ODED HOREV HAFTZADI v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 7/2025, 15/1/2026
print
Τίτλος:
ODED HOREV HAFTZADI v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 7/2025, 15/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 7/2025)

i-justice

 

15 Ιανουαρίου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ODED HOREV HAFTZADI

Εφεσείοντας

και

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εφεσίβλητος

 

---------------------------------------------------------------

 

Νικόλας Τσαρδελλής με Άγγελο Αντωνέλλο για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και για Γιάννη Πολυχρόνη, για τον εφεσείοντα

Λουΐζα Σίγαρ για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον εφεσίβλητο

Ο εφεσείων είναι παρών

 

Παρών ο διερμηνέας, κ. Βαχάν Αϊνετζιάν, ο οποίος ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί.

 

--------------------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον  Κονή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΚΟΝΗΣ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με απόφαση του ημερομηνίας 19.12.2025, μετά από ακροαματική διαδικασία, διέταξε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (εφεξής «το ΕΕΣ») το οποίο εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου/εφεσείοντος από Εισαγγελέα του Δικαστηρίου του Παρισιού (Prosecutor of the Republic at the Court of Justice of Paris) και την παράδοση του στις Γαλλικές Αρχές. Περαιτέρω, διέταξε όπως ο εφεσείων παραμείνει υπό κράτηση και παραδοθεί στις Γαλλικές Αρχές συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 29(1) του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν.133(Ι)/2004.

 

         Όπως καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση (και όπως προκύπτει από το φάκελο της πρωτόδικης διαδικασίας) και το περιεχόμενο του ΕΕΣ, την 6.10.2025 εκδόθηκε εναντίον του εφεσείοντα εθνικό ένταλμα σύλληψης από τις Γαλλικές Αρχές, αναφορικά με πέντε αξιόποινες πράξεις ήτοι: (α) για το αδίκημα της απάτης μέσω εγκληματικής οργάνωσης, (β) της διενέργειας τραπεζικών ή οικονομικών συναλλαγών από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, (γ) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, (γ) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη σοβαρού αδικήματος που τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης δέκα ετών και (ε) της παροχής διαδικτυακής πλατφόρμας με σκοπό να καταστεί δυνατή παράνομη συναλλαγή από εγκληματική οργάνωση.

 

         Σύμφωνα περαιτέρω με το ΕΕΣ, κατά την περίοδο 1.1.2020 - 4.6.2025 σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας, ορισμένοι επιτήδειοι (scammers) χρησιμοποιούσαν εφαρμογές με τις οποίες εξαπατούσαν διάφορους χρήστες του διαδικτύου, ώστε να προβούν σε επενδύσεις, πείθοντας τους να εγκαταστήσουν στον υπολογιστή τους συγκεκριμένο λογισμικό, με το οποίο μπορούσε να ελεγχθεί η πρόσβαση σ’ αυτόν και δημιουργώντας ψεύτικους λογαριασμούς εκ μέρους του θύματος, στους οποίους γίνονταν δήθεν επενδύσεις χρημάτων και έπειτα ψεύτικες αποδόσεις των εν λόγω επενδύσεων. Στην πραγματικότητα τα χρήματα μεταφέρονταν σε λογαριασμούς που ελέγχονταν από τα πρόσωπα αυτά και ακολούθως γινόταν ξέπλυμα των χρημάτων αυτών μέσω αλυσίδων (blockchains), ύψους €700.000.000 περίπου. Ακολουθώντας τους λογαριασμούς, εντοπίστηκαν οι δικαιούχοι των χρημάτων αυτών, ήτοι διάφορες κυπριακές εταιρείες και ιδιώτες. Ο εφεσείων φαίνεται να δραστηριοποιείτο αποκλειστικά στη μεταφορά κρυπτοστοιχείων (cryptoassets).

 

         Ο εφεσείων συνελήφθη στις 27.10.2025 και παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του  και η διαδικασία οδηγήθηκε σε ακρόαση.

 

         Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής ο ΜΚΑ1, Αστυφύλακας που υπηρετεί στο Γραφείο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος στο ΤΑΕ Λεμεσού και ο ΜΚΑ2 ο οποίος εργάζεται στη Μονάδα Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενώ εκ μέρους του εφεσείοντα προσέφερε μαρτυρία ο ίδιος.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΚΑ1 στην ολότητα της αφού έκρινε ότι αυτή ήταν κατατοπιστική ως προς τις ενέργειες του σε σχέση με τη σύλληψη του εφεσείοντα. Επρόκειτο για τυπικό μάρτυρα ο οποίος του άφησε καλή εντύπωση για τους λόγους που το πρωτόδικο Δικαστήριο εξηγεί στην απόφαση του. Καλή εντύπωση άφησε στο πρωτόδικο Δικαστήριο και ο ΜΚΑ2 για τους λόγους που επίσης εξηγεί, με αποτέλεσμα να δεχθεί τη μαρτυρία του, που αφορούσε την αλληλουχία των γεγονότων και το ρόλο που διαδραματίζει το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης ως Κεντρική Αρχή, επικουρώντας την όλη διαδικασία του ΕΕΣ, στην ολότητα της. Τέλος, όσον αφορά τον εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του η οποία ουσιαστικά περιστράφηκε γύρω από τις προσωπικές του περιστάσεις, οι οποίες δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, ενώ δεν εντόπισε οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες σ’ αυτή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε βέβαια ότι ο εφεσείων κατά την αντεξέταση του δεν απάντησε επί της ουσίας, ούτε τοποθετήθηκε σε οποιαδήποτε από τις υποβολές της δικηγόρου της Κεντρικής Αρχής, επικαλούμενος ότι δεν αντιλαμβανόταν την ερώτηση ή απαντώντας ότι αυτή ήταν η θέση της άλλης πλευράς.

 

         Σημειώνουμε ακόμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι δεν απέδωσε οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 38 που αποτελεί Memo που ετοίμασαν οι δικηγόροι που διόρισε ο εφεσείων στη Γαλλία για τους λόγους που αναλυτικά εξηγεί στην απόφαση του. Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης.

 

         Εν συνεχεία το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού έθεσε τη νομική πτυχή που διέπει το όλο ζήτημα προχώρησε στην εξέταση των λόγων ένστασης και την εξαγωγή συμπερασμάτων.

 

         Εκ μέρους του εφεσείοντα προβλήθηκε ότι (α) η έκδοση του ζητείτο για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης, (β) το Δικαστήριο θα έπρεπε να μην εκδώσει τον εφεσείοντα βάσει του προαιρετικού λόγου μη έκδοσης δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 14(1)(στ) του Ν.133(Ι)/2004, και (γ) η χρήση του ΕΕΣ από τις Γαλλικές Αρχές συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο προτού προχωρήσει στην εξέταση των λόγων ένστασης προέβηκε σε εξέταση του τύπου και του περιεχομένου του ΕΕΣ έχοντας υπόψη τις πρόνοιες των Άρθρων 4 και 12 του Ν.133(Ι)/2004 ως επίσης τις σχετικές εισηγήσεις των μερών αναφέροντας τα ακόλουθα:

 

         «Διαπιστώνω, ότι ως προκύπτει από το ΕΕΣ (Τεκμήρια 2 και 3), τούτο συνάδει, στον βαθμό που απαιτείται, με τον τύπο του Παραρτήματος Α του Ν.133(Ι)/2004 και περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο αρ. 4, ήτοι την γνωστή στο κράτος έκδοσης ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, τα στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης την 6.10.2025, παραθέτει τις αξιόποινες πράξεις που αφορά και την προβλεπόμενη ποινή, καθώς επίσης και τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, περιλαμβανομένου του χρόνου και του τόπου τέλεσης τους, καθώς επίσης και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις. Αναφορά γίνεται πιο πάνω, στο μέρος «Εισαγωγή».

            Επισημαίνεται, ότι ως έχει νομολογηθεί, η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών πρέπει να συνίσταται σε σύντομη περίληψη και όχι σε πλήρη καταγραφή ολόκληρου του φακέλου, λαμβανομένης υπόψη και της περιπλοκότητας της υπόθεσης. Παράλληλα, παράλειψη συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις του αρ. 4 του Ν133(Ι)/2004, δεν συνεπάγεται ακύρωση του ΕΕΣ, ώστε το αίτημα για εκτέλεσή του να υπόκειται σε απόρριψη.

            Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος, είναι ταυτόχρονα αξιόποινες και στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του αρ. 12(2), εμπίπτουν δε στην κατηγορία των αδικημάτων που εξαιρούνται του ελέγχου του διττού αξιόποινου, σύμφωνα με το άρθρο 12(2) του Ν.133(Ι)/2004».

 

         Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση των ως άνω λόγων ένστασης τους οποίους, με αναφορά στη σχετική νομολογία ως επίσης τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, απέρριψε. Ικανοποιήθηκε δηλαδή ότι το επίδικο ΕΕΣ έχει εκδοθεί για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης. Υπέδειξε επίσης, ότι ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του από την οποία να προκύπτει ότι υπάρχει διερεύνηση της υπόθεσης που οι Γαλλικές αρχές διερευνούν στην Κύπρο ή ότι υπάρχει έστω πρόθεση διερεύνησης της υπόθεσης από πλευράς αστυνομικών αρχών αλλά ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να προκύπτει ότι υπάρχουν παραπονούμενοι στην Κύπρο. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και τους δεσμούς που παρουσιάζει με την Κυπριακή Δημοκρατία ως επίσης με την ενδεχόμενη αναστάτωση και αλλαγή στην καθημερινότητα της οικογένειας του, σε περίπτωση εκτέλεσης του ΕΕΣ, έκρινε ότι αυτοί οι παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την καταστολή του εγκλήματος, ούτε και το σκοπό που διέπει τέτοιας φύσεως διαδικασίες που είναι η απλοποίηση των διαδικασιών παράδοσης εκζητουμένων προσώπων μεταξύ κρατών μελών, τηρουμένης ασφαλώς της διασφάλισης των δικαιωμάτων των εν λόγω προσώπων. Υπέδειξε ακόμα ότι δεν είχε ικανοποιηθεί ότι η θέση περί εν μέρει διάπραξης των κατ΄ ισχυρισμό αδικημάτων στην Κύπρο, αποτελούσε λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Περαιτέρω, σε σχέση με τον τρίτο λόγο ένστασης και τη θέση ότι η στάση της αιτήτριας χώρας συνιστά κατάχρηση, υπέδειξε ότι πρόκειται για θέμα το οποίο εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Νόμου και τη σχετική νομολογία αφού αφορούν το κράτος που επιδιώκει την έκδοση. Για τον ίδιο λόγο απέρριψε επιχειρήματα περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ένεκα των μέτρων που έχουν ληφθεί. Παρόλα αυτά για σκοπούς πληρότητας υπέδειξε ότι για τους λόγους που εξηγεί, οι πιο πάνω θέσεις δεν μπορούσαν να πετύχουν. Τέλος το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη και των δικαιωμάτων του γενικότερα.

 

         Ο εφεσείων δεν έμεινε ικανοποιημένος με την πρωτόδικη απόφαση την οποία προσέβαλε αρχικά με τέσσερεις λόγους έφεσης τους οποίους στη συνέχεια περιόρισε σε δυο (λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 1 και 2).

 

         Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελίδα 27 της απόφασης του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έκδοση του εφεσείοντα επιζητείται για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης, καθότι τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι αντίθετα τόσο με την ενώπιον του μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν όσο και με τη σχετική νομολογία. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε τα τεκμήρια 8, 9, 10, 11, 12 και 13 μικροσκοπικά, αποσπασματικά και λανθασμένα όπως εμφαίνεται στις σελίδες 20-27 της απόφασης του καταλήγοντας ότι ο εφεσείων επιζητείτο για ποινική δίωξη. Η πλευρά του εφεσείοντα παραπέμπει στο περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων αλλά και σε μέρη της πρωτόδικης απόφασης προς υποστήριξη των θέσεων της, ότι δηλαδή το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να οδηγηθεί τουλάχιστον στο συμπέρασμα ότι «ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση δεν είναι ξεκάθαρος, αν όχι στο ξεκάθαρο συμπέρασμα ότι ο εκζητούμενος δεν ζητείται για ποινική δίωξη και ούτε καν για ποινική προδικασία, παρά μόνο για σκοπούς ανάκρισης ως υπόπτου, σε αντίθεση με το εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ.».

 

         Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εφεσείοντα εισηγήθηκαν ότι οι υποθέσεις Αναφορικά με τον Ghebali, Πολ. Έφ. Αρ. 51/2020, ημερ. 11.5.2020, Stenli v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 4/24, ημερ. 7.1.2025 και Visokowski ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 1/2025, ημερ. 27.2.2025 δεν προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης και δεν υποστηρίζουν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η έκδοση του εφεσείοντος επιζητείται για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης και όχι απλώς για σκοπούς ανάκρισης.

 

         Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να υπομνήσουμε σε σχέση με τις παραγράφους (Η) και (Θ) της αιτιολογίας του λόγου έφεσης ότι η πλευρά του εφεσείοντα επιχειρεί να διευρύνει το λόγο έφεσης μέσω της αιτιολογίας του, πράγμα ανεπίτρεπτο αφού «δεν είναι επιτρεπτή η διεύρυνση του λόγου μέσα από την αιτιολογία του, που στοχεύει και περιορίζεται στην αιτιολόγηση των όσων ο ίδιος ο λόγος έφεσης εγείρει (Κατερίνα Γεωργίου κ.ά. ν. Νικόλα Αργυρίδη, Έφεση Αρ. 2/2024, ημερ. 17.12.24, αρχή που επανατονίστηκε στις πρόσφατες υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρέα κ.ά., Ποιν. Έφ. Αρ. 13/22-18/22, ημερ. 25.2.2025, A.L. Krambenes Ltd κ.ά. ν. A.L. Vasiliou Motors Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 122/2017, ημερ. 17.7.2025, και Στυλιανού ν. Αριστείδου, Πολ. Έφ. Αρ. 214/2019, ημερ. 10.9.2025. Ως εκ τούτου η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολίασε το γεγονός ότι στο ΕΕΣ, Τεκμήριο 6, διαφαίνεται ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας αλλά και στο εξωτερικό, δηλαδή σε έδαφος εκτός της Γαλλίας χωρίς να καθορίζεται ο τόπος ή η χώρα ή αν αφορά έδαφος εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν θα εξεταστεί. Περαιτέρω, δεν θα εξεταστεί ούτε η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολίασε, παρά το ότι ετέθη στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων του εφεσείοντα, ότι στο Τεκμήριο 21, δηλαδή στο Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης, ένας από τους λόγους έκδοσης του εντάλματος σύλληψης εναντίον του εφεσείοντα είναι και το γεγονός ότι δεν υπάρχει αστυνομική διαδικασία κράτησης στην Κύπρο.

 

         Υποδεικνύουμε επίσης ότι παρατηρείται μια αναντιστοιχία σε σχέση με τις παραπομπές της πλευράς του εφεσείοντα με μέρη της πρωτόδικης απόφασης, ως επίσης σε λανθασμένες θέσεις και παραπομπές σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση, κάτι που αναγνώρισε και η ίδια η πλευρά του εφεσείοντα. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης στη σελίδα 25 της πρωτόδικης απόφασης και όχι στη σελίδα 27 ως αναφέρεται στον πρώτο λόγο έφεσης. Περαιτέρω δεν εντοπίζουμε στη σελίδα 27 της πρωτόδικης απόφασης ή οπουδήποτε αλλού το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα σε σχέση με το Γαλλικό δίκαιο ή να απορρίπτει τη μαρτυρία του ΜΚΑ2 ως μη ειδικού στο Γαλλικό δίκαιο ή να καταλήγει το ίδιο σε τέτοια συμπεράσματα (παράγραφοι Δ και Ε της αιτιολογίας του λόγου έφεσης). Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του εφεσείοντα στην παράγραφο Στ της αιτιολογίας του λόγου έφεσης, ήτοι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε συμπέρασμα ότι η ανακριτική διαδικασία βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, ούτε σε αποσπασματική ερμηνεία του Τεκμηρίου 10 (παράγραφος Ζ). Το Τεκμήριο 21 είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 1.12.2025 σε σχέση με το ΕΕΣ αρ. 15/25 και όχι το εθνικό ένταλμα σύλληψης ενώ το Τεκμήριο 6 αποτελεί αλληλογραφία με την οποία διαβιβάστηκε το ΕΕΣ στη Γαλλική Γλώσσα (παράγραφοι Η, Θ και Ι).

 

         Λυπούμαστε να παρατηρήσουμε ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν απλά τυπογραφικά λάθη, όπως ανέφερε η πλευρά του εφεσείοντα, αλλά δημιουργούν υποψία αυτούσιας μεταφοράς από μια υπόθεση σε άλλη λόγω προφανώς του ταυτόχρονου χειρισμού 6-7 παρόμοιων υποθέσεων. Επ΄ αυτού χρειάζεται προσοχή. Η αιτιολογία ενός λόγου έφεσης στοχεύει στην στοιχειοθέτηση του σφάλματος στην εκκαλούμενη απόφαση. Όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης ή περιέχει αναντιστοιχίες δεν μπορεί να υποστηρίξει τον λόγο έφεσης. Όπως έχει λεχθεί στην Δημητρίου ν. KPMG LTD, Πολ. Έφ. Αρ. 311/2014, ημερ. 24.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:A25: «Έχοντας υπ΄ όψιν πως τα συστατικά στοιχεία των λόγων έφεσης συντίθενται, πρώτον, από τον προσδιορισμό του λάθους και δεύτερο τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα και χωρίς το ένα ή το άλλο ο λόγος έφεσης είναι ατελής (Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112), οι συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης απορρίπτονται (Σαμουρίδης ν. Inzeyannis, Πολ. Έφ. Αρ. 326/14, ημερ. 18.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:A133. Αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και δυστυχώς οι πιο πάνω διαπιστώσεις εντοπίζονται και στο περίγραμμα αγόρευσης της πλευράς του εφεσείοντα.

 

         Με όλο το σεβασμό προς τους δικηγόρους του εφεσείοντος ο τρόπος σύνταξης της ειδοποίησης εφεσείοντα και του περιγράμματος αγόρευσης δεν συνάδει με το υψηλό επίπεδο που αναμένεται σε ό,τι αφορά την ακρίβεια, σαφήνεια και επιμέλεια που απαιτείται σε σχέση με την καταχώριση, προώθηση και εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Εφετείου.

 

         Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις θα προχωρήσουμε, για σκοπούς πληρότητας, στην εξέταση της ουσίας των θέσεων της πλευράς του εφεσείοντα.

 

         Η πρώτη επισήμανση στην οποία προβαίνουμε είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε με ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια το πιο πάνω ζήτημα το οποίο και αναλύει στις σελίδες 18 έως 25 της απόφασης του. Δεν συμφωνούμε ότι ερμήνευσε τα Τεκμήρια 8 έως 13 μικροσκοπικά, αποσπασματικά ή λανθασμένα ως ισχυρίζεται η πλευρά του εφεσείοντα. Ορθά εστίασε στο σημείο Α30 του επίδικου ΕΕΣ όπου αναφέρονται τα εξής:

 

         “This warrant has been issued by a competent judicial authority. I request that the person mentioned below be arrested and surrendered to the judicial authorities for the purpose of conducting a criminal prosecution or executing a custodial sentence or detention order”.

 

         Ορθά επίσης εντόπισε ότι η υπόθεση είναι ακόμα υπό διερεύνηση έχοντας υπόψη τις απαντήσεις των Γαλλικών Αρχών που περιέχονται στο Τεκμήριο 11 μετά από διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από τους δικηγόρους του εφεσείοντα. Στην υπόθεση C-509/2018, ημερ. 27.5.2019 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης) ανέφερε στις σκέψεις 32 και 33 τα ακόλουθα:

 

         «32     Πράγματι, η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, όπως προβλεπόταν στο άρθρο 31 ΕΕ, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, αφορούσε ιδίως τη συνεργασία μεταξύ των δικαστικών αρχών των κρατών μελών τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και ως προς την εκτέλεση των αποφάσεων.

            33        Ο όρος «διαδικασία», ο οποίος εκλαμβάνεται υπό την ευρεία του έννοια, μπορεί να καλύπτει την ποινική διαδικασία στο σύνολό της, δηλαδή το στάδιο της προδικασίας, την ποινική δίκη καθαυτή και το στάδιο της εκτελέσεως της οριστικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου κατά προσώπου καταδικασθέντος για την τέλεση ποινικού αδικήματος».

 

         Παρόμοιο ζήτημα τέθηκε και στην υπόθεση Stenli (ανωτέρω) όπου το Εφετείο παραπέμπει στην Αναφορικά με τον Ghebali (ανωτέρω), όπου λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

         «Από το ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα, σημασία έχει η αναφορά «for the purpose of conducting a criminal prosecution".

 

            Εκείνο δε περαιτέρω που προέκυπτε από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεδομένα είναι πως η υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα δεν βρισκόταν στο αρχικό στάδιο διερεύνησης. Είχαν ήδη ληφθεί οι καταθέσεις από τους παραπονούμενους που κατονομάζουν τον εφεσείοντα ως το πρόσωπο που τους ξεγέλασε. Όπως παρατηρεί δε και το πρωτόδικο δικαστήριο, η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, όπως συνέβη στην υπόθεση Βalzaz Aztastos v. The Szellsord Court, Hungary (2010) EWHC237. Η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος - το οποίο ήταν και ο μοναδικός λόγος ένστασης - είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή. Το γεγονός ότι υπήρξε προβληματισμός αρχικά σε σχέση με το λόγο που ζητείτο για παράδοση ο εφεσείων και ο προβληματισμός αυτός, οδήγησε το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, σε υποβολή διευκρινιστικού ερωτήματος προς τις Γαλλικές Αρχές, δεν αλλοιώνει τα πράγματα, αφού εντέλει οι διευκρινίσεις που δόθηκαν συνάδουν με το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αλλά και με το άρθρο 3 του Ν.133(Ι)/2004, του ως άνω Νόμου. Πρόκειται για μια διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη.

 

            Θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη Γαλλία. (βλ. Reinwald ν. Γεν. Εισαγγελέας Πολ. έφ. αρ.42/19, 23.4.2020). Τέτοια πορεία θα ήταν ατελέσφορη. Εξάλλου και ο ίδιος ο Γάλλος δικηγόρος που κατέθεσε για τον εκζητούμενο, δήλωσε πως οι απαντήσεις της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα σταδίου διερεύνησης. Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη. Αυτό προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από την υπόθεση του ΔΕE στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-566/19 PPU και C626/19 PPU 12.12.2019 από την οποία μεταφέρουμε τις σκέψεις 69 και 70: «. στη γαλλική έννομη τάξη, η απόφαση περί εκδόσεως μπορεί ως διαδικαστική πράξη να προσβληθεί ενόσω διαρκεί η ανακριτική διαδικασία και αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται εις βάρος προσώπου το οποίο δεν είναι ακόμη διάδικος, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την παράδοση του και την προσαγωγή του ενώπιον του ανακριτή. Η ύπαρξη, στη γαλλική έννομη τάξη, τέτοιων δικονομικών κανόνων καταδεικνύει, επομένως, ότι ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του και, εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, πριν ή μετά την παράδοση του εκζητουμένου».

 

            (Βλ. επίσης το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του Μουζάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, ειδικά σελ.492 κ.επ.).

 

            Επίσης είναι άνευ τελικής σημασίας, κατά την κρίση μας, ότι στο ίδιο το ένταλμα δεν υπήρξε διαγραφή της διαζευκτικής περίπτωσης, δηλαδή της φράσης «..executing a custodial sentence or detention order" και παρέμεινε ομού με την ορθή αναφορά "for the purpose of conducting a criminal prosecution." Προκύπτει σαφώς από τα γεγονότα της υπόθεσης πως είναι η δεύτερη αναφορά που ισχύει”».

 

         Απόλυτα εύστοχη είναι και η παραπομπή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Vovk v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. Αρ. 6/2024, ημερ. 17.1.2025 όπου λέχθηκε ότι:

 

         «Η κυπριακή νομολογία έχει ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» διασταλτικά έτσι ώστε να περιλαμβάνει «μία διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη» χωρίς όμως να περιλαμβάνει το στοιχείο της βεβαιότητας της δίωξης».

 

         Εύστοχη είναι και η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ΕΕΣ όπου στο σημείο 2.1.1 αναφέρεται ρητά ότι «Η «άσκηση ποινικής δίωξης» περιλαμβάνει επίσης την ποινική προδικασία». Στην υπόθεση Vovk (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «Στο εν λόγω Εγχειρίδιο αναφέρεται στη σελίδα 9, ότι η αναφορά στην άσκηση ποινικής δίωξης στην απόφαση-πλαίσιο αφορά «ποινικές διαδικασίες στις οποίες μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του καταζητούμενου» (Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο).

 

         Σχετική είναι επίσης η πρόσφατη απόφαση Visokowski  (ανωτέρω) (την οποία επίσης μνημονεύει το πρωτόδικο Δικαστήριο) όπου το Εφετείο πραγματεύεται παρόμοια ζητήματα.

 

         Η πλευρά του εφεσείοντος έχει εισηγηθεί ότι τα γεγονότα των υποθέσεων Ghebali, Stenli και Visokowski (ανωτέρω) δεν προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού στην παρούσα η όλη υπόθεση βρίσκεται στα πολύ αρχικά στάδια και ότι ο εφεσείων δεν είναι καν «υπό διερεύνηση» (under investigation) επικαλούμενη την απάντηση υπ΄ αρ. 3 των Γαλλικών Αρχών στο Τεκμήριο 11.

 

         Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη αυτή. Από τη μελέτη του συνόλου της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι η υπόθεση βρίσκεται στα πολύ αρχικά στάδια. Η δε απάντηση υπ΄ αρ. 3 των Γαλλικών Αρχών στο Τεκμήριο 11 αποτελεί απάντηση στο ερώτημα υπ΄ αρ. 3 του Τεκμηρίου 10 που τέθηκε εκ μέρους των δικηγόρων του εφεσείοντος και αναφέρεται στη διαδικασία η οποία ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και δεν αναφέρεται ειδικά στον εφεσείοντα. Οι δε δικηγόροι του εφεσείοντα δεν αναφέρονται συγκεκριμένα στον πελάτη τους. Αντίθετα θέτουν κάποιο γενικό ερώτημα σε σχέση με την ακολουθούμενη διαδικασία και ανάλογη είναι η απάντηση των Γαλλικών Αρχών. Αυτό προκύπτει αβίαστα από τη μελέτη του ερωτήματος 3 του Τεκμηρίου 10 και της απάντησης 3 του Τεκμηρίου 11 τα οποία παρατίθενται αυτούσια:

 

         Τεκμήριο 10

            “3.        Under French law, before a person can be prosecuted or formally charged, must the investigating authorities first question him or her in order to verify or clarify the allegations and to determine whether there is sufficient basis to proceed with prosecution?”

            Τεκμήριο 11

            “3.        French law provides that a person may choose to answer questions or speak spontaneously during an initial appearance hearing, which is the proceeding during which a decision is made as to whether or not to place the person under investigation”.

 

         Το γεγονός ότι αναφέρεται στην απάντηση υπ΄ αρ. 4 του Τεκμηρίου 11 ότι The case is still under investigation δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Στην υπόθεση Michel v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. Αρ. 5/24, ημερ. 7.1.25 κρίθηκε πως η έναρξη ποινικής δίωξης δεν συνιστά προϋπόθεση για την έκδοση απόφασης εκτέλεσης ενός ΕΕΣ και υιοθετώντας επίσης τη θέση πως το ότι εν τέλει πιθανόν να μην ασκηθεί δίωξη δεν διαφοροποιεί τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη. Παρόμοια ήταν η αντιμετώπιση και στην υπόθεση Stenli (ανωτέρω) (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου, Πολ. Έφ. Αρ. 4/2025, ημερ. 8.1.2026).

 

         Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το επίδικο ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης είναι ορθή. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να μην ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 14(1)(στ) του Ν.133(Ι)/2004.

 

         Παρατηρούνται και σε σχέση με αυτό τον λόγο έφεσης λανθασμένες θέσεις και παραπομπές αναφορικά με την πρωτόδικη απόφαση. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στην παράγραφο (Α)(i) της αιτιολογίας του λόγου έφεσης γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου «στην σελίδα 33 της Απόφασης του ημερ. 15.12.2025». Η εκκαλούμενη απόφαση είναι ημερομηνίας 19.12.2025 και στη σελίδα 33 δεν υφίσταται το απόσπασμα στο οποίο παραπέμπει η πλευρά του εφεσείοντα. Το ίδιο ισχύει για τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο (Β)(i)(ii), (Γ), (Δ) και (Ε). Το δε απόσπασμα στο οποίο παραπέμπει στην παράγραφο (Α)(ii) της αιτιολογίας του λόγου έφεσης δεν αποτελεί διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη σελίδα 30 της απόφασης του αλλά απόσπασμα από την υπόθεση D.N.X. v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 6/2022, ημερ. 7.6.2022 στη σελίδα 33 της απόφασης του. Σημειώνουμε ακόμα ότι μεγάλο μέρος του περιγράμματος αγόρευσης δεν αναφέρεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης. Ακόμα η αναφορά στο περίγραμμα αγόρευσης για έκδηλο νομικό σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την αναφορά του για τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν δυνάμει των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας δεν καλύπτονται από το λόγο έφεσης ή την αιτιολογία του. Ισχύουν δυστυχώς τα όσα υποδείξαμε πιο πάνω σε σχέση με τον πρώτο λόγο έφεσης.

 

         Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις, οι οποίες από μόνες τους καταδεικνύουν μη συνάφεια μεγάλου μέρους της αιτιολογίας του λόγου έφεσης με τον ίδιο τον λόγο έφεσης, θα προχωρήσουμε στην εξέταση της ουσίας των θέσεων του εφεσείοντα που απομένουν, ότι δηλαδή το πρωτόδικο Δικαστήριο σύγχυσε τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης ΕΕΣ που προνοούνται στο Άρθρο 14(1)(α)(β) του Ν.133(Ι)/2004 με τον λόγο που επικαλέστηκε η υπεράσπιση όπως προνοείται στο Άρθρο 14(1)(στ) του Νόμου ως επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε καθοδήγηση από τις υποθέσεις Dumitry v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 300/2021, ημερ. 8.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:A564 και D.N.X. (ανωτέρω).

 

         Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των πλευρών. Δεν συμφωνούμε με την πλευρά του εφεσείοντα ότι το Δικαστήριο τελούσε σε σύγχυση σε σχέση με τους προαιρετικούς λόγους μη εκτέλεσης του ΕΕΣ δυνάμει του Άρθρου 14(1)(α)(β) του Ν.133(Ι)/2004 με τον λόγο που προνοείται στην παράγραφο 1(στ) του ιδίου άρθρου. Σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες:

 

            «14.-(1) Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:

              (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης,

              (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη,

              (γ) ………………………………

              (δ) ………………………………

              (ε) ……………………………..

                     (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας».

 

         Δεν διαπιστώνουμε το Δικαστήριο να προέβηκε σε εξέταση κατά πόσο υφίσταται δίωξη του εφεσείοντα στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με αυτήν που αναφέρεται στο ΕΕΣ ούτε να εξέτασε το ενδεχόμενο οι Κυπριακές Αρχές να είχαν αποφασίσει να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ. Αντίθετα το Δικαστήριο αφού παρέθεσε τις πρόνοιες του Άρθρου 14(1)(στ) κατέγραψε με περισσή επιμέλεια και προσοχή τις θέσεις της πλευράς του εφεσείοντα τις οποίες στη συνέχεια εξέτασε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε σε ενδελεχή ανάλυση του Άρθρου 14(1)(στ) και παρέπεμψε σε σχετική νομολογία και αιτιολογεί πλήρως και επαρκώς τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τις θέσεις της πλευράς του εφεσείοντα.

 

         Αποτέλεσε εισήγηση των συνηγόρων του εφεσείοντα ότι η Κύπρος έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα, τα οποία κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκαν με ηλεκτρονικά μέσα ή και διαδικτυακά, που διαπράττονται δηλαδή ταυτόχρονα σε δυο ή περισσότερα μέρη επομένως υφίσταται συντρέχουσα δικαιοδοσία παραπέμποντας στο Άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Περαιτέρω υποστήριξαν ότι όλα τα αδικήματα που αναφέρονται στο ΕΕΣ είναι αδικήματα που αναφέρονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχει κυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία παραπέμποντας σε συγκεκριμένα νομοθετήματα. Οι συνήγοροι του εφεσείοντος επιχειρηματολόγησαν επίσης ότι, όπως προκύπτει από τα αιτήματα που έγιναν μέσω των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας και τους σχετικούς όρκους προς υποστήριξη των εν λόγω εντολών, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι ο εφεσείων προέβηκε σε ξέπλυμα χρημάτων στην Κύπρο μέσω ακίνητης ιδιοκτησίας που αγόρασε και επομένως προκύπτει ότι ακόμα και αν τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα διαπράττονταν στην αλλοδαπή, με βάση την Κυπριακή νομοθεσία η Κύπρος θα είχε δικαιοδοσία εκδίκασης τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε από τον εφεσείοντα κατά την επίδικη περίοδο, δηλαδή που αντιστοιχεί στους ισχυρισμούς των Γαλλικών Αρχών, αυτός δούλευε αποκλειστικώς και εξ αποστάσεως από την Κύπρο, μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Υποστήριξαν περαιτέρω ότι οι Γαλλικές Αρχές τόσο στο Ευρωπαϊκό όσο και στο Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης αναφέρουν ως τόπο διάπραξης τη Γαλλία αλλά και το εξωτερικό υπονοώντας την Κύπρο για την οποία αναφέρουν στο ΕΕΣ ότι είναι ο τόπος όπου κατέληξαν τα κατ΄ ισχυρισμό χρήματα. Συνεπεία των πιο πάνω σύμφωνα με τους δικηγόρους του εφεσείοντα ο φερόμενος τόπος διάπραξης είναι ο τόπος όπου βρίσκεται ο φερόμενος δράστης και ο παραπονούμενος, ο τόπος όπου υπάρχουν ηλεκτρονικές συσκευές με βάση τις οποίες διαπράττονται τα αδικήματα όπου καταλήγουν τα χρήματα και βρίσκονται οι τραπεζικοί λογαριασμοί ή και η ακίνητη περιουσία που είναι το προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας με αποτέλεσμα να υπάρχει συντρέχουσα διεθνής δικαιοδοσία. Επιπρόσθετα των πιο πάνω η πλευρά του εφεσείοντα με εκτενή παραπομπή κυρίως σε Αγγλική νομολογία επιχειρηματολόγησε ότι η Κύπρος είναι το καταλληλότερο φόρουμ και ότι δεν είναι προϋπόθεση να υπάρχει ποινική έρευνα ή και δίωξη του εκζητούμενου σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα στην Κύπρο, εισηγούμενη ότι η προϋπόθεση είναι η απόδειξη της τέλεσης του αδικήματος εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην Κύπρο (Αρχή της εδαφικότητας). Υπέδειξαν ότι ο εκζητούμενος είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου στην οποία έχουν πραγματοποιηθεί τα όποια γεγονότα περιβάλλουν τις όποιες έρευνες ενώ στην Κύπρο διαμένουν και όλα τα άλλα πρόσωπα τα οποία κατονομάζονται ως συνεργοί-μέλη της εγκληματικής ομάδας. Περαιτέρω, τα τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση, βρίσκονται στην Κύπρο, ενώ σε σχέση με τους μάρτυρες ή τα θύματα δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε στα έγγραφα που κατατέθηκαν αναφορικά με το που βρίσκονται τα πρόσωπα αυτά ενώ στην Κύπρο βρίσκονται όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας και όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης. Ζήτησαν επίσης να ληφθούν υπόψη οι ισχυρότατοι δεσμοί του εφεσείοντα με το έδαφος της Δημοκρατίας ειδικότερα των οικογενειακών του περιστάσεων ενώ έκαναν λόγο για καθυστέρηση η οποία θα προκύψει, ένεκα του ότι εκκρεμεί η εκδίκαση των αιτήσεων κατακράτησης τεκμηρίων τα οποία περισυλλέχθηκαν βάσει των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε αρχικά ότι:

 

            «Σημειώνω εν πρώτοις, ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, από την οποία να προκύπτει ότι υπάρχει διερεύνηση της υπόθεσης που οι γαλλικές αρχές διερευνούν στην Κύπρο, ή ότι υπάρχει έστω πρόθεση διερεύνησης της συγκεκριμένης υπόθεσης από πλευράς αστυνομικών αρχών. Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, από την οποία να προκύπτει, ότι υπάρχουν παραπονούμενοι στην Κύπρο.

            Δεν παραγνωρίζω, ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα δυνατό να διαπραχθούν με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, από οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη. Σύμφωνα με το ΕΕΣ, καταλογίζεται στον εκζητούμενο η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η οποία, χρησιμοποιώντας τεχνολογικά μέσα, εξαπατούσε χρήστες του διαδικτύου να επενδύσουν τα χρήματά τους και εν τέλει τα χρήματα αυτά, κατέληγαν, μέσω μιας πολύπλοκης διαδικτυακής δομής, σε λογαριασμούς ιδιωτών και νομικών προσώπων. Ο εκζητούμενος, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα καταγράφονται στο ΕΕΣ, φαίνεται να δραστηριοποιείτο αποκλειστικώς στη μεταφορά κρυπτοστοιχείων (cryptoassets). Ως επίσης αναφέρεται στο ΕΕΣ, οι πράξεις αυτές τελέστηκαν κατά την περίοδο 1.1.2020 – 4.6.2025, σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας».

 

         Υπέδειξε επίσης ότι στην Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων υπ΄ αρ. 161/2025 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22 και αφορά τον εφεσείοντα, αναφέρεται ότι ζητείται διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση όπως καταγράφονται στην ευρωπαϊκή εντολή έρευνας από το 2020, έχουν εμφανιστεί ψεύτικες επενδυτικές απάτες σε κρυπτονομίσματα και πολλά θύματα καταγράφηκαν στην Ευρώπη και στη Γαλλία. Ειδικότερα, χρησιμοποιείτο από τους δράστες ένας ιδιαίτερα έντεχνος και περίπλοκος τρόπος δράσης με τη χρήση εξειδικευμένων μέσων της τεχνολογίας και του διαδικτύου για σκοπούς απάτης των θυμάτων, αλλά και ξεπλύματος των κεφαλαίων που εισπράττονταν από αυτά. Αναφορά γίνεται περαιτέρω στην εν λόγω αίτηση στο ότι οι οικονομικές έρευνες κατέστησαν δυνατή την ανάδειξη των διαφόρων συναλλαγών κρυπτονομισμάτων που πραγματοποιήθηκαν από τους δράστες για τη νομιμοποίηση των κεφαλαίων που εξασφαλίστηκαν μέσω απάτης και ότι τα δόλια κεφάλαια κρυπτονομισμάτων είχαν συλλεχθεί από διάφορα άτομα και εταιρείες στην Κύπρο. Ο εφεσείων διέθετε λογαριασμό Binance, όπου έλαβε λίγο περισσότερα από 492.000 USD, σε άμεση σύνδεση με ψεύτικες ιστοσελίδες απάτης επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα κατά την περίοδο του 2022 ενώ σχεδόν 6.146.000 USD διοχετεύτηκαν μέσω αυτού του λογαριασμού αλλά και συναλλαγές, σε λογαριασμούς άλλων κατηγορουμένων. Συνεπεία των ερευνών που διεξήχθηκαν από τις αστυνομικές αρχές της Κύπρου, κατόπιν εκτέλεσης των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας που διαβιβάστηκαν από τις αρχές της Γαλλίας, παραλήφθηκε αριθμός τεκμηρίων, εξ ου και εκκρεμούσε η εκδίκαση των εν λόγω αιτήσεων κατακράτησης τεκμηρίων.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε, ορθά, ότι οι διαδικασίες που αφορούν στην κατακράτηση των τεκμηρίων που έχουν περισυλλεγεί συνεπεία της έκδοσης των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας δεν αποτελούν λόγο μη έκδοσης εκζητούμενου προσώπου κατά τα διαλαμβανόμενα της νομοθεσίας.

 

         Ορθά επίσης παραπέμπει στην υπόθεση D.N.X. (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

            «Δυνάμει του Άρθρου 14, το οποίο προβλέπει λόγους για προαιρετική μη εκτέλεση του ΕΕΣ, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του, όταν το αδίκημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο συντελέστηκε εν μέρει στην Κύπρο (Άρθ.14(1)(στ)(i) του Νόμου).

 

            Η εισήγηση για προαιρετική μη εκτέλεση του ΕΕΣ έγινε πρωτοδίκως στη βάση του παραδεκτού γεγονότος ότι το αδίκημα τελέστηκε εν μέρει στην Κύπρο και ότι μέρος της μαρτυρίας βρίσκεται στην Κύπρο.

 

            Το πρωτόδικο Δικαστήριο με περισσή επιμέλεια ασχολήθηκε με την εισήγηση. Σημείωσε - ορθά - πως η ύπαρξη μαρτυρικού υλικού στη χώρα εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. δεν αποτελεί λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης. Εκείνο που αποτελεί τέτοιο λόγο είναι η εν μέρει τέλεση του αδικήματος στην Κύπρο.

 

            Αφού έγινε εκτενής περιγραφή του σχεδίου και τρόπου δράσης του εκζητούμενου με άλλα πρόσωπα ενεργώντας, εκτός από τη συμμετοχή της κυπριακής εταιρείας, υπό τον μανδύα εταιρειών, σε διάφορες χώρες (κυρίως γερμανόφωνες) κατέληξε ως εξής:

 

                        «Όπως δε προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, η αποδιδόμενη συμμετοχή του εκζητούμενου στο αδίκημα της απάτης, αποδίδεται εν μέρει και στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ένεκα της ύπαρξης της ως άνω εταιρείας που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λεμεσό και υπό το πέπλο της οποίας ο εκζητούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα ενεργούσαν όπως περιγράφεται πιο πάνω για προσωπικό τους όφελος. Σύμφωνα όμως με τα γεγονότα που περιγράφονται στο ΕΕΣ παράλληλα οι αξιόποινες πράξεις τελεστή καν (sic) από τον εκζητούμενο από κοινού και σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα κάτω από το πέπλο και δεύτερης εταιρείας που είχε την έδρα της στην Κολωνία, καθώς επίσης και με τη συμμετοχή και άλλων εταιρειών συνδεδεμένων με τους δυο εκ των κατηγορουμένων. Επίσης σύμφωνα πάντα με τα γεγονότα του ΕΕΣ τα θύματα της απάτης προέρχονται από Γερμανόγλωσσες χώρες. Όπως δε προέκυψε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.Α.1 προηγήθηκε η έκδοση από τις Γερμανικές Αρχές και του ΕΕΣ με αρ. 1/22 ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού με το οποίο ζητήθηκε η έκδοση και άλλου προσώπου που συνδέεται με τα γεγονότα του παρόντος ΕΕΣ. ΄Οπως επίσης προέκυψε από την αντεξέταση του μάρτυρα, οι Γερμανικές Αρχές με σχετικά Ευρωπαϊκά Εντάλματα ΄Ερευνας στα πλαίσια δικαστικής συνδρομής ζήτησαν την περισυλλογή μαρτυρίας που βρίσκεται στην Κύπρο. Πλην της εκτέλεσης των εν λόγω Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας που έγινε κατόπιν σχετικών αιτημάτων των Γερμανικών αρχών, οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν φαίνεται να διερεύνησαν οτιδήποτε που να σχετίζεται με την υπόθεση. Από την άλλη οι Γερμανικές Αρχές, φαίνεται να συνδέουν τα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα με τη συμμετοχή του εκζητούμενου κατόπιν συνέργειας και με άλλα πρόσωπα, που ενεργούσαν κάτω από το πέπλο εταιρείας με έδρα την Κύπρο αλλά και εταιρείας με έδρα την Κολωνία καθώς επίσης και με τη χρήση τηλεφωνικού κέντρου που λειτουργούσε στα γραφεία της εταιρείας αυτής στην Κολωνία.

                        Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει δοθεί μαρτυρία αλλά ούτε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο ή στοιχείο που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή διερεύνηση ή ποινική δίωξη του εκζητούμενου στην Κύπρο. Αυτό το οποίο ο κ. Χίντικος αποδέχθηκε είναι ότι εκτελέστηκαν Ευρωπαϊκά Εντάλματα Έρευνας μετά από τα σχετικά αιτήματα των Γερμανικών Αρχών όπου και αναμένεται σύντομα να αποσταλούν τα αποτελέσματα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι αδικήματα απάτης του συγκεκριμένου είδους, που όπως προκύπτει από τα γεγονότα που περιγράφονται στο ΕΕΣ, έχουν να κάνουν με επενδύσεις χρημάτων που γίνονται με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας μέσω του διαδικτύου, αλλά και τη χρήση τηλεφωνικού κέντρου που σαφώς παραπέμπει σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και μάλιστα με θύματα από Γερμανόφωνες χώρες δεν μπορούν να έχουν μόνο ένα συγκριμένο τόπο τέλεσης. Αντίθετα στη βάση των γεγονότων που περιγράφονται στο ΕΕΣ, θεωρώ ότι ένεκα της φύσης τους, πρόκειται για αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων μπορεί να έχουν δικαιοδοσία δύο ή και περισσότερες χώρες, χωρίς να υπάρχουν αντικρουόμενες δικαιοδοσίες. Επαναλαμβάνω ότι με βάση τα γεγονότα φαίνεται να αποδίδεται σε όλους τους εμπλεκόμενους, περιλαμβανόμενου και του εκζητούμενου, μία συνεχής και συντονισμένη δράση παράλληλα κάτω από το πέπλο τόσο εταιρείας με έδρα την Κύπρο, όσο και εταιρείας με έδρα την Κολωνία, μέσα από τις οποίες ο εκζητούμενος μαζί και με άλλα πρόσωπα που κατονομάζονται στο ΕΕΣ επέκτειναν και ή συνέχιζαν τις παράνομες δραστηριότητες τους με σκοπό να αποκομίσουν προσωπικό όφελος. Είναι επίσης καθοριστικό και το ότι με βάση τις διευκρινίσεις που έδωσαν οι Γερμανικές Αρχές σύμφωνα με το Γερμανικό Δίκαιο, νομικό πρόσωπο, δηλαδή εταιρεία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνο για την διάπραξη αδικήματος. Με όλο συνεπώς το πλέγμα των γεγονότων που περιγράφονται πιο πάνω και ένεκα της φύσης των αδικημάτων το γεγονός και μόνο ότι η μία από τις εταιρείες μέσω των οποίων ενεργούσε ο εκζητούμενος μαζί και με άλλα πρόσωπα έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Κύπρο και ως συνέπεια τούτου μέρος της μαρτυρίας βρίσκεται στην Κύπρο, δεν κρίνεται στην συγκεκριμένη περίπτωση στοιχείο ικανοποιητικό ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της έκδοσης του εκζητούμενου.»

 

            Παρατηρείται, ως εκ του πιο πάνω αποσπάσματος, μια σαφής και πλήρως επεξηγηματική αλλά και πειστική αιτιολογία για τους λόγους που το δικαστήριο θεώρησε πως δεν δικαιολογείται η τέτοια άσκηση της εξουσίας του σύμφωνα με την εισήγηση του Εφεσείοντα.

 

            Ισχύουν πλήρως αυτά που είχαμε αναφέρει σε παρόμοια εισήγηση στη Dumitry v. Δημοκρατίας, Πολ. Έφ.300/21, 8.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:A564:

 

                        «Η θέση ότι τα αδικήματα, εκτός της Ρουμανίας, διαπράχθησαν και στην Κύπρο, δεν είναι γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εκτέλεσης του Εντάλματος (βλ. Joannides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ.Εφ.226/2017, 5.10.2017), ECLI:CY:AD:2017:A337. Άλλωστε λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης ο εφεσείων θα έχει, όταν θα έχει πλήρη πρόσβαση στην όλη δικογραφία. Όπως αναφέρεται πρωτοδίκως οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν από κοινού και σε συνεργασία εγκληματικών ομάδων που δρούσαν παράλληλα στην Κύπρο και στη Ρουμανία. Όπως καταγράφονται τα γεγονότα στο ΕΕΣ και στα συναφή έγγραφα, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο τόπος τέλεσης των αδικημάτων εκ μέρους του εφεσείοντα είναι αποκλειστικά η Δημοκρατία ή έστω αν οι πράξεις που συνιστούν τη δική του συμμετοχή στη διάπραξη τους φαίνεται να έλαβαν χώρα στην Κύπρο.»

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έλαβε καθοδήγηση από την D.N.X. (ανωτέρω) ως επίσης από την Dumitry (ανωτέρω) η οποία περιέχεται σ΄ αυτήν. Η πιο πάνω νομολογία κρίνουμε ότι είναι απόλυτα σχετική με την παρούσα υπόθεση και δεν συμφωνούμε με την περί αντιθέτου θέση της πλευράς του εφεσείοντα. Στην υπόθεση D.N.X. ήταν παραδεκτό γεγονός ότι οι αξιόποινες πράξεις συντελέστηκαν εν μέρει στην Κύπρο ενώ στην υπόθεση Dumitry (ανωτέρω) εξετάστηκε η θέση ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν εκτός της Ρουμανίας και στην Κύπρο.

 

         Ορθά επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία καταλήγοντας ότι αυτές δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την καταστολή του εγκλήματος ούτε και το σκοπό που διέπει τέτοιας φύσεως διαδικασίες και ορθά παρέπεμψε στην υπόθεση C-261/22, ημερ. 21.12.2023 του ΔΕΕ.

 

         Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τελούσε υπό οποιοδήποτε καθεστώς σύγχυσης ούτε αντέστρεψε το βάρος απόδειξης όπως εισηγείται η πλευρά του εφεσίοντος.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Συνεπεία των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 29(1) του Νόμου, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.

 

         Ο εφεσείων θα παραμείνει υπό κράτηση στο μεταξύ.

 

         Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως κοινοποιήσει αμέσως την παρούσα απόφαση στις αρμόδιες αρχές της Γαλλίας.

 

         Καμία διαταγή για έξοδα.

 

         Τα έξοδα του διερμηνέα να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

 

                                                                ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

 

                                                                Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο