ΣΑΒΒΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 308/2019, 21/1/2026
print
Τίτλος:
ΣΑΒΒΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 308/2019, 21/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 308/2019)

 

21 Ιανουαρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΣΑΒΒΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Εφεσείων/Ενάγων

v.

 

ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

 

Εφεσίβλητης/Εναγομένης

------------------------

 

Σ. Βασιλείου για Σ. Βασιλείου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Μ. Γαβριηλίδης για Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΘΩΜΑ, Δ.: Η Έφεση προσβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία απερρίφθη η αξίωση του Εφεσείοντος, ενάγοντος στην αγωγή, εναντίον της Εφεσίβλητης.  Με την αγωγή του ο Εφεσείων αξίωσε την κάλυψη των ζημιών, τις οποίες υπέστη το σκάφος αναψυχής του με την ονομασία DEBBIE JOAN (στη συνέχεια «το επίδικο σκάφος»), δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου, το οποίο είχε συνάψει με την Εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

 

        Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης, ενώ ο Εφεσείων στις 30.7.2011 οδηγούσε το επίδικο σκάφος, προκλήθηκε έκρηξη στη μηχανή του, η οποία προκάλεσε την ολοσχερή καταστροφή της.  Οι δε προκληθείσες συνεπεία της ως άνω έκρηξης ζημιές εμπίπτουν στις πρόνοιες του ρηθέντος ασφαλιστικού συμβολαίου, συνεπώς η Εφεσίβλητη υποχρεούτο να τις καλύψει, υποχρέωση την οποία η Εφεσίβλητη αρνήθηκε να εκπληρώσει.

 

        Η Εφεσίβλητη στην Έκθεση Υπεράσπισης της παραδέχεται τόσο τη σύναψη του ρηθέντος ασφαλιστικού συμβολαίου με τον Εφεσείοντα όσο και το ότι αυτό βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Προβάλλει όμως τον ισχυρισμό ότι η έκρηξη, που επεσυνέβη στο επίδικο σκάφος, προκλήθηκε από εσωτερική ανάφλεξη ή και προκλήθηκε στο εσωτερικό της μηχανής, κάτι  το οποίο δεν καλύπτεται από το ασφαλιστικό συμβόλαιο.

 

         Η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής κατέληξε σε εύρημα ότι η ζημιά στη μηχανή του επίδικου σκάφους προκλήθηκε συνεπεία «οπισθοδρόμησης ανάφλεξης» (backfire explosion), η οποία είχε ως αιτία τη μηχανική βλάβη.  Με βάση το ανωτέρω εύρημα της οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η προκληθείσα ζημιά δεν μπορεί να ενταχθεί στην έννοια του ασφαλισμένου κινδύνου έναντι έκρηξης, συμπέρασμα το οποίο την οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής.

 

Η ΕΦΕΣΗ

 

        Ο Εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με πέντε λόγους έφεσης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: (1) το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε σε εύρημα ότι η οπισθοδρόμηση ανάφλεξης συνιστά μηχανική βλάβη, (2) λανθασμένα κατέληξε σε εύρημα ότι η αιτία πρόκλησης της οπισθοδρόμησης ανάφλεξης ήταν η μηχανική βλάβη και όχι το αντίστροφο, (3) λανθασμένα κατέληξε σε εύρημα ότι η βλάβη την οποία υπέστη η μηχανή δύναται να χαρακτηριστεί ως «κρυφό ελάττωμα», με βάση τον σχετικό όρο του ασφαλιστικού συμβολαίου, (4) λανθασμένα κατέληξε σε εύρημα ότι εφόσον η ζημιά προκλήθηκε στη μηχανή του επίδικου σκάφους, αυτή εξαιρείται από την κάλυψη που προσφέρει το ασφαλιστικό συμβόλαιο, ακόμα και αν προκλήθηκε από «κρυφό ελάττωμα» και (5) λανθασμένα κατέληξε σε εύρημα ότι η ζημιά δεν προκλήθηκε από έκρηξη αλλά από μηχανική βλάβη.

 

        Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων έφεσης, θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι η μηχανή του επίδικου σκάφους επιθεωρήθηκε μετά το περιστατικό, προς τον σκοπό της διαπίστωσης του εύρους των ζημιών που υπέστη, από τον μηχανικό πλοίων Δήμο Δήμου, ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση.  Το πρόσωπο αυτό δεν κατέστη δυνατό να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία για τον λόγο ότι απεβίωσε στο μεταξύ.  Η έκθεση του όμως κατατέθηκε ως τεκμήριο και αποτέλεσε μέρος του μαρτυρικού υλικού, ως εξ ακοής μαρτυρία.  Το περιεχόμενο της επεξηγήθηκε στο Δικαστήριο από τον Μ.Ε.4, ο οποίος κατέθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, μηχανολόγου μηχανικού πλοίων.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, πιο συγκεκριμένα  ότι το περιεχόμενο της ρηθείσας έκθεσης ήταν αποδεκτό από πλευράς Εφεσίβλητης, αποφάσισε να προσδώσει βαρύτητα σε  αυτό, με βάση το Άρθρο 27(1) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.  Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφασίζοντας τη βαρύτητα που θα προσέδιδε στην ως άνω έκθεση, ενήργησε εντός των εξουσιών που του παρέχει το Άρθρο 27(1) του Κεφ. 9 (Genemp Trading Ltd v Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2013) 1 Α.Α.Δ. 2059).

 

        Λόγω της συνάφειας των δύο πρώτων λόγων έφεσης, θεωρούμε ορθό όπως τους συνεξετάσουμε.  Ως έχουμε ήδη αναφέρει, με τον πρώτο λόγο ο Εφεσείων προσβάλλει το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η οπισθοδρόμηση ανάφλεξης συνιστά μηχανική βλάβη, ενώ με τον δεύτερο λόγο προσβάλλει το εύρημα ότι αιτία της πρόκλησης της οπισθοδρόμησης ανάφλεξης ήταν η μηχανική βλάβη και όχι το αντίστροφο. Στην αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης υποστηρίζεται ότι δεν δόθηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει θετικά ότι η αιτία πρόκλησης της έκρηξης από οπισθοδρόμηση ανάφλεξης ήταν η μηχανική βλάβη, καθώς και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναγάγοντας σε αιτία της έκρηξης τη μηχανική βλάβη, δεν διέγνωσε ή και δεν προέβηκε σε εύρημα ως προς το ποια ήταν η εν λόγω μηχανική βλάβη.

 

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα:

 

«Η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από πλευράς ενάγοντα και ειδικότερα αυτή του ΜΕ4, αναδεικνύει ότι παρά την αναφορά της αιτίας πρόκλησης ζημιάς στη μηχανή από έκρηξη, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ανεπιθύμητη, προκλήθηκε όπως εξήγησε ο ΜΕ4: «Αν είναι μεγαλύτερες αυτές οι δυνάμεις που εξασκούνται πάνω στα κινούμενα μέρη τότε έχουμε το ενδεχόμενο όπως καλή ώρα στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχουμε ζημιές, τεμαχισμό των συνδετικών ράβδων και οποιωνδήποτε άλλων ζημιών με αποτέλεσμα να σταματήσει η μηχανή και να μην λειτουργεί και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό συνέβηκε. Έγινε μια οπισθοδρόμηση ανάφλεξης, backfire explosion εκτός του θαλάμου συμπίεσης προφανώς λόγω του ότι υπήρξε, μπορεί, δεν ξέρω, δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς τον λόγο, κάποια διαφορετική αναλογία μεταξύ καυσίμου και αέρος, δημιουργήθηκε αυτό το καύσιμο, το οποίο δεν ήταν το επιθυμητό και καταλήξαμε στο backfire explosion.  

 

Με τα όσα παρέθεσε λοιπόν ο ΜΕ4 εξηγώντας την έκθεση τεκμήριο 4, δεν δίστασε να αναφέρει κατά την αντεξέταση του ότι οι εκρήξεις αυτές προκληθήκαν από μηχανική βλάβη όπως επίσης υποστήριξε ότι ο Δήμου στην έκθεση του περιγράφει τη μηχανική βλάβη που προκλήθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση τεκμήριο 4. Τα πιο πάνω δεν αφήνουν περιθώριο κατάληξης σε άλλο συμπέρασμα πέραν του ότι η αιτία πρόκλησης της οπισθοδρόμησης ανάφλεξης,  ήταν η μηχανική βλάβη και όχι το αντίστροφο".

 

Μελετήσαμε με προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε, καθώς και την έκθεση Δήμου (Τεκμήριο 4 το κείμενο στα Αγγλικά και Τεκμήριο 10 η μετάφραση του στα Ελληνικά), η οποία υιοθετήθηκε κατ’ ουσίαν από τον Μ.Ε.4.  Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστή, το εύρημα της ότι η αιτία πρόκλησης της οπισθοδρόμησης ανάφλεξης ήταν η μηχανική βλάβη δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη μαρτυρία του Μ.Ε.4, αλλά ούτε και στα ευρήματα της έκθεσης Δήμου.  Αυτό το οποίο ανέφερε ο Μ.Ε.4 ήταν ότι δεν μπορεί να ξέρει επακριβώς τον λόγο πρόκλησης της οπισθοδρόμησης ανάφλεξης.  Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του, το οποίο παρατίθεται και στην πρωτόδικη απόφαση:

 

«E.  Ποια είναι η διαφορά της μιας έκρηξης από την άλλη κύριε Πισσούριε; Αυτό πρέπει να κατανοήσουμε. 

A.   Η μια είναι επιθυμητή ή άλλη δεν είναι.

E.   Γιατί δεν είναι;

A.    Διότι έχει αποτελέσματα συνήθως κακά, αποτελέσματα επιβάρυνσης των κινούμενων μερών της μηχανής διότι μια μηχανή κατασκευάζεται για να δέχεται ορισμένη τακτοποιημένη επιβάρυνση, για να γίνεται η κίνηση. Αν είναι μεγαλύτερες αυτές οι δυνάμεις που εξασκούνται πάνω στα κινούμενα μέρη τότε έχουμε το ενδεχόμενο όπως καλή ώρα στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχουμε ζημιές, τεμαχισμό των συνδετικών ράβδων και οποιωνδήποτε άλλων ζημιών με αποτέλεσμα να σταματήσει η μηχανή και να μην λειτουργεί και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό συνέβηκε. Έγινε μια οπισθοδρόμηση ανάφλεξης, backfire explosion εκτός του θαλάμου συμπίεσης προφανώς λόγω του ότι υπήρξε, μπορεί, δεν ξέρω, δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς τον λόγο, κάποια διαφορετική αναλογία μεταξύ καυσίμου και αέρος, δημιουργήθηκε αυτό το καύσιμο, το οποίο δεν ήταν το επιθυμητό και καταλήξαμε στο backfire explosion».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Όπως έχουμε προσέξει, ο Μ.Ε.4 κατά την αντεξέταση του,  συμφώνησε ότι αυτό το οποίο περιέγραψε στη μαρτυρία του ήταν προϊόν μιας μηχανικής βλάβης.  Στη συνέχεια όμως διευκρίνισε ότι η μηχανική βλάβη είναι το αποτέλεσμα, το τι θα προκύψει δηλαδή.  Παραθέτουμε αυτούσια την επεξήγηση που έδωσε, η οποία επίσης παρατίθεται στην πρωτόδικη απόφαση:

 

«Α. Ναι, είναι μια μηχανική βλάβη όπως πολλές μηχανικές βλάβες που μπορούν να παρουσιαστούν ανά πάσα στιγμή σε μια μηχανή. Το θέμα της μηχανικής βλάβης είναι το αποτέλεσμα τι θα προκύψει από μια μηχανική βλάβη. Σε μια μηχανική βλάβη μπορεί να έχουμε για παράδειγμα ελλιπή λίπανση, το λάδι στη μηχανή να μην κυκλοφορεί, να έχουμε ελλιπή ψύξη. Αυτό είναι μηχανική βλάβη. Κάτω από τη μηχανική βλάβη μπαίνουν όλα Εντιμότατη, δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο, αλλά όλα».

(έμφαση δοθείσα)

 

Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι κατά την επανεξέταση του ο Μ.Ε.4 διευκρίνισε, έτι περαιτέρω, ότι η μηχανική βλάβη προήλθε από ένα backfire explosion, όρος ο οποίος αποδόθηκε στα Ελληνικά ως «οπισθοδρόμηση ανάφλεξης», με αποτέλεσμα το σπάσιμο της συνδετικής ράβδου αρ. 4, ακολούθως δε κομμάτια από την ως άνω συνδετική ράβδο εκτοξεύθηκαν στους διπλανούς κυλίνδρους αρ. 3 και 5. Το αποτέλεσμα δε, ήταν να σταματήσει η λειτουργία της μηχανής.

 

Δεν διαφεύγει φυσικά την προσοχή μας ότι ο Δήμου στην έκθεση του αναφέρει επί λέξει ότι «η ξαφνική παύση της λειτουργίας της μηχανής, η οποία προκλήθηκε από τα κατεστραμμένα κινούμενα μέρη που παρεμπόδιζαν την ομαλή λειτουργία της μηχανής, προκάλεσαν έκρηξη στη μηχανή από οπισθοδρόμηση ανάφλεξης». Όμως, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Μ.Ε.4, ο οποίος συμφώνησε με τα ευρήματα της έκθεσης Δήμου, επεξήγησε ότι αυτά τα οποία περιέγραψε ο Δήμου στην Έκθεση του, πιο συγκεκριμένα τα αποκομμένα τεμάχια της συνδετικής ράβδου, τα οποία εκτοξεύθηκαν στην κοιλιά της μηχανής, ήταν το αποτέλεσμα της έκρηξης.  Θεωρούμε χρήσιμη την παράθεση του συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας του Μ.Ε.4:

 

«E.   Δηλαδή κύριε μάρτυς αυτά τα κομματάκια που είχαν κομματιαστεί στη ράβδο 3 και 4 όπως τα περιέγραψε ο κύριος Δήμου είναι αυτά που προκάλεσαν την έκρηξη στη μηχανή;

A.    Η έκρηξη στη μηχανή...μάλλον αυτά που βλέπετε είναι το αποτέλεσμα της έκρηξης. Η έκρηξη στη μηχανή προέρχεται όπως λέει και ο μακαρίτης ο φίλος Δήμος από οπισθοδρόμηση ανάφλεξης σε μια μηχανή.

E.    Τι σημαίνει αυτό το πράγμα; Συγγνώμη, ένα λεπτό πριν προχωρήσετε να σας διαβάσω κάτι από αυτό που λέει ο κύριος Δήμου στην αγγλική που είναι η πρωτότυπη έκθεση του.  Στη σελίδα 3 λέει το εξής, στο τέλος Εντιμότατη διαβάζω από το Τεκμήριο 4. (Διαβάζει) ''the sudden stop.... in the engine." Σας παρακαλώ μπορείτε να μας περιγράψετε σ' αυτό ακριβώς το σημείο όταν αυτά τα κινούμενα πράγματα προκάλεσαν σταμάτημα της μηχανής όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ πώς από αυτό το σημείο προκλήθηκε μια έκρηξη, backfire explosion όπως την ονομάζει ο κύριος Δήμου;

A.    Στη σελίδα 12 σας έδειξα την κοιλιά της μηχανής που είναι μέσα τα τεμαχισμένα μέρη των συνδετικών ράβδων 3 και 4 και η άποψη του κυρίου Δήμου είναι ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας έκρηξης, η οποία ονομάζεται backfire explosion. Τι συμβαίνει σε μια μηχανή εσωτερικής καύσης; Έχουμε διάφορες εκρήξεις μέσα στους κυλίνδρους. Η έκρηξη αυτή γίνεται λόγω της έκχυσης καυσίμου μαζί με ποσότητα αέρος. Αυτός ο χημικός, αυτό το χημικό συμπιέζεται, προκαλείται η έκρηξη και η έκρηξη αυτή είναι αυτό που δίνει την κίνηση στον σκυβαλοφόρο (μάλλον «στροφαλοφόρο») άξονα για να δώσει την κίνηση αν είναι αυτοκίνητο στους τροχούς, αν είναι σκάφος στην προπέλα. Όμως εκτός από αυτές τις κανονικές, επιθυμητές εκρήξεις έχουμε και άλλες εκρήξεις, οι οποίες μπορούν να συμβούν εκτός του θαλάμου συμπίεσης».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Προβάλλεται ακόμα στην αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης αφενός ότι δεν δόθηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι το «backfire  explosion» ερμηνεύεται ως οπισθοδρόμηση ανάφλεξης και αφετέρου ότι η ορθή ερμηνεία του «backfire explosion» είναι έκρηξη από οπισθοδρόμηση ανάφλεξης.

 

Τα ανωτέρω προβαλλόμενα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Αυτό διότι, ασχέτως της όποιας άλλης πιθανής, ίσως και ακριβέστερης απόδοσης στα ελληνικά ( π.χ. «προανάφλεξη», «αυτανάφλεξη»), στην παρούσα είχε δοθεί συγκεκριμένη μαρτυρία για τον όρο στα ελληνικά, μάλιστα με πρωτοβουλία της πλευράς του Εφεσείοντος. Επισημαίνουμε σχετικά ότι ο ίδιος ο Μ.Ε.4 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η επιστημονική ονομασία του όρου «backfire explosion» στα Ελληνικά είναι «οπισθοδρόμηση ανάφλεξης».  Θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι στην αντίστοιχη μετάφραση της έκθεσης Δήμου, η οποία παρουσιάστηκε ως το Τεκμήριο 10, ο όρος «backfire  explosion», που υπάρχει στο Αγγλικό κείμενο της έκθεσης – Τεκμήριο 4 – αποδίδεται στα Ελληνικά με τον ίδιο ακριβώς ανωτέρω όρο.

 

Με οδηγό λοιπόν τα όσα έχουμε παραθέσει πιο πάνω, καταλήγουμε ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αιτία πρόκλησης της οπισθοδρόμησης ανάφλεξης ήταν η μηχανική βλάβη και όχι το αντίστροφο, αντιστρατεύεται τη μαρτυρία που το ίδιο το Δικαστήριο αποδέχθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 αποσπασματικά και όχι στο σύνολο της, απομονώνοντας από την υπόλοιπη μαρτυρία τη θέση του περί μηχανικής βλάβης. Είναι συνεπώς αναγκαία η παρέμβαση μας προς τον σκοπό της ανατροπής του ανωτέρω ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου (Ιωακείμ v. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996 και P.S.T. Contractors & Developers Ltd v. Kozlowski, Πολ. Έφεση Αρ. 370/2017 ημερ. 16.12.2025).

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.

 

Η επιτυχία του δεύτερου λόγου έφεσης, έχει καταστήσει, κατά την άποψη μας, αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης, για αυτό δεν θα προχωρήσουμε στην εξέταση του.

 

Προχωρούμε στην εξέταση του πέμπτου λόγου έφεσης, ο οποίος είναι απόλυτα σχετικός με τον δεύτερο λόγο.  Με αυτόν ο Εφεσείων παραπονείται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο εύρημα ότι η ζημιά δεν προκλήθηκε από έκρηξη αλλά από μηχανική βλάβη, καθώς και ότι λανθασμένα δεν κατέληξε σε εύρημα ότι η ζημιά οφειλόταν σε έκρηξη, συνεπώς καλύπτεται από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η έκρηξη από οπισθοδρόμηση ανάφλεξης δεν εντάσσει το συμβάν στην έννοια του ασφαλισμένου κινδύνου έναντι έκρηξης ή και λανθασμένα έκρινε ότι «η περίληψη της λέξης explosion στο συμπέρασμα των ειδικών ότι η ζημιά προκλήθηκε από back fire explosion δεν εντάσσει το συμβάν στην έννοια του ασφαλισμένου κινδύνου έναντι έκρηξης». Προβάλλεται ακόμα ότι ο όρος 9.2.1.2 του ασφαλιστικού συμβολαίου καλύπτει περιπτώσεις που η ζημιά προκλήθηκε από εκρήξεις χωρίς να εισάγει οποιονδήποτε περιορισμό ή και εξαίρεση αναφορικά με τα είδη των εκρήξεων ή και τις αιτίες που τις προκάλεσαν.

 

Πρωτίστως θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο στο εύρημα του ότι αιτία πρόκλησης της οπισθοδρόμησης ανάφλεξης ήταν η μηχανική βλάβη και όχι το αντίστροφο, κατέληξε ότι η προκληθείσα ζημιά δεν μπορεί να ενταχθεί στην έννοια του ασφαλισμένου κινδύνου έναντι έκρηξης, οδηγούμενο στο συμπέρασμα ότι ο Εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι η ζημιά στη μηχανή του επίδικου σκάφους προκλήθηκε από ασφαλισμένο κίνδυνο.

 

Θεωρούμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσιο τον επίμαχο όρο του ασφαλιστικού συμβολαίου:

 

        «9          PERILS

      Subject always to the exclusions in this insurance

9.1         This insurance covers loss of or damage to the subject matter insured caused by:

9.1.1      Perils of the seas, rivers, lakes, or other navigable waters

9.1.2      Fire

9.1.3      Jettison

9.1.4      Piracy

9.1.5      Contact with dock or harbor equipment of installation, land conveyance, aircraft, or similar objects or objects falling there from

9.1.6      Earthquake Volcanic eruption or lightning

9.2         and provided such loss or damage has not resulted from want of due diligence by the assured Owners or Managers, this insurance covers

9.2.1      Loss of or damage to the subject matter insured caused by

9.2.1.1   Accidents in loading, discharging or moving stores, gears, equipment, machinery or fuel

9.2.1.2 Explosions».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Στην υπόθεση Λιπέρη v. Ecclesiastical Insurance Office plc κ.ά., Πολ. Έφεση 42/2013, ημερ. 19.7.2019, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την ερμηνεία των ασφαλιστικών συμβολαίων:

 

«Είναι νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου.  Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc. (1998) 1 W.L.R. 896).

 

Σε περίπτωση όρων στους οποίους εντοπίζονται αντιφάσεις ή αμφιβολίες, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι ο κανόνας ερμηνείας του κοινοδικαίου «verba chartarum forties accipiuntur contra proferentem», ήτοι, τυχόν αμφιβολίες ή ασάφειες επιλύονται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο. Ο κανόνας είναι συνδεδεμένος με τον άλλο γνωστό κανόνα ότι εκείνος ο διάδικος που βασίζεται σε εξαιρέσεις ή όρους που περιέχουν εξαιρέσεις, μπορεί να επιτύχει μόνο εάν η έννοια που αναδύεται είναι καθαρή ως αποτέλεσμα μιας λογικής ερμηνείας του όρου, (MacGillivray on Insurance Law 11η Έκδ. σελ. 309-311, παρ. 11-033 μέχρι 11-036).  Αυτό διότι οι όροι ενός συμβολαίου ετοιμάζονται από τους ίδιους τους ασφαλιστές και έτσι ο κανόνας είναι ότι πρέπει να ερμηνεύονται με αρνητική διάθεση και εναντίον τους, (Raul Colinvaux: The Law of Insurance 5η Έκδ. σελ. 37, παρ. 2-10)».

 

Απόλυτα σχετική με την ερμηνεία των ασφαλιστικών συμβολαίων είναι και η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SNP Asfalistiki Ltd v. Όθωνος, Πολ. Έφεση Αρ. 10/2018, ημερ. 17.12.2025.

 

        Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει τεθεί ζήτημα ασάφειας του  όρου 9.2 του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου.  Είναι ξεκάθαρο, κατά τη δική μας κρίση, ότι καλύπτει ζημιά στο επίδικο σκάφος, η οποία προκαλείται, μεταξύ άλλων, από εκρήξεις, χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό ή και καθορισμό των αιτιών πρόκλησης της έκρηξης.

 

          Ο Μ.Ε.4 στη μαρτυρία του χαρακτήρισε την οπισθοδρόμηση ανάφλεξης ως μίαν «ανεπιθύμητη» έκρηξη, αντιπαραθέτοντας την με τις «επιθυμητές» εκρήξεις οι οποίες επισυμβαίνουν κατά τη διαδικασία κανονικής λειτουργίας της μηχανής ενός σκάφους. Επιπρόσθετα, στη μετάφραση του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου στα Ελληνικά, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως τεκμήριο 13, ο Αγγλικός όρος «explosions» αποδίδεται ως «εκρήξεις».

 

Με οδηγό τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω καταλήγουμε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η προκληθείσα ζημιά δεν μπορεί να ενταχθεί στην έννοια του ασφαλισμένου κινδύνου έναντι έκρηξης είναι λανθασμένο. Με βάση τη μαρτυρία που το ίδιο το Δικαστήριο αποδέχθηκε, κρίνουμε ότι η οπισθοδρόμηση ανάφλεξης αποτελεί έκρηξη και ως εκ τούτου, η ζημιά την οποία υπέστη η μηχανή του επίδικου σκάφους καλύπτεται από τους όρους του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου.

 

Συνεπώς επιτυγχάνει και ο πέμπτος λόγος έφεσης.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων προσβάλλει ως λανθασμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η βλάβη την οποία υπέστη η μηχανή του επίδικου σκάφους δύναται να χαρακτηριστεί ως «κρυφό ελάττωμα», με βάση τον σχετικό όρο του ασφαλιστικού συμβολαίου. Στην αιτιολογία του λόγου αυτού προβάλλεται ότι το ως άνω εύρημα έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο προκλήθηκε η έκρηξη από οπισθοδρόμηση ανάφλεξης, αναφέροντας ως ενδεχόμενη αιτία την ύπαρξη κάποιας διαφορετικής αναλογίας μεταξύ καυσίμου και αέρα.

 

Εν πρώτοις θα πρέπει να αναφερθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά το συμπέρασμα του ότι η ζημιά στη μηχανή του επίδικου σκάφους δεν προκλήθηκε από ασφαλισμένο κίνδυνο, προχώρησε και εξέτασε τη θέση της Υπεράσπισης ότι στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο όρος 9.2.2 του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου.  Ο συγκεκριμένος όρος έχει ως ακολούθως:

 

9.2.2     Loss of or damage to the subject matter insured, excepting motor and connections (but strut, shaft or propeller) electrical equipment and batteries and connections, caused by:

9.2.2.1   Latent defects in hull or machinery, breakage of shafts or bursting of boilers (excluding the cost and expense of repairing the defective part broken shaft or burst boiler)”.

 

        Παραθέτουμε επίσης τη μετάφραση του ανωτέρω όρου στα Ελληνικά, μετάφραση η οποία εμπεριέχεται στο Τεκμήριο 13:

 


«9.2.2 ζημιά ή απώλεια στο ασφαλισμένο αντικείμενο, εκτός της μηχανής και των συνδέσεών της (αλλά όχι του εξωτερικού στηρίγματος του ελικοφόρου άξονα, του άξονα και της προπέλας), του ηλεκτρικού εξοπλισμού και των μπαταριών και των συνδέσεων, η οποία προκαλείται από:

9.2.2.1 κρυφά ελαττώματα στο σκάφος ή στη μηχανή, θραύση των αξόνων ή σκάσιμο λεβήτων (με εξαίρεση τα έξοδα αντικατάστασης ή επισκευής του ελαττωματικού μέρους, του σπασμένου άξονα ή του λέβητα ο οποίος έχει σκάσει)».

 

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:

 

«Φαίνεται από τα όσα ανέφερε ο ΜΕ4, η μηχανική βλάβη δεν μπορούσε να ήταν γνωστή ή να αποτραπεί από τον ενάγοντα. Τούτων δοθέντων, η βλάβη η (sic) οποία υπέστηκε η μηχανή με αποτέλεσμα την πρόκληση των εκρήξεων, δύναται να χαρακτηριστεί ως κρυφό ελάττωμα σύμφωνα με τον ως άνω όρο του συμβολαίου. Εφόσον η ζημιά προκλήθηκε στη μηχανή τότε αυτή εξαιρείται από την κάλυψη που προσφέρει το ασφαλιστικό συμβόλαιο ακόμα και για πρόκληση ζημιάς από κρυφό ελάττωμα».

 

Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστή, το εύρημα της ότι η βλάβη την οποία υπέστη η μηχανή του επίδικου σκάφους δύναται να χαρακτηριστεί ως «κρυφό ελάττωμα» (latent defect), σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου, δεν μας βρίσκει σύμφωνους.  Υπενθυμίζουμε ότι αυτό το οποίο αναφέρθηκε από τον Μ.Ε.4 είναι ότι δεν μπορεί να ξέρει επακριβώς τον λόγο πρόκλησης της οπισθοδρόμησης ανάφλεξης.  Όπως επίσης ανέφερε, πρόκειται για μια απρόβλεπτη και μη αναμενόμενη κατάσταση.  Σε κανένα όμως σημείο της μαρτυρίας του  αναφέρθηκε σε ελάττωμα και πολλώ μάλλον σε κρυφό.  Το γεγονός δε ότι επρόκειτο για απρόβλεπτη και μη αναμενόμενη κατάσταση, δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως «κρυφό ελάττωμα», ώστε η περίπτωση να ενταχθεί στον όρο 9.2.2 του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου.

 

Με οδηγό τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω καταλήγουμε ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η βλάβη την οποία υπέστη η μηχανή του επίδικου σκάφους δύναται να χαρακτηριστεί ως «κρυφό ελάττωμα» είναι εσφαλμένο.

 

Συνεπώς επιτυγχάνει και ο τρίτος λόγος έφεσης.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβάλλεται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εφόσον η ζημιά προκλήθηκε στη μηχανή του επίδικου σκάφους, αυτή εξαιρείται από την κάλυψη που προσφέρει το ασφαλιστικό συμβόλαιο, ακόμα και στην περίπτωση που προκλήθηκε από «κρυφό ελάττωμα».

 

Ως έχουμε ήδη αναφέρει κατά την εξέταση του τρίτου λόγου έφεσης, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η βλάβη την οποία υπέστη η μηχανή του επίδικου σκάφους δύναται να χαρακτηριστεί ως «κρυφό ελάττωμα», είναι εσφαλμένο.  Αφ’ ης στιγμής λοιπόν η προκληθείσα ζημιά δεν οφείλετο σε κρυφό ελάττωμα, δεν ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του όρου 9.2.2 του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου. Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστή, δεν θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με το εύρημα της ότι εφόσον η ζημιά προκλήθηκε στη μηχανή του επίδικου σκάφους, αυτή εξαιρείται από την κάλυψη που προσφέρει το ασφαλιστικό συμβόλαιο, ακόμα και στην περίπτωση που προκλήθηκε από «κρυφό ελάττωμα».  Η ορθή ερμηνεία του όρου 9.2.2 του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου, είναι ότι θα ετίθετο ζήτημα εξαίρεσης κάλυψης της προκληθείσας στη μηχανή του σκάφους ζημιά, εφόσον αποδεικνύετο ότι αυτή οφείλετο σε κρυφό ελάττωμα. Δεν υπήρχε όμως τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Η επιτυχία των λόγων έφεσης 2, 3, 4 και 5 αναπόφευκτα μας οδηγεί στην ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς προχώρησε στην εξέταση του αξιούμενου ποσού, ώστε να υπάρχει η ετυμηγορία του και επ’ αυτού του ζητήματος, σε περίπτωση ανατροπής της τελικής κατάληξης του.  Όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, ο Εφεσείων απέδειξε την αναγκαιότητα καταβολής του αξιούμενου ποσού για την αντικατάσταση της μηχανής του επίδικου σκάφους και την πληρωμή των εξόδων του εκτιμητή. Η πρωτόδικη κατάληξη ως προς το συνολικό ύψος της ζημιάς δεν έχει προσβληθεί με αντέφεση.

 

Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα καταλήγουμε στην έκδοση απόφασης προς όφελος του Εφεσείοντος για το αξιούμενο ποσό.

 

Η έφεση επιτυγχάνει.

 

Εκδίδεται απόφαση προς όφελος του Εφεσείοντος και εναντίον της Εφεσίβλητης για ποσό €9.177,88 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα της αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Επιδικάζονται επίσης υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον της Εφεσίβλητης €3.400 πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει) έξοδα της Έφεσης.

 

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο