E. M. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 8/2025, 19/1/2026
print
Τίτλος:
E. M. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 8/2025, 19/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 8/2025)

  (i‑justice)

 

19 Ιανουαρίου 2026

 

(Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

 

E. M.,

 

Εφεσείουσα/Αιτήτρια,

v.

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

 

Εφεσίβλητος/Καθ’ ου η Αίτηση.

 

‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑

Αίτηση ημερομηνίας 14.01.2026 για παραπομπή Νομικών Ερωτημάτων στο ΔΕΕ

‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑

 

Μ. Νεοφύτου (κα) για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα/Αιτήτρια.

Σ. Παπουή (κα) εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο/Καθ’ ου η Αίτηση.

 

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου, επί της Αίτησης, είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αυθημερόν)

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:   Η εφεσείουσα συνελήφθη στις 27.10.2025 δυνάμει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης – στο εξής Ε.Ε.Σ. – και οδηγήθηκε, αυθημερόν, ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου – στο εξής πρωτόδικο Δικαστήριο.  Λόγω μη συγκατάθεσης της εφεσείουσας να εκδοθεί στη Γαλλία – αιτούσα χώρα έκδοσης του Ε.Ε.Σ. -, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, διέταξε, στις 22.12.2025 την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. και την παράδοση της εφεσείουσας στις Γαλλικές Αρχές.  Η εφεσείουσα διαφώνησε με την προειρημένη απόφαση, καταχώρισε, στις 29.12.2025, την παρούσα έφεση, και, με εννέα (9) λόγους έφεσης επιδιώκει την ανατροπή της.  Παρ’ ότι πρόθεση του Δικαστηρίου ήταν  να ορισθεί για ακρόαση, η έφεση, στις 02.01.2026, ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος από πλευράς συνηγόρου της εφεσείουσας, οπότε, η έφεση ορίστηκε για ακρόαση στις 15.01.2026, δοθέντων οδηγιών για καταχώριση περιγραμμάτων αγόρευσης από τις δύο πλευρές, οι οποίες έχουν ήδη συμμορφωθεί με τις εν λόγω οδηγίες.

 

Στις 14.01.2026, την προηγούμενη της ακρόασης, καταχωρίστηκε εκ μέρους της εφεσείουσας – στο εξής Αιτήτρια – αίτηση – στο εξής η Αίτηση – με την οποία ζητείται:

 

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), των πιο κάτω ερωτημάτων:

 

1. Έχει το άρθρο 4, σημείο 7, στοιχείο α', της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 και το άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί την παράδοση εκζητουμένης με σκοπό την ποινική της δίωξη, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι μητέρα 4 ανηλίκων παιδιών ηλικίας 8, 5 , 4 και 2 ετών, που διαμένουν μαζί της και τα οποία είναι προσκολλημένα μαζί της, εάν η πράξη για την οποία εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης θεωρείται, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, ότι διεπράχθη εν μέρει στο έδαφος του τελευταίου ;

 

2.  Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πιο πάνω ερώτημα, κατά πόσο το άρθρο 7 και το άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται από το κράτος μέλος εκτέλεσης σε περιπτώσεις όπου θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αποφασίσει την εφαρμογή του προαιρετικού λόγου μη εκτέλεσης που προνοούν το άρθρο 4, σημείο 7, στοιχείο α', της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ ;

 

3.  Ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία το κράτος μέλος εκτέλεσης του ΕΕΣ, όταν εξετάζει το προαιρετικό λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ που προνοείται στο άρθρο 4, σημείο 7, στοιχείο α', της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ;

 

Β.   Την αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το ΔΕΕ επί της πιο πάνω προδικαστικής παραπομπής.

 

Γ.    Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω διαταγή που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ως ορθή, λογική και δίκαια υπό τις περιστάσεις.»

 

 

Νομική βάση της Αίτησης αποτελούν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023, Μέρος 3.8, Μέρος 6, Μέρος 23, 23.2, 23.4, 23.5, 23.7, 23.10, Μέρος 25, Μέρος 32, Μέρος 33, το Άρθρο 34 Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), τα Άρθρα 11, 30 (2), 33-35 του Συντάγματος, τα  Άρθρα 5, 6 και 13 της ΕΣΔΑ, ο Περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Ν. 1/2008), το Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η Απόφαση Πλαίσιο υπ’ αριθμό 2002/584/ΔΕΥ, ο Ν. 133(Ι)/2004, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, οι Αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, η Νομολογία και οι Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Περαιτέρω, η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ασκούμενης, στο δικηγορικό γραφείο του συνηγόρου της Αιτήτριας, δικηγόρου, στην οποία αναφέρεται το ιστορικό της υπόθεσης και το γεγονός ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τέθηκε, ως λόγος ένστασης στην παράδοση της Αιτήτριας, η επίκληση εφαρμογής του προαιρετικού λόγου μη έκδοσης που προνοείται στο Άρθρο 14(1)(στ) του Ν. 133(Ι)/2004 και του Άρθρου 4(7)(α) της 2002/584 ΔΕΥ – Απόφαση Πλαίσιο – και πως ο ίδιος λόγος εγείρεται με την παρούσα έφεση.  Επίσης, αναφέρεται ότι η Αιτήτρια είναι μητέρα τεσσάρων (4) ανήλικων παιδιών, ηλικίας 8, 7, 5 και 2 ετών, οπότε, λόγω της κράτησης της μέχρι την παράδοση, αλλά, και μετά, αν επιβεβαιωθεί η πρωτόδικη απόφαση, προωθείται η θέση πως, παρ’ ότι την ανάθεση της επιμέλειας των παιδιών μπορεί να αναλάβει ο πατέρας, το γεγονός θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την εφεσείουσα - Αιτήτρια.  Προωθείται, δε, στην ένορκη δήλωση, και σχετική επιχειρηματολογία (αχρείαστα, αφού οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν μόνο γεγονότα), προς υποστήριξη της Αίτησης.

 

Ο εφεσίβλητος – στο εξής Καθ’ ου η Αίτηση – καταχώρισε Ένσταση, προβάλλοντας δέκα (10) λόγους, με τους οποίους ζητά την απόρριψη της Αίτησης.

 

Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση, στην οποία παρατίθεται το γεγονός της έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης με την οποία διατάχθηκε η παράδοση της Αιτήτριας στις Γαλλικές Αρχές.  Επίσης, διαπιστώνεται ότι περιλαμβάνονται νομικές θέσεις και επιχειρήματα, και ή άλλως επαναλαμβάνονται, αχρείαστα, οι λόγοι ένστασης, ως εκ τούτου, είναι περιττή η παράθεση τους στο παρόν στάδιο.

 

Με τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν, τα επιχειρήματα και τις θέσεις τους, αντίστοιχα, προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης.  Διατηρούμε κατά νου οτιδήποτε λέχθηκε και θα το αξιολογήσουμε στο μέτρο και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης.

 

Το Άρθρο 267 (πρώην 234 της ΣΕΚ) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – στο εξής ΣΛΕΕ -   προνοεί τα ακόλουθα: 

 

«267.  Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: 

 

α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, 

β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.

 

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ’ αυτού. 

 

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.

 

Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν.»

 

         Σε επίπεδο εθνικού, κυπριακού δικαίου, το Άρθρο 34Α του Ν.14/1960, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, προβλέπει τα εξής:

 

«34Α.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ’ αυτού.

 

(2) Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο (1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»

 

Αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, για την παραπομπή νομικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, η ασάφεια της κοινοτικής διάταξης, η οποία να είναι σημαντική για την κρίση της εκκρεμούσας, ενώπιον του εθνικού Δικαστηρίου, υπόθεσης.  Ασάφεια στην κοινοτική διάταξη υπάρχει όταν στη θεωρία, αλλά, και στη νομολογία υποστηρίζονται περισσότερες της μίας απόψεις ή είναι δυνατόν να υποστηριχθούν πειστικά πέραν της μίας άποψης. Αρμόδιο Δικαστήριο για να αποφασίσει, αν η κοινοτική διάταξη είναι ασαφής, και επομένως είναι ορθό να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος, είναι το εθνικό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση.  Εν τέλει, ως προκύπτει από τη θεώρηση του υπό συζήτηση θέματος, βασικό κριτήριο, το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσον η παραπομπή στο ΔΕΕ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση  (Βλέπετε R v. International Stock Exchange Exparte Else (1993) 1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 υπό τον τίτλο DISCRETION). Στην υπόθεση Bulmer ν. Bollinger, (1974) 2 All E.R. 1226, ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "'necessary' meant that the outcome of the case must be dependent on the decision.".   Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, αν θα παραπέμψει ή όχι το εγερθέν ερώτημα, το εθνικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσον μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα.   Επίσης, όπου η πρόνοια είναι τόσο ξεκάθαρη και σαφής, ώστε να μην είναι απαραίτητη οποιαδήποτε ερμηνεία επί αυτής, η υπόθεση δεν εμπίπτει εντός των περιπτώσεων που δικαιολογείται η παραπομπή νομικού ερωτήματος στη βάση του 267 της ΣΛΕΕ.  Όταν δηλαδή η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ε.Ε. είναι τόσο προφανής. Το δόγμα αυτό αποκαλείται acte clair.  Συναφώς, παρ’ ότι η παρέμβαση του ΔΕΕ είναι υποστηρικτική και βοηθητική στο έργο των εθνικών Δικαστηρίων, ταυτόχρονα δεν ενθαρρύνεται η ενασχόληση του ΔΕΕ με ξεκαθαρισμένα ζητήματα, είτε αυτά ξεκαθαρίστηκαν από το ίδιο σε νομολογία του, είτε είναι ξεκαθαρισμένα από μόνα τους, μέσα από την ίδια την κοινοτική διάταξη, αν έτσι αισθάνεται το εθνικό Δικαστήριο.

 

Κρίνουμε, επίσης, χρήσιμη την παραπομπή στο σύγγραμμα Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο του Δ. Παπαγιάννη, 2η έκδοση, όπου γίνεται ανάλυση του θέματος, καθώς, και παραπομπή στην υπόθεση 283/81, Sr1 CILFIT v. Ministero della Sanita, ημερομηνίας 06.10.1982, όπου το ΔΕΚ (πρώην ονομασία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) έθεσε τρία κριτήρια ελέγχου ώστε το εθνικό Δικαστήριο να μην παραπέμπει ερωτήματα για Προδικαστική Απόφαση:

 

«1. Όταν η αμφισβητούμενη κοινοτική διάταξη δεν είναι σημαντική ούτε αναγκαία για τη λήψη της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου.

 

2. Όταν υπάρχει σαφής νομολογία του ΔΕΚ ως προς το συγκεκριμένο νομικό ερώτημα που απασχολεί το εθνικό δικαστήριο.

 

3. Όταν η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής ώστε δεν αφήνει κανενός είδους περιθώρια για μια λογική αμφιβολία, λαμβανομένου υπόψη, ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έχουν  διατυπωθεί σε πολλές γλώσσες, ότι έχει διαμορφωθεί ειδική ορολογία για το κοινοτικό δίκαιο, η ερμηνεία του οποίου επιβάλλει μία συνολική εκτίμηση των διατάξεων του, ιδίως υπό το φως του επιδιωκόμενου σκοπού και του σταδίου στο οποίο ευρίσκεται η ενοποιητική διαδικασία».

 

 Όσον αφορά στο στάδιο της δίκης, κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να ασκείται η προδικαστική παραπομπή, αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», του Παναγιώτη Ι. Κανελλόπουλου, πως αυτό εξαρτάται «από παράγοντες σχετικούς με την οικονομία και διευκόλυνση της δίκης, η εκτίμηση των οποίων δεν εναπόκειται στο δικαστήριο, αλλά μόνο στο εθνικό δικαστήριο...».  Παράγοντας που, επίσης, λαμβάνεται υπόψη,  είναι  και το  γεγονός ότι  η άσκηση προδικαστικής παραπομπής έχει ως συνέπεια την αναστολή εκδίκασης της υπόθεσης μέχρι το  ΔΕΕ να εκδώσει την απόφαση του επί του ερωτήματος. Προφανώς, είναι αυτός ο λόγος που, όπως υποδεικνύεται στο Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2005/C143/01), είναι επιθυμητό όπως η απόφαση παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος να λαμβάνεται όταν η διαδικασία ενώπιον του εθνικού Δικαστηρίου έχει φτάσει στο σημείο όπου αυτό θα μπορεί να καθορίσει τα γεγονότα και το νομικό πλαίσιο του ερωτήματος.

 

Διαπιστώνεται, εύκολα, πως στο ίδιο πλαίσιο  αρχών και κατευθυντήριων γραμμών καθοδήγησης, ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο εθνικό Δικαστήριο, κινήθηκαν  και οι αναφορές του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση CYPRA LIMITED ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., (2013) 3 Α.Α.Δ. 305, κατά την απόφαση του για παραπομπή ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Παρατίθενται στη συνέχεια σχετικά καθοδηγητικά αποσπάσματα:

 

«Το Άρθρο 267 (πρώην Άρθρο 234) της Συνθήκης, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του είναι “essential for the preservation of the Community character of law established by the Treaty and has the object of ensuring that in all circumstances this law is the  same  in  all  States  of  the Community” (είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας) (Rheinmuhlen-Dusseldorf v. EVGF, Υπόθεση Αρ. 166/73 [1974] ECR 33).

 

Το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα εθνικά δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων/ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του (Duringello v. INPS, Case C-186/90). Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ νομικών θεμάτων και γεγονότων δεν είναι πάντα εύκολος. Γι’ αυτό δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις όπου η διατύπωση μιας απόφασης του Δ.Ε.Ε. ελάχιστη ή καμιά διακριτική ευχέρεια αφήνει στα εθνικά δικαστήρια ως προς το πώς θα εφαρμόσουν την απόφαση στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιόν τους. (Matteucci v. Communauté Française de Belgique, Υπόθεση Αρ. 235/87 [1988] C.M.L.R. 357)Χρήσιμη περίληψη των λόγων που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. περιέχεται στην απόφαση του Δικαστή MacPherson στην υπόθεση R. v. H.M. Treasurey, ex parte Daily and General Trust plc. [1987] C.M.L.R. (2), p. 1, 4. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:

 

I do not refer the case simply because a serious point of Community law arises, but I do so for the following reasons:

 

1. The relevant facts are not in dispute. The case before me in its written form and the documents before me set out the facts which are substantially, if not wholly, agreed.

 

2. The point raised will in my judgment be substantially determinative of the case.

 

3. There is no Community authority precisely or indeed in my judgment closely in point.

 

4. The point raised and indeed the case itself are both put forward in good faith and without any adverse motive ...

 

5. I am convinced that at some stage in its life the case will be or will have to be referred to Europe.

 

6. I do not find the point free from doubt.

 

Σε μετάφραση,

 

“Δεν παραπέμπω την υπόθεση απλά γιατί σοβαρό σημείο του Κοινοτικού Δικαίου εγείρεται, αλλά την παραπέμπω για τους πιο κάτω λόγους:

 

1. Τα σχετικά γεγονότα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Η υπόθεση ενώπιον μου στην έγγραφη μορφή της και τα ενώπιον μου έγγραφα παραθέτουν τα γεγονότα τα οποία, αν όχι στην ολότητά τους, στην ουσία είναι συμφωνημένα.

 

2. Το νομικό σημείο που ηγέρθη, κατά την κρίση μου, θα είναι καθοριστικό για την επίλυση τελεσίδικα της επίδικης διαφοράς.

 

3. Δεν υπάρχει Κοινοτική αυθεντία ακριβώς στο σημείο ή πραγματικά κατά την κρίση μου, παραπλήσια του.

 

4. Το εγερθέν σημείο και πραγματικά αυτή η ίδια η υπόθεση προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο.

 

5. Είμαι πεπεισμένος ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας η υπόθεση θα παραπεμφθεί ή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

  

6. Δεν βρίσκω ότι το σημείο είναι απαλλαγμένο αμφιβολίας.”

 

Σχετικά με τους λόγους που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε., χρήσιμη αναφορά, ακόμη, μπορεί να γίνει, και στις ίδιες τις Συστάσεις του Δικαστηρίου που αφορούν τέτοιες παραπομπές (Information Note on reference from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ιδιαίτερα στην υπό στοιχείο 13 Σύσταση, την οποία και παραθέτουμε:

 

«13. Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.  Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως.»

 

Παρατηρούμε ότι στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Σύσταση 5 των Recommendations to national courts and tribunals, in relation to the initiation of preliminary ruling proceedings (2016/C 439/01) του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (25.11.2016).

 

Περαιτέρω, εξηγείται στο σύγγραμμα ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, Γ΄ έκδοση της Ε. Ρ. Σαχπεκίδου, εκδόσεις Σάκκουλα, 2021, σελ. 711 και επόμενες, πως «Η Συνθήκη επιτρέπει εδώ ευρέα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας σε κάθε εθνικό δικαστή, ο οποίος αυτοδύναμα αποφασίζει αφενός αν υφίσταται ζήτημα ενωσιακού δικαίου στην εκκρεμή ενώπιον του υπόθεση, αφετέρου, αν η παρεμβολή του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αποτελεί προϋπόθεση της έκδοσης της δικής του απόφασης.»   Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα αναλύεται, επίσης, η θεωρία της acte clair (ανωτέρω), όπου όταν το εθνικό Δικαστήριο θεωρεί πως  μια κοινοτική διάταξη είναι απολύτως σαφής, δεν παραπέμπει το εγειρόμενο ερώτημα στο ΔΕΕ, διευκρινίζεται, ωστόσο, στη σελίδα 716, πως «Το εθνικό δικαστήριο απαλλάσσεται όμως από την υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος μόνον για ζητήματα ερμηνείας και όχι σε θέματα κύρους του δικαίου της Ένωσης.»  Στη σελίδα 722, του ιδίου συγγράμματος, σημειώνεται πως «Το Δικαστήριο της Ένωσης αναλαμβάνει, ωστόσο, μόνον την ερμηνεία των κανόνων του ενωσιακού  δικαίου, οι οποίοι έχουν σημασία κατά την κρίση του εθνικού δικαστή και όχι και την εφαρμογή τους στην επίδικη υπόθεση.  Η εφαρμογή των κανόνων αυτών, έτσι όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο, ανήκει εξ ολοκλήρου στην εξουσία του εθνικού δικαστή.»

 

Ανεξάρτητα αν το Εφετείο είναι Δικαστήριο τελικού βαθμού, συνάγεται πως υπάρχουν προϋποθέσεις προκειμένου για την παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ.  Δεν πρόκειται συνεπώς, ως είναι η εισήγηση της συνηγόρου της Αιτήτριας, για υποχρεωτική διαδικασία, ανεξαρτήτως του περιεχομένου των νομικών ερωτημάτων, για τα οποία αν υπάρχει σαφής ερμηνεία μέσα από την Κοινοτική Διάταξη ή τη νομολογία του ΔΕΕ, τότε τα ερωτήματα δεν παραπέμπονται (βλέπετε Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.α. (2015) 1 Α.Α.Δ. 513).

 

Έχοντας παραθέσει πιο πάνω το πλαίσιο της νομικής πτυχής που διέπει το υπό συζήτηση ζήτημα, με σημείο αναφοράς το περιεχόμενο των Ερωτημάτων 1-3 της Αίτησης, των οποίων ζητείται προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ, θεωρούμε χρήσιμο, στο παρόν στάδιο, να παραθέσουμε τις πρόνοιες του Άρθρου 4.7(α) της Απόφασης Πλαίσιο (2002/584/ΔΕΥ) και τα Άρθρα 7 και 24(2)(3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

Άρθρο 4.7(α) της Απόφασης – Πλαίσιο:

 

«Άρθρο 4

Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης

 

……………………………………………………………………………………………

 

7. όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αφορά αξιόποινες πράξεις οι οποίες:

 

α) κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης θεωρούνται ότι διεπράχθησαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφός του κράτους εκτέλεσης ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο·»

 

 

Άρθρα 7 και 24(2)(3) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

 

«Αρθρο 7

Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής

 

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.»

 

 

«Αρθρο 24

Δικαιώματα του παιδιού

 

……………………………………………………………………………………………

 

2. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.

 

3. Κάθε παιδί έχει δικαίωμα να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απ’ ευθείας επαφές με τους δύο γονείς του, εκτός εάν τούτο είναι αντίθετο προς το συμφέρον του.»

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές άσκησης της διακριτικής μας ευχέρειας, επί των ερωτημάτων - που εγείρονται στην επίδικη Αίτηση, καθώς, επίσης, και τις νομικές διατάξεις που διέπουν αυτά, έχουμε  καταλήξει να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια ενάντια στην παραπομπή των ερωτημάτων της Αίτησης, για Προδικαστική Απόφαση από το ΔΕΕ, καθ’ ότι επί των επίμαχων ερωτημάτων ενυπάρχει σαφής νομολογία του ΔΕΕ, η οποία έχει δοθεί στην υπόθεση C261/2022, ημερομηνίας 21.12.2023, με την οποία το ΔΕΕ απεφάνθη ότι:

 

«Το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

 

έχει την έννοια ότι:

 

αντιτίθεται στην εκ μέρους της δικαστικής αρχής εκτέλεσης άρνηση παράδοσης του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον λόγο ότι το πρόσωπο αυτό είναι μητέρα παιδιών μικρής ηλικίας που ζουν μαζί της, εκτός εάν, πρώτον, η αρχή αυτή έχει στη διάθεσή της στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του εν λόγω προσώπου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, και προσβολής του υπέρτατου συμφέροντος των παιδιών του, όπως αυτό προστατεύεται στο άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη, λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης των μητέρων παιδιών μικρής ηλικίας και τις συνθήκες ανάληψης της επιμέλειας των παιδιών αυτών στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και, δεύτερον, υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής τους κατάστασης, τα εν λόγω πρόσωπα θα διατρέξουν τον προαναφερθέντα κίνδυνο λόγω συνθηκών όπως οι ανωτέρω.»

 

Επομένως, αισθανόμαστε ότι είναι ξεκάθαρο πως προκύπτει ότι κατά την ακρόαση και απόφαση μας, επί της ουσίας της έφεσης, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η εφεσείουσα είναι μητέρα τεσσάρων (4) ανήλικων παιδιών, και ενδέχεται να αρνηθούμε την παράδοση της Αιτήτριας, ως υπαγορεύει η σχετική νομολογία του ΔΕΕ, αφού, βέβαια, τοποθετηθούμε, κατόπιν αξιολόγησης, σε καθετί που θα τεθεί ενώπιον μας.  Κατ’ επέκταση αισθανόμαστε ότι η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι προφανής και δεν αφήνει περιθώρια λογικής αμφιβολίας περί της ερμηνείας που δόθηκε ως προς τα επίδικα ερωτήματα.  Εν πάση περιπτώσει, δεν πρόκειται για ένα καινοφανές ζήτημα το οποίο δεν έχει ερμηνευθεί.

 

Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω το αίτημα Α της Αίτησης ημερομηνίας 14.01.2026, για Παραπομπή Ερωτημάτων στο ΔΕΕ για Προδικαστική Απόφαση, απορρίπτεται.  Κατ΄ επέκταση απορρίπτεται και το αίτημα Β της Αίτησης,  για αναστολή της διαδικασίας.  Κανένα δε υπόβαθρο βρίσκεται ενώπιον μας για επιτυχία του αιτήματος Γ της Αίτησης, ήτοι για παροχή οποιασδήποτε άλλης διαταγής.  Συνεπώς, η επίδικη Αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της.

 

 

 

                                                                   Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

                                                                   Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

                                                                   Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο