ΜΟΗΑΜΜΑD NIZAM UDDIN FARUQUE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 30/2023, 26/1/2026
print
Τίτλος:
ΜΟΗΑΜΜΑD NIZAM UDDIN FARUQUE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 30/2023, 26/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 (Ποινική Έφεση Αρ.: 30/2023)

 

26 Ιανουαρίου 2026


[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]


 ΜΟΗΑΜΜΑD NIZAM UDDIN FARUQUE,

Εφεσείων,

 

ν.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

 

_________________

 

Γ. Λουκαΐδης για Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Σ. Πίπη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη. 

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας αντιμετώπισε πρωτόδικα την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Ειδικότερα, του αποδόθηκε ότι στις 2/1/2021 στη συμβολή των οδών Πίνδου με Αγίων Αναργύρων στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΝΥΚ776 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή κατά παράβαση Άρθρων του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου Ν.86/1972, όπως έχει τροποποιηθεί.

 

          Το όχημα που οδηγούσε ο εφεσείοντας ήταν μοτοσυκλέτα. Μετά από μία σύντομη ακροαματική διαδικασία, όπου έδωσαν μαρτυρία ο αστυφύλακας εξεταστής της υπόθεσης ΜΚ1, η οδηγός του οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε η μοτοσικλέτα του εφεσείοντα ΜΚ2 και ο ίδιος ο εφεσείοντας μετά που κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η κατηγορία που αντιμετώπισε ο εφεσείοντας αποδείχτηκε στον απαιτούμενο βαθμό και τον έκρινε ένοχο στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης.

 

Το τι ουσιαστικά καταλογίστηκε στον κατηγορούμενο είναι ότι επιχείρησε να προσπεράσει από δεξιά το προπορευόμενο του όχημα, το οποίο οδηγούσε η ΜΚ2, ενώ το εν λόγω όχημα επιχειρούσε στρίψιμο, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτό. Το κρίσιμο ερώτημα, που, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της απόφασης, ήταν αποφασιστικό για την καταδίκη του κατηγορούμενου, ήταν κατά πόσο το προπορευόμενο όχημα, το οποίο οδηγείτο από την ΜΚ2, είχε δώσει εγκαίρως την κατάλληλη σηματοδότηση ότι θα έστριβε δεξιά.  Οι θέσεις των δύο εμπλεκομένων οδηγών στο θέμα αυτό ήταν διαμετρικά αντίθετες. Ο εφεσείοντας ισχυρίστηκε ότι η ΜΚ2 δεν έδωσε καμία σηματοδότηση για την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά ενώ η ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποίησε τον δεξιό δείκτη της προτού επιχειρήσει στροφή δεξιά.

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου αμφισβητείται με έξι λόγους έφεσης. Οι πέντε πρώτοι λόγοι έφεσης είναι συναφείς μεταξύ τους και αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο οποίο αποδίδεται ότι η αξιολόγηση ήταν λανθασμένη συνεπεία της οποίας κατέληξε σε λανθασμένα ευρήματα, δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία ούτε και ικανοποιητική εξήγηση για το πως το Δικαστήριο κατέληξε στα ευρήματά του, λανθασμένη αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΚ2 και λανθασμένη μη αποδοχή της μαρτυρίας του εφεσείοντα που είχαν ως κατάληξη τη λανθασμένη απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας ήταν ένοχος και/ή ότι υπέδειξε αμέλεια. Οι πέντε αυτοί λόγοι έφεσης λόγω συνάφειας θα εξεταστούν μαζί. Ο έκτος λόγος έφεσης, αναφέρεται σε λανθασμένη εφαρμογή από το πρωτόδικο Δικαστήριο των προνοιών του Κανονισμού 58(4)(α) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών.

 

Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τις αρχές επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που γίνεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον οι πέντε πρώτοι λόγοι έφεσης άπτονται του θέματος αυτού, όπως τις επαναλάβαμε στην πρόσφατη απόφασή μας ΠΑΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2022, ημερομηνίας 5/11/2025:

 

«Οι αρχές αυτές έχουν με σαφήνεια διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραθέτουμε ενδεικτικά το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Δ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:

«Οι αρχές που διέπουν τη δυνατότητα επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση των μαρτύρων από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το έργο του Εφετείου δεν είναι να επαναξιολογήσει τους μάρτυρες στη βάση της δικής του εμπειρίας και πρωτογενώς να επιτελέσει το έργο αυτό εξ' αρχής, υπό το πρίσμα των προβαλλόμενων λαθών ή σημείων που προτείνονται (Λ. Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2017, ημερ. 21/11/2017). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας και, συνακόλουθα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει, στο πλαίσιο της ενώπιον του ζωντανής διαδικασίας, την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων έχοντας ένεκα τούτου το ευεργέτημα της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες και της εντύπωσης που απεκόμισε για τον κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του. Η εξουσία του Εφετείου για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θα πρέπει, επομένως, να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ακριβώς ώστε να μην εξουδετερώνεται το πιο πάνω πλεονέκτημα που το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική και είναι εξ' αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του Δικαστηρίου (xxx Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5/10/2016). Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να κάνει τα ευρήματα τα οποία έκανε, σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Γ. Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2019, ημερ. 18/9/2020). Μόνο όπου παρατηρείται ρήγμα λόγω αντιφάσεων ή κενών ή ουσιωδών λαθών είναι επιτρεπτή η επέμβαση του Εφετείου. Πρέπει δε οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλ. να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευστεί (Κ. Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 294 και Α. Π. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2016, ημερ. 26/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:B395).»

Εναπόκειται δε, στον διάδικο που αμφισβητεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την αξιοπιστία, να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτά είναι εσφαλμένα (MYLONAS AND OTHERS ν. KAILI (1967) 1 C.L.R. 77, SAKELLARIDES ν. PAPASAVVA AND ANOTHER (1966) 1 C.L.R. 261, 262 και IMAM V. PAPACOSTAS (1968) 1 C.L.R. 207, 208).»

 

Σε ό,τι αφορά την ΜΚ2, είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αναφέρει στην απόφασή του κατά πόσο αποδέχεται τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη, ή κατά πόσο την απορρίπτει, κάτι το οποίο πράττει αναφορικά με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και εφεσείοντα για τους οποίους αναφέρει ότι άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο.

 

Για την ΜΚ2 αναφέρει «από τη μαρτυρία της ΜΚ2 δέχομαι ότι ανέφερε στον ΜΚ1 ότι έκανε χρήση του δείκτη της ότι θα έστριβε δεξιά. Το ότι ανέφερε το πιο πάνω στον ΜΚ1 καταγράφεται και στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2)».

 

          Καταλήγει δε, «γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός της ότι χρησιμοποίησε το δείκτη της κάτι το οποίο συνάδει με την πράξη της να κοντοσταθεί προ της στροφής» συμπέρασμα, όμως, το οποίο δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο. Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι δεν γίνονται αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της ότι όταν άρχισε να στρίβει δεν υπήρχε άλλο όχημα απέναντί της, κάτι οποίο αναίρεσε η ίδια αργότερα στη μαρτυρία της και ήταν αντίθετο με το παραδεκτό γεγονός ότι ερχόταν από απέναντί της όχημα που οδηγούσε τρίτο πρόσωπο. Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό της ότι δεν είδε τον εφεσείοντα, αφού από την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στην ορατότητά της όταν αυτή είχε ελέγξει τα καθρεφτάκια του οχήματός της. Δέχτηκε, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο τη θέση του εφεσείοντα ότι δεν είδε αναμμένο τον δείκτη του οχήματος της ΜΚ2 αναφέροντας όμως «χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πράγματι δεν ήταν αναμμένος ο δείκτης, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία που έχω ήδη κάνει αποδεκτή.»

 

Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου είχε κατατεθεί εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της η κατάθεση του οδηγού του οχήματος που ερχόταν από απέναντι. Στην εν λόγω κατάθεση ο οδηγός του οχήματος αναφέρει ότι όταν έφθασε κοντά στην οδό Πίνδου είδε από απόσταση περίπου 40 μέτρων ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι να κοντοστέκεται για λίγο στη μέση του δρόμου και στη συνέχεια να ξεκινά να στρίβει στην οδό Πίνδου. Ταυτόχρονα, είδε μια μοτοσυκλέτα να προσπερνά από δεξιά το εν λόγω αυτοκίνητο και συγκρούστηκαν. Δεν πρόσεξε να ήταν αναμμένος ο δείκτης για να δείξει πρόθεση στριψίματος.

 

Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει καμία τεκμηρίωση για την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχτεί τη μαρτυρία της ΜΚ2 ότι είχε ανάψει τον δείκτη του οχήματός της για να δείξει την πρόθεσή της να στρίψει. Αντίθετα, φαίνεται να έχει απορρίψει όλη την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ2, χωρίς να τεκμηριώνει γιατί την απέρριψε, και απλά αρκείται να αναφέρει ότι δέχεται ότι έθεσε τον δείκτη της σε λειτουργία. Θεωρούμε ακροσφαλή την αποδοχή αυτού του μέρους της μαρτυρίας της, πράγμα το οποίο οδηγεί αναπόφευκτα στην ανατροπή του ευρήματος περί αμέλειας του εφεσείοντα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρει ότι το επίπεδο οδήγησης που απαιτείται από έναν οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα. Το καθήκον του οδηγού εξετάζεται υπό το πρίσμα των γεγονότων που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη υπόθεση και το μέτρο είναι ο σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός. Σχετικές είναι οι αποφάσεις CHARALAMBOUS V. POLICE (1982) 2 CLR 134, ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1987) 2 CLR 86, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1989) 2 Α.Α.Δ. 1 και ΠΑΥΛΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1998) 2 Α.Α.Δ. 68

 

Απέτυχε όμως, ενόψει της λανθασμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας στην οποία προέβηκε, ειδικά αυτή της ΜΚ2, να καταλήξει τεκμηριωμένα στην αμέλεια του εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς να αξιολογήσει ουσιαστικά την ΜΚ2, προέβηκε σε αποδοχή της θέσης της ότι είχε ανάψει τον δείκτη της, δείχνοντας την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά, ενώ απέρριψε όλη την υπόλοιπη της μαρτυρία για λόγους σημαντικούς που είχαν να κάνουν με τη σύγκρουση των όσων είχε αναφέρει η ΜΚ2 με παραδεκτά γεγονότα. Ξενίζει λοιπόν, η απόφαση του Δικαστηρίου να δεχτεί ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια τη θέση της ότι είχε θέσει τον δείχτη του οχήματός της σε λειτουργία και μάλιστα, στη βάση αυτού και μόνο, να απορρίψει αντίθετον ισχυρισμό του εφεσείοντα. Περαιτέρω, δεν προβαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο σε εύρημα ότι, αν όντως είχε θέσει τον δείχτη της σε λειτουργία, τούτο έγινε έγκαιρα.

 

Τα πιο πάνω καθιστούν το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί αμέλειας του εφεσείοντα ακροσφαλές. Οι λόγοι έφεσης 1-5 επιτυγχάνουν.

 

Όσον αφορά τον έκτο λόγο έφεσης, που υπενθυμίζουμε προβάλλει τη θέση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ή εφάρμοσε τις πρόνοιες του Κανονισμού 58(4)(α) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, είναι ορθή η θέση του εφεσείοντα ότι ο εν λόγω Κανονισμός δεν υπάρχει στη νομική βάση της κατηγορίας που αποδίδετο στον εφεσείοντα αλλά ούτε και το Δικαστήριο προχώρησε σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου για να αποφασίσει ότι υπήρχε παράβαση του εν λόγω Κανονισμού. Επίσης, τυχόν παράβαση του εν λόγω Κανονισμού, δεν στοιχειοθετεί άνευ άλλου αμέλεια. Παράβαση Κανονισμού μπορεί να φέρει αντιμέτωπο τον παραβάτη με την παράβαση του αυτή αν οι σχετικοί κανονισμοί και ο νόμος στον οποίο βασίζονται δημιουργούν αδίκημα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει τη βάση για θεμελίωση της αμέλειας που χρειάζεται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της αμελούς οδήγησης.

 

Η πρωτόδικη απόφαση συνεπώς ακυρώνεται.

 

Έχουν τεθεί ενώπιόν μας τα πρακτικά της διαδικασίας στα οποία συμπεριλαμβάνεται η κυρίως εξέταση και αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και του εφεσείοντα. Με δεδομένο ότι ούτε μπορεί το Εφετείο να καταλήξει ότι όντως η ΜΚ2 έθεσε σε λειτουργία τον δείχτη του αυτοκινήτου της για την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά, αλλά ούτε και το χρονικό διάστημα που αν το έπραξε, το έπραξε, καθίσταται σαφές ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

Η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο εφεσείοντας αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετώπισε πρωτόδικα.

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο