ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΠΑΦΥΛΑΚΤΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ.: 6/2025, 22/1/2026
print
Τίτλος:
ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΠΑΦΥΛΑΚΤΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ.: 6/2025, 22/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

[Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ.: 6/2025]

(i-justice)

22 Ιανουαρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΠΑΦΥΛΑΚΤΟΥ

Εφεσείων

v.

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

Εφεσίβλητος

-----------------------------------------------

 

Αίτηση Εφεσείοντος ημερ. 7.1.26 για Προδικαστική Παραπομπή Ερωτημάτων στο ΔΕΕ

 

Δ. Μ. Λοχίας, για Δημήτρης Μ. Λοχίας Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα

Λ. Σίγαρ (κα), για Γενικόν Εισαγγελέα, για Εφεσίβλητο

 

        ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

        ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Στις 19.12.25 το Ε.Δ. Λεμεσού ενέκρινε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης («ΕΕΣ») και την παράδοση του Εφεσείοντος στις Γαλλικές Αρχές, δεχόμενο ότι ο Εφεσείων ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης εν σχέσει με διαδικτυακές απάτες. Ο Εφεσείων καταχώρισε έφεση, πλην όμως την παραμονή της ακρόασης καταχώρισε την κρινόμενη τώρα αίτηση με την οποία αιτείται όπως το Εφετείο παραπέμψει στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ») για προδικαστική απόφαση τα πιο κάτω ερωτήματα:

 

«1.  Όταν εξετάζεται το κατά πόσο θα εκτελεστεί Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, θα πρέπει να ερμηνεύεται ο όρος «ποινική δίωξη» αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στη βάση του δικαίου του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, ή στη βάση του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης του εντάλματος;

 

2.    Αν η απάντηση στο ερώτημα (1) είναι ότι πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, δύναται δικαστική αρχή εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης να διατάξει παράδοση προσώπου ο οποίος σύμφωνα με το κράτος μέλος έκδοσης, αναζητείται δια το σκοπό λήψης κατάθεσης του και έπειτα να αποφασιστεί, από το κράτος μέλος έκδοσης, αν θα είναι υπό διερεύνηση ή αν θα καταστεί μάρτυρας;

 

3.    Δύναται να διαταχθεί η κράτηση και έκδοση προσώπου για σκοπούς «ποινικής δίωξης», όταν το κράτος μέλος έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης έχει εκφράσει τη θέση, στα πλαίσια άρνησης να αναγνωρίσει το διορισμό δικηγόρου από τον εκζητούμενο στο κράτος μέλος έκδοσης, στη βάση του ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι ακόμα επίσημα υπό διερεύνηση;

 

4.    Επηρεάζεται η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο προκειμένου να συνεπικουρεί στο κράτος μέλος έκδοσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που προστατεύεται από το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, όταν δεν αναγνωρίζεται ο διορισμός δικηγόρου από τις αρχές στο εν λόγω κράτος μέλος ή όπου προβάλλουν τη θέση πως μόνο όταν παραδοθεί στο κράτος μέλος έκδοσης μπορεί να διορίσει δικηγόρο, αυτοπροσώπως;

 

5.      Σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι έχει περιοριστεί το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης, δύναται δικαστική αρχή εκτέλεσης να αποφασίσει ότι έχει επιμολυνθεί η διαδικασία κατά τρόπο που την καθιστά άδικη και κατ’ επέκταση απορριπτέα, λαμβανομένου υπόψη του Άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του Άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/48/ΕΕ;

 

6.    Δύναται δικαστική αρχή εκτέλεσης, να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ για λόγους που δεν καταγράφονται ή/και περιέχονται στην Απόφαση – Πλαίσιο, όταν διαγιγνώσκει καταχρηστική ή/και αθέμιτη συμπεριφορά από το κράτος μέλος έκδοσης του;».

 

        Ως νομική βάση της αίτησης παρατίθενται, μεταξύ άλλων, το Άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, το Άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»), ο περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008 («Δ.Κ.1/08») και γενικά οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Παρότι δεν εξειδικεύονται στην αίτηση, θα πρέπει να σημειωθούν οι πρόνοιες των κ.3.18 έως 3.23 των εν λόγω Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, οι οποίες στην πραγματικότητα αναπαραγάγουν τις πρόνοιες του προαναφερθέντος Δ.Κ.1/08. Τονίζεται δε πως σύμφωνα με τον κ.3.19(2) η «παράκληση» η οποία συνοδεύει τη «διαταγή» για προδικαστική παραπομπή «εξειδικεύει το ερώτημα» και περιλαμβάνει «τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού δικαίου των οποίων ζητείται η ερμηνεία».

 

        Από πλευράς γεγονότων, η αίτηση βασίζεται στα ακόλουθα, όπως καταγράφονται επί λέξει:  

       

«Από το σύνολο των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθίσταται εμφανές, πως ό,τι επιθυμούν οι γαλλικές αρχές δια της εκτέλεσης του εκκαλούμενου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, είναι να ανακρίνουν τον εφεσείοντα/αιτητή. Επισημάνουν (sic), στην τελευταία τους απάντηση στο αίτημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών, πως σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, αυτό συνεπάγεται μορφή ποινικής δίωξης.

 

Επιπρόσθετα, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 22Α, ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλαν οι γαλλικές δικαστικές αρχές, προς τους δικηγόρους που διόρισε ο εφεσείοντας/ αιτητής στη Γαλλία, δια του οποίου οι πρώτοι γνωστοποιούν πως ουσιαστικά δεν αποδέχονται ή/και αναγνωρίζουν το διορισμό τους, ένεκα του ότι ο τελευταίος δεν είναι ακόμα υπό διερεύνηση και/ή επειδή δεν τους διόρισε αυτοπροσώπως ενώπιον τους.

 

Το τεκμήριο 22Α μεταφράστηκε μέσω του τεκμηρίου 22Β και του τεκμηρίου 41.

 

Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με την απάντηση που απέστειλαν οι γαλλικές αρχές στις10/12/2025, όπου ουσιαστικά επιβεβαίωσαν ότι ο διορισμός δικηγόρου από τον εφεσείοντα/αιτητή, δύναται να λάβει χώρα ή/και να αναγνωριστεί από αυτούς, μόνο εφόσον παραδοθεί στη Γαλλία».

       

        Ας σημειωθεί πως παρόμοια αίτηση είχε υποβληθεί και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο την απέρριψε με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 17.12.25. Η έφεση δεν αφορά την ενδιάμεση αυτή απόφαση αλλά μόνο την τελική, με την οποία εγκρίθηκε η εκτέλεση του ΕΕΣ.

 

Ένσταση

 

        Ο Εφεσίβλητος Γενικός Εισαγγελέας ενέστη και στην παρούσα αίτηση, προβάλλοντας 13 λόγους για την απόρριψη της. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου της Δημοκρατίας          Μ. Μασούρα, στην οποία ουσιαστικά αναλύει τους λόγους ένστασης, επισυνάπτοντας την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 17.12.25 και σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερ. 10.12.25 με τις θέσεις των Γαλλικών Αρχών (Τεκμήρια 1 και 2). Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται στο ότι: (1) Δεν εφεσιβλήθηκε η αντίστοιχη πρωτόδικη απόφαση ημερ. 17.12.25, (2) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, (3) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση και παραβίαση του δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, (4) Δεν προκύπτει ζήτημα σχετικό με το κύρος ή την ερμηνεία της Απόφασης - Πλαίσιο, (5) Τα εγειρόμενα ζητήματα δύνανται να αποφασιστούν από το Εφετείο, (6) Η παραπομπή δεν είναι αναγκαία αφού η τελική απόφαση δεν εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΕ και εν πάση περιπτώσει το εγειρόμενο ζήτημα είναι παρόμοιο με ζήτημα το οποίο έχει ήδη απασχολήσει το ΔΕΕ, (7) Η τυχόν παραπομπή θα προκαλέσει ισχυρή δυσμένεια στην Καθ’ ης λόγω καθυστέρησης,          (8) Δεν υπάρχει ασάφεια ή αμφισβήτηση Κοινοτικής Διάταξης, (9) Τα γεγονότα της υπόθεσης τελούν υπό αμφισβήτηση, (10) Δεν είναι αναγκαία η ερμηνεία των επίδικων άρθρων για την ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου στα υπόλοιπα κράτη μέλη, (11) Δεν υπάρχουν πλήρη νομικά και πραγματικά στοιχεία και ή ξεκάθαρη εικόνα των γεγονότων, (12) Τα τεθέντα ερωτήματα αφορούν θέματα ακαδημαϊκής θεώρησης και ή υποθετικά ερωτήματα και (13) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.

 

Νομική Πτυχή

 

        Η προδικαστική παραπομπή ζητημάτων στο ΔΕΕ είναι μηχανισμός ο οποίος αποσκοπεί στην ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προβλέπεται ειδικότερα  στο Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, το οποίο έχει ως εξής: 

 

«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις:

 

(α)     επί της ερμηνείας των Συνθηκών,

 

(β)     επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης,

 

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού.

 

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο».

(έμφαση δοθείσα)

 

        Η χρησιμοποιούμενη, στο πιο πάνω άρθρο, ορολογία καλύπτει όλο το πρωτογενές και δευτερογενές δίκαιο της Ε.Ε, ήτοι αφενός τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΕΕ»), τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»), τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων («ΧΘΔ»), τις Γενικές Αρχές Δικαίου και αφετέρου τις Οδηγίες, τους Κανονισμούς, τις Αποφάσεις, τις Συστάσεις και τις Γνώμες των διαφόρων θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. (βλ. Η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ ως μέσο προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων», Γ. Σαφούρης, 2021, σ. 15).

 

        Καθίσταται εμφανές από το Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ ότι, για την έκδοση διαταγής προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ, απαιτείται: (α) Να ανακύπτει ζήτημα το οποίο αφορά το κύρος και ή την ερμηνεία του Ευρωπαϊκού Δικαίου και (β) Να κρίνει το Εθνικό Δικαστήριο ότι η απόφαση του ΔΕΕ επί του ζητήματος αυτού είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του. Μάλιστα, προς αποφυγή πιθανής δημιουργίας δεσμευτικής εθνικής νομολογίας, η οποία ενδεχομένως να αποκλίνει από τους κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, το Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ προβλέπει και την υποχρεωτική υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στην περίπτωση κατά την οποία το ζήτημα ανακύπτει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα «… στην υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος ερμηνείας εμπίπτουν όλα τα δικαστικά όργανα που πρόκειται να εκδώσουν απόφαση μη υποκείμενη σε περαιτέρω δικαστική κρίση» (βλ. σ. 38).

 

        Το παρόν Εφετείο καθιδρύθηκε δια της προσθήκης από τον Ν.145(Ι)/22, του Άρθρου 3Α, στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Ν.33/1964. Το Άρθρο 9(3)(γ) του εν λόγω βασικού Νόμου παρέχει ένδικο μέσο εναντίον απόφασης του Εφετείου. Προνοεί συγκεκριμένα ότι το Ανώτατο Δικαστήριο           «… αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως […] επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου …». Παρά ταύτα, εν τη σοφία του ο ημεδαπός Νομοθέτης, δια του Άρθρου 34Α του Ν.14/60 ενέταξε το Εφετείο στα δικαστήρια για τα οποία ισχύει ο κανόνας της υποχρεωτικής υποβολής του ζητήματος στο ΔΕΕ, σε αντίθεση με τα πρωτόδικα Δικαστήρια, τα οποία δεν υποχρεούνται αλλά δύνανται να παραπέμψουν το ζήτημα στο ΔΕΕ. Το προαναφερθέν Άρθρο 34Α του Ν.14/60 προβλέπει τα εξής:

 

«34Α.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ’ αυτού.

 

(2) Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο (1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

 

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία προβλεπόμενο από τις διατάξεις του εδαφίου (1) ζήτημα ανακύψει ενώπιον του Εφετείου, εφόσον τούτο κρίνει ότι η απόφαση επί του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της υπό του ιδίου απόφασης, παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία προβλεπόμενο από τις διατάξεις του εδαφίου (1) ζήτημα ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, εφόσον τούτο κρίνει ότι η απόφαση επί του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της υπό του ιδίου απόφασης, παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

        Παρατηρούμε λοιπόν ότι στο εδ.(1), το οποίο εν τέλει αφορά τα πρωτόδικα Δικαστήρια, χρησιμοποιείται το (δυνητικό) ρήμα «δύναται» σε αντίθεση με τα εδ.(2), (3) και (4), στα οποία χρησιμοποιείται (επιτακτικά) το ρήμα «παραπέμπει» (βλ. και Μπουλούτα κ.ά. ν. Παπαθωμά, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό Εκκαθάριση Εταιρείας Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφ. 215/21, ημερ. 13.3.24). Υπενθυμίζουμε ότι τα εδ.(3) και (4) προστέθηκαν στο Άρθρο 34Α από τον Ν.146(Ι)/22, ταυτόχρονα δηλαδή με την ίδρυση του Εφετείου και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, καθώς και ότι στα εδάφια αυτά υιοθετήθηκε παρόμοιο λεκτικό με το προϋπάρχον εδ.(2), που αφορά το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd (2015) 1 A.Α.Δ. 513).

 

        Αυτονόητο είναι πως διαφέρει η υποχρεωτική υποβολή, η οποία ισχύει στο δευτεροβάθμιο και στα δύο τριτοβάθμια Δικαστήρια, από τη δυνητική υποβολή, η οποία ισχύει στα πρωτοβάθμια. Διευκρινίζουμε ότι, με βάση το Άρθρο 25(2Α) του Ν.14/60, η ενδιάμεση πρωτόδικη απόφαση ημερ. 17.12.25 δεν υπόκειται σε έφεση. Ο Εφεσείων δεν εμποδίζεται από του να ζητήσει ξανά την παραπομπή, επικαλούμενος τώρα την πρωτογενή υποχρέωση του Εφετείου.

 

        Όμως, η προαναφερθείσα υποχρέωση παραπομπής, δεν είναι απόλυτη. Στην πορεία της Ευρωπαϊκής νομολογίας έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις. Αυτό συνάδει με το ότι, ούτως ή άλλως, γενικά η εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου ασφαλώς και προϋποθέτει την ερμηνεία του, αφού η σημασία των νομικών όρων ποτέ δεν είναι εντελώς προδιαγεγραμμένη και ανεξάρτητη από τη νομική ερμηνεία (βλ. «Μεθοδολογία του Δικαίου», Κ. Σταμάτης, 2016, σ. 119). Όπως εύστοχα σημειώνεται στο σύγγραμμα «Η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ ως μέσο προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων», (ανωτέρω, σ. 40): «Εάν κάθε φορά που εθνικό δικαστήριο εφάρμοζε οποιοδήποτε κανόνα του ενωσιακού δικαίου κατά την έκδοση απόφασης κατά της οποίας δεν θα ήταν δυνατή η άσκηση ενδίκων μέσων, υπέβαλε και προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, τα προδικαστικά ερωτήματα θα ήταν σαφώς πολλαπλάσια από τα σημερινά, δημιουργώντας συμφόρηση στο Δικαστήριο, και ο μηχανισμός του άρθρου 267 ΣΛΕΕ θα υποβιβαζόταν σε μηχανισμό ρουτίνας, με πληθώρα ανούσιων συχνά ερωτημάτων, που κυρίως θα λειτουργούσαν παρελκυστικά της δίκης, χωρίς τελικά η έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο να προσφέρει ουσιαστική αρωγή στο δικαιοδοτικό έργο του εθνικού δικαστή».

 

        Το όλο θέμα της υποχρεωτικής παραπομπής συνοψίστηκε εξίσου εύστοχα και στην Περικλέους (ανωτέρω) ως εξής:

 

«Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα ότι στις περιπτώσεις όπου οι αποφάσεις συγκεκριμένου δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, η παραπομπή ζητήματος στο ΔΕΕ είναι υποχρεωτική, υπό την αίρεση όμως ότι κρίνεται, από το ίδιο το Δικαστήριο, πως η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου. Η υποχρέωση παραπομπής από δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ενυπάρχει όπου το αναφυόμενο θέμα αφορά ερμηνεία κοινοτικού δικαίου και νοουμένου πως διαπιστώνεται το ουσιώδες του θέματος για σκοπούς κατάληξης. Περαιτέρω δεν υπάρχει υποχρέωση παραπομπής όταν η συγκεκριμένη προς εξέταση κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ή όπου η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για οποιαδήποτε αμφιβολία».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

        Η ως άνω καταληκτική αναφορά στις δύο εξαιρέσεις αφορά αντιστοίχως, αφενός την περίπτωση της «διασαφηνισμένης πράξης» (acte eclaire) και αφετέρου την περίπτωση της «σαφούς πράξης» (acte claire). Στις ίδιες εξαιρέσεις (αλλά αντιστρόφως) και με παραπομπή στη σχετική πάγια νομολογία του ΔΕΕ, αναφέρθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 5) (2017) 3 Α.Α.Δ. 327, ως εξής:


«Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που να μην χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος, αρχή γνωστή ως acte claire όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Srl CILFIT v. Ministry of Health, Case 283/1981 [1982] E.C.R. 3415Επίσης εξαίρεση έχει καθιερωθεί στη βάση της αρχής του acte éclairé, η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το Δικαστήριο ...». 

 

 

(υπογράμμιση προστεθείσα)

 

        Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι στην αναφερόμενη, στο πιο πάνω απόσπασμα, υπόθεση Cilfit, η οποία αφορούσε το παλαιότερο μεν, πλην όμως ταυτόσημο Άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ) διευκρίνισε ότι η προδικαστική παραπομπή δεν αποτελεί ένδικο βοήθημα παρεχόμενο στους διαδίκους κάποιας εκκρεμούς διαφοράς ενώπιον των Εθνικών Δικαστηρίων και ότι συνεπώς δεν αρκεί (απλώς και μόνον) να υποστηριχθεί από κάποιο διάδικο ότι η κρινόμενη διαφορά θέτει ζήτημα ερμηνείας του Ευρωπαϊκού δικαίου, ώστε να υποχρεούται το Εθνικό Δικαστήριο να δεχθεί ότι ανέκυψε ζήτημα εν τη εννοία του σχετικού άρθρου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης. Το ΔΕΚ προχώρησε προσθέτοντας τα εξής στην Cilfit:

 

«… από την σχέση μεταξύ της δευτέρας και της τρίτης παραγράφου του άρθρου 177 συνάγεται ότι τα δικαστήρια που αναφέρονται στην τρίτη παράγραφο διαθέτουν την ίδια εξουσία εκτιμήσεως, όπως όλα τα άλλα εθνικά δικαστήρια ως προς το αν μία απόφαση επί ζητήματος κοινοτικού δικαίου είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως. Τα δικαστήρια αυτά δεν οφείλουν συνεπώς να παραπέμψουν ένα ζήτημα ερμηνείας κοινοτικού δικαίου που ανέκυψε ενώπιον τους, αν το ζήτημα αυτό δεν είναι ουσιώδες, δηλαδή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η λύση του ζητήματος αυτού, οποιαδήποτε και αν είναι, δεν ασκεί καμμία επιρροή στην έκβαση της δίκης».  

(έμφαση δοθείσα)

 

        Τα πιο πάνω, βέβαια, επαναφέρουν την όλη συζήτηση στις προαναφερθείσες δύο βασικές προϋποθέσεις παραπομπής, ήτοι πρώτον να ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας και δεύτερον να είναι αναγκαία στην υπόθεση η επίλυση του. Η επιρροή στην έκβαση της δίκης συνιστά κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται κατά πόσον το προδικαστικό ερώτημα ερμηνείας είναι ουσιώδες, οπότε και γεννάται πλέον υποχρέωση υποβολής του στο ΔΕΕ. Στην Περικλέους (ανωτέρω) είχαν υιοθετηθεί, από την υπόθεση Netmed N.V. κ.ά. ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, Συν. Υπ. 1552/06 κ.ά., ημερ. 7.9.07, τα εξής καθοδηγητικά:

 

«Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΚ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση, εδώ τις παρούσες προσφυγές. (Βλέπε Bulmer v. Bollinger (1974) 2 All E.R. 1226, 1235 - 1236, R v. International Stock Exchange Exparte Else (1993) 1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DΙSCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "´necessary´ meant that the outcome of the case must be dependent on the decision." Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ.  Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα».

 

        Η τελευταία ανωτέρω επισήμανση συνδέεται με την επίσης πάγια νομολογία του ΔΕΕ (βλ. Υποθέσεις C-144/22, Societa Eredi Raimondo Bufarini S.r.l., ημερ. 15.12.22, C-482/22, Associazone Raggio Verde v. Regione Lazio, ημερ. 27.4.23), ότι το Άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι Εθνικό Δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, δύναται να μην υποβάλει στο ΔΕΕ προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, αλλά να το επιλύσει με δική του ευθύνη, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για καμμιά εύλογη αμφιβολία. Η εξέταση του ενδεχομένου αυτού πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης, τις ιδιάζουσες δυσχέρειες τις οποίες παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο αποκλίσεων της νομολογίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το εν λόγω Εθνικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εμπεριστατωμένο ότι τα λοιπά δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας των κρατών μελών και το ΔΕΕ θα κατέληγαν στην ίδια ερμηνεία, αλλά πρέπει να έχει σχηματίσει την πεποίθηση, στο πλαίσιο εκτιμήσεως η οποία να λαμβάνει υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, ότι εξίσου προφανής θα εμφανιζόταν η εν λόγω ερμηνεία τόσο σε αυτά τα λοιπά Εθνικά Δικαστήρια όσο και στο ΔΕΕ.

 

        Όπως συναφώς το ΔΕΕ κατέγραψε στις πρόσφατες «Συστάσεις προς τα Εθνικά Δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων», C/2024/6008, ημερ. 9.10.24 «όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα (βλ. άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη πάγια σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου».

(έμφαση δοθείσα)

 

        Όσον αφορά την παρούσα, ο Εφεσείων με το προτεινόμενο Ερώτημα 1, επιθυμεί να ερωτηθεί το ΔΕΕ κατά πόσον ο όρος «ποινική δίωξη» θα πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ε.Ε. Γενικά ως προς το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως το ΔΕΕ έχει διαχρονικά σταθερή θέση ότι κατά πάγια νομολογία του, υπό το πρίσμα τόσο της αρχής της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι στο γράμμα μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της, πρέπει κανονικά να δίδεται, σε όλη την Κοινότητα, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία, η οποία πρέπει να ανευρίσκεται με βάση το νοηματικό πλαίσιο της διατάξεως και τον σκοπό που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση (βλ. Υπόθεση C-201/02, Delena Wells v. Secretary of State for Transport, ημερ. 7.1.04, C-201/13, Deckmyn v. Vrijheidsfonds, ημερ. 3.9.14). Από αυτής της σκοπιάς, εύκολα διαπιστώνεται ότι εν σχέσει με τον όρο «ποινική δίωξη», η Απόφαση - Πλαίσιο δεν παραπέμπει ρητώς στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου του. Συνεπώς η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αυτονόητη.

 

        Ο όρος «ποινική δίωξη» εντοπίζεται στο Άρθρο 1 της Απόφασης – Πλαίσιο. Στο αγγλικό κείμενο αποδίδεται ως «criminal prosecution» και στο γαλλικό ως «poursuites penales». Εντοπίζεται όμως και στις αιτιολογικές σκέψεις (5 και 12), καθώς και στα Άρθρα 3 και 4 της Απόφασης – Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, αν και σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιείται μόνον ο όρος «δίωξη» ή «δίωξη της αξιόποινης πράξης». Προφανέστατα εννοείται και σε αυτές ο επιθετικός προσδιορισμός «ποινική». Στην Απόφαση - Πλαίσιο, κατά κανόνα οι όροι «δίωξη» και «ποινική δίωξη» χρησιμοποιούνται σε διαζευκτική αντιπαραβολή με τους όρους «ή για την εκτέλεση ποινής», «ή προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων» και «ή προς το σκοπό […] τιμωρίας προσώπου».

 

        Ειδικά ο ουσιαστικός όρος «δίωξη» είναι ευρύτατα γνωστός όρος, ο οποίος χρησιμοποιείται σε πολλά νομικά κείμενα ή συνθήκες τόσο στο πλαίσιο της ΕΕ όσο και στο πλαίσιο άλλων διεθνών οργανισμών, όπως ο Ο.Η.Ε. και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την ΕΕ, κατ’ αρχάς εντοπίζεται (ως ρήμα) στο Άρθρο 50 του ΧΘΔ, το οποίο ενσωματώνει την αρχή ne bis in idem, αναφέροντας ότι «Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί …». Κατά δεύτερον, αυτούσιος εντοπίζεται επανειλημμένως στα Άρθρα 82 έως 86 της ΣΛΕΕ, τα οποία αφορούν τη «Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις» και αναφέρονται σε «διευκόλυνση της συνεργασίας … κατά την άσκηση ποινικών διώξεων …», «συνεργασίας … για την έρευνα και για τη δίωξη σοβαρών εγκλημάτων …», «την έναρξη ποινικών ερευνών καθώς και την εισήγηση για την κίνηση ποινικών διώξεων», «τον συντονισμό των ερευνών και των διώξεων». Περαιτέρω, ο όρος «δίωξη» περιλαμβάνεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 ο οποίος αφορά τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας («… αρμόδια για την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των δραστών αξιόποινων πράξεων»), στον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 που αφορά τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης («Η Eurojust υποστηρίζει … τη συνεργασία για την έρευνα και τη δίωξη σοβαρών εγκλημάτων …»), καθώς και στην Οδηγία (ΕΕ) 2019/1153, η οποία θεσπίζει μέτρα, μεταξύ άλλων, για τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων αδικημάτων.

 

        Όπως και το ΔΕΕ επεσήμανε στην υπόθεση C-509/18, PF, ημερ. 27.5.19, με βάση το Άρθρο 1.1 της Απόφασης – Πλαίσιο, η έκδοση ενός ΕΕΣ δύναται να έχει δύο σκοπούς, εκ των οποίων ο ένας είναι «η άσκηση ποινικής δίωξης» (“… either for the purposes of conducting a criminal prosecution, στην §37). Στην εν λόγω υπόθεση το ΔΕΕ ασχολήθηκε με την έννοια του όρου «δικαστική αρχή», για την οποία έκρινε, επίσης, ότι πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο («autonomous and uniform interpretation»). Κατέληξε ότι στην έννοια αυτή δύνανται να συμπεριλαμβάνονται και οι Αρχές ενός κράτους μέλους, οι οποίες μετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης, παρότι δεν είναι «δικαστές ή δικαστήρια». Από την υπόθεση C-509/18 ενδιαφέρει στην παρούσα αφενός το ότι κατά την αναδίπλωση του συλλογισμού του το ΔΕΕ ερμήνευσε τον όρο «ποινική διαδικασία» (criminal proceedings), στηριζόμενο μάλιστα στο προαναφερθέν Άρθρο 82 της ΣΛΕΕ και αφετέρου το ότι κατέληξε μη αφήνοντας αμφιβολία για το τι γίνεται αντιληπτό ως ο ένας εκ των δύο σκοπών για τον οποίον είναι δυνατή η έγκριση εκτέλεσης ενός ΕΕΣ. Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε ορισμένες από τις σκέψεις του ΔΕΕ από την εν λόγω υπόθεση                     C-509/18 (§30 έως 34 και §38, 39):

 

“30 It follows that the concept of a ‘judicial authority’, within the meaning of Article 6(1) of Framework Decision 2002/584, is capable of including authorities of a Member State which, although not necessarily judges or courts, participate in the administration of criminal justice in that Member State.

 

31 That interpretation is borne out, first, by the legislative scheme of Article 6(1) of Framework Decision 2002/584. In that regard, it must be stated that that framework decision is a measure governing judicial cooperation in criminal matters, which concerns mutual recognition not only of final judgments delivered by the criminal courts, but more broadly of decisions adopted by the judicial authorities of the Member States in criminal proceedings, including the phase of those proceedings relating to criminal prosecution.

 

32 Judicial cooperation in criminal matters, as provided for in Article 31 EU, which is the legal basis for Framework Decision 2002/584, referred, inter alia, to cooperation between judicial authorities of the Member States both in relation to proceedings and the enforcement of decisions.

 

33 The word ‘proceedings’, which should be understood in a broad sense, is capable of encompassing the entirety of criminal proceedings, namely the pre-trial phase, the trial itself and the enforcement of a final judgment delivered by a criminal court in respect of a person found guilty of a criminal offence.

 

34 That interpretation is supported by the wording of Article 82(1)(d) TFEU, which replaced Article 31 EU, and which now states that judicial cooperation in criminal matters in the Union covers cooperation between judicial or equivalent authorities of the Member States in relation to proceedings in criminal matters and the enforcement of decisions.

 

……………………………………………………………………………………………

 

38 Therefore, in so far as the European arrest warrant facilitates free movement of judicial decisions, prior to judgment, in relation to conducting a criminal prosecution, it must be held that those authorities which, under national law, are competent to adopt such decisions are capable of falling within the scope of the framework decision.--

 

39  It follows from the considerations set out in paragraphs 29 to 38 of the present judgment that an authority, such as a public prosecutor’s office, which is competent, in criminal proceedings, to prosecute a person suspected of having committed a criminal offence so that that person may be brought before a court, must be regarded as participating in the administration of justice of the relevant Member State”.

(έμφαση δοθείσα)

 

        Η φράσηto prosecute a person … so that that person may be brought before a court”, αφορά ενέργειες ενταγμένες στον όροcriminal proceedingsκαι την ευρεία έννοια του όρου, την οποία πιο πριν είχε υιοθετήσει το ΔΕΕ (§33). Το ουσιώδες βέβαια έγκειται στο ότι, σε διαδικασίες όπως η παρούσα, αυτό το οποίο εξετάζουν τα Δικαστήρια του κράτους εκτέλεσης είναι ακριβώς εάν το ΕΕΣ έχει εκδοθεί για ένα τέτοιο σκοπό, ήτοι για την άσκηση δίωξης εναντίον του εκζητούμενου, προκειμένου να παραπεμφθεί ενώπιον δικαστηρίου για να δικαστεί.

 

        Έχει τη σημασία του να υπενθυμίσουμε πως οι μόνοι λόγοι έφεσης στην παρούσα, οι οποίοι σχετίζονται ευθέως με το πιο πάνω θέμα είναι οι λόγοι έφεσης 1 και 2, με τους οποίους προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (1) Έκρινε ότι ο όρος «ποινική δίωξη» δεν ερμηνεύεται ως αυτοτελής έννοια η οποία να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, (2) Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έκδοση ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης.

 

        Ασφαλώς, αναγνωρίζουμε ότι λόγω πιθανών διαφορετικών εθνικών νομοθεσιών, ενδεχομένως σε κάποιο κράτος μέλος να προνοείται ότι η άσκηση ποινικής δίωξης πραγματοποιείται ή αρχίζει σε διαφορετικό χρονικό σημείο από ό,τι προβλέπεται σε άλλο κράτος μέλος. Έχουμε αναφερθεί σε τέτοια παραδείγματα στην πρόσφατη απόφαση μας Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) αρ. 4/2025, ημερ. 8.1.26. Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν διαφοροποιεί την ίδια τη σημασία ή την έννοια του όρου «ποινική δίωξη», όπως αυτή γίνεται αντιληπτή και ερμηνεύεται από το ΔΕΕ. Άλλωστε όπως το ίδιο το ΔΕΕ έχει επισημάνει στην υπόθεση C-209/22 AB, ημερ. 7.9.23, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή διεξαγωγή ποινικής έρευνας, οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή του χρονικού σημείου κατά το οποίο ενημερώνουν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ότι θεωρείται ύποπτο ή ότι κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης (§41). Αξίζει εδώ να πούμε πως η ως άνω υπόθεση C-209/22 αφορούσε αφενός την Οδηγία 2012/13/ΕΕ, η οποία σχετίζεται με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και αφετέρου την Οδηγία 2013/48/ΕΕ, η οποία σχετίζεται με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Στην απόφαση διαπιστώθηκε η κατ’ αρχήν ταύτιση του «πεδίου εφαρμογής» τους και ο κοινός σκοπός των δύο Οδηγιών, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων στο πλαίσιο «ποινικής διαδικασίας» (§38).

 

        Είναι ενδεικτικό ότι και οι δύο πιο πάνω Οδηγίες εφαρμόζονται από τη στιγμή που κάποιος ενημερώνεται ότι είναι ύποπτος ή ότι κατηγορείται μέχρι και «την ολοκλήρωση της διαδικασίας», ήτοι μέχρι τον τελικό προσδιορισμό ή την οριστική κρίση ως προς το κατά πόσον τέλεσε την αξιόποινη πράξη (“until the conclusion of the proceedings, which is understood to mean the final determination of the question whether the suspect or accused person has committed the criminal offence, …”). Στην εν λόγω απόφαση C-209/22 το ΔΕΕ προβαίνει σε αλλεπάλληλες αναφορές στις έννοιες «προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας» (§46, 47, 61, 65, 66), σε «ποινική δίκη» (§55) και σε «δικαστή της ουσίας» (§58, 59, 84). Όροι οι οποίοι είναι απολύτως ενδεικτικοί της ευρείας έννοιας της ποινικής διαδικασίας, καθώς και της ποινικής δίωξης, η πεμπτουσία της οποίας είναι η παραπομπή του κατηγορούμενου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο να κρίνει αν είναι ένοχος ή όχι.

 

        Κατά τη δική μας κρίση, στη βάση της προαναφερθείσας νομολογίας του ΔΕΕ, η προαναφερθείσα ορθή ερμηνεία του όρου «ποινική δίωξη» είναι τόσο προφανής που δεν αφήνει περιθώριο για οποιαδήποτε αμφιβολία. Ιδιαίτερα σε μια υπόθεση, όπως η παρούσα, στην οποία αυτό το οποίο ελέγχει η Δικαστική Αρχή εκτέλεσης, είναι το κατά πόσον το ΕΕΣ εκδόθηκε προς τον σκοπό ποινικής δίωξης. Έχουμε δε την πεποίθηση πως εξίσου προφανής θα φαινόταν η εν λόγω ερμηνεία τόσο στα υπόλοιπα Εθνικά Δικαστήρια τελικής κρίσης όσο και στο ΔΕΕ.

 

        Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι αυτό το οποίο εγείρεται και θα εξεταστεί στην έφεση είναι το κατά πόσον ο Εφεσείων εκζητείται με σκοπό την ποινική δίωξη, δεν κρίνουμε ότι η έτι περαιτέρω νομική οριοθέτηση του όρου από το ΔΕΕ, θα ασκούσε οποιαδήποτε επιρροή στην έκβαση της έφεσης και δη επί του λόγου έφεσης 2 ο οποίος είναι και ο μόνος που εστιάζεται στο θέμα αυτό. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση C-508/19 M. F. v. J. M. ημερ. 22.3.22 ο δικαιολογητικός λόγος της προδικαστικής παραπομπής δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικής γνώμης επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην αυτονόητη ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης μιας ένδικης διαφοράς (βλ. και Cufi και Βλαδιμήρου ως διαχειριστών ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 85/2021, ημερ. 11.4.25).

 

Ερωτήματα 2 και 3

 

        Σε σχέση με τα Ερωτήματα 2 και 3 θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Εφεσείων ετεροβαρώς στηρίζεται μόνο σε κάποιες φράσεις από τις διευκρινίσεις, τις οποίες έχουν δώσει οι Γαλλικές Αρχές. Τόσον τα ερωτήματα όσον και η επιχειρηματολογία εστιάζουν στη φράση «με σκοπό τη λήψη κατάθεσης», μη δίδοντας την ανάλογη σημασία στη συνολική εικόνα που δυνητικά μπορεί να αποκομίσει κάποιος από το συνολικό περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων. Παραθέτουμε ενδεικτικά, από τις τελευταίες διευκρινίσεις των Γαλλικών Αρχών ημερομηνίας 10.12.25, Τεκμήριο 2 στην ένσταση, το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Για να είναι απολύτως σαφές, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι στη γαλλική ποινική δικαστική διαδικασία, στο πλαίσιο πολύπλοκων υποθέσεων, όπως είναι και η υπόθεση στην οποία εμπλέκεται ο κ. Παπαφυλακτού, η ποινική δίωξη ασκείται σε δύο στάδια:   

 

o   Το πρώτο στάδιο διεξάγεται από ανακριτή, ο οποίος είναι ανεξάρτητος δικαστής, μέσω δικαστικών ερευνών, αναζήτησης του εμπλεκόμενου προσώπου, έκδοσης εντάλματος σύλληψης εφόσον ο εμπλεκόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό, με σκοπό τη λήψη κατάθεσης απ’ αυτόν και, κατά το πέρας της ανάκρισης, να του απαγγελθούν κατηγορίες. Το καθεστώς του κατηγορούμενου του παρέχει ειδικά δικαιώματα που τον προστατεύουν από κάθε αβάσιμη δίωξη. Συνεπώς, η προανάκριση αποτελεί ήδη ποινική δίωξη εις βάρος του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Ως εκ τούτου, ο κ. Παπαφυλακτού μπορεί να ανακριθεί μόνον από ανακριτή και όχι από την αστυνομία και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιοριστικών μέτρων, όπως η προσωρινή κράτηση ή ο δικαστικός έλεγχος. Συνεπώς, ο κ. Παπαφυλακτού βρίσκεται πράγματι στο στόχαστρο των ερευνών και είναι αντιμέτωπος με δίωξη στο πλαίσιο της εν εξελίξει ανακριτικής διαδικασίας στη Γαλλία.

 

o   Σε δεύτερο στάδιο, μετά την ολοκλήρωση της ανάκρισης, ο ανακριτής αποφασίζει αν θα διατηρήσει ή όχι τη δίωξη σε βάρος του κατηγορούμενου, εν προκειμένω του κ. Παπαφυλακτού. Σε περίπτωση που διατηρήσει τη δίωξη, θα δικαστεί από δικαστήριο. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από ανακριτή μπορεί να παραπεμφθεί ενώπιον δικαστηρίου και να καταδικαστεί ακόμα και αν δεν έχει ποτέ συλληφθεί».   

 

        Εννοείται βέβαια ότι σε σχέση με τις πιο πάνω διευκρινίσεις, θα αποφύγουμε ενσυνείδητα οποιονδήποτε περαιτέρω σχολιασμό επί του παρόντος, ούτως ώστε να μην προκαταλάβουμε οτιδήποτε. Θα αρκεστούμε μόνο στο να σημειώσουμε ότι δεν τίθεται θέμα προδικαστικής παραπομπής εν σχέσει με την έφεση για τα συγκεκριμένα ερωτήματα. Οι αρχές είναι καλώς γνωστές. Αυτό το οποίο τίθεται στην έφεση είναι κατά πόσον στη βάση του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού ορθώς έκρινε η πρωτόδικη Δικαστής ότι ο Εφεσείων ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης. Αυτό θα κριθεί στην έφεση σε συνδυασμό και με τα όσα προηγουμένως έχουμε αναφέρει. Είναι αυτονόητο πως εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε δεν θα πρέπει να επικυρωθεί η έγκριση εκτέλεσης του ΕΕΣ. Συνεπώς, δεν κρίνεται αναγκαία η απόφαση του ΔΕΕ επί των τεθέντων Ερωτημάτων 2 και 3 για την έκδοση της απόφασης του Εφετείου.

 

Ερωτήματα 4 έως 6

 

        Τα Ερωτήματα 4 και 5 εστιάζονται στο κατά πόσον επηρεάζεται το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος έκδοσης και αν ναι στο κατά πόσον δύναται η Δικαστική Αρχή εκτέλεσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ σε τέτοια περίπτωση. Το Ερώτημα 6 θέτει το θέμα κατά πόσον δύναται να υπάρξει άρνηση εκτέλεσης για λόγους άλλους από αυτούς τους οποίους προβλέπει η Απόφαση - Πλαίσιο.

 

        Κρίνουμε πως και τα τρία αυτά ερωτήματα καλύπτονται από την πάγια νομολογία του ΔΕΕ (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως) στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-404/15 Aranyosi και C-659/15 PPU Caldararu, ημερ. 5.4.16, καθώς και άλλες μεταγενέστερες, όπως η C-108/16 PPU, Dworzecki, ημερ. 24.5.16, C-241/15, Bob-Dogi, ημερ. 1.6.16, C-414/20 PPU, MM, ημερ. 13.1.21 και C-648/20 PPU, PI, ημερ. 10.3.21.  

 

        Η αρχή η οποία προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία του ΔΕΕ είναι πως, υπό όρους, η παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος του ΧΘΔ συνιστά εξαιρετική περίσταση, η οποία δύναται να κλονίσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη και να αποδεσμεύσει το κράτος εκτέλεσης από τις υποχρεώσεις οι οποίες προκύπτουν από την Απόφαση - Πλαίσιο (βλ. C-404/15 και C-659/15, §88 επ.).

 

        Έπεται λοιπόν πως ούτε για τα Ερωτήματα 4, 5 και 6 είναι αναγκαία η απόφαση του ΔΕΕ.

 

Κατάληξη  

 

        Στη βάση όλων των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται.

 

        Η έφεση ορίζεται για ακρόαση στις 28.1.26 και ώρα 10.30 π.μ. Ισχύουν οι οδηγίες που είχαν δοθεί παλαιότερα σε σχέση με την καταχώριση περιγραμμάτων.

 

 

 

 

                                                                            Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο