AMIR AVRAHAM TURGEMAN v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 05/2025, 23/1/2026
print
Τίτλος:
AMIR AVRAHAM TURGEMAN v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 05/2025, 23/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 05/2025)

  (i‑justice)

 

23 Ιανουαρίου 2026

 

(Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

AMIR AVRAHAM TURGEMAN,

 

Εφεσείοντας,

v.

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

 

Εφεσίβλητος.

 

------------------------------------------------

 

Α. Δημητρίου με Χρ. Χριστοφή (κα) και Α. Γεωργίου, για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε, και για Η. Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., Γιάννη Πολυχρόνη και Γιώργος Λάντας Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Ν. Παπούτσα (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα για τον Εφεσίβλητο.

 

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΠΙΚΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η ορθότητα της απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 15.12.2025, να διατάξει την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (εφεξής «ΕΕΣ») και την παράδοση του εκζητούμενου – Εφεσείοντος στις Γαλλικές Αρχές.  Το ΕΕΣ εκδόθηκε στις 10.10.2025, από αρμόδια δικαστική αρχή, και στηρίζεται σε Γαλλικό ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 06.10.2025, εκδοθέντος από την Αντιπρόεδρο υπεύθυνη για την έρευνα στο Πρωτοδικείο του Παρισιού. Το ΕΕΣ αφορά πέντε ποινικά αδικήματα, ήτοι (α) απάτη μέσω εγκληματικής οργάνωσης, (β) διενέργεια τραπεζικών ή οικονομικών συναλλαγών από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, (γ) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, (δ) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη σοβαρού αδικήματος που τιμωρείται με 10 χρόνια φυλάκισης, και (ε) παροχή διαδικτυακής πλατφόρμας με σκοπό να καταστεί δυνατή παράνομη συναλλαγή από εγκληματική οργάνωση.   

 

Στο ΕΕΣ αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία εκζητείται ο Εφεσείων:

 

“Offence(s):

 

[…] THIS MANDATE REPORTS TO THE TOTAL AT 5 INFRACTIONS.

[…] Author and co-author of the acts committed from 1 January 2020 to 4 June 2025 in Fontaine sous Jouy, Caen, Lyon, Rouffach, Candésur Beuvron, Chirac, Saint-André de Cubzac, Saint-Maurice,Jebsheim, Finestret, Pontarlier, Cuers, Muret, Maule, Hadigny les Verrières, Ingrandes le Fresnes sur Loire, Thoiry, in the rest of France as well as abroad.

Scammers were running ads for crypto-asset investments promising exceptional returns. Internet users provided their contact details to be contacted by an advisor. The latter convinced them to install trading software (Metatrader5) and remote control software (Anydesk). The advisor himself created accounts with legitimate exchangers on behalf of the victim and then made transfers to a fake investment platform. On it, an interface showed the gains that were increasing a high speed giving credibility to the fraud and convincing the victim that it achieved exceptional added value. In reality the funds were diverted to wallets controlled by the scammers and then laundered via the blockchain for about 700MS. Flow tracing revealed money laundering operations via cryptocurrency exchangers like Kraken and Binance. These companies provided the identity of the beneficiaries of the transactions. The fraudulent funds were collected by several Cypriot individuals and companies. Thus the account of Amir TURGEMAN was exclusively used for transfer of crypto-assets. It was active until December 2021, with a total of BUSD 3.98 million in withdrawals. Deposits and witdrawals were made only in crypto-assets on the Bitcoin, Ethereum and Two Blockchains. Two transactions were made from consolidation and collection clusters to the Binance account opened in the name of Amir Avraham Turgeman for an amount of $20,241. Direct and indirect links with scams identified by the Reactor software were highlighted as well as links with “mixer” services that made it possible to opacify the origin of the funds. He was in conduct with other defendants in the proceedings such as Oded Horev Haftadi”.

 

 

Σε μετάφραση:

 

 

«Αδικήματα

«ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΝΤΑΛΜΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΕ ΣΥΝΟΛΟ 5 ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ. [...] Αυτουργός και συναυτουργός των πράξεων που διαπράχθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως τις 4 Ιουνίου 2025 στο Fontaine sous Jouy, Caen, Lyon, Rouffach, Candé sur Beuvron, Chirac, Saint-André de Cubzac, Saint-Maurice, Jebsheim, Finestret, Pontarlier, Cuers, Muret, Maule, Hadigny les Verrières, Ingrandes le Fresnes sur Loire, Thoiry, στην υπόλοιπη Γαλλική επικράτεια καθώς και στο εξωτερικό.

Οι απατεώνες δημοσίευαν διαφημίσεις για επενδύσεις σε κρυπτοστοιχεία, υποσχόμενοι εξαιρετικές αποδόσεις. Οι χρήστες του διαδικτύου παρείχαν τα στοιχεία επικοινωνίας τους προκειμένου να επικοινωνήσει μαζί τους ένας σύμβουλος. Ο τελευταίος τους έπειθε να εγκαταστήσουν λογισμικό συναλλαγών (Metatrader5) και λογισμικό απομακρυσμένου ελέγχου (Anydesk). Ο ίδιος ο σύμβουλος δημιουργούσε λογαριασμούς σε νόμιμα ανταλλακτήρια για λογαριασμό του θύματος και στη συνέχεια πραγματοποιούσε μεταφορές σε μια ψεύτικη επενδυτική πλατφόρμα. Σε αυτήν, μια διεπαφή (interface) εμφάνιζε κέρδη που αυξάνονταν με μεγάλη ταχύτητα, προσδίδοντας αξιοπιστία στην απάτη και πείθοντας το θύμα ότι πέτυχε εξαιρετική υπεραξία.

Στην πραγματικότητα, τα κεφάλαια διοχετεύονταν σε πορτοφόλια που ελέγχονταν από τους απατεώνες και στη συνέχεια ξεπλένονταν μέσω του blockchain για ποσά ύψους περίπου 700 εκατομμυρίων δολαρίων. Η ιχνηλάτηση των ροών αποκάλυψε επιχειρήσεις ξεπλύματος χρήματος μέσω ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων όπως το Kraken και το Binance. Οι εταιρείες αυτές παρείχαν την ταυτότητα των δικαιούχων των συναλλαγών. Τα προϊόντα της απάτης εισπράχθηκαν από αρκετά Κυπριακά πρόσωπα και εταιρείες.

Έτσι, ο λογαριασμός του Amir TURGEMAN χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για τη μεταφορά κρυπτοστοιχείων. Ήταν ενεργός μέχρι τον Δεκέμβριο του 2021, με συνολικές αναλήψεις ύψους 3,98 εκατομμυρίων BUSD. Οι καταθέσεις και οι αναλήψεις γίνονταν μόνο σε κρυπτοστοιχεία στα blockchains του Bitcoin, του Ethereum και του Two. Πραγματοποιήθηκαν δύο συναλλαγές από συμπλέγματα (clusters) ενοποίησης και συλλογής προς τον λογαριασμό Binance που είχε ανοιχτεί στο όνομα του Amir Avraham Turgeman για το ποσό των  $20.241. Επισημάνθηκαν άμεσες και έμμεσες συνδέσεις με απάτες που εντοπίστηκαν από το λογισμικό Reactor, καθώς και συνδέσεις με υπηρεσίες "mixer" (αναμίκτες) που κατέστησαν δυνατή την απόκρυψη της προέλευσης των κεφαλαίων. Ο ίδιος βρισκόταν σε επαφή με άλλους κατηγορούμενους στη διαδικασία, όπως ο Oded Horev Haftadi.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, έκρινε ότι συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ΕΕΣ, το οποίο εκδόθηκε με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εκζητούμενου. Το κεντρικό ζήτημα, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης πρωτοδίκως, αφορούσε το κατά πόσον το ΕΕΣ αποσκοπούσε όντως στην άσκηση δίωξης ή απλώς στη διενέργεια ανάκρισης. Επιπροσθέτως, εξετάστηκε κατά πόσον τα φερόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν εν όλω ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, γεγονός που συνιστά προαιρετικό λόγο μη εκτέλεσης. Οι ως άνω κρίσεις του Δικαστηρίου προσβάλλονται με τους δύο λόγους της υπό εξέταση έφεσης.

 

Πρώτος Λόγος Έφεσης

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έκδοση του εκζητούμενου αποσκοπεί στην άσκηση ποινικής δίωξης, κατά παράβαση του Άρθρου 3(α) του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμος του 2004 (133(I)/2004) (εφεξής «ο Νόμος»).

 

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας βρίσκονται οι διευκρινίσεις των Γαλλικών Αρχών, οι οποίες διαβιβάστηκαν μέσω της Κεντρικής Αρχής και περιέχονται στα Τεκμήρια 10 και 12. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται επίσης στα ερωτήματα της Κεντρικής Αρχής (Τεκμήριο 13) καθώς και του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, τα οποία παρέμειναν αναπάντητα. Για σκοπούς ορθής αντίληψης των θέσεων που προβάλλονται προς υποστήριξη του πρώτου λόγου έφεσης, αλλά, και για τις ανάγκες της εξέτασης που ακολουθεί, θεωρούμε χρήσιμη την αναλυτική αναφορά στο περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων.

 

Οι ερωτήσεις (τεκμήριο 8), οι οποίες απαντώνται από τις Γαλλικές Αρχές (τεκμήριο 10), προερχόμενες από τους συνηγόρους του εκζητούμενου και διαβιβασθείσες από την Κεντρική Αρχή (τεκμήριο 9) αφορούν τα εξής (σε μετάφραση από Αγγλικά):

 

«(1) Για ποιο λόγο ο εκζητούμενος ουδέποτε κλητεύθηκε για ανάκριση σε αυτή την υπόθεση, και γιατί το διαδικαστικό αυτό διάβημα δεν προηγήθηκε της έκδοσης ΕΕΣ.

(2) Για ποιο λόγο οι Γαλλικές Αρχές δεν εξέδωσαν Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας πριν από το ΕΕΣ.

(3) Βάσει του Γαλλικού δικαίου, προτού ασκηθεί δίωξη εναντίον ενός προσώπου ή του απαγγελθούν επίσημα κατηγορίες, οφείλουν οι ανακριτικές αρχές να τον ανακρίνουν προηγουμένως, προκειμένου να επαληθεύσουν ή να διευκρινίσουν τους ισχυρισμούς και να προσδιορίσουν εάν υπάρχει επαρκής βάση για τη συνέχιση της ποινικής δίωξης.

(4) Σε ποιο στάδιο βρίσκονται επί του παρόντος οι διαδικασίες στη Γαλλία; Έχουν ολοκληρωθεί οι ανακρίσεις ή/και η έρευνα, ή η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της ανάκρισης;

(5) Γίνεται αντιληπτό ότι κατά την επίσκεψή τους στην Κύπρο στις 26 Οκτωβρίου 2025, οι Γαλλικές Αρχές συνέλεξαν σημαντικό αριθμό ηλεκτρονικών συσκευών από αρκετά άτομα. (i) Προορίζονται αυτές οι συσκευές να εξεταστούν προκειμένου να διαπιστωθεί εάν περιέχουν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέουν τον εκζητούμενο με τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα; (ii) Η εν εξελίξει συλλογή και εξέταση αυτών των συσκευών υποδηλώνει ότι η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και ότι ενδέχεται να απαιτηθεί πρόσθετος χρόνος για την ολοκλήρωσή της;

(6) Έχει καταχωρισθεί επίσημα ποινική υπόθεση εναντίον του εκζητούμενου ενώπιον Γαλλικού Δικαστηρίου; Εάν ναι, παρακαλώ όπως παράσχετε τον αριθμό της υπόθεσης και τις σχετικές δικονομικές λεπτομέρειες,

(7) Βάσει του γαλλικού δικαίου, ποια είναι η συνήθης ή αναμενόμενη διάρκεια του σταδίου της ανάκρισης προτού αυτή θεωρηθεί ολοκληρωμένη και ληφθεί απόφαση για την άσκηση ποινικής δίωξης;»

 

Οι πιο πάνω ερωτήσεις (3) – (7), ως υπογραμμίζεται στο εν λόγω ερωτηματολόγιο, αφορούν την υποβοήθηση της εκτελούσας δικαστικής αρχής να αποφασίσει κατά πόσο πληρούνται τα κριτήρια έκδοσης, και ειδικά κατά πόσο το ΕΕΣ εκδόθηκε για τον σκοπό ποινικής δίωξης και όχι απλά για σκοπούς ανάκρισης.

 

Η απάντηση των Γαλλικών αρχών η οποία περιέχεται σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 10.11.25 (τεκμήριο 10), έχει ως ακολούθως:

 

“1. It was impossible to issue a summons to appear in court given the importance of conducting several searches on several targets on the same day, in several countries. Any summons to appear in court would have jeopardised the preservation of evidence. Furthermore, police custody, as it exists in France, allowing the person to be heard while in the custody of the judicial authorities, was clearly not possible. This is why the European Arrest Warrant was issued, as it was the only way to prevent the destruction of evidence and any risk of Amir TURGEMAN fleeing abroad. Once the arrest warrant was issued, French procedure prohibited any questioning of the person by anyone other than the investigating judge.

2.                       Hearing him without conducting searches would have been pointless and could have resulted in the loss of evidence.

3.                       The person must be brought before the investigating judge for questioning, which corresponds to an indictment. During this interrogation, they may remain silent, answer questions or make spontaneous statements. The lawyer then speaks and the judge decides whether or not to indict.

4.                       Investigations are still ongoing. Interrogations have not yet begun, as all of our targets are abroad and are currently undergoing extradition proceedings following European Arrest Warrants.

5.                       (1) A great deal of evidence has already been gathered, but the analysis of the electronic devices will corroborate or refute the evidence we already have. (2) The investigation is ongoing and will include analysis of the seized devices.

6.                       The case reference number will be indicated on the warrant. The case has not yet been brought before the court. The case is under investigation and no one has access to the file, which is covered by secrecy.

7.                       The duration varies greatly depending on the case. When a person is detained in a case of this type, the investigation phase is limited to two years. Furthermore, once the person has been placed under investigation, a 12-month period begins, at the end of which the person may request that the investigation be closed. It is then up to the judge to decide whether the proceedings are closed or not. Αη appeal may be lodged against the judge's decision to refuse closure».

 

 

Σε μετάφραση:

1.    «Ήταν αδύνατο να εκδοθεί κλήση για εμφάνιση στο δικαστήριο, δεδομένης της σημασίας της διεξαγωγής πολυάριθμων ερευνών σε πολλούς στόχους την ίδια ημέρα, σε πολλές χώρες. Οποιαδήποτε κλήση για εμφάνιση στο δικαστήριο θα έθετε σε κίνδυνο τη διαφύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων. Επιπλέον, η αστυνομική κράτηση, όπως υφίσταται στη Γαλλία, η οποία επιτρέπει την ακρόαση του προσώπου ενώ βρίσκεται υπό την κράτηση των δικαστικών αρχών, ήταν σαφώς αδύνατη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ), καθώς ήταν ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί η καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων και κάθε κίνδυνος φυγής του Amir TURGEMAN στο εξωτερικό. Από τη στιγμή που εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης, η γαλλική δικονομία απαγορεύει οποιαδήποτε ανάκριση του προσώπου από οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον δικαστικό ανακριτή (investigating judge).

2.    Η ακρόασή του χωρίς τη διεξαγωγή ερευνών θα ήταν άσκοπη και θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια αποδεικτικών στοιχείων.

3.    Το πρόσωπο πρέπει να προσαχθεί ενώπιον του ανακριτή για ανάκριση, η οποία αντιστοιχεί σε κατηγορητήριο (indictment). Κατά τη διάρκεια αυτής της ανάκρισης, μπορεί να παραμείνει σιωπηλός, να απαντήσει σε ερωτήσεις ή να προβεί σε αυθόρμητες δηλώσεις. Στη συνέχεια λαμβάνει τον λόγο ο δικηγόρος και ο δικαστής αποφασίζει εάν θα απαγγείλει κατηγορία ή όχι.

4.    Οι έρευνες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Οι ανακρίσεις δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει, καθώς όλοι οι στόχοι μας βρίσκονται στο εξωτερικό και επί του παρόντος βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες έκδοσης κατόπιν Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης.

5.    (1) Έχει ήδη συγκεντρωθεί μεγάλος όγκος αποδεικτικών στοιχείων, αλλά η ανάλυση των ηλεκτρονικών συσκευών θα επιβεβαιώσει ή θα διαψεύσει τα στοιχεία που ήδη διαθέτουμε. (2) Η έρευνα είναι σε εξέλιξη και θα περιλαμβάνει ανάλυση των κατασχεθέντων συσκευών.

6.    Ο αριθμός αναφοράς της υπόθεσης θα αναγράφεται στο ένταλμα. Η υπόθεση δεν έχει παραπεμφθεί ακόμη ενώπιον δικαστηρίου. Η υπόθεση τελεί υπό ανάκριση και κανείς δεν έχει πρόσβαση στον φάκελο, ο οποίος καλύπτεται από το απόρρητο.

7.    Η διάρκεια ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με την υπόθεση. Όταν ένα πρόσωπο κρατείται σε υπόθεση αυτού του τύπου, η φάση της ανάκρισης περιορίζεται στα δύο έτη. Επιπλέον, από τη στιγμή που το πρόσωπο τεθεί υπό ανάκριση, ξεκινά μια περίοδος 12 μηνών, στο τέλος της οποίας το πρόσωπο μπορεί να ζητήσει το κλείσιμο της ανάκρισης. Εναπόκειται τότε στον δικαστή να αποφασίσει εάν η διαδικασία θα κλείσει ή όχι. Μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του δικαστή που αρνείται το κλείσιμο».

 

Επακόλουθα, η Κεντρική Αρχή απέστειλε, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 10.10.25, γενικό ερώτημα (τεκμήριο 12) προς τις Γαλλικές Αρχές ζητώντας την παροχή πληροφοριών που να επεξηγούν πώς λειτουργεί το Γαλλικό νομικό σύστημα με σκοπό να εξηγηθεί στο δικαστήριο ότι σκοπός του ΕΕΣ είναι η ποινική δίωξη του εκζητούμενου, παρόλο που η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της ανάκρισης. Οι Γαλλικές Αρχές απάντησαν αυθημερόν, ως ακολούθως:

 

«Judicial information is a new stage in the investigation, during which the investigating judge, who is an independent judge, is in charge of the investigations and has certain powers:

 

-      Hear any person whose testimony may be relevant

-      Order expert reports.

-      Issue warrants (in particular EAW’s)

-      Place people under the status of assisted witness or under investigation

 

The investigating judge conducts an incriminating and exculpatory investigation.

 

Once the necessary investigations have been carried out, the investigating judge closes the judicial inquiry, which marks the end of the investigation phase and opens the way for a decision on the follow-up to be given to the case (dismissal, referral to the criminal court, indictment»

 

Σε μετάφραση:

«Η δικαστική ανάκριση (judicial information) αποτελεί ένα νέο στάδιο της έρευνας, κατά το οποίο ο ανακριτής, ο οποίος είναι ανεξάρτητος δικαστής, είναι υπεύθυνος για τις έρευνες και διαθέτει ορισμένες εξουσίες:

-      Nα εξετάζει οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου η μαρτυρία μπορεί να είναι σχετική

-      Nα διατάσσει πραγματογνωμοσύνες

-      Nα εκδίδει εντάλματα (ειδικότερα ΕΕΣ)

-      Nα θέτει πρόσωπα υπό το καθεστώς του επικουρούμενου μάρτυρα ή υπό δικαστική ανάκριση. Ο ανακριτής διεξάγει μια έρευνα προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία τόσο ενοχοποιητικά όσο και απαλλακτικά. Μόλις ολοκληρωθούν οι απαραίτητες έρευνες, ο ανακριτής κλείνει τη δικαστική έρευνα, γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος της ανακριτικής φάσης και ανοίγει τον δρόμο για τη λήψη απόφασης σχετικά με τη συνέχεια που θα δοθεί στην υπόθεση (παύση της δίωξης, παραπομπή στο ποινικό δικαστήριο, απαγγελία κατηγοριών)».

 

Επειδή η πιο πάνω απάντηση των Γαλλικών Αρχών δεν κρίθηκε ικανοποιητική από την Κεντρική Αρχή, με νέα ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερομηνίας 14.10.25 (τεκμήριο 13), ζητήθηκε μέσω του εθνικού μέλους της Δημοκρατίας στη Eurojust, μια πιο ξεκάθαρη απάντηση «με σκοπό να εξηγηθεί/δικαιολογηθεί στο Δικαστήριο ότι όντος (sic) οι Γαλλικές Αρχές έχουν εκδώσει τα υπό αναφερόμενα Ε.Ε.Σ. με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης και όχι για σκοπούς ανάκρισης», και να ενημερώσουν «ως προς το Νομικό Σύστημα τους, διασαφηνίζοντας ότι το ανακριτικό/ερευνητικό μέτρο είναι μέρος ολόκληρης της διαδικασίας της άσκησης ποινικής δίωξης».

 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η οποία δόθηκε στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, τα πιο πάνω ερωτήματα δεν απαντήθηκαν από τις Γαλλικές Αρχές.  

 

Κατά την ακρόαση, μετά που το Δικαστήριο άκουσε και τις δυο πλευρές, «έκρινε ότι θα έπρεπε να ζητηθούν διευκρινήσεις από τις γαλλικές αρχές ως προς το κατά πόσο υπήρχαν παραπονούμενα πρόσωπα, είτε υπηκόων είτε κατοίκων της Γαλλίας είτε άλλων χωρών και ο αριθμός».  Παρότι το εν λόγω ερώτημα εστάλη στις Γαλλικές Αρχές, δεν ελήφθη καμία απάντηση μέσω της Κεντρικής Αρχής.

 

Είναι η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων του εκζητούμενου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε τα τεκμήρια 8 – 13, μικροσκοπικά, αποσπασματικά και λανθασμένα, προβαίνοντας σε σφάλματα αρχής. Εισηγούνται ότι τα εν λόγω τεκμήρια καταδεικνύουν ότι η έκδοση επιζητείται για σκοπούς ανάκρισης και μόνον αντί για άσκηση ποινικής δίωξης. Σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνουν τη θέση της Υπεράσπισης ότι δεν είναι ξεκάθαρος ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση, με αποτέλεσμα να μην ικανοποιείται η βασική προϋπόθεση του  Άρθρου 3(α) του Νόμου, ότι σκοπός του ΕΕΣ είναι η άσκηση ποινικής δίωξης στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.

 

Η απάντηση υπ’ αριθμόν 4 των Γαλλικών Αρχών στο τεκμήριο 10 ανωτέρω, θα έπρεπε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο τουλάχιστον στο συμπέρασμα ότι δεν αποσαφηνίζεται ο λόγος για τον οποίο ζητείται ο εκζητούμενος.  Προς υποστήριξη της θέσης τους επικαλούνται (α) την υπόθεση Vey v. Office of the Public Prosecutor of the County of Montlucon [2006] EWHC 760 (Admin), στην οποία αποφασίστηκε ότι ΕΕΣ που αποσκοπεί στην παράδοση ατόμου για σκοπούς ανάκρισης και όχι ποινικής δίωξης, είναι άκυρο, και (β) την Doci v. Court of Brescia, Italy [2016] EWHC 2100 (Admin), παρ. 33, στην οποία αποφασίστηκε ότι πρόθεση να ληφθεί απόφαση για ποινική δίωξη δεν αρκεί, καθότι απαιτείται απόφαση για δίωξη.

 

Εισηγούνται, επίσης, ότι κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου (σελ. 24) ότι η ανακριτική διαδικασία στη Γαλλία βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, είναι εσφαλμένη. Η εν λόγω κατάληξη βασίζεται στα τεκμήρια 25-40 τα οποία αφορούν αιτήσεις κατακράτησης τεκμηρίων, τα οποία κατασχέθηκαν ή κατακρατήθηκαν κατόπιν εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας, από αριθμό φυσικών προσώπων, περιλαμβανομένου του Εφεσείοντος, για την ίδια ποινική υπόθεση η οποία διερευνάται από τις Γαλλικές Αρχές. Τα τεκμήρια 27, 28 και 30 αφορούν τον Εφεσείοντα. Διατείνονται ότι τα εν λόγω στοιχεία θα έπρεπε να οδηγήσουν σε αντίθετο συμπέρασμα, καθότι όλα τα τεκμήρια βρίσκονται στην Κύπρο και, συνακόλουθα, δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί από τις Γαλλικές Αρχές. Συναφώς, ισχυρίζονται, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι στο μόνο σημείο που διαφέρει η παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Ghebali, Πολ. Εφ. 51/2020, ημερ. 11.5.2020, είναι η αναφορά σε παραπονούμενα πρόσωπα που κατονόμαζαν τον εκζητούμενο, ενώ τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης διαφέρουν ουσιωδώς.

 

Περιπλέον, εισηγούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα επικαλέστηκε τις αποφάσεις Chanin Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας, Εφ. ΕΕΣ. Αρ. 4/24, ημερ. 7.1.2025, και Visokowski v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Εφ. ΕΕΣ, Αρ. 1/2025, ημερ. 27.2.2025, οι οποίες διαφοροποιούνται ουσιωδώς ως προς τα γεγονότα.

 

Άλλες θέσεις οι οποίες προβάλλονται προς υποστήριξη του πρώτου λόγου έφεσης, είναι εν συντομία οι εξής:

 

(Ι) Δεν σχολιάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα αδικήματα εκτός από διάφορες περιοχές ή πόλεις της Γαλλίας, διαπράχθηκαν και στο εξωτερικό, χωρίς να καθορίζεται αν τούτο αφορά έδαφος εκτός ΕΕ. Ούτε λαμβάνεται δεόντως υπόψη ότι οι Γαλλικές αρχές δεν απάντησαν στη διευκρίνιση που ζητήθηκε από το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 21(2) του Νόμου κατά πόσο υπήρχαν παραπονούμενα πρόσωπα είτε Γάλλων υπηκόων είτε υπηκόων άλλων χωρών και τον αριθμό αυτών.

 

(ΙΙ) Δεν σχολιάστηκε, επίσης, ότι στο Γαλλικό ένταλμα σύλληψης (το οποίο προηγήθηκε του ΕΕΣ), μεταξύ των λόγων έκδοσης του εντάλματος (Τεκμήριο 21), αναφέρονται τα εξής: «Δεδομένου ότι στην Κύπρο δεν υφίσταται η διαδικασία της αστυνομικής κράτησης αυτό κατέστησε αναγκαία την έκδοση εντάλματος σύλληψης χωρίς προηγούμενη κλήτευση των εμπλεκομένων προσώπων, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε απώλεια αποδεικτικών στοιχείων ή κίνδυνος φυγής τους, δεδομένου ότι όλοι οι ύποπτοι είχαν δεσμούς με άλλες χώρες, όπως το Ισραήλ και η Ρωσία».

 

Τα πιο πάνω άπτονται της κατ’ ισχυρισμό ασάφειας που διέπει το ΕΕΣ.

 

(ΙΙΙ) Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντινομικά προέβη σε ευρήματα αναφορικά με το Γαλλικό δίκαιο, ελλείψει μαρτυρίας και επαρκών διευκρινήσεων από τις Γαλλικές Αρχές ή μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Το οποίο βρίσκεται σε αντίθεση με την αρχή του δικαίου της απόδειξης περί υποχρέωσης απόδειξης με μαρτυρία οποιουδήποτε ζητήματος αλλοδαπού δικαίου (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης των Ηλιάδη και Σάντη, 2η έκδοση, σελ. 597-600).

 

(IV) To πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του Γαλλικού δικαίου, όταν στη σελ. 22 της απόφασης, με αναφορά στην απάντηση υπ’ αριθμό 1 επί του τεκμηρίου 10, αναφέρει: «Σε κάθε περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από εμπειρογνώμονα (π.χ. Γάλλο δικηγόρο) που να υποστηρίξει ότι τέτοιες αναφορές καταδεικνύουν πρόθεση ανάκρισης και μόνο (βλ. Ghebali) ανωτέρω). Τίποτε από όσα αναφέρονται στο εθνικό ένταλμα σύλληψης δεν αποκλείουν την πιθανότητα άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον του εκζητούμενου».

 

(V) Στην αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τα όσα προκύπτουν από Γαλλικό ένταλμα και το ΕΕΣ σε σχέση με την φερόμενη εγκληματική δραστηριότητα του εκζητούμενου, δεν ελήφθη υπόψη ότι «από τα 700.000.000 ευρώ ο εκζητούμενος διερευνάτο για συναλλαγές περίπου 4.000.000 ευρώ για την περίοδο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2021 και όχι μέχρι το έτος 2025, ποσά τα οποία σύμφωνα με τη δήλωση του – Τεκμήριο 41 ήταν φυσιολογικά ως και οι φορολογικές του δηλώσεις σύμφωνα με τους λογιστές του και ότι στο τέλος της ημέρας, οι μοναδικές συναλλαγές που έγιναν σε λογαριασμό που ανοίχθηκε στο όνομα του εκζητούμενου ήταν δυο (2) συνολικού ύψους 20.241 δολαρίων».

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσίβλητου, στο εκτενές περίγραμμα αγόρευσής της, υπεραμύνθηκε της ορθότητας της εκκαλούμενης απόφασης.

 

Το πρώτο το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί, κατά λογική σειρά, είναι κατά πόσο το υπό συζήτηση ΕΕΣ αποσκοπεί στην άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εκζητούμενου από τις Γαλλικές Αρχές.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εμπεριστατωμένη ανάλυση του όρου «ποινική δίωξη». Στο Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ΕΕΣ) του 2023 (εφεξής «Εγχειρίδιο»), δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C/2023/1270) ημερομηνίας 15.12.2023, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την «άσκηση ποινικής δίωξης», στην παρ.2.1:

 

«Η «άσκηση ποινικής δίωξης» περιλαμβάνει επίσης την ποινική προδικασία. Ωστόσο, σκοπός του ΕΕΣ δεν είναι η διαμεταγωγή προσώπων απλώς και μόνο για να ανακριθούν ως ύποπτοι. Για τον σκοπό αυτό μπορούν να χρησιμοποιούνται άλλα μέτρα, όπως η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας (ΕΕΕ)»

 

(ιδία έμφαση)

 

Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι η άσκηση ποινικής δίωξης «αφορά ποινικές διαδικασίες στις οποίες μπορεί να ασκηθεί δίωξη κατά του καταζητούμενου». Το Εγχειρίδιο αποτελεί πηγή δικαστικής γνώσης (βλ. Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ν. Viacheslav Novikov, Εφ. ΕΕΣ, 3/24, ημερ. 20.12.2024).

 

Στην υπόθεση Eduard Vovk ν. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας, Εφ. ΕΕΣ. Αρ. 6/24, ημερ. 17.1.2025, τονίστηκε ότι:

 

«Η κυπριακή νομολογία έχει ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» διασταλτικά έτσι ώστε να περιλαμβάνει «μία διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη» χωρίς όμως να περιλαμβάνει το στοιχείο της βεβαιότητας της δίωξης»

 

(ιδία υπογράμμιση)

 

Νομικό έρεισμα για την πιο πάνω αναφορά αντλήθηκε από την υπόθεση Ghebali, Πολ. Εφ. 51/2020, ημερ. 11.5.2020, η οποία είναι καθοριστικής σημασίας ως προς την διασταλτική ερμηνεία του όρου «ποινική δίωξη» στο Άρθρο 3(α) του Νόμου. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα (από την Ghebali):  

 

«Εκείνο δε περαιτέρω που προέκυπτε από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεδομένα είναι πως η υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα δεν βρισκόταν στο αρχικό στάδιο διερεύνησης.  Είχαν ήδη ληφθεί οι καταθέσεις από τους παραπονούμενους που κατονομάζουν τον εφεσείοντα ως το πρόσωπο που τους ξεγέλασε.  Όπως παρατηρεί δε και το πρωτόδικο δικαστήριο, η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, όπως συνέβη στην υπόθεση Βalzaz Aztastos vThe Szellsord CourtHungary (2010) EWHC237.  Η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος - το οποίο ήταν και ο μοναδικός λόγος ένστασης - είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή…….»

 

Θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη Γαλλία. (βλ. Reinwald ν. Γεν.Εισαγγελέας Πολ. έφ. αρ.42/19, 23.4.2020).  Τέτοια πορεία θα ήταν ατελέσφορη. Εξάλλου και ο ίδιος ο Γάλλος δικηγόρος που κατέθεσε για τον εκζητούμενο, δήλωσε πως οι απαντήσεις της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα σταδίου διερεύνησης.  Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος  είναι η ποινική δίωξη.  Αυτό προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από την υπόθεση του ΔΕστις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις  C-566/19 PPU και C626/19 PPU 12.12.2019 από την οποία μεταφέρουμε τις σκέψεις 69 και 70:  «. στη γαλλική έννομη τάξη, η απόφαση περί εκδόσεως μπορεί ως διαδικαστική πράξη να προσβληθεί ενόσω διαρκεί η ανακριτική διαδικασία και αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται εις βάρος προσώπου το οποίο δεν είναι ακόμη διάδικος, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την παράδοση του και την προσαγωγή του ενώπιον του ανακριτή.  Η ύπαρξη, στη γαλλική έννομη τάξη, τέτοιων δικονομικών κανόνων καταδεικνύει, επομένως, ότι ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του και, εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, πριν ή μετά την παράδοση του εκζητουμένου».

 

(ιδία υπογράμμιση)

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται στα πιο πάνω λεχθέντα τα οποία υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Chanin Stenli v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Εφ. ΕΕΣ Αρ. 4/24, ημερ. 7.1.25, και Arthur Visokowski v Γενικός Εισαγγελέας, Εφ. ΕΕΣ Αρ. 1/25, ημερ. 27.2.25. Προβάλλεται η εισήγηση ότι η παραπομπή στις δύο προαναφερθείσες υποθέσεις υπήρξε εσφαλμένη, εφόσον αυτές διακρίνονται ως προς τα πραγματικά τους περιστατικά από την υπό εξέταση υπόθεση. Με κάθε σεβασμό, η εν λόγω εισήγηση στερείται ερείσματος, καθότι η παραπομπή δεν εδράζεται στα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων εκείνων, αλλά στην υιοθέτηση και εφαρμογή της νομικής αρχής (ratio) της Ghebali, όπως αυτή διατυπώνεται στο προαναφερθέν απόσπασμα.

 

Στην υπόθεση Balzas Asztaslos v. The Szekszard City Court, Hungary [2010] EWCH 237 (Admin), από την οποία αντλείται καθοδήγηση στην Ghebali, εκτίθενται οι ακόλουθες καίριες επισημάνσεις:

45.      “… It is also clear from those documents that pursuant to Hungarian law after the police investigation has taken place, the accused person must be given an opportunity to answer the allegations and only after he has done so, will a decision will be taken whether or not to continue with the prosecution. This is quite a common procedure in civil law jurisdictions. Of course, as is pointed out in the prosecutor's document of 16 June, during the investigation there was no way to interrogate this accused, as he was in the UK.

46.      Mr Lewis argues that the Hungarian request to question the appellant demonstrates that he is only wanted for questioning and not wanted for the purpose of criminal proceedings. In our judgment, this argument is flawed for several reasons. … this argument is predicated upon the English practice of questioning a suspect during the process of police investigation and usually before charging and therefore before the commencement of the criminal proceedings. But we must not approach this issue as if all criminal procedures are modelled on our own. Quite clearly the Hungarian criminal procedure is different. We should recall the famous statement of Cardozo J in Loucks v Standard Oil Co of New York (1918) 224 NY 99: "We are not so provincial as to say that every solution of a problem is wrong because we deal with it otherwise at home". Each country has its own procedures for prosecuting offences and the mere fact that the appellant will be – or in this case has been – interviewed upon his return is no indication whatever that this done in the course of a criminal investigation rather than a criminal prosecution”.

 

Η διασταλτική ερμηνεία του όρου «ποινική δίωξη» στο Άρθρο 3(α) του Νόμου, εμπίπτει στην τελεολογική μέθοδο (purposive construction) ερμηνείας των Νόμων. Ανάλογη ερμηνευτική προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην Balzas (ανωτέρω), παρ. 17, 18, αναφορικά με την έννοια του όρου "accused" στο Άρθρο 2(3) του Extradition Act 2003, ακολουθώντας την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Re Ismail [1999] 1 AC 320,  σελ. 326-7. Παρά το γεγονός ότι ο Νόμος δεν θέτει τέτοια αυστηρή προϋπόθεση (accused) για την εκτέλεση ΕΕΣ, οι κάτωθι παρατηρήσεις (παρ. 19) τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής στην ερμηνεία του όρου «ποινική δίωξη»:

 

«…it would be wrong to approach the construction of the phrases "accused" etc and "for the purposes of being prosecuted" solely from the perspective of English (or Scottish or Northern Irish) criminal procedure; in particular from the point of view of the formal acts of the laying of an information or the preferring of an indictment. Fourthly, it is necessary to adopt a purposive construction of the words "accused…of the commission of an offence" and "for the purpose of being prosecuted" to accommodate the differences between legal systems»

 

 

Συνεπώς, ο όρος «ποινική δίωξη» στο Άρθρο 3(α) του Νόμου, δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά υπό το πρίσμα του ημεδαπού δικαίου. Αντιθέτως, επιβάλλεται η υιοθέτηση μιας ευρύτερης  ερμηνευτικής προσέγγισης, η οποία να συνεκτιμά τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των ποικίλων νομικών συστημάτων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Άμεσα σχετική επί τούτου είναι η επισήμανση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 4/25, ημερ. 8.1.2026, «πως δεν πρέπει να λησμονείται ότι σε πολλές χώρες του Ηπειρωτικού Δικαίου προηγείται η άσκηση ποινικής δίωξης και ακολουθεί η ανάκριση», φέροντας ως παράδειγμα τα ισχύοντα κατά την Ελληνική Ποινική Δικονομία.

 

Επανερχόμενοι στην εκκαλούμενη απόφαση, το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η έκδοση του Εφεσείοντος αποσκοπεί στην άσκηση ποινικής δίωξης, περιέχεται στα κάτωθι δυο αποσπάσματα.

 

Στη σελ. 25:

 

«Περαιτέρω η κυπριακή νομολογία έχει ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» διασταλτικά έτσι ώστε να περιλαμβάνει «μία διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη χωρίς όμως να περιλαμβάνει το στοιχείο της βεβαιότητας της δίωξης[1].». Εν προκειμένω, αφενός διαφαίνεται με ενάργεια ότι ο σκοπός που ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου είναι η ποινική δίωξη, και αφετέρου πως από τα ενώπιον μου δεδομένα προκύπτει ότι η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης[2] . Το γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές επιθυμούν οι ίδιες να προβούν στην ανάκριση του εκζητούμενου πριν από την ποινική του δίωξη, και αυτό προνοείται από το δικό τους δίκαιο δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι o εκζητούμενος ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης. Υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές στο σώμα του Ε.Ε.Σ αναφορικά με τον κατ' ισχυρισμό ρόλο που αυτός διαδραμάτισε στα κατ' ισχυρισμό αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του. Τα όσα αναφέρονται ανωτέρω καταδεικνύουν ότι βάσει των εξετάσεων των Γαλλικών Αρχών και του μαρτυρικού υλικού που έχουν στη διάθεση τους, έχει διαμορφωθεί μία εικόνα ως προς την εμπλοκή του Εκζητούμενου στα κατ' ισχυρισμό αδικήματα και ότι η υπόθεση πολύ πιθανόν να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο προς εκδίκαση.»

 

 

Και στη σελ. 26:

 

Το ζήτημα εξετάζεται ως θέμα ουσίας και δεν περιορίζεται στη διατύπωση μιας απλά δήλωσης. Κατά πόσο, δηλαδή, στη βάση του σταδίου που βρίσκεται η εξέταση της εναντίον του εκζητούμενου καταγγελίας, η οποία ενδεχομένως να μην έχει ολοκληρωθεί, μπορεί να θεωρηθεί ότι αν και εφόσον παραδοθεί στην χώρα έκδοσης, τούτος αναμένεται να διωχθεί ποινικά. Αυτή θεωρώ ότι είναι και η παρούσα περίπτωση. Κατά την εξέταση του ζητήματος αυτού δεν χωρούν μικροσκοπικές προσεγγίσεις ή λεπτομερής εξέταση με επιμέρους έννοιες όπως το κατά πόσο o εκζητούμενους θεωρείται κατηγορούμενος ή κατά πόσο, στη βάση του αλλοδαπού δικαίου πάντοτε, έχει σχεδόν ολοκληρωθεί ή μερικώς ολοκληρωθεί το ανακριτικό έργο και πότε ακριβώς αναμένεται να προσαχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης. Τέτοια μικροσκοπική προσέγγιση εκφεύγει της έννοιας της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα, στην οποία στηρίζεται ο μηχανισμός λειτουργία του Ε.Ε.Σ (βλ. Reinwald v. Γεν.Εισαγγελέας Πολ. έφ. αρ.42/19, 23.4.2020).

 

Συμφωνούμε πλήρως με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το πλέον σημαντικό είναι ότι η προσαγωγή του εκζητούμενου για ανάκριση, ενώπιον δικαστικού ανακριτή, δεν συνιστά μια απλή διερευνητική πράξη, αλλά αποσκοπεί στη λήψη οριστικής απόφασης για την απαγγελία κατηγοριών. Επομένως, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο, επικαλούμενο το σκεπτικό της Ghebali (ανωτέρω), αναφέρει ότι: «η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης».

 

Τα όσα αναφέρονται στις διευκρινήσεις των Γαλλικών Αρχών επί του τεκμηρίου 10, και δη στις απαντήσεις υπ’ αριθμόν 4 και 5, στις οποίες δίνεται ιδιαίτερη έμφαση από τους συνηγόρους του Εφεσείοντος, δεν διαφοροποιούν την ορθότητα του εν λόγω συμπεράσματος. Το ενδεχόμενο η έρευνα να μην καταλήξει σε απαγγελία κατηγοριών δεν αποστερεί από το ΕΕΣ τον διωκτικό του χαρακτήρα.  Όπως τονίστηκε στην Ghebali (ανωτέρω) «Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη».  

 

Συμφωνούμε επίσης με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ανακριτική διαδικασία κατά του εκζητούμενου δεν βρίσκεται στο αρχικό στάδιο διερεύνησης, το οποίο καταδεικνύεται μέσα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 25-40 τα οποία αφορούν αιτήσεις κατακράτησης πολύ μεγάλου αριθμού τεκμηρίων τα οποία εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν από την Κυπριακή Αστυνομία βάσει Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας από τις Γαλλικές Αρχές. Το γεγονός ότι τα τεκμήρια αυτά θα τύχουν αξιολόγησης από τις Γαλλικές Αρχές, δεν μεταβάλλει την ουσία του ζητήματος. Κρίνεται ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μόνο σημείο στο οποίο η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την Ghebali (ανωτέρω), είναι η αναφορά σε παραπονούμενα πρόσωπα τα οποία κατονόμασαν τον εκζητούμενο, στοιχείο που ανάγεται στη σφαίρα των πραγματικών περιστατικών και όχι στη νομική φύση της διαδικασίας.

 

Αναφορικά με την υπόθεση Vey v. Office of the Public Prosecutor of the County of Montlucon [2006] EWHC 760 (Admin), στην οποία αποφασίστηκε ότι, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν ήταν ξεκάθαρο εάν η έκδοση του εκζητούμενου στη Γαλλία αποσκοπούσε σε ποινική δίωξη, ή μόνο σε ανάκριση, με αποτέλεσμα να μην ικανοποιούνται οι πρόνοιες του Άρθρου 2(3)(b) του Extradition Act 2003, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εφεσείοντος, επικαλούνται την αναφορά στην παράγραφο 61 της απόφασης, όπου λέχθηκε ότι:

 

«District judges should not be expected to be placed under the burden of resolving disputes as to French procedural criminal law. I would have expected the French authorities to be able to assist the UK liaison magistrate to remove this burden from District Judges. It is, after all, wholly inimicable to the objective of the Framework Decision and the 2003 Act. In short, the particulars ought to be founded upon a clear description of that which emerges from the serious or corroborating material. By that means Article 8 of the Framework Decision and Section 2(4) can be clearly satisfied. It should be possible to explain, with precision, the stage at which proceedings have reached notwithstanding that the appellant has never been interrogated»

 

Κατά τη θέση τους, εν όψει των ανωτέρω, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, στη σελ. 27:

 

«Προτού αφήσω την εξέταση του ζητήματος αυτού, στρέφομαι να σχολιάσω και τις τοποθετήσεις του εκζητούμενου σε σχέση με τα τεκμήρια αρ. 12 και αρ. 13. Το γεγονός ότι η Κεντρική Αρχή δεν έμεινε ικανοποιημένη από την απάντηση των γαλλικών αρχών από την απάντηση που έδωσαν ως προς το κατά πόσο o εκζητούμενος ζητείται για σκοπούς δίωξης και όχι ανάκρισης, ουδόλως επηρεάζει την πιο πάνω κατάληξη μου, ούτε και αλλοιώνει την εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας. Άλλωστε οι γαλλικές αρχές περιέγραψαν τον τρόπο λειτουργίας του δικαστή — ανακριτή κατά το στάδιο της ποινικής προδικασίας (Τεκ. 12) και δεν θεωρώ ότι ήταν επάναγκες να ζητηθούν, μέσω του εθνικού μέλους της Eurojust, περαιτέρω διευκρινήσεις (Τεκ. 13). Συνεπώς το ότι δεν απαντήθηκε το τεκμήριο 13 δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Από δε την περιγραφή που έδωσαν οι γαλλικές αρχές ως προς τον τρόπο λειτουργίας του δικαστή — ανακριτή σε καμία περίπτωση δεν οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι επιζητείται η έκδοση του για σκοπούς ανάκρισης και μόνο, ως η σχετική τοποθέτηση των συνηγόρων του. Επαναλαμβάνω ότι το συμπέρασμα αυτό προκύπτει μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι απομονωμένα και αποσπασματικά ως επιχειρείται από πλευράς εκζητούμενου».

 

(ιδία υπογράμμιση)

 

Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων. Αντιθέτως από το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η έκδοση του εκζητούμενου στις Γαλλικές Αρχές αποσκοπεί στην ποινική του δίωξη, ως ο όρος αυτός έχει ερμηνευτεί διασταλτικά από την κείμενη νομολογία.

 

Η δε υπόθεση Doci v. Court of Brescia, Italy [2016] EWHC 2100 (Admin), την οποία ομοίως επικαλείται η πλευρά του Εφεσείοντος, στερείται σχετικότητας με το υπό εξέταση ζήτημα, καθότι ερείδεται επί του Άρθρου 12Α του αγγλικού Extradition Act 2003. Η εν λόγω διάταξη κωλύει την έκδοση προσώπου σε κράτος μέλος της ΕΕ ελλείψει απόφασης των αρμοδίων αρχών για την απαγγελία κατηγορίας ή την παραπομπή του εκζητούμενου σε δίκη. Αντιθέτως, στον ημεδαπό Νόμο δεν υφίσταται ανάλογη πρόνοια, ούτε τίθεται τέτοια προϋπόθεση.

 

Αναφορικά με την εισήγηση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολίασε το γεγονός ότι τα αδικήματα εκτός από διάφορες περιοχές ή πόλεις της Γαλλίας, διαπράχθηκαν και στο εξωτερικό χωρίς να καθορίζεται αν τούτο αφορά έδαφος εκτός ΕΕ, παρατηρούμε ότι δεν εμπίπτει στους προαιρετικούς λόγους μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, ως καθορίζονται στο Άρθρο 14 του Νόμου. Στο Εγχειρίδιο αναφέρεται:   

 

«Λόγοι μη εκτέλεσης (άρνησης)

 

5.5 Η γενική υποχρέωση εκτέλεσης των ΕΕΣ (η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της απόφασης-πλαισίου για το ΕΕΣ) περιορίζεται από τους λόγους υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, δηλαδή από τους λόγους άρνησης (άρθρα 3, 4 και 4α της απόφασης-πλαισίου για το ΕΕΣ). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο για το ΕΕΣ, οι λόγοι αυτοί είναι οι μόνοι τους οποίους μπορεί να επικαλεστεί η δικαστική αρχή εκτέλεσης ως βάση για τη μη εκτέλεση. Όσον αφορά τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να επικαλεστεί μόνον τους λόγους που έχουν μεταφερθεί στο εθνικό της δίκαιο. Το Δικαστήριο έχει αποσαφηνίσει ότι οι λόγοι απαριθμούνται εξαντλητικώς (βλέπε ειδικότερα τις αποφάσεις τις οποίες εξέδωσε στην υπόθεση C-123/08, Wolzenburg, σκέψη 57, και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-404/15 και C-659/15 PPU, Aranyosi και Căldăraru, σκέψη 80) ( 1 )».

 

Προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι δεν ελήφθη δεόντως υπόψη πρωτοδίκως η παράλειψη των Γαλλικών Αρχών να απαντήσουν στο διευκρινιστικό ερώτημα του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη, την υπηκοότητα και τον αριθμό των παραπονουμένων. Επί του σημείου αυτού, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς επισήμανε (σελ. 32) ότι η εν λόγω παράλειψη ουδόλως επηρεάζει τα συμπεράσματά του, καθότι το συγκεκριμένο κενό καλύπτεται από τη ρητή αναφορά στο σώμα του Γαλλικού εντάλματος σύλληψης ότι «πολλά θύματα αναφέρθηκαν στην Ευρώπη και τη Γαλλία» (σελ. 2). Επιπροσθέτως, ανέφερε ότι αποτελεί απόρροια της κοινής λογικής ότι, εφόσον τα αποδιδόμενα αδικήματα αφορούν μεγάλο αριθμό πόλεων ή περιοχών στη Γαλλία, είναι αναμενόμενο να υφίστανται παραπονούμενα πρόσωπα που είτε φέρουν τη γαλλική υπηκοότητα είτε διαμένουν μόνιμα στη χώρα.

 

Επισημαίνεται ότι η συμπληρωματική πληροφόρηση που ζητήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο εκφεύγει των ελάχιστων απαραίτητων στοιχείων τα οποία οφείλει να διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκειμένου να αποφανθεί επί της παράδοσης, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 8.1 της Απόφασης-Πλαίσιο για το ΕΕΣ (η οποία αντιστοιχεί στο Άρθρο 4(1) του Νόμου). Ως εκ τούτου, η μη παροχή των εν λόγω πληροφοριών από τις Γαλλικές Αρχές δεν  συνιστά κώλυμα για την εκτέλεση του ΕΕΣ.

 

Αναφορικά με την εισήγηση ότι η πρωτόδικη απόφαση παρέλειψε να σχολιάσει τη θέση του εκζητούμενου περί ασάφειας του σκοπού έκδοσης, με αναφορά στη σελίδα 3 του εθνικού εντάλματος σύλληψης, όπου σημειώνεται η ανάγκη αποφυγής καταστροφής αποδεικτικών στοιχείων ή κινδύνου φυγοδικίας λόγω των δεσμών των υπόπτων με τρίτες χώρες (Ισραήλ και Ρωσία)— παρατηρούνται τα ακόλουθα:

 

Αντίθετα με τον πιο πάνω ισχυρισμό, διαπιστώνεται ότι υφίσταται σχετικός σχολιασμός στην εκκαλούμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο απάντησε στη θέση ότι ο εκζητούμενος (ο οποίος ως διευκρινίστηκε από τους συνηγόρους του δεν διατηρεί δεσμούς με τη Ρωσία) εάν επιθυμούσε να καταστρέψει αποδεικτικά στοιχεία, θα το είχε ήδη πράξει κατά το διάστημα που παρέμενε ελεύθερος υπό όρους κατά την εξέλιξη της διαδικασίας.

 

Συναφές είναι το ακόλουθο απόσπασμα στη σελ. 22:

 

«Τα πιο πάνω λεχθέντα αποσκοπούν στο να δικαιολογηθεί η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου, χωρίς αυτός να κληθεί να δώσει εξηγήσεις. Όπως περαιτέρω διευκρινίζεται στην Απάντηση αρ. 1 επί του τεκμηρίου 10 δεν θα ήταν δυνατή η κράτηση του εκζητούμενου κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του, ενώ ταυτόχρονα να υφίσταται κίνδυνος καταστροφής μαρτυρίας ή τεκμηρίων. Πρόκειται για ζητήματα που θα εξεταστούν στο Δικαστήριο του κράτους έκδοσης. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από εμπειρογνώμονα (π.χ Γάλλο δικηγόρο) που να υποστηρίξει ότι τέτοιες αναφορές καταδεικνύουν πρόθεση ανάκρισης και μόνο (Βλ. Ghebali ανωτέρω). Τίποτε από τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω εθνικό ένταλμα σύλληψης δεν αποκλείουν την πιθανότητα άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον του εκζητούμενου»

 

Το επιχείρημα της πλευράς του εκζητούμενου συναρτάται επίσης με την αναλογικότητα και τον σκοπό έκδοσης του ΕΕΣ. Το ζήτημα της αναλογικότητας τονίστηκε και κατά την ενώπιον μας ακρόαση, με την εισήγηση ότι αντί έκδοσης ΕΕΣ, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ο μηχανισμός ανάκρισης υπόπτου που προνοείται στον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμο του 2017 (Ν. 181(I)/2017). Με κάθε σεβασμό το επιχείρημα στερείται νομικού ερείσματος. Ως έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί η αναλογικότητα του ΕΕΣ δεν υπόκειται σε έλεγχο από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης παρά μόνο από τη δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, ως απόρροια της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης (βλ. παρ. 5.8 Εγχειριδίου, Μπόμπολας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 239/18, ημερ. 26.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A393, Chanin Stenli v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), Visokowski v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω)].

 

Σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό ασάφεια εκ της ως άνω αναφοράς στο εθνικό ένταλμα σύλληψης, συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Υπογραμμίζεται ότι η εν λόγω αναφορά δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα και αποσπασματικά αλλά στο πλαίσιο του συνόλου της πληροφόρησης, την οποία είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση της οποίας ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε το ΕΕΣ αφορά την άσκηση ποινικής δίωξης.

 

Επιπλέον, η πλευρά του εκζητούμενου εισηγείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε ανεπίτρεπτη αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Ο ισχυρισμός αυτός εδράζεται στην επισήμανση του Δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία εμπειρογνώμονα γαλλικού δικαίου, η οποία να τεκμηριώνει ότι οι επίδικες αναφορές υποδηλώνουν πρόθεση για τη διενέργεια ανάκρισης και μόνο. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, γίνεται επίκληση της αρχής του δικαίου της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία το αλλοδαπό δίκαιο συνιστά πραγματικό γεγονός (question of fact) και οφείλει να αποδεικνύεται με ανάλογη μαρτυρία από τον διάδικο που το επικαλείται.» (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2η έκδοση των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, σελ. 597-8, Phipson on Evidence, 19η έκδοση (2018), παρ. 33-76, 33-77).

 

Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε με την εν λόγω εισήγηση. Η διαδικασία εκτέλεσης ενός ΕΕΣ δεν συνιστά μια συνήθη δίκη όπου το αλλοδαπό δίκαιο αντιμετωπίζεται ως αποδεικτέο πραγματικό γεγονός. Αντιθέτως, αποτελεί μια ειδικής φύσεως (sui generis) διαδικασία δικαστικής συνεργασίας, η οποία εδράζεται στις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης. Οι αρχές αυτές συνιστούν τον ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, επιτάσσει μια απλοποιημένη και αποτελεσματική διαδικασία, όπου η εμπιστοσύνη στο δικαιοδοτικό σύστημα του κράτους έκδοσης υποκαθιστά τους παραδοσιακούς κανόνες περί απόδειξης του αλλοδαπού δικαίου.

 

Στην υπόθεση Baltaz Aztastos v. The Szellsord Court, Hungary (ανωτέρω), η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τις ισχύουσες διατάξεις του Ουγγρικού δικαίου εδράστηκε στη συμπληρωματική πληροφόρηση που παρασχέθηκε από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ουγγαρίας (παρ. 45). Συναφώς, στην παράγραφο 38 της απόφασης, επισημαίνονται τα ακόλουθα:

 

«… (7) Consideration of extrinsic factual or expert evidence to ascertain the purpose of the warrant should be a last resort and it is to be discouraged. The introduction of such evidence is clean contrary to the aspiration of the Framework Decision, which is to introduce clarity and simplicity into the surrender procedure between member states of the European Union. Therefore the introduction of extrinsic factual and expert evidence must be discouraged, except in exceptional cases».

 

(ιδία υπογράμμιση)

 

Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι θέσεις του εκζητουμένου περί του ύψους των επίδικων συναλλαγών, της χρονικής περιόδου αυτών, καθώς και των δικών του εξηγήσεων (Τεκμήριο 41) και των λογιστών του ως προς τη νομιμότητα των εσόδων του, παρατηρούμε τα ακόλουθα: Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς περιόρισε την εξέτασή του στις περιστάσεις διάπραξης των φερόμενων αδικημάτων όπως αυτές εκτίθενται στο σώμα του ΕΕΣ, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε αξιολογική κρίση επί των γεγονότων, έργο το οποίο συνιστά αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστικών αρχών του κράτους έκδοσης.  

 

Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου του κράτους εκτέλεσης εξαντλείται στον έλεγχο της τυπικής νομιμότητας του εντάλματος και στη διαπίστωση αν συντρέχουν λόγοι άρνησης.  Η διαδικασία του ΕΕΣ βασίζεται στην παραδοχή ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και η σοβαρότητα των κατηγοριών έχουν ήδη αξιολογηθεί από τον δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα στη Γαλλία, το οποίο πηγάζει από την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης.  Το Δικαστήριο εκτέλεσης δεν επιλύει πραγματικά ζητήματα (issues of fact), ούτε αξιολογεί την υπερασπιστική γραμμή του εκζητούμενου επί της ουσίας της υπόθεσης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια αποφασίζοντας να μην κάνει χρήση του λόγου προαιρετικής άρνησης που προβλέπεται στο Άρθρο 14(1)(στ) του Νόμου, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

«H δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

(στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας»

 

Ο υπό εξέταση λόγος έφεσης εδράζεται στο πρώτο σκέλος της παραγράφου (στ) του Άρθρου 14(1). Έχουμε μελετήσει με προσοχή τα στοιχεία που προσμετρήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, καθώς και την επιχειρηματολογία που προέβαλε η πλευρά του εκζητούμενου, την οποία δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Το Δικαστήριο βασίστηκε στα δεδομένα που εκτίθενται στο σώμα του ΕΕΣ, καταλήγοντας σε ανάλογα συμπεράσματα.

 

Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, από τις σελ. 31, 32:

 

«Από τα όσα καταγράφονται στο Ε.Ε.Σ., οι έκνομες δραστηριότητες που αποδίδονται στον εκζητούμενο φαίνεται να έλαβαν ενόσω αυτός κατοικούσε μόνιμα στο νησί κατά την χρονική περίοδο τέλεσης της ισχυριζόμενης αξιόποινης πράξης, και δη από το 2019, και από το ότι τα χρήματα που απέσπασαν, κατ' ισχυρισμό, δολίως κατέληξαν επίσης στη Δημοκρατία. Ως έχει ήδη λεχθεί τα αδικήματα διαπράχθηκαν, σύμφωνα πάντα με το Ε.Ε.Σ, από την 01.01.2020 μέχρι και την 04.06.25 σε 17 τουλάχιστον πόλεις / περιοχές της Γαλλίας καθώς επίσης και στο εξωτερικό χωρίς όμως να διευκρινίζεται σε ποίες ακριβώς χώρες. Την ίδια ώρα στο εθνικό ένταλμα σύλληψης (μέρος του τεκ.21) διευκρινίζεται ότι οι συμμετέχοντες στο δόλιο σχέδιο, ενεργούσαν μέσω δεκάδων ψεύτικων λογαριασμών και πλατφόρμες συναλλαγών. Πολλά θύματα αναφέρθηκαν στην Ευρώπη περιλαμβανομένης της Γαλλίας. Μέσα από έρευνες ανακαλύφθηκε μιας μεγάλης διάστασης εγκληματική οργάνωση. Ο δε εκζητούμενος διατηρούσε από το Μάρτιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 2021 λογαριασμό αποκλειστικά για χρήση μεταφορών περιουσιακών κρυπτοστοιχείων μέσα από τον οποίο αναλήφθηκαν 3.98 εκατομμύρια σε αξία κρυπτονομισμάτων (busd). Τα θύματα φέρεται να πείθονταν εξ αποστάσεως μέσω του διαδικτύου ή τηλεφωνικώς να επενδύσουν κεφάλαια με υποσχόμενες εξαιρετικές αποδόσεις, τα οποία εν τέλει διοχετεύθηκαν σε άλλα «πορτοφόλια» (wallets) τα οποία διαχειριζόταν η φερόμενη εγκληματική οργάνωση. Περαιτέρω o ίδιος o εκζητούμενος φέρεται να αποκόμισε όφελος από τα πιο πάνω για ποσό ύψους 20.241 δολαρίων. Διασυνδέεται επίσης με άλλο ύποπτο πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται. Στη βάση πληροφοριών, τα χρήματα φέρεται να παραλήφθηκαν από φυσικά και νομικά πρόσωπα στην Κύπρο. Έρευνες και συλλήψεις διεξήχθηκαν και σε Βέλγιο, Ισπανία και Γερμανία. Εάν αληθεύουν αυτά που του καταλογίζονται από τις Γαλλικές Αρχές, συνάγεται ότι o εκζητούμενος εμπλέκεται σε μία σύνθετη διεθνή εγκληματική δράση, η οποία δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο τέλεσης. Ασχέτως του ότι κατά το φερόμενο χρόνο διάπραξης των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων βρισκόταν στην Κύπρο. Συνεπώς, στη βάση των γεγονότων που περιγράφονται στο Ε.Ε.Σ. και το εθνικό ένταλμα σύλληψης, θεωρώ ότι ένεκα της φύσης της αξιόποινης πράξης, ήτοι απάτη σε σχέση με επενδύσεις χρημάτων στο πλαίσιο ενός οργανωμένου σχεδίου με τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας και του διαδικτύου και με θύματα επενδυτές από την Ευρώπη (περιλαμβανομένης της Γαλλίας), δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης μπορεί να έχουν δύο ή περισσότερες χώρες, χωρίς να υπάρχουν αντικρουόμενες δικαιοδοσίες. Εφόσον, στη βάση των όσων παρατίθενται στο εθνικό ένταλμα σύλληψης, κάποια τουλάχιστον από τα φερόμενα ως θύματα διαμένουν στη Γαλλία, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης φαίνεται να έχουν και τα Γαλλικά Δικαστήρια, πέραν από τα δικαστήρια της Κύπρου»

 

Στη συνέχεια της απόφασης ορθώς αναφέρεται ότι η ανεύρεση σημαντικού μαρτυρικού υλικού στη Δημοκρατία δεν ισοδυναμεί με ανάληψη δικαιοδοσίας. Αντιθέτως, το υλικό αυτό θα πρέπει, συμφώνως των προνοιών του Ν.181(Ι)/2017, να αποσταλεί το ταχύτερο δυνατό στο κράτος έκδοσης.  Σχετικά με τα ερωτήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς τις Γαλλικές Αρχές, ως προς τον αριθμό των παραπονούμενων προσώπων και αν εξ αυτών υπάρχουν Γάλλοι υπήκοοι ή μόνιμοι κάτοικοι, τα οποία παρέμειναν αναπάντητα, συμφωνούμε με τη διαπίστωση ότι η παράλειψη αυτή ουδόλως επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον το εν λόγω στοιχείο καλύπτεται από τη σχετική αναφορά στο σώμα του Γαλλικού εντάλματος. Επί του προκειμένου παρατηρούμε ότι η εν λόγω πληροφόρηση δεν συγκαταλέγεται στα υποχρεωτικά στοιχεία που απαιτεί το Άρθρο 4 του Νόμου, ούτε συνδέεται με τους υποχρεωτικούς ή προαιρετικούς λόγους άρνησης εκτέλεσης που καθορίζονται εξαντλητικά στα Άρθρα 13 και 14 του Νόμου αντίστοιχα. Συνακόλουθα, η μη παροχή της εν λόγω πληροφόρησης από τις Γαλλικές Αρχές δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ.  

 

Ένα άλλο στοιχείο το οποίο κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο συνηγορεί στην απόρριψη των θέσεων του εκζητούμενου, είναι ότι στην προκείμενη περίπτωση (σελ. 33):

 

«… δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή διερεύνηση ή ποινική δίωξης του εκζητούμενου στην Κύπρο … Επομένως δεν φαίνεται να υφίσταται οποιαδήποτε πρόθεση ποινικής δίωξης του εκζητούμενου εκ μέρους των Κυπριακών διωκτικών αρχών. Η συμμετοχή τους στη διερεύνηση της υπόθεσης περιορίστηκε στην εκτέλεση της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας που εκδόθηκε από τις Γαλλικές Αρχές, όπως η περίπτωση στην υπόθεση DNX. Το γεγονός και μόνο ότι ο εκζητούμενος διαμένει στη Δημοκρατία ή και ότι μέρος των χρημάτων κατέληξαν στην Κύπρο, συνυπολογίζοντας τα υπόλοιπα δεδομένα δεν συνιστά επαρκές υπόβαθρο για ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ».

 

Περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς υπογράμμισε ότι: «πρέπει να τηρείται κατά νου ότι η άρνηση εκτέλεσης ενός ΕΕΣ συνιστά την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, στη βάση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών».

 

Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από τις αποφάσεις Dimitry v. Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 300/21, ημερ. 8.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:A564, και   DNX v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 6/2022, ημερ. 7.6.2022.  Σε αμφότερες τις υποθέσεις αποφασίστηκε ότι η εν μέρει τέλεση των αδικημάτων στην Κύπρο δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Dimitry v. Δημοκρατίας (ανωτέρω):

 

 «Η θέση ότι τα αδικήματα, εκτός της Ρουμανίας, διαπράχθησαν και στην Κύπρο, δεν είναι γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εκτέλεσης του Εντάλματος (βλ. Joannides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ.Εφ.226/2017, 5.10.2017), ECLI:CY:AD:2017:A337, ECLI:CY:AD:2017:A337. ΄Αλλωστε λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης ο εφεσείων θα έχει, όταν θα έχει πλήρη πρόσβαση στην όλη δικογραφία. Όπως αναφέρεται πρωτοδίκως οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν από κοινού και σε συνεργασία εγκληματικών ομάδων που δρούσαν παράλληλα στην Κύπρο και στη Ρουμανία. Όπως καταγράφονται τα γεγονότα στο ΕΕΣ και στα συναφή έγγραφα, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο τόπος τέλεσης των αδικημάτων εκ μέρους του εφεσείοντα είναι αποκλειστικά η Δημοκρατία ή έστω αν οι πράξεις που συνιστούν τη δική του συμμετοχή στη διάπραξη τους φαίνεται να έλαβαν χώρα στην Κύπρο.»

 

Στην υπόθεση DNX ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), κρίθηκαν ως πλήρως επεξηγηματικοί και πειστικοί οι λόγοι για τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παράδοσης. Από το σχετικό απόσπασμα της απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Οι αξιόποινες πράξεις αφορούσαν διασυνοριακή εγκληματική δράση στην Κύπρο και τη Γερμανία, μέσω ενός πλέγματος εταιρειών, με τα θύματα της απάτης να προέρχονται από γερμανόφωνες χώρες. Στο πλαίσιο δικαστικής συνδρομής, και μέσω Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, οι Γερμανικές αρχές ζήτησαν τη συλλογή μαρτυρικού υλικού που βρισκόταν στην Κύπρο. Πέραν τούτου, οι κυπριακές αρχές δεν φαίνεται να διερεύνησαν οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση, ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείο «που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή διερεύνηση ή ποινική δίωξη στην Κύπρο».

 

Τονίστηκε, μάλιστα, ότι αδικήματα απάτης αυτού του είδους, τα οποία σχετίζονται με επενδύσεις μέσω διαδικτύου και τη χρήση τηλεφωνικών κέντρων για επικοινωνία με θύματα στο εξωτερικό, δεν δύνανται να έχουν έναν μόνο συγκεκριμένο τόπο τέλεσης. Λόγω της φύσης τους, πρόκειται για αδικήματα για τα οποία μπορεί να υφίσταται παράλληλη δικαιοδοσία δύο ή και περισσοτέρων κρατών, χωρίς οι δικαιοδοσίες αυτές να θεωρούνται αντικρουόμενες. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι μέρος της φερόμενης εγκληματικής δράσης έλαβε χώρα στην Κύπρο δεν συνιστά, από μόνο του, «ικανοποιητικό στοιχείο ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της εκτέλεσης του εντάλματος».

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εφεσείοντος επισημαίνουν την ύπαρξη διαφοροποιήσεων στα πραγματικά περιστατικά μεταξύ της παρούσας και της υπόθεσης DNX (ανωτέρω). Η εν λόγω επιχειρηματολογία προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο υπέδειξε ότι δεν απαιτείται ταύτιση των πραγματικών γεγονότων προκειμένου να τύχουν εφαρμογής οι ίδιες νομικές αρχές και να συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα.

 

Συμφωνούμε πλήρως με την προσέγγιση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, το οποίο ορθά άντλησε καθοδήγηση από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Φρονούμε, μάλιστα, ότι στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα εκτιθέμενα στο ΕΕΣ, αναδύεται ομοίως μια πολυσύνθετη διασυνοριακή εγκληματική δράση με τη συμμετοχή πλειάδας προσώπων, όπως αυτή περιγράφεται λεπτομερώς στην εκκαλούμενη απόφαση.

 

Η διαπίστωση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου περί απουσίας οποιουδήποτε στοιχείου που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή δίωξη του εκζητούμενου στην Κύπρο, ουδόλως καταδεικνύει σύγχυση μεταξύ των λόγων προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο Άρθρο 14(1)(α) και (β) του Νόμου και εκείνου της παραγράφου (στ). Τουναντίον, ανάλογη προσέγγιση έτυχε πλήρους επιδοκιμασίας από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση DNX.

 

Κατά την εξέταση ζητήματος άρνησης εκτέλεσης, λόγω εδαφικότητας, πρωταρχικό στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί το εάν οι ημεδαπές αρχές έχουν ήδη αποφασίσει την άσκηση δίωξης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Αν υπάρχει εκκρεμής δίωξη στην Κύπρο, τότε ο λόγος άρνησης βάσει εδαφικότητας ισχυροποιείται σημαντικά. Εάν δε οι Κυπριακές αρχές εξέτασαν την υπόθεση και αποφάσισαν να μην ασκήσουν δίωξη ή να τη διακόψουν, αυτό αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα. Το Άρθρο 14(1) του Νόμου αποτελεί ένα ενιαίο πλέγμα προαιρετικών λόγων άρνησης. Το Δικαστήριο όχι μόνο μπορεί, αλλά οφείλει να βλέπει την υπόθεση σφαιρικά, χρησιμοποιώντας τις παραγράφους (α) και (β) ως δείκτες για το αν η Κύπρος έχει πραγματικό ενδιαφέρον να ασκήσει τη δική της δικαιοδοσία έναντι του κράτους έκδοσης του ΕΕΣ.

 

Το γεγονός ότι εκκρεμούν προς ακρόαση οι αιτήσεις κατακράτησης των τεκμηρίων 25-40, το οποίο αναφέρεται στην αγόρευση των συνηγόρων του Εφεσείοντος, ουδόλως εμπίπτει στους προαιρετικούς λόγους άρνησης, οι οποίοι τίθενται εξαντλητικά στο Άρθρο 14 του Νόμου. Επίσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν του τα εν λόγω τεκμήρια τα οποία δείκνυαν ότι η κατ’ ισχυρισμό αξιόποινη πράξη ή πράξεις τελέστηκαν στην Κύπρο. Με κάθε σεβασμό είναι το ακριβώς αντίθετο το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων, στα οποία δεν θεωρούμε σκόπιμο να επεκταθούμε. Τα όσα εκεί καταγράφονται ουδόλως διαφοροποιούν ή κλονίζουν την εικόνα που αποκομίζεται από την περιγραφή των γεγονότων στο ΕΕΣ. Τουναντίον την ενισχύει.

 

Αναφορικά με το επιχείρημα ότι η πρωτόδικη αναφορά σε διεξαχθείσες έρευνες και συλλήψεις σε Βέλγιο, Ισπανία και Γερμανία είναι εσφαλμένη (με παραπομπή στη διατύπωση του εθνικού εντάλματος: “arrests and searches were being considered”), φρονούμε ότι η εν λόγω σημειολογική διαφορά είναι ήσσονος σημασίας και δεν επηρεάζει στο ελάχιστο την ορθότητα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εκείνο που ενέχει βαρύνουσα σημασία είναι η ουσιαστική επισήμανση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ότι: «Εάν αληθεύουν αυτά που του καταλογίζονται από τις Γαλλικές Αρχές, συνάγεται ότι o εκζητούμενος εμπλέκεται σε μία σύνθετη διεθνή εγκληματική δράση, η οποία δεν περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο τέλεσης»».

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εφεσείοντος επικαλούνται τις κατευθυντήριες γραμμές της Αγγλικής νομολογίας όταν εγείρεται θέμα «forum bar», παραπέμποντας σε αριθμό Αγγλικών υποθέσεων [βλ. Love v. United States of America [2018] EWCH 172 (Admin), Scott v. United States OF America [2018] EWCH 2021 (Admin), United States of America v. McDaid [2020] EWCH 1527 (Admin), Unites States v. Osborne [2022] EWCH 35 (Admin), Lynch v. United States of America [2023] EWCH 876 (Admin), Hamilton v. United States of America [2023] EWCH 2893 (Admin)].  Οι υποθέσεις αυτές, τις οποίες έχουμε μελετήσει, αφορούν στην εφαρμογή του Άρθρου 83Α του αγγλικού Extradition Act 2003, το οποίο θεσπίζει κώλυμα έκδοσης (Forum Bar) για χώρες της "Κατηγορίας 2", εάν κριθεί ότι η παράδοση δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, θέτοντας συγκεκριμένα κριτήρια για την άσκηση της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας. Επισημαίνεται ότι η "Κατηγορία 2" αφορά χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε αντίθεση με την "Κατηγορία 1", στην οποία υπάγονται οι χώρες που εφαρμόζουν το σύστημα του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Με κάθε σεβασμό οι εν λόγω αποφάσεις είναι άσχετες με την Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ για το ΕΕΣ και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, καθότι τα Άρθρα 3 και 4 της προαναφερόμενης Απόφασης-Πλαίσιο (τα οποία αντιστοιχούν στα Άρθρα 13 και 14 του Νόμου) καθορίζουν εξαντλητικά τους λόγους υποχρεωτικής και προαιρετικής άρνησης εκτέλεσης ΕΕΣ (βλ. παρ. 5.5 Εγχειριδίου ανωτέρω, και αποφάσεις ΔΕΕ οι οποίες αναφέρονται).

 

Αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Atraskevic v. Prosecutor Generals Office, Republic of Lithuania [2016] 1 WLR 2762, η οποία αφορά την εφαρμογή των προνοιών των Άρθρων 19Β – 19F του Extradition Act 2003, για την παρεμπόδιση έκδοσης σε χώρες της Κατηγορίας 1, εάν τούτο αντίκειται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, βάσει καθορισμένων κριτηρίων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Στην παράγραφο 10 της απόφασης, αναφέρεται: «The sections are not based on the underlying EU Framework Decision of 2002, nor that of 2009. These statutory provisions are purely of domestic origin».  Επομένως, οι εν λόγω νομοθετικές πρόνοιες του Extradition Act 2003 δεν σχετίζονται και δεν αφορούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων με βάση το Άρθρο 14 του Νόμου.

 

Τέλος, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εκζητούμενου επικαλούνται τις κατευθυντήριες γραμμές της Eurojust αναφορικά με την επιλογή της κατάλληλης δικαιοδοσίας για την άσκηση ποινικής δίωξης. Με κάθε σεβασμό, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές (βλ. Guidelines for Deciding on Competing Requests for Surrender and Extradition – Revised 2019) αφορούν αποκλειστικά στη λήψη απόφασης σε περιπτώσεις συρροής αιτήσεων, ήτοι όταν πλείονα κράτη έχουν εκδώσει ένταλμα για το ίδιο πρόσωπο (βλ. παρ. 5.12.1 του Εγχειριδίου).  Οι οδηγίες αυτές αποσκοπούν στην υποβοήθηση του Δικαστηρίου εκτέλεσης κατά την εφαρμογή του Άρθρου 16 της Απόφασης-Πλαίσιο (το οποίο αντιστοιχεί στο Άρθρο 22 του Νόμου).  Συνεπώς, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, καθότι δεν υφίσταται συρροή αιτήσεων από διαφορετικά κράτη, αλλά ένα και μοναδικό ΕΕΣ.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.

 

Η έφεση απορρίπτεται.

 

Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.  Διατάσσεται η εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 29(1) του Ν. 133(Ι)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.

 

Ο εφεσείοντας, εν τω μεταξύ, να παραμείνει υπό κράτηση.  Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής του Εφετείου να μεριμνήσει όπως, η παρούσα απόφαση κοινοποιηθεί στις αρμόδιες αρχές της Γαλλίας.

 

 

 

 

                                                                   Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                   Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                   Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.



[1] Βλ. Eduard Vovk και Κεντρική Αρχή-Γενικός Εισαγγελέας Εφ. Ε.Ε.Σ. Αρ.6/24, ημερ.17.1.2Ο25

[2] Βλ. και υπόθεση του High Court Asztalos v Szekszard City Court, Hungary [2010] EWHC 237


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο