέα διαδικασία στην ποινική υπόθεση, η οποία ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση στις 11.6.14 και ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 11.6.14, 25.6.14 και 29.10.14. Στην ίδια παράγραφο ανέφερε τα εξής: «Από το γραφείο μου παρουσιάσθηκε η συνάδελφος δικηγόρος Αντρούλλα Χατζημιχαήλ, η οποία ήταν εργοδοτούμενη μου». Στην §9 της ένορκης δήλωσης του ανέφερε: «… Εκ μέρους του γραφείου μου εμφανίζετο ο δικηγόρος Στέφανος Παπαθεοδώρου ή η Αντρούλλα               Χ’’ Μιχαήλ. Παρόντες στο Δικαστήριο ήταν ο κατηγορούμενος 2. Ο Εναγόμενος, ο οποίος ήταν ο κατηγορούμενος 3 δεν εμφανίσθηκε. Ακολούθως η υπόθεση ορίσθηκε για την 29.10.2014 για Ακρόαση για τον Κατηγορούμενο 2, Γ. Κατσό, και για Γεγονότα και Ποινή για τους Κατηγορούμενους 1 και 3. Χωρίς να είμαι ενήμερος, στο Δικαστήριο εμφανίσθηκε και ο συνάδελφος Μιχάλης Κιτρομηλίδης για τον Εναγόμενο και κατηγορούμενο 3 στην άνω ποινική υπόθεση». Επιπρόσθετα, ο Εφεσείων ισχυρίστηκε ότι ο Εφεσίβλητος ανέλαβε γραπτώς την πληρωμή όλων των δικηγορικών εξόδων (αμοιβής) του, που αφορούσαν τις συναντήσεις και άλλες εργασίες, οι οποίες έγιναν μεταξύ του Εφεσίβλητου και του Κατσού, αναφορικά με την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την εταιρεία Coralo. Οι σχετικές διαβουλεύσεις μεταξύ του Εφεσίβλητου και του Κατσού κατέληξαν στη γραπτή συμφωνία ημερ. 27.10.14, η οποία, με οδηγίες του Εφεσίβλητου και του Κατσού, αποτέλεσε το συμφωνητικό έγγραφο το οποίο ετοίμασε ο ίδιος (ο Εφεσείων), μελέτησαν τα δύο μέρη και το υπέγραψαν ενώπιον του ως μάρτυρα. Με βάση τον όρο 7, ο Εφεσίβλητος ανέλαβε να καταβάλει όλα τα έξοδα για τη σύνταξη του εν λόγω εγγράφου, ενώ με τον όρο 6.1 ο Εφεσίβλητος συμφώνησε να καταβάλει όλα τα έξοδα που αφορούσαν την ποινική υπόθεση. Αφού ολοκλήρωσε τις πιο πάνω εργασίες που του είχαν ανατεθεί από τον Εφεσίβλητο, εξέδωσε στις 11.11.14 τιμολόγιο για €1.500, πλέον 19% Φ.Π.Α., σύνολο €1.785, το οποίο απέστειλε στον Εφεσίβλητο. Στις 20.11.14, ο Εφεσίβλητος τού  ζήτησε τηλεφωνικώς έκπτωση, χωρίς να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του τιμολογίου και όταν ο ίδιος αρνήθηκε, του ζήτησε όπως προβεί σε τμηματική πληρωμή, όπως και έπραξε, αφού μεταξύ των ημερομηνιών 27.1.15 και 29.10.15 κατέβαλε το συνολικό ποσό των €1.185. Στις 11.11.14 και στις 27.3.17 απέστειλε επιστολές στον Εφεσίβλητο, καλώντας τον να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό με βάση το τιμολόγιο, όμως αυτός, παρά τις υποσχέσεις του, δεν το έπραξε.

 

Ο Εφεσίβλητος, στην ένορκη του δήλωση, ανέφερε ότι δεν είχε σχέση πελάτη - δικηγόρου με τον Εφεσείοντα. Αντίθετα, ο Εφεσείων ήταν δικηγόρος του Κατσού. Προέβαλε επίσης ο Εφεσίβλητος πως ο Εφεσείων ουδέποτε εκπροσώπησε στο Δικαστήριο είτε τον ίδιο, είτε την εταιρεία Coralo. Ούτε και ο ίδιος ο Εφεσίβλητος τού έδωσε οδηγίες να προχωρήσει σε οποιεσδήποτε εξωδικαστηριακές εργασίες για λογαριασμό του. Στις 11.6.14, όταν η ποινική υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, ο ίδιος ως κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε καθότι ήταν άρρωστος και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Στις 25.6.14 παρουσιάστηκε με τον δικηγόρο του τον Τσολακίδη (από το δικηγορικό γραφείο Κιτρομηλίδη), ο οποίος εμφανίστηκε εκείνη τη μέρα και για την εταιρεία Coralo. Η υπόθεση επαναορίστηκε στις 29.10.14, οπότε εμφανίστηκε ξανά για τον ίδιο και την εταιρεία ο δικηγόρος Τσολακίδης και η υπόθεση αποσύρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Εφεσείων εμφανίστηκε κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες για τον Κατσό (Τεκμήρια 2 και 3). Το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 27.10.14, συντάχθηκε μετά από οδηγίες του Κατσού προς τον Εφεσείοντα δικηγόρο του. Ο Εφεσείων περιέλαβε στον κατάλογο εξόδων που απέστειλε (στον Εφεσίβλητο), εργασίες τις οποίες δεν είχε διεκπεραιώσει, καθώς και άλλες εργασίες οι οποίες αφορούσαν τον Κατσό. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε και παρά το ότι ο Εφεσείων δεν λάμβανε υπόψη τις διαμαρτυρίες του ως προς τις χρεώσεις, προχώρησε καλόπιστα στην πληρωμή διαφόρων ποσών, αν και δεν ενημερώθηκε προηγουμένως για το κόστος οποιασδήποτε εργασίας. Ο Εφεσίβλητος τόνισε ότι ουδέποτε αποδέχθηκε τις χρεώσεις που αργότερα ζητούσε ο Εφεσείων με την αγωγή, τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την ενώπιον του έγγραφη μαρτυρία, απέρριψε αυτή του Εφεσείοντος, αποδέχτηκε ως ορθή και αληθή αυτή του Εφεσίβλητου και απέρριψε την αγωγή.

 

Ο Εφεσείων δεν έμεινε ικανοποιημένος από την πιο πάνω απόφαση και καταχώρισε την υπό κρίση έφεση, προβάλλοντας τρεις λόγους έφεσης. Συγκεκριμένα, ο Εφεσείων παραπονείται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε, δεν εξέτασε και σε κανένα εύρημα δεν προέβη αναφορικά με την αξίωση του, η οποία αφορούσε παραδεδεγμένο/εκκαθαρισμένο λογαριασμό και συνίστατο στο ότι ο Εφεσίβλητος συμφώνησε και ανέλαβε να καταβάλει στον Εφεσείοντα το ποσό του τιμολογίου ημερ. 11.11.14 εκ €1.500, πλέον €285 Φ.Π.Α., το οποίο ο Εφεσίβλητος συμφώνησε και αποδέχθηκε όπως το καταβάλει (πρώτος λόγος). Περαιτέρω, ο Εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι ο Εφεσίβλητος δεν του ανέθεσε τις εργασίες για τις οποίες αξίωσε την πληρωμή των ποσών με το τιμολόγιο ημερ. 11.11.14 (δεύτερος λόγος). Τέλος, ο Εφεσείων υποστηρίζει πως η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν νομιμοποιείται σε αμοιβή του από τον Εφεσίβλητο αναφορικά με την ποινική υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι λανθασμένη και αντίθετη με τη δοθείσα μαρτυρία (τρίτος λόγος).       

 

Θεωρούμε ευχερέστερο να ξεκινήσουμε με τον τρίτο λόγο έφεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν πίστεψε τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος περί ανάθεσης στον ίδιο της εν λόγω ποινικής υπόθεσης από τον Εφεσίβλητο. Το Δικαστήριο βασίστηκε στην κατάληξη του αυτή στα Τεκμήρια 2 και 3 τα οποία ήταν επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση του Εφεσίβλητου, από τα οποία εμφαίνεται ότι το γραφείο του Εφεσείοντος παρουσιάστηκε μόνο για τον Κατσό, ενώ ο Εφεσίβλητος είχε άλλο δικηγόρο. Παραθέτουμε το σκεπτικό του Δικαστηρίου:

 

«Προχωρώντας στην αξιολόγηση και εκτίμηση της μαρτυρίας, και ξεκινώντας από τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα, σημειώνω ότι όλα όσα προβάλλει περί ανάθεσης περί την 11.6.2014 από τον εναγόμενο της εκπροσώπησης και υπεράσπισης του τελευταίου στην ποινική υπόθεση 8906/2014 και τις συναφείς εμφανίσεις του στο Δικαστήριο για τον εναγόμενο ως κατηγορούμενο 3, αλλά και γενικότερα πλείστα όσα αναφέρει σε σχέση με την πορεία της ποινικής υπόθεσης, διαψεύδονται και καταρρίπτονται πλήρως από τα πρακτικά της διαδικασίας που κατέθεσε ο εναγόμενος ως Τεκμήρια 2 και 3, τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν. Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται στην παράγραφο 5 της γραπτής του μαρτυρίας ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σε τρεις ημερομηνίες, ήτοι στις 11.6.2014, 25.6.2014 και 29.10.2014 και συγκεκριμένα παρουσιάστηκε από το γραφείο του η κα Χατζημιχαήλ. Στην παράγραφο 9 αναφέρει ότι στις 11.6.2014 εκ μέρους του γραφείου του εμφανίζετο ο δικηγόρος Στ. Παπαθεοδώρου ή η κα Χατζημιχαήλ, ενώ ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε και η υπόθεση ορίστηκε 29.10.2014. Σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του, ο ενάγων προσθέτει ότι εμφανίστηκε και ο δικηγόρος κ. Κιτρομηλίδης για τον εναγόμενο - κατηγορούμενο 3. Δηλαδή ότι εμφανίστηκε ο κ. Κιτρομηλίδης για τον εναγόμενο μαζί με τον ενάγοντα. Εν τούτοις, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπόθεσης τα οποία ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί, σχεδόν τίποτε από όλα αυτά ισχύει. Η πρώτη φορά που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο εναγόμενος - κατηγορούμενος 3 ήταν στις 25.6.2014, ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκε για αυτόν και για την εταιρεία ο δικηγόρος κ. Τσολακίδης από το γραφείο του κ. Κιτρομηλίδη. Ο δε ενάγων, ή τουλάχιστον κάποιος δικηγόρος με το επώνυμο Παπαθεοδώρου (προφανώς είτε ο ενάγων είτε ο κ. Στέφανος Παπαθεοδώρου) παρουσιάστηκε μόνο για τον κατηγορούμενο 2 Γεώργιο Κατσό (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου). Στις 29.10.2014, οι εμφανίσεις ήταν οι ίδιες, δηλαδή ο κ. Τσολακίδης για τον εναγόμενο – κατηγορούμενο 3 και την εταιρεία – κατηγορούμενη 1, και ο κ. Παπαθεοδώρου μόνο για τον κατηγορούμενο 2 κ. Κατσό. Η δε κα Χατζημιχαήλ ουδέποτε παρουσιάστηκε, και ο ενάγων ή οποιοσδήποτε άλλος δικηγόρος από το γραφείο του ουδέποτε εμφανίστηκαν για τον εναγόμενο, είτε μόνοι τους είτε μαζί με τον κ. Κιτρομηλίδη (ή τον κ. Τσολακίδη), ως οι ισχυρισμοί του ενάγοντα. Κατά την εν λόγω δικάσιμο 29.10.2014, οι τρεις κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή και η υπόθεση αποσύρθηκε από την κατηγορούσα αρχή, η οποία δεν προσέφερε μαρτυρία, η ποινική δίωξη διεκόπη και οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάγηκαν».

 

Το Δικαστήριο, στη συνέχεια, εξέτασε τη θέση του Εφεσείοντος ότι με βάση τη συμφωνία ημερ. 27.10.14 και συγκεκριμένα τον όρο 6, ο Εφεσίβλητος ήταν υπόχρεος να καταβάλει όλα τα δικηγορικά έξοδα της ποινικής υπόθεσης, επομένως και τα έξοδα που αφορούσαν την, κατ’ ισχυρισμόν, εκπροσώπηση του Εφεσίβλητου στην ποινική διαδικασία από τον ίδιο.

 

Για καλύτερη κατανόηση των εγερθέντων ζητημάτων, κρίνουμε χρήσιμο να παραθέσουμε στο σημείο αυτό, αυτούσιους τους όρους 6 και 7 της συμφωνίας ημερ. 27.10.14, διευκρινίζοντας ότι το «πρώτο μέρος» της συμφωνίας είναι ο Εφεσίβλητος και το «δεύτερο μέρος» είναι ο Κατσός:

 

«6. Το ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ επίσης αναλαμβάνει τις ακόλουθες υποχρεώσεις προς το ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ.

 

1. Όπως πληρώσει όλα τα έξοδα ήτοι δικηγορικά, δικαστικά ή τυχόν πρόστιμο ή οτιδήποτε άλλο επιβληθεί στο ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ στην ποινική υπόθεση Αρ. 8960/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορά κατηγορητήριο καταχωρηθέν από τον Διευθυντή του Τμήματος Προσόδων εναντίον της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ και των ΔΥΟ ΜΕΡΩΝ. [...].

 

7.   Το ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ αναλαμβάνει επίσης να καταβάλει όλα τα έξοδα τα οποία θα χρειασθούν για τη σύνταξη του εγγράφου αυτού, της χαρτοσήμανσης του και της κατάθεσής του στο αρμόδιο Κτηματολόγιο και την υλοποίηση των συμφωνηθέντων, όπως όλων των μεταβιβαστικών, εξόδων, φόρων ή οποιονδήποτε επιβαρύνσεων ή τελών ή χαρτοσήμων ή οτιδήποτε άλλο χρειασθεί ούτως ώστε το ΚΤΗΜΑ να μεταβιβασθεί στο ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ όπως στην παράγραφο 4 πιο πάνω εκτίθεται».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε πως με βάση τον όρο 6.1. της συμφωνίας ημερ. 27.10.14, ο Εφεσίβλητος είχε υποχρέωση έναντι του Κατσού και όχι του Εφεσείοντος, να καταβάλει τα όποια δικηγορικά έξοδα και πρόστιμα τυχόν θα επιβάλλοντο στον Κατσό στην ποινική υπόθεση, καθώς και με τον όρο 7 να καταβάλει τα έξοδα σύνταξης της συμφωνίας, εξ ου και οι διάφορες πληρωμές που έκανε ο Εφεσίβλητος στον Εφεσείοντα. Κατέληξε δε στο εύρημα πως ουδέποτε ο Εφεσίβλητος ανέθεσε στον Εφεσείοντα την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του ιδίου στην ποινική υπόθεση και ότι ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να διεκδικεί δικηγορικά έξοδα για εμφανίσεις τις οποίες ουδέποτε πραγματοποίησε. 

 

Κατ’ αρχάς, να αναφέρουμε πως, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Χ’’ Λούκας κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 96/16, ημερ. 17.7.24).

 

Εν προκειμένω, συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την ποινική υπόθεση. Κρίνουμε πως το εύρημα ότι ο Εφεσείων δεν εκπροσωπούσε τον Εφεσίβλητο ήταν ορθό και εύλογο και στηρίζετο στην ενώπιον του μαρτυρία. Ο ισχυρισμός του Εφεσείοντος ότι ο Εφεσίβλητος τού ανέθεσε την εκπροσώπηση του στην ποινική υπόθεση με εν μέρει προφορική και εν μέρει γραπτή συμφωνία, η οποία έγινε στις 11.6.14 δεν τεκμηριώθηκε, όπως ορθώς ανέφερε το Δικαστήριο. Καμιά γραπτή συμφωνία ημερ. 11.6.14 που να αποκαλύπτει ότι ο Εφεσίβλητος τού ανέθεσε την εκπροσώπησή του στην ποινική υπόθεση δεν παρουσίασε ο Εφεσείων. Από δε τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης (Τεκμήρια 2 και 3), προέκυπτε ξεκάθαρα ότι ο Εφεσίβλητος δεν είχε δικηγόρο τον Εφεσείοντα, αλλά άλλο δικηγόρο.

 

Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων προσβάλλει την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος δεν ανέθεσε στον Εφεσείοντα τις εργασίες για τις οποίες αξίωσε πληρωμή, με βάση το τιμολόγιο ημερ. 11.11.24. Αναφορικά με τις χρεώσεις σε σχέση με την ποινική υπόθεση έχουμε ήδη αποφανθεί πιο πάνω, κατά την εξέταση του τρίτου λόγου έφεσης. Πέραν της ποινικής υπόθεσης, ο Εφεσείων διεκδικούσε με το τιμολόγιο έξοδα για τη μελέτη, επεξεργασία, συζήτηση και σύνταξη του συμφωνητικού εγγράφου. Όπως ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, με βάση τον όρο 7, ο Εφεσίβλητος ανέλαβε τα έξοδα μελέτης και σύνταξης της συμφωνίας, εξ ου και οι διάφορες πληρωμές που ήδη είχε κάνει, οι οποίες ήδη είχαν καλυφθεί εφόσον ήταν παραδεκτό ότι προέβη σε πληρωμές προς τον Εφεσείοντα συνολικού ύψους €1.185. Συμφωνούμε με την κατάληξη του Δικαστηρίου πως ο Εφεσίβλητος δεν όφειλε να καταβάλει οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό στον Εφεσείοντα. 

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων προβάλλει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την αξίωση του, η οποία αφορούσε παραδεδεγμένο/εκκαθαρισμένο λογαριασμό. Στην αιτιολογία αυτού προβάλλεται η θέση πως ο Εφεσίβλητος παρέλαβε το τιμολόγιο ημερ. 11.11.14 με το οποίο ο Εφεσείων του ζητούσε να καταβάλει το ποσό των €1.500, πλέον €285 Φ.Π.Α., το οποίο και αποδέκτηκε, ακολούθως δε πλήρωσε τμηματικά μεγάλο μέρος του. Προβάλλεται, επίσης, πως η θέση του τόσο στο δικόγραφο του όσο και στην ένορκη του δήλωση πως ο Εφεσίβλητος απεδέχθη το τιμολόγιο, δεν αμφισβητήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Εισηγήθηκε πως υπήρχαν όλα τα στοιχεία του παραδεδεγμένου λογαριασμού και πως το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εκδώσει απόφαση υπέρ του με αυτή τη βάση αγωγής.

 

Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς το τι συνιστά ο παραδεδεγμένος - εκκαθαρισμένος λογαριασμός μπορεί να αντληθεί από την Κουρουκλάρης ν. Κωνσταντίνου (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3155, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά ξεχωριστή ενοχική αξίωση και αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου (Ττόκου ν. Σεργίου (1993) 1 ΑΑΔ 60). Όπως συνοψίζεται σχετικά επί του προκειμένου στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ (2005) 1 ΑΑΔ 610, 615:

 

«Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.»

 

 Αυτή είναι η έννοια του παραδεδεγμένου λογαριασμού, ως αυτοτελούς αγώγιμου δικαιώματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, όντως, δεν βρισκόμαστε ενώπιον τέτοιας περίπτωσης. Δεν τέθηκε ούτε υπό τύπο δικογράφησης στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά ούτε και μέσω της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, ζήτημα εκκαθαρισμένου λογαριασμού». 

 

Έχουμε εξετάσει με προσοχή τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί από τον Εφεσείοντα, τα οποία όμως δεν υιοθετούμε. Από την υπεράσπιση του Εφεσιβλήτου, αλλά και από τη μαρτυρία του, την οποία το Δικαστήριο εύλογα έκρινε ως αξιόπιστη, προκύπτει πως ο Εφεσίβλητος ποτέ δεν αποδέχθηκε ότι το υπόλοιπο ήτο ορθό ή ότι όφειλε να το καταβάλει. Επομένως, δεν προέκυπτε περίπτωση παραδεδεγμένου λογαριασμού. Η μαρτυρία του Εφεσείοντος κρίθηκε αναξιόπιστη και το γεγονός αυτό οδήγησε και στην απόρριψη της απαίτησης του Εφεσείοντος, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης. Δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος παρέμβασης για ανατροπή της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Έπεται πως και ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €1.100 πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ του Εφεσίβλητου και εις βάρος του Εφεσείοντος.

 

 

 

 

                                                                            Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο