ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 6/2026)
19 Ιανουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ANGHELUS IONUT CORNECI,
Εφεσίβλητου.
_________________________
Μ. Ζαρής για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.
Δ. Απαισιώτης, για τον Εφεσίβλητο.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσίβλητος αντιμετωπίζει κατηγορία διάπραξης του αδικήματος της πρόσκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, το τι αποδίδεται στον εφεσίβλητο είναι ότι προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη σε πρόσωπο από τη Ρουμανία.
Κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσης, ζητήθηκε, από πλευράς υπεράσπισης, χρόνος ώστε ο εφεσίβλητος να απαντήσει στην κατηγορία. Προς τούτο, η υπόθεση ορίστηκε στις 23.1.2026. Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ζητήθηκε η κράτηση του εφεσίβλητου στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Προς υποστήριξη του αιτήματος αυτού υποδείχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η ύπαρξη μαρτυρικού υλικού από το οποίο προκύπτουν οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου για το πως ο εφεσίβλητος τον ξύπνησε, άρχισε να του φωνάζει και να τον κτυπά, αρχικά με τα χέρια και μετά με μία μεγάλη σωλήνα, σε όλο το κορμί και το κεφάλι. Περαιτέρω, υποδείχθηκε η ύπαρξη μαρτυρίας ότι προκλήθηκαν πολλαπλά κατάγματα στο κρανίο, κατάγματα πλευρών, πνευμονοθώρακα, θλάση ήπατος και άλλες βλάβες αλλά και ότι ο εφεσίβλητος παραδέχεται τη διάπραξη του αδικήματος.
Τέθηκαν, επίσης, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, Ευρωπαίου πολίτη με καταγωγή από τη Ρουμανία, ο οποίος διαμένει και εργάζεται στην Κύπρο τα τελευταία επτά χρόνια, έχοντας σταθερό εισόδημα. Ενοικιάζει χώρο διαμονής, στον οποίο φιλοξενούσε τον παραπονούμενο και είναι λευκού ποινικού μητρώου.
Ο εφεσίβλητος έφερε ένσταση στο αίτημα για κράτησή του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τους παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν για σκοπούς ενός τέτοιου αιτήματος και αποφάσισε την επιβολή όρων εγγύησης αναφορικά με τον εφεσίβλητο, στη βάση των όσων αναλύει στο σκεπτικό του, ενώ, παράλληλα, εξέδωσε διάταγμα απαγόρευσης του εφεσίβλητου από το να πλησιάζει τον παραπονούμενο σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εφεσιβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με έναν λόγο έφεσης, ότι η πρωτόδικη απόφαση όπως ο εφεσίβλητος αφεθεί ελεύθερος υπό όρους είναι λανθασμένη. Προβάλλεται, συναφώς, ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του κατέληξε ορθά στην ύπαρξη των αντικειμενικών προϋποθέσεων του κινδύνου φυγοδικίας όμως λανθασμένα έκρινε ότι οι υποκειμενικές συνθήκες του εφεσίβλητου ήταν τέτοιες που να δημιουργούν δυνατούς δεσμούς με τη Δημοκρατία βάση των οποίων δεν είναι αναμενόμενη η φυγοδικία του. Επομένως λανθασμένα αποφάσισε την εξασφάλιση της παρουσίας του με όρους αντί την κράτηση του. Οι υποκειμενικές προϋποθέσεις δεν ήταν τέτοιες που να εξασφάλιζαν την παρουσία του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και λανθασμένα κρίθηκε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος φυγοδικίας».
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους, καθώς, επίσης, καθετί σχετικό με την παρούσα πρωτόδικη διαδικασία και απόφαση.
Είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην έστω συνοπτική απόφασή του επί του θέματος, ορθά συνόψισε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν τον κίνδυνο φυγοδικίας, καταλήγοντας ότι τα αντικειμενικά κριτήρια, ήτοι σοβαρότητα αδικήματος, πιθανότητα καταδίκης και ποινή που δυνατόν να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, ικανοποιούντο.
Προχωρώντας με την εξέταση των υποκειμενικών παραγόντων που συνεκτιμώνται, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε τα εξής:
«Εκεί που όμως διαπιστώνω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δεν κατέδειξε το εύλογο της ανησυχίας της σε βαθμό που να δικαιολογείται το αίτημα, το οποίο υπενθυμίζω περιορίστηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας, είναι ως προς τους υποκειμενικούς παράγοντες. Από τα περιστατικά διαφαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 7 χρόνια, εργάζεται και ενοικιάζει διαμέρισμα κι επομένως συνδέεται με τη Δημοκρατία, χωρίς να έχει προσκομιστεί οτιδήποτε που να καταμαρτυρεί το αντίθετο. Προστίθεται και το ότι η θέση της Υπεράσπισης ότι δεν απασχόλησε προηγουμένως το Δικαστήριο, παρέμεινε αναντίλεκτη. Σε τούτο το πλαίσιο και ενόψει και της πρότασης της Υπεράσπισης για την υπογραφή όρων οι οποίοι θα διασφαλίζουν την παρουσία του στο Δικαστήριο, δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε στην προκείμενη περίπτωση να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της κράτησης παρεκκλίνοντας από τον κανόνα ότι θα πρέπει να αφήνεται ελεύθερος ο Κατηγορούμενος μέχρι τη δίκη του. Το Δικαστήριο, όμως, έχοντας καταλήξει σ' αυτό, αν και θα απορρίψει το αίτημα για κράτηση, θα επιβάλει τέτοιους όρους που, φρονώ, θα διασφαλίζουν την παρουσία του Κατηγορούμενου στη δίκη του, ως εξής:».
Δεν θεωρούμε ότι είναι εσφαλμένη η γενική προσέγγιση του θέματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Φρονούμε, όμως, και όχι ως θέμα προσωπικής άποψης, αλλά ως αντικειμενική κρίση των δεδομένων της υπόθεσης, ότι η πρωτόδικη κρίση ελέγχεται.
Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:
«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):
«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»
Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ’ εξαίρεση.
Στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι οι υποκειμενικές συνθήκες του εφεσίβλητου ουσιαστικά περιορίζονταν στη διαμονή του και εργασία του στη Δημοκρατία, ενοικιάζοντας διαμέρισμα, τα τελευταία επτά χρόνια. Πέραν τούτων, δεν φαίνεται να υφίσταται κατάσταση πραγμάτων που, κατά λογική εκτίμηση, να αποκλείει τη φυγοδικία προς αποφυγή ενδεχόμενων συνεπειών από μία σοβαρή υπόθεση, ως η παρούσα. Τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνεκτιμώμενα με τους υπόλοιπους παράγοντες που κατέγραψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν κατεδείκνυαν συνθήκες ύπαρξης δεσμών με τη Δημοκρατία ικανών να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την ενδεχόμενη ποινή προς τον εφεσίβλητο σε περίπτωση καταδίκης.
Κρίνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα ώστε να είναι επιτρεπτή και επιβεβλημένη, υπό τας περιστάσεις, η παρέμβασή μας. Κρίνουμε ότι η παρούσα υπόθεση είναι μία από εκείνες που θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής η εξαίρεση του κανόνα, με τη διαταγή κράτησης, αντικειμενικά, να ήταν η ορθή διαταγή. Η κατάληξή μας αυτή δεν θα μπορούσε να ανατραπεί από τη μεταγενέστερη τήρηση, από μέρους του εφεσίβλητου, των όρων εγγύησης στο μεσοδιάστημα της εκκρεμότητας της παρούσας έφεσης.
Ως αποτέλεσμα, η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Οι επιβληθέντες όροι εγγύησης και εκδοθέν διάταγμα ακυρώνονται. Διατάσσεται η κράτηση του εφεσίβλητου μέχρι την ορισθείσα, στις 23.1.2026, δικάσιμο.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο