E. Μ. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 8/2025, 26/1/2026
print
Τίτλος:
E. Μ. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 8/2025, 26/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 8/2025)

  (i‑justice)

 

26 Ιανουαρίου 2026

 

(Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

 

E. Μ.,

 

Εφεσείουσα,

v.

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

 

Εφεσίβλητος.

 

‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑

 

Γ. Πολυχρόνης και Μ. Νεοφύτου (κα) για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Σ. Παπουή (κα) εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου, επί της έφεσης, είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:   Η εφεσείουσα συνελήφθη στις 27.10.2025 και οδηγήθηκε αυθημερόν ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου – στο εξής το πρωτόδικο Δικαστήριο – για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης – στο εξής Ε.Ε.Σ. –, το οποίο εκδόθηκε εναντίον της από αρμόδια δικαστική αρχή της Γαλλίας.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφαση του, ημερομηνίας 22.12.2025, διέταξε την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.. 

 

Το Ε.Ε.Σ. εκδόθηκε αφού προηγήθηκε εθνικό ένταλμα σύλληψης εναντίον της εφεσείουσας, αναφορικά με πέντε (5) ποινικά αδικήματα, τα οποία, ως καταγράφονται στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνίστανται, στα «… αδίκημα της απάτης μέσω εγκληματικής οργάνωσης (organized band escroquery), της διενέργειας τραπεζικών ή οικονομικών συναλλαγών από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο (banking or financial marketing by a person not authorized), της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (aggrave white: competition in band organized for placement, dissimulation or conversion of the product of a crime or delit), της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη σοβαρού αδικήματος που τιμωρείται με 10 χρόνια φυλάκιση (participation in association of malfaitors for the preparation of a united delit of 10 years imprisonment) και για το αδίκημα της παροχής διαδικτυακής πλατφόρμας με σκοπό να καταστεί δυνατή παράνομη συναλλαγή από εγκληματική οργάνωση (provide an online platform to permit an illicite transaction to organized band).»

 

Η εφεσείουσα, στις 29.12.2025, καταχώρισε την παρούσα έφεση και με εννέα (9) λόγους έφεσης αξιώνει την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης.

 

Έχουμε μελετήσει με κάθε δυνατή προσοχή την πρωτόδικη – εκκαλούμενη απόφαση, τα πρακτικά της δίκης και τα τεκμήρια, το περιεχόμενο των λόγων έφεσης και την αιτιολογία αυτών, αλλά, και τις θέσεις και τα επιχειρήματα που έθεσαν ενώπιον μας οι συνήγοροι των δύο πλευρών, τα οποία διατηρούμε κατά νου χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να τα διατυπώσουμε εκ νέου, θα τοποθετηθούμε, εν πάση περιπτώσει, επί αυτών στο βαθμό που θα κρίνουμε αναγκαίο για σκοπούς αιτιολόγησης της παρούσας απόφασης μας.

 

Το περιεχόμενο των λόγων έφεσης, ως αυτό θα παρατίθεται αυτούσιο, στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης μας, κρίνουμε ότι, ανεξάρτητα από την αριθμητική σειρά των λόγων έφεσης, επιβάλλει όπως αποδοθεί προτεραιότητα στην εξέταση κάποιων εξ αυτών, ως αυτή θα ακολουθηθεί στη συνέχεια. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, χρήζουν προτεραιότητας, καθότι σχετίζονται με το ζήτημα της αξιοπιστίας, το οποίο, αν έχει επιτυχή κατάληξη, πιθανότατα θα οδηγήσει και στην ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, αλλά, και με κάποιους από τους υπόλοιπους λόγους έφεσης αφού συνδέεται με ουσιώδη συμπεράσματα της.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση ότι «Εσφαλμένα το Δικαστήριο στην απόφαση του απέρριψε μέρος της μαρτυρίας της Εφεσείουσας ή/και δεν αποδέχτηκε μέρος τούτης» και με τον δεύτερο λόγο ότι «Εσφαλμένα ή/και αυθαίρετα ή/και αντινομικά το Δικαστήριο στην απόφαση του απέρριψε ή/και δεν αποδέχτηκε την μαρτυρία της ΜΥ2».

 

Λόγω της συνάφειας, ως προς το ζήτημα που αφορούν, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης θα συνεξετασθούν.

 

Πρωτίστως, οφείλουμε να υπομνήσουμε ότι η εξουσία επέμβασης του Εφετείου στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, που διενεργείται από τα πρωτόδικα Δικαστήρια, είναι, νομολογιακά,  ξεκαθαρισμένη. Στην πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Υπενθυμίζουμε, σ’ αυτό το στάδιο, ότι, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούει τους μάρτυρες και να παρακολουθεί τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.  Το Εφετείο, κατά κανόνα, σπάνια επεμβαίνει (βλέπε (1) Μιχαηλίδης v. Οικονομίδη, Πολιτική Έφεση 94/2013, ημερομηνίας 30.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288, (2) Παρσών v. M&M Decoration Centre Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 161/2015, ημερομηνίας 30.04.2015 και (3) Stark κ.α. v. Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2019, ημερομηνίας 06.05.2025).  Στην υπόθεση Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 26/2021, ημερομηνίας 28.04.2024, επαναλήφθηκε η αρχή, ως προς την επέμβαση του Εφετείου στο ζήτημα της αξιολόγησης, με το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει.»

 

Στην υπόθεση Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 υποδείχθηκαν τα πιο κάτω:

 

«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Ορθά η πρωτόδικος δικαστής δεν περιόρισε την αξιολόγησή της στην αριθμητική αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά επεκτάθηκε και σε προβληματισμό για την αντικειμενική υφή των εκατέρωθεν θέσεων.»

 

Έχοντας, δε, κατά νου ότι η μαρτυρία της ΜΥ2 ήταν μαρτυρία εμπειρογνώμονα, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κωστάκη (2008) 1 Α.Α.Δ. 432, τα οποία έχουν ως εξής:

 

«Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.»

 

Σε ό,τι αφορά στον πρώτο λόγο έφεσης, ο οποίος σχετίζεται με την αξιοπιστία της εφεσείουσας (ως ΜΥ1), κρίνουμε χρήσιμο να παραθέσουμε, αυτούσιο, το σχετικό σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει ως ακολούθως:

 

«Σε γενικές γραμμές, η μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση. Εντούτοις, σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας της δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως πιο κάτω.

 

Κατ’ αρχάς, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της ότι αυτή δεν βρίσκεται υπό διερεύνηση στην Γαλλία. Και τούτο διότι, όταν η ίδια ερωτήθηκε, σχετικώς, κατά την αντεξέταση της, εκείνο που ανέφερε ήταν ότι αυτό της το είχε αναφέρει ο δικηγόρος της στη Γαλλία, του οποίου του το είχε αναφέρει ο ερευνώντας εκεί Δικαστής. Δηλαδή, η όποια, επί τούτου, αναφορά της, αποτελούσε εξ ακοής μαρτυρία, και μάλιστα δεύτερου βαθμού, χωρίς οποιαδήποτε ιδίαν γνώση της ιδίας, πράγμα μάλιστα το οποίο επιβεβαίωσε και η ίδια αντεξεταζόμενη, εφόσον ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι ακριβώς και αν όντως αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο, λέχθηκαν από τον ερευνώντα Δικαστή στο δικηγόρο της στη Γαλλία.

 

Πέραν των πιο πάνω, πλην του ότι τα παιδιά της παρουσίασαν τα συμπτώματα που η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο ότι τούτα παρουσίασαν, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση της ότι τα εν λόγω συμπτώματα σχετίζονται με την τριήμερη κράτηση της, κατόπιν της εκτέλεσης του επίδικου ΕΕΣ. Και τούτο διότι, η ίδια δεν είναι ειδικός επί του εν λόγω ζητήματος, ούτε και ισχυρίστηκε, βεβαίως, κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκφέρει γνώμη επί τούτου. Εν πάση δε περιπτώσει, εύλογα διερωτάται κανείς πως τα εν λόγω συμπτώματα είναι απόρροια της τριήμερης κράτησης της, όταν κανένα από τα παιδιά της δεν γνώριζε ότι αυτή είχε συλληφθεί και ότι, κατά μία άλλη εκδοχή της, αυτά γνώριζαν ότι η ίδια απουσίαζε για να βοηθήσει κάποια κυρία που χρειαζόταν βοήθεια. Ούτε την απόλυτη θέση της ότι, δεν φεύγει ποτέ χωρίς τα παιδιά της και να αφήσει τούτα στο σύζυγο της μπορώ να δεκτώ, εφόσον, στη βάση πάντοτε της μαρτυρίας της, η ίδια ανέφερε ότι, αν χρειαστεί να πάει κάπου χωρίς τα παιδιά της, θα τα ενημερώσει πότε θα επιστρέψει και δεν θα εξαφανιστεί. Τούτο από μόνο του, δεικνύει ότι, υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να λείψει από το σπίτι και από τα παιδιά της και ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις απλά ενημερώνει πότε θα επιστρέψει.

 

Επίσης, ούτε στη θέση της μάρτυρος αυτής περί του ότι δεν έχει καμία σχέση με τα όσα της καταλογίζουν οι γαλλικές αρχές μπορώ να προσδόσω οποιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον τα όσα σχετικά αυτή αναφέρει, δεν σχετίζονται με τα ζητήματα τα οποία το παρόν Δικαστήριο εξετάζει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.

 

Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέκτηκα, τη λοιπή μαρτυρία της Εκζητούμενης την αποδέχομαι.»

 

Ομοίως, σε ότι αφορά στην αξιολόγηση της ΜΥ2, κρίνουμε χρήσιμο να παραθέσουμε, αυτούσιο, προς καλύτερη κατανόηση της κρίσης μας, το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με το οποίο κατέληξε να μην αποδεχθεί τη γνώμη της εν λόγω μάρτυρος, η οποία συνίστατο στο ότι κάποια συμπτώματα που παρουσίασαν τα ανήλικα παιδιά της εφεσείουσας ήταν απόρροια της τριήμερης κράτησης της ή ότι οποιαδήποτε τυχόν μελλοντική κράτηση της, στο πλαίσιο εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ., θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τα παιδιά της.

 

Τα σχετικά αποσπάσματα από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως:

 

«Είναι, εξ αρχής, που σημειώνω ότι η μάρτυρας αυτή, μέσω της μαρτυρίας της, δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, εχέγγυα και επιστημονικά κριτήρια που επιτρέπουν την ανεξάρτητη κατάληξη του επί των επίδικων ζητημάτων. Και εξηγώ.

 

Κατ’ αρχάς, η μάρτυρας αυτή, ανέφερε ότι, στα εν λόγω αποτελέσματα και αξιολόγηση της αναφορικά με την Εκζητούμενη και την οικογένεια της (και δη την Έκθεση της – Τεκμήριο 25), κατέληξε και με την χρήση τριών ερωτηματολογίων. Εντούτοις, τα ερωτηματολόγια που κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 27) είναι κενά οποιωνδήποτε απαντήσεων των αναφερόμενων προσώπων και αποτελούν μόνο δείγματα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει γνώση των αποτελεσμάτων/ απαντήσεων αυτών, και συνεπώς να μην μπορεί τούτο να διαμορφώσει ανεξάρτητη άποψη επί του ζητουμένου. Πέραν όμως τούτου, η μάρτυρας αυτή, ενώ έκανε αναφορά στα εν λόγω ερωτηματολόγια και τη σημασία που τούτα έχουν για σκοπούς αξιολόγησης της ψυχολογικής κατάστασης των εν λόγω προσώπων, δεν εξήγησε ποιες ήταν οι απαντήσεις που έλαβε σε αυτά από όλα τα μέλη της οικογένειας της Εκζητούμενης (περιλαμβανομένων των παιδιών), ούτε και πως πρέπει τούτες οι απαντήσεις να ερμηνευτούν, με παραπομπή σε συγκεκριμένη βιβλιογραφία ή στη μέθοδο που η ίδια ακολούθησε για να επιβεβαιώσει την ορθότητα των αποτελεσμάτων των εν λόγω ερωτηματολογίων. Το Τεκμήριο 29 το οποίο κατέθεσε η εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο, επί της ουσίας, παραθέτει, υπό μορφή λίστας, κάποια βιβλιογραφία, χωρίς όμως τα κείμενα αυτής να παρουσιαστούν ποτέ στο Δικαστήριο για να μπορεί τούτο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα επί του ζητουμένου. Η δε αναφορά της μάρτυρος αυτής στον Bowlby and Ainsworth και την θεωρία που αυτοί ανέπτυξαν για το δεσμό και την προσκόλληση ενός παιδιού με το γονιό του και την μητέρα ειδικότερα, παρέμεινε ως απλή αναφορά στην εν λόγω θεωρία, από πλευράς της, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση πως, στη βάση αυτής της θεωρίας, η τριήμερη κράτηση της Εκζητούμενης, εν απουσία μάλιστα γνώσης από πλευράς των παιδιών της τελευταίας ότι αυτή (η Εκζητούμενη) βρισκόταν υπό κράτηση, συνδέεται με τα όποια συμπτώματα τούτα ανέπτυξαν (πχ. νυκτερινή ενούρηση, ξέσπασμα σε κλάματα, αδυναμία ύπνου χωρίς τη μητέρα, εφιάλτες κτλ), ούτως ώστε να δοθούν εκείνα τα εχέγγυα και στοιχεία για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα επί τούτου.

 

Ακόμη, σημειώνω ότι, η ίδια, πουθενά, κατά τη μαρτυρία της, δεν εξήγησε ποια ήταν η μέθοδος που ακολούθησε για να επιβεβαιώσει ότι τα συμπτώματα που παρουσίασαν τα εν λόγω παιδιά (π.χ. νυκτερινή ενούρηση, ξέσπασμα σε κλάματα, εφιάλτες κτλ), κατόπιν της τριήμερης κράτησης της Εκζητούμενης, όντως δεν προϋπήρχαν αυτής, αλλά και πως η ίδια επιβεβαίωσε την ύπαρξη αυτών, ως επίσης και ποια είναι η μέθοδος που ακολούθησε, στη βάση της οποίας επιβεβαίωσε ότι τούτα τα συμπτώματα συνδέονται με την εν λόγω τριήμερη κράτηση, λαμβανομένου δε υπόψη ότι τα παιδιά δεν γνώριζαν ότι η Εκζητούμενη κρατείτο. Ως και η ίδια, η μάρτυρας, παραδέχθηκε, αντεξεταζόμενη, τα όσα καταγράφει στην αξιολόγηση της σε σχέση με τα εν λόγω συμπτώματα των παιδιών, της τα μετέφερε η ίδια η Εκζητούμενη, χωρίς, προφανώς, η ίδια, να επιβεβαιώσει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τούτα. Σημειώνω εδώ ότι, καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να μεταφέρει την δική του ανεξάρτητη γνώμη επί του ζητήματος για το οποίο καλείται να δώσει μαρτυρία πραγματογνωμοσύνης και όχι να μεταφέρει στο Δικαστήριο τα όσα τρίτα άτομα του ανέφεραν σε σχέση με αυτό. Το γεγονός ότι η Oriya (5 ετών) ήταν ιδιαίτερα φιλική μαζί με τη μάρτυρα, στη βάση της έκθεσης (Τεκμήριο 25) της μάρτυρος αυτής μπορεί να προέρχεται και από medical trauma. Με δεδομένο ότι το εν λόγω παιδί αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα υγείας στο παρελθόν για το οποίο χρειάστηκε να μεταβεί με την οικογένεια του στο Ισραήλ, και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης επαρκούς εξήγησης ότι τούτο συνδέεται με την τριήμερη κράτηση της μητέρας του και μόνο, δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι η φιλικότητα του παιδιού προς τη μάρτυρα απόρροια έχει την εν λόγω κράτηση.

 

Το δε παράδειγμα που έδωσε η εν λόγω μάρτυρας, κατά την αντεξέταση της, κληθείς να σχολιάσει αν τα ίδια συμπτώματα θα παρουσιάζονταν και αν η Εκζητούμενη απουσίαζε για 3 ημέρες σε ένα ταξίδι και ότι, το όλο ζήτημα επαφίεται, προφανώς, και στο πως οι γονείς επιλέγουν να παρουσιάσουν σε ένα παιδί το γεγονός της απουσίας της μητέρας του από το σπίτι, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για οποιοδήποτε εύρημα του Δικαστηρίου επί του ζητουμένου, εφόσον δεν συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας. Και εξηγώ. Επί του πιο πάνω ερωτήματος, η θέση της μάρτυρος αυτής, ήταν ότι όταν ένας γονιός πεθάνει, δεν θα πει ο άλλος γονιός στα παιδιά ότι η μητέρα πήγε στον παράδεισο και θα επιστρέψει, και εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, ο πατέρας δεν γνώριζε πότε θα επέστρεφε η Εκζητούμενη και ήταν σοκαρισμένος, δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την εν λόγω κατάσταση. Εν προκειμένω όμως, η Εκζητούμενη ούτε πέθανε, ούτε και οποιαδήποτε τυχόν εκτέλεση του παρόντος ΕΕΣ θα οδηγήσει στο θάνατο της και την ανεπιστρεπτί μη επιστροφή της στα παιδιά της, όπως το παρουσίασε η εν λόγω μάρτυρας.

 

Η δε αναφορά της μάρτυρος αυτής, ότι ο αποχωρισμός ενός παιδιού από τη μητέρα του (και γενικότερα τον πρωτογενή φροντιστή του) για άγνωστο και παρατεταμένο χρονικό διάστημα δημιουργεί τοξικό στρες (ξαφνική στρεσογόνα κατάσταση), το οποίο, βάσει της βιβλιογραφίας, επηρεάζει δομικά τον εγκέφαλο και δημιουργεί συμπτώματα συναισθηματικής απορρύθμισης σε μικρά παιδιά, και πάλι δεν συνοδεύτηκε από κάποια συγκεκριμένη παραπομπή σε βιβλιογραφία, εφόσον η όποια αναφορά της σε βιβλιογραφία του τοξικού στρες από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη, και υπό τύπο ορισμού του όρου του τοξικού στρες. Η μάρτυρας αυτή πουθενά δεν εξήγησε ποιο είναι το εν λόγω χρονικό «παρατεταμένο» διάστημα που πρέπει να παρέλθει (πχ. 3 ημέρες, 1 μήνας, 1 χρόνος) για να δημιουργηθεί αυτό το τοξικό στρες σε ένα παιδί ή τη σύνδεση μεταξύ του χρόνου απουσίας της μητέρας και το βαθμό πρόκλησης των εν λόγω συμπτωμάτων που αναφέρει, για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα επί τούτου. Πέραν όμως τούτου, η ίδια η μάρτυρας όρισε τον εν λόγω ξαφνικό και παρατεταμένο αποχωρισμό, ως αποχωρισμό από θάνατο, πόλεμο και βιασμούς. Εν προκειμένω, τίποτα από αυτά δεν ισχύει και δεν θα συμβεί με την τυχόν εκτέλεση του παρόντος ΕΕΣ.

 

Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, η όποια θέση της ότι, ο χρόνος που αναλογούσε στο κάθε μέλος της οικογένειας της Εκζητούμενης, και δη περίπου 40 λεπτά, ήταν αρκετός, για να μπορεί αυτή να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα αναφορικά με την κατάσταση έκαστου μέλους, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, εφόσον κατά μία άλλη εκδοχή της, στην Αμερική, όπου και εκπαιδεύτηκε και εξάσκησε το επάγγελμα για αρκετά έτη, για να οδηγηθούν σε διάγνωση της κλινικής κατάστασης ενός ατόμου, διενεργούν τη λεγόμενη συνάντηση εισδοχής, για την οποία χρειάζονται 2 ώρες. Εν προκειμένω, όμως, ο χρόνος που αναλογούσε σε έκαστο μέλος της οικογένειας της Εκζητούμενης, για να μπορεί η μάρτυρας να καταλήξει στα ευρήματα της και να ετοιμάσει την Έκθεση της, ήταν περίπου 40 λεπτά και δη χρόνος κάτω των 2 ωρών για έκαστο μέλος της οικογένειας. Συνεπώς, εύλογα διερωτάται κάποιος για την ορθότητα των συμπερασμάτων της μάρτυρος αυτής, εφόσον, κατά την ίδια, κατά μία άλλη εκδοχή της, για να καταλήξουν σε ορθά συμπεράσματα χρειάζεται περισσότερος χρόνος. Τούτο δε σε συνάρτηση και με τη θέση της, κατά την αντεξέταση της, ότι υπό άλλες συνθήκες ο χρόνος που θα αφιέρωνε, για να καταλήξει στα ευρήματα της, θα ήταν περισσότερος, και ότι όταν η ίδια μετέβη στο σπίτι της οικογένειας της Εκζητούμενης έψαχνε «πολύ συγκεκριμένα συμπτώματα και καταστάσεις» για να απαντήσει κατά πόσο «αυτή η οικογένεια ήταν πάντα δυσλειτουργική, αυτά τα παιδιά ήταν πάντα δυσλειτουργικά;», δεικνύει ότι δεν προέβη σε σφαιρική εκτίμηση της κατάστασης τούτων, αλλά έψαχνε κάτι πολύ συγκεκριμένο, στη βάση των όσων της είχαν αναφερθεί από την Εκζητούμενη.

 

Ακόμη, είναι αξιοσημείωτο πως η μάρτυρας αυτή αναφέρει ότι έψαχνε συμπτώματα και καταστάσεις για να δει αν η εν λόγω οικογένεια ήταν πάντα δυσλειτουργική, αφήνοντας να νοηθεί ότι κατά το χρόνο που την εξέτασε (την οικογένεια) ήταν δυσλειτουργική, όταν η βασική εκδοχή της ήταν ότι, όταν επισκέφθηκε το σπίτι της οικογένειας της Εκζητούμενης, διαπίστωσε ότι η εν λόγω οικογένεια είχε συνοχή και ασφαλείς δεσμούς μεταξύ της και λειτουργούσε σαν ομάδα. Επίσης, πουθενά κατά την μαρτυρία της, η εν λόγω μάρτυρας δεν εξήγησε πως, ενώ περιγράφει τον πατέρα ως υποστηρικτικό για τα παιδιά του και ότι υπάρχει συνοχή στην οικογένεια και ασφαλείς δεσμοί των παιδιών και με τους δύο γονείς, η άφεση της φροντίδας των παιδιών στον πατέρα καθ’ όν χρόνο ενδεχομένως να απουσιάζει η Εκζητούμενη, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τούτα.»

 

Οι αιτιάσεις που προκρίνονται, μέσω της αιτιολογίας του πρώτου λόγου έφεσης, από πλευράς εφεσείουσας, είναι πως, λανθασμένα δεν αποδόθηκε βαρύτητα στη θέση της ότι τα συμπτώματα των παιδιών της σχετίζονται με την τριήμερη κράτηση της, κατόπιν της σύλληψης της, ότι η θέση της εφεσείουσας εξετάστηκε μικροσκοπικά, και όχι με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, αφού υπήρχε μαρτυρία και από την ΜΥ2 ότι η αιφνιδιαστική σύλληψη/κράτηση της εφεσείουσας, για αόριστο διάστημα, ήταν ο βασικός λόγος που τα παιδιά της εμφάνισαν τα συγκεκριμένα συμπτώματα. Επίσης, πως παρερμηνεύθηκε το γεγονός ότι υπήρξαν περιπτώσεις που όταν η εφεσείουσα απουσιάζει από το σπίτι της απλά ενημερώνει τα παιδιά της πότε θα επιστρέψει και πως, αυτό, δεν ήταν κάτι διαφορετικό από την απότομη αποκοπή από το περιβάλλον του σπιτιού της.

 

Η ουσία της υποστήριξης του δεύτερου λόγου έφεσης έγκειται στη θέση ότι η μαρτυρία της ΜΥ2 ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένη και δεν αντικρούστηκε από άλλη επιστημονική μαρτυρία.  Οι δε λόγοι που οδήγησαν, το πρωτόδικο Δικαστήριο,  στην μη αποδοχή της γνώμης της ΜΥ2 είναι αυθαίρετοι και/ή επιστημονικά εσφαλμένοι, και, εν πάση περιπτώσει, κατά τη θέση της εφεσείουσας, δεν δικαιολογούνταν από την προσαχθείσα μαρτυρία και το περιεχόμενο της αντεξέτασης της ΜΥ2.

 

Έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή τις θέσεις και αιτιάσεις που υποστηρίζουν τους προαναφερόμενους λόγους έφεσης.  Φρονούμε ότι οι λόγοι απόρριψης μέρους της μαρτυρίας της εφεσείουσας (ΜΥ1) και της γνώμης της ΜΥ2 βρίσκει, κατ’ αρχάς, έρεισμα στα πρακτικά της δίκης, υπό την έννοια ότι δεν λήφθηκε οτιδήποτε υπόψη χωρίς να έχει λεχθεί και, κατά δεύτερο λόγο, οι εξηγήσεις, που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνονται πειστικές, βασισμένες επί ικανών στοιχείων, προϊόν θεμελιωμένης σκέψης εντός του πλαισίου που έχει χαράξει η νομολογία.  Οι λόγοι για τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την επίμαχη μαρτυρία κρίνονται καθ’ όλα εύλογοι, καθ’ ότι υπέδειξε συγκεκριμένες αδυναμίες. Δεν εντοπίζουμε χρήση οποιασδήποτε αδόκιμης αναφοράς, αντίθετα, προκύπτει επεξηγηματική αιτιολογία για την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε η ΜΥ2, προκειμένου να προκληθεί ώστε να προσκομίσει συγκεκριμένη βιβλιογραφία στη βάση της οποίας αυτή στήριξε τη γνώμη της, δεν θεωρούμε ότι αυτό επηρεάζει την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης. Χωρίς το περιεχόμενο της βιβλιογραφίας ή οποιασδήποτε άλλης πηγής γνώσης, στην οποία στηρίζεται ένας εμπειρογνώμονας, δεν είναι, ως καθίσταται αντιληπτό, εφικτό για το Δικαστήριο να ελέγξει τη γνώμη που προωθεί ο εκάστοτε εμπειρογνώμονας.  Όφειλε η ΜΥ2 να προσκομίσει στο Δικαστήριο καθετί που υποστήλωνε τη γνώμη της.  Ούτε το γεγονός πως δεν προσκομίστηκε άλλη, επιστημονική, αντικρουστική μαρτυρία από μόνο του ήταν αρκετό να γίνει αποδεκτή η γνώμη της ΜΥ2.  Αποτελεί κατάληξη μας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε την υπό συζήτηση μαρτυρία με τη δέουσα προσοχή. Καταλήγουμε, δε, πως τα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είτε αυτά αφορούν στην περίπτωση της ΜΥ1 (εφεσείουσας) είτε στην περίπτωση της ΜΥ2, δεν είναι ούτε παράλογα ούτε αυθαίρετα ή ενάντια σε μαρτυρία που το Δικαστήριο αποδέχθηκε, ως είναι η θέση της εφεσείουσας, την οποία απορρίπτουμε.

 

Ενόψει των προλεγόμενων δεν θεωρούμε ότι μας παρέχονται περιθώρια επέμβασης στην πρωτόδικη κρίση, περί της αξιοπιστίας των ΜΥ1 (εφεσείουσας) και ΜΥ2.

 

Κατ’ επέκταση, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι.

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση ότι «Το ΠΔ εσφαλμένα ή/και αντινομικά ή/και αντίθετα με το γράμμα και τις κανόνες ερμηνείας των νόμων σε τέτοιες υποθέσεις έκρινε ότι οι πρόνοιες του περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Υπόπτων Μητέρων Νόμος του 2005 (Ν. 33(Ι)/2005) δεν εφαρμόζονται σε υποθέσεις εκδίκασης ΕΕΣ ή/και εφαρμόζονται μόνο σε ύποπτες ή κατηγορούμενες σε Κυπριακή ποινική διαδικασία.».

 

Με κάθε σεβασμό στην επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε ενώπιον μας, από τους συνήγορους της εφεσείουσας, δεν αποδεχόμαστε τη θέση ότι οι πρόνοιες του Ν.33(Ι)/2005 είναι δυνατό ή επιτρεπτό να τύχουν εφαρμογής κατά τη διαδικασία εκτέλεσης Ε.Ε.Σ..  Βέβαια, σπεύδουμε να ξεκαθαρίσουμε πως το σύνολο των περιστάσεων ή και μίας εξ αυτών, σχετιζόμενων με τις προσωπικές ή οικογενειακές περιστάσεις εκζητούμενου, είναι ικανό να οδηγήσει σε απόλυση του υπό όρους, όταν τα Δικαστήρια εξετάζουν τέτοιο θέμα, πρόκειται όμως για ένα ξεχωριστό ζήτημα.  Ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εν λόγω νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής στις υποθέσεις – αιτήσεις για εκτέλεση Ε.Ε.Σ..  Είναι προφανές ότι ο προαναφερόμενος νόμος αφορά στην προστασία μητέρων που, είτε είναι ύποπτες για αδίκημα διαπραχθέν και διερευνόμενο στην Κυπριακή Δημοκρατία, είτε έχουν καταδικασθεί για αδίκημα που θα επιβληθεί ποινή από κυπριακό Δικαστήριο, και, εν πάση περιπτώσει, υπό τις προϋποθέσεις που ο εν λόγω νόμος απαιτεί.  Εξάλλου, η εκδίκαση αίτησης για εκτέλεση Ε.Ε.Σ. δεν θα μπορούσε, λόγω της ιδιομορφίας της, να εμπίπτει στον εν λόγω νόμο.  Περαιτέρω, φρονούμε πως η ανάδειξη τέτοιου λόγου άρνησης παράδοσης, παρ’ ότι αυτός δεν κατονομάζεται, ως τέτοιος, είτε από την Απόφαση – Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ είτε από τον Ν. 133(Ι)/2004, θα ήταν αντίθετη με το πνεύμα και τον σκοπό των εν λόγω νομοθετημάτων.  Θα καταστρατηγούσε την εφαρμογή τους.  Άλλωστε, όπως υποδεικνύεται στο Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (C/2023/1270), ημερομηνίας 15.12.2023, με αναφορά στην υπόθεση C-158/21, Puig Gordi and Others, «Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ στηριζόμενη σε λόγο μη εκτέλεσης ο οποίος δεν απορρέει από την απόφαση – πλαίσιο για το ΕΕΣ αλλά αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης»

 

Κρίνουμε, συνεπώς, αβάσιμο τον έβδομο λόγο έφεσης.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προωθείται η θέση ότι «Εσφαλμένα το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έκδοση της εκζητούμενης επιζητείται για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης, καθότι τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι αντίθετα τόσο με την ενώπιον του μαρτυρία και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν αλλά και την σχετική Νομολογία.».

 

Είναι, χρήσιμο, και πάλι, να παρατεθούν σχετικά αποσπάσματα από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με το οποίο, αφού προέβη σε εκτενή ανάλυση των στοιχείων που βρίσκονταν ενώπιον του, απέρριψε τη θέση της εφεσείουσας ότι η παράδοση της δεν επιδιώκεται για σκοπούς ποινικής δίωξης.  Τα εν λόγω αποσπάσματα έχουν ως εξής:

 

«Εν προκειμένω, στη βάση της πιο πάνω παρατεθείσας νομολογίας (και ειδικότερα των όσων αποφασίστηκαν στην Balzas (ανωτέρω)), η απάντηση είναι ότι, το περιεχόμενο του υπό εξέταση ΕΕΣ,  είναι επαρκές για να κριθεί από το παρόν Δικαστήριο ότι η παράδοση της Εκζητούμενης ζητείται, από τις γαλλικές αρχές, με σκοπό αυτή να διωχθεί ποινικά. Και εξηγώ. Στην πρώτη παράγραφο του ΕΕΣ (Α030) (Τεκμήριο 2), προκύπτει ότι η παράδοση της Εκζητούμενης επιζητείται «for the purpose of conducting a criminal prosecution or executing a custodial sentence or detention order». Εντούτοις, έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στην Balzas (ανωτέρω), η μη διαγραφή της διαζευκτικής επιλογής στην εν λόγω αναφορά δεν υπέχει οποιαδήποτε ουσιαστικής σημασίας, εάν από το υπόλοιπο περιεχόμενο του ΕΕΣ προκύπτει ότι δεν έχει επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή εναντίον του εν λόγω εκζητούμενου προσώπου. Στην παρούσα περίπτωση, με δεδομένη τη μη επιβολή οποιασδήποτε ποινής εναντίον της Εκζητούμενης από οποιοδήποτε Δικαστήριο των Γαλλικών Αρχών, και έχοντας ως δεδομένο ότι, στην παράγραφο Α034, αναφέρεται ότι η μέγιστη ποινή η οποία μπορεί να επιβληθεί για το/α αδίκημα/τα, για τα οποία επιζητείται η εκτέλεση του παρόντος ΕΕΣ, είναι 10 έτη φυλάκισης, δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι το περιεχόμενο του επίδικου ΕΕΣ είναι ξεκάθαρο αναφορικά με τις προθέσεις των Γαλλικών Αρχών σε σχέση με την επιζητούμενη σύλληψη και παράδοση της Εκζητούμενης, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη παρά «for the purpose of conducting a criminal prosecution» και δη την ποινική της δίωξη.

 

Επίσης, μελετώντας το Τεκμήριο 2, διαπιστώνω ότι σε αυτό η Εκζητούμενη αναφέρεται με το όνομα της και την ημερομηνία γεννήσεως της. Στα σημεία Α040 και Α041 γίνεται περιγραφή των συγκεκριμένων αδικημάτων για τα οποία αυτή ζητείται από τις Γαλλικές Αρχές, ως επίσης και οι σχετικές πρόνοιες/ νομικές βάσεις της Γαλλικής νομοθεσίας για τα εν λόγω αδικήματα. Πέραν τούτου, υπό τον τίτλο «Offences» στο επίδικο ΕΕΣ (Τεκμήριο 2 – σελ. 3) γίνεται αναφορά στις χώρες, τοποθεσίες και στη χρονική περίοδο κατά την οποία φέρεται να διαπράχθηκαν τα εν λόγω αδικήματα και δη κατά την περίοδο μεταξύ 1.1.2020 – 4.6.2025. Ακόμη, αναφέρεται και ο βαθμός εμπλοκής degree of involvement of the requested person in the offence(s) της Εκζητούμενης, ο οποίος αναφέρεται ότι είναι ως φερόμενος αυτουργός και συναυτουργός των φερόμενων αδικημάτων κατά την περίοδο 1.1.2020-4.6.2025 Author and co-author of the acts committed from 1st January 2020 to 4 June 2025»). Στη δε σελ. 3 του Τεκμηρίου 2, αναφέρεται και η σύνδεση του λογαριασμού της Εκζητούμενης με τα εν λόγω φερόμενα αδικήματα. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής, και πάλι υπό τον τίτλο «Offences»: «[…] Flow tracing revealed money laundering operations via cryptocurrency exchanges like Kraken and Binance. These companies provided the identity of the beneficiaries of the transactions. As a result, the fraudulent funds were collected by a number of Cypriot individuals and companies. Thus, between May 2021 and June 2022, MENASHEOF Ella’s Binance account received 115 deposits for 34.67968081 BTC received with a value of $1,494,720,465, including at least $1.021 million through 31 transactions between the consolidation and collection clusters and its account, from various sites of fake cryptocurrency investments scams. Indirect links to 188 scams confirmed suspicions about its role in a structured scam network. This account was used solely for the purpose of transferring cryptoassets that included conversion transactions.».

 

Δεν μου διαφεύγουν οι αναφορές των συνηγόρων της Εκζητούμενης (βλ. σελ. 3-4 της αγόρευσης) περί του ότι, η όποια αναφορά στο ΕΕΣ στην εμπλοκή της Εκζητούμενης αφορά τα έτη 2021-2022, ενώ τα φερόμενα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν κατά την περίοδο 1.1.2020-4.6.2025, και ότι δεν προκύπτει σύνδεση της για το χρονικό διάστημα πριν το 2021 και μετά το 2022 και ότι η όποια επιζητούμενη εκτέλεση του ΕΕΣ σκοπό έχει την ανάκριση της και το ψάρεμα μαρτυρίας. Εντούτοις, τα όσα σχετικά αναφέρει η πλευρά της Εκζητούμενης, με κάθε σεβασμό, δεν έχουν τη δυναμική που θέλουν να τους προσδώσουν. Εν προκειμένω, από το ίδιο το περιεχόμενο του ΕΕΣ είναι εμφανές ότι, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (Μάιο 2021-Ιούνιο 2022), και δη χρονικό διάστημα κατά το οποίο φέρεται να διαπράχθηκαν τα εν λόγω αδικήματα, η Εκζητούμενη φέρεται να έλαβε στο λογαριασμό της, μέσω 115 καταθέσεων, 34.67968081 BTC, αξίας $1.494.720.465, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον $1,021 εκατομμυρίων, μέσω 31 συναλλαγών μεταξύ των συμπλεγμάτων ενοποίησης και είσπραξης (between the consolidation and collection clusters) και του λογαριασμού της, από διάφορους ιστότοπους απάτης, με πλαστές επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα. Ακόμη, από το περιεχόμενο του εν λόγω ΕΕΣ, διαφαίνεται ότι έμμεσοι σύνδεσμοι σε 188 απάτες (scams) επιβεβαίωσαν τις υποψίες σχετικά με τον ρόλο του εν λόγω λογαριασμού της (της Εκζητούμενης) σε ένα δομημένο δίκτυο απάτης. Αναφέρεται, επίσης, ότι ο εν λόγω λογαριασμός της χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για τον σκοπό της μεταφοράς κρυπτονομισμάτων που περιελάμβαναν συναλλαγές μετατροπής.

 

Από όλα τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η υπόθεση εναντίον της Εκζητούμενης δεν βρίσκεται στο αρχικό στάδιο διερεύνησης. Υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές στο σώμα του ΕΕΣ αναφορικά με τον φερόμενο της ρόλο για τα κατ’ ισχυρισμόν αδικήματα για τα οποία ζητείται η ποινική της δίωξη. Τα όσα αναφέρονται ανωτέρω καταδεικνύουν ότι, στη βάση των εξετάσεων των Γαλλικών Αρχών και του μαρτυρικού υλικού που έχουν στη διάθεση τους, έχει διαμορφωθεί μία ξεκάθαρη εικόνα ως προς την εμπλοκή της Εκζητούμενης στα εν λόγω φερόμενα αδικήματα και ότι η έκδοση και εκτέλεση του επίδικου ΕΕΣ δεν αφορά το στάδιο κατά το οποίο η Εκζητούμενη επιζητείται μόνο για σκοπούς ανάκρισης της και υποβολής ερωτήσεων σε αυτήν, με σκοπό να διαφανεί κατά ποσό αυτή θα καταταχθεί ως μάρτυρας ή ύποπτη, αλλά επιζητείται με σκοπό να ανακριθεί και, ακολούθως, να διαταχθεί η ποινική της δίωξη, αν τούτο κριθεί αναγκαίο, στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, όπως ακριβώς ίσχυε και στην υπόθεση Balzas (ανωτέρω).

 

Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της εξωγενούς μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω των τοποθετήσεων των Γαλλικών Αρχών στα ερωτήματα που αποστάληκαν από την Κεντρική Αρχή της Κύπρου, είτε από την ίδια, είτε κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων της Εκζητούμενης, δεν θα πρέπει να επηρεάσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την κρίση του Δικαστηρίου, επί του ζητουμένου.

 

Αποτελεί θέση της πλευράς της Εκζητούμενης ότι από τα Τεκμήρια 11 και 12 και συγκεκριμένα τις απαντήσεις των Γαλλικών αρχών προκύπτει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης δεν έχει ολοκληρωθεί, ότι δεν έχει καταχωρηθεί ή καταρτιστεί οποιοδήποτε κατηγορητήριο εναντίον της Εκζητούμενης, ότι η τελευταία δεν έχει ανακριθεί και, συνεπώς, θα πρέπει να ανακριθεί και να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί της και μετά να αποφασισθεί η ποινική της δίωξη. Υποστηρίζει, επίσης, η πλευρά της ότι, από τις απαντήσεις των Γαλλικών αρχών φαίνεται ότι οι αυτές επιζητούν την έκδοση της Εκζητούμενης για να ανακριθεί. Σύμφωνα δε με τους συνήγορους της Εκζητούμενης, τα πιο πάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι υπολείπεται μακρά και ογκώδης διερεύνηση μέχρι να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση, η οποία διερεύνηση θα διαρκέσει μήνες.

 

Οι πιο πάνω θέσεις που προβάλλονται από πλευράς της Εκζητούμενης, δεν με βρίσκουν σύμφωνη, καθότι, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Balzas (ανωτέρω), οι εν λόγω θέσεις βασίζονται και προωθούνται επί αναφορών εκτός του περιεχομένου του ΕΕΣ, σε μια προσπάθεια να εισαχθεί ασάφεια ως προς το σκοπό του, πράγμα που είναι, κατ’ αρχήν, λάθος, εφόσον αντίκειται στο γράμμα και το πνεύμα της απόφασης-πλαίσιο. Κατά δεύτερο, είναι εμφανές ότι οι εν λόγω αναφορές από πλευράς της Εκζητούμενης βασίζονται στο πως αντιμετωπίζεται ένας ύποπτος πριν την έναρξη της ποινικής διαδικασίας στη Κύπρο. Εντούτοις, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση EDUARD VOVK (ανωτέρω), «Η κυπριακή νομολογία έχει ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» διασταλτικά έτσι ώστε να περιλαμβάνει «μία διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη» χωρίς όμως να περιλαμβάνει το στοιχείο της βεβαιότητας της δίωξης». Θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη Γαλλία. (βλ. Reinwald ν. Γεν. Εισαγγελέας, Πολ. έφ. αρ.42/19, 23.4.2020 και Αναφορικά με τον Ghebali (ανωτέρω).  

 

Εν προκειμένω, παρεμφερώς και μόνο, αναφέρω ότι, οι απαντήσεις των Γαλλικών Αρχών (Τεκμήρια 11 και 12), στα σχετικά ερωτήματα που τους στάληκαν (Τεκμήριο 9), δεν αλλάζουν την ανωτέρω εικόνα που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο. Η εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο από το Τεκμήριο 2 είναι ότι η υπόθεση δεν αφορά το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στην Εκζητούμενη για να διαφανεί αν αυτή θα καταταχθεί ως ύποπτη, αλλά είναι το στάδιο όπου, καθηκόντως, αυτή πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική της δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης. Επαναλαμβάνω ότι, το ότι η δίωξη μπορεί στο τέλος να μην συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη της Εκζητούμενης (βλ. Αναφορικά με τον Ghebali (ανωτέρω)).

 

Τέλος, αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση της πλευράς της Εκζητούμενης ότι δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει αν το ανακριτικό στάδιο, στη Γαλλία, περιλαμβάνεται στον ορισμό της ποινικής δίωξης, καθότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από πραγματογνώμονα αναφορικά με το δίκαιο της Γαλλίας περί τούτου. Κάθε κράτος μέλος έχει τη δική του διαδικασία σε σχέση με τη δίωξη προσώπου για ποινικά αδικήματα, η οποία είναι πιθανόν να διαφέρει από την αντίστοιχη διαδικασία της χώρας από την οποία ζητείται η παράδοση του εκζητούμενου (εδώ η Κύπρος). Λόγω και των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των ποινικών συστημάτων, επαναλαμβάνω, ως ήδη ανέφερα ανωτέρω ότι, κατά την εξέταση αιτήματος τέτοιας φύσης, το Δικαστήριο δεν πρέπει να καταπιάνεται με επιμέρους έννοιες, όπως το πότε ολοκληρώνεται το ανακριτικό έργο και ξεκινά η ποινική  δίωξη, αφού τέτοια μικροσκοπική προσέγγιση εκφεύγει  του υψηλού επιπέδου εμπιστοσύνης που διέπει το μηχανισμό λειτουργίας του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (βλ. μεταξύ άλλων, Chanin Stenli v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση αρ. 4/2024, ημερ. 7.1.2025).

 

Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι ο σκοπός για τον οποίον επιζητείται η παράδοση της Εκζητούμενης από τις γαλλικές αρχές είναι ώστε αυτή να διωχθεί ποινικά και όχι για λόγο άλλο από αυτούς που δικαιολογούν την έκδοση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.»

 

Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναλύοντας, εκτενώς, καθετί που τέθηκε ενώπιον του αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «άσκηση ποινικής δίωξης», στηριζόμενο σε σχετική νομολογία, κατέληξε ορθά στο συμπέρασμα ότι, από τα ενώπιον του στοιχεία, προέκυπτε πως ο σκοπός της παράδοσης της εφεσείουσας είναι η άσκηση ποινικής δίωξης από τις Γαλλικές Αρχές, ανεξάρτητα αν τελικά η εφεσείουσα δεν διωχθεί.  Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε σημεία από το πιο πάνω σκεπτικό, το οποίο προβάλλει πλήρως τεκμηριωμένο.  Θεωρούμε ότι η εν λόγω κατάληξη βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τη νομολογία, στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε, αλλά και με τις άρτι εκδοθείσες αποφάσεις του Εφετείου  (βλέπετε (1) Γενικός Εισαγγελέας v. Φιλίππου, Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 4/2025 (i-justice), ημερομηνίας 08.01.2026, (2) Haftzadi v. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 7/2025 (i-justice), ημερομηνίας 15.01.2026, και (3) Turgeman v. Γενικός Εισαγγελέας, Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 5/2025 (i-justice), ημερομηνίας 23.01.2026), αναφορικά με την ορθότητα της διασταλτικής ερμηνείας και την υιοθέτηση της ως προς τον όρο «άσκηση ποινικής δίωξης», σ’ ότι αφορά Ε.Ε.Σ..

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος έφεσης, κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προωθείται η θέση ότι «Εσφαλμένα το Δικαστήριο αποφάσισε να μην ασκήσει την διακριτική του εξουσία και να αρνηθεί την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. σύμφωνα με το άρθρο 14 1 (στ) του Ν. 133(Ι) του 2004.» και με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι «Το ΠΔ κατά την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 17/12/2025, προέβηκε σε σφάλμα αρχής ή/και εσφαλμένη ερμηνεία της απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση C-261/22, αντίθετα στο άρθρο 7 και 24 του ΧΔΔΕΕ» (προφανώς εννοείται του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης).  Οι δύο αυτοί λόγοι είναι συναφείς, ως εκ τούτου, συνεξετάζονται.

 

Οι αιτιάσεις που υποστηρίζουν τους υπό συζήτηση λόγους έφεσης σχετίζονται, κατ’ αρχάς, με την ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 17.12.2025, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εφεσείουσας για παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – στο εξής ΔΕΕ.  Έχουμε διεξέλθει το περιεχόμενο της ενδιάμεσης αίτησης, διαπιστώνεται ότι τα νομικά ερωτήματα της, έστω με λεκτική παρέκκλιση, είναι, στην ουσία και στο πνεύμα τους, όμοια με τα νομικά ερωτήματα της αίτησης, ημερομηνίας 14.01.2026, που υποβλήθηκε ενώπιον μας, για παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ.  Επί της τελευταίας αίτησης δόθηκε απορριπτική απόφαση, από την παρούσα Σύνθεση, στις 19.01.2026, κυρίως επί τη βάσει του σκεπτικού ότι, για τα εν λόγω ερωτήματα, δόθηκε απάντηση – ερμηνεία από το ΔΕΕ, μέσω της απόφασης C-261/2022, στη βάση της οποίας, ως προκύπτει, λειτούργησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνοντας, βέβαια, επί της ουσίας, ότι δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι συνέτρεχαν οι δύο τιθέμενες προϋποθέσεις για να στοιχειοθετηθεί προαιρετικός λόγος άρνησης παράδοσης της εφεσείουσας.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, ορθά, ως θα εξηγήσουμε και πιο κάτω, ότι, πρώτον, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι υφίστατο πραγματικός κίνδυνος προσβολής του, θεμελιώδους, δικαιώματος της μητέρας, στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της και του υπέρτατου συμφέροντος των παιδιών της, λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών, όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης των μητέρων παιδιών μικρής ηλικίας και τις συνθήκες ανάληψης της επιμέλειας των παιδιών αυτών στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ, και, ή ότι υπήρχαν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί πως, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής της κατάστασης, η εφεσείουσα θα διατρέξει τον προαναφερθέντα κίνδυνο, λόγω συνθηκών όπως οι ανωτέρω.  Συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση και θεωρούμε ότι, δεδομένων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η άρνηση παράδοσης δεν θα ήταν δικαιολογημένη.  Δεν διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε οποιοδήποτε σφάλμα κατά την εφαρμογή της απόφασης C-261/2022 (ανωτέρω), αναφορικά με τα περιστατικά της εφεσείουσας.

 

Προχωρώντας, περαιτέρω, στην συνεξέταση των υπό συζήτηση λόγων έφεσης, φρονούμε ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και, ειδικότερα, με τις οικογενειακές περιστάσεις της εφεσείουσας, η απόφαση του ΕΔΑΔ στην Αίτηση Αρ. 38844/12, KAS εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου, ημερομηνίας 04.06.2013, όπου η προσφεύγουσα παραπονέθηκε πως η προτεινόμενη έκδοση της, από το Ηνωμένο Βασίλειο στις ΗΠΑ, θα παραβίαζε το δικαίωμα της στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής της ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.  Η προσφεύγουσα ήταν μητέρα έξι παιδιών.  Πολύ σημαντικά στοιχεία στην υπόθεση, μεταξύ άλλων, ήταν ότι εκτός από την προσφεύγουσα ζητήθηκε η έκδοση στις ΗΠΑ και του συζύγου της (πατέρα τεσσάρων από τα έξι παιδιά της) καθώς και ότι, πριν την έκδοση της προσφεύγουσας, τρία Βρετανικά Δικαστήρια (Sheriff Court του Εδιμβούργου, High Court και Supreme Court), ασχολήθηκαν με την ερμηνεία και την εφαρμογή του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα.  Εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας, τα εν λόγω Δικαστήρια, είχαν αποφανθεί ότι τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνταν η προσφεύγουσα (αδικήματα του Άρθρου 20 του Νόμου περί Κατάχρησης Ναρκωτικών του 1971) ήταν πολύ σοβαρά, οπότε, το δημόσιο συμφέρον για την τήρηση των ρυθμίσεων έκδοσης για την πρόληψη και την τιμωρία του εγκλήματος ήταν επιτακτικό.  Θα έπρεπε, δηλαδή, να δίδεται πάντα μεγάλη βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον κατά την εκτέλεση ενός αιτήματος έκδοσης, και όσο πιο σοβαρό ήταν το αδίκημα τόσο μεγαλύτερη να είναι και η βαρύτητα. Αναγνωρίστηκε, βέβαια, από τα Βρετανικά Δικαστήρια, ότι, αφενός, δεν υπήρχε αμφιβολία πως το συμφέρον των παιδιών θα ήταν να συνεχίσουν να ζουν με τη μητέρα τους και πως αυτά θα στερούνταν τη φροντίδα και την καθοδήγηση της, εάν αυτή απομακρυνόταν από κοντά τους.  Φαινόταν, δε, πιθανό ότι οι μακροπρόσθεσμες επιπτώσεις ενός παρατεταμένου χωρισμού θα ήταν βαθιές για τα παιδιά.  Από την άλλη πλευρά, όμως, τα φερόμενα εγκλήματα, ως θεωρήθηκε, ήταν πολύ σοβαρά και οι υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου για έκδοση ευνοούσαν την έκδοση της προσφεύγουσας στις ΗΠΑ.   Ειπώθηκε, επίσης, ότι εάν υπήρχαν λόγοι επιείκειας ή μετριασμού της ποινής, λόγω οικογενειακών συνθηκών, εναπόκειτο στις αρχές των ΗΠΑ να αξιολογήσουν το γεγονός αυτό.  Αξιοσημείωτο, ακόμη, είναι και το γεγονός πως, παρά την απόσυρση, εν τέλει, της προσφυγής, το ΕΔΑΔ εξέτασε εάν υπήρχαν οποιεσδήποτε περιστάσεις αναφορικά με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται στη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα της, οι οποίες θα απαιτούσαν τη συνέχιση της εξέτασης της υπόθεσης (Άρθρο 37,§1 της ΕΣΔΑ).  Εν τέλει, το ΕΔΑΔ ικανοποιήθηκε, μέσα από την εξέταση του εν λόγω θέματος, ότι δεν υφίσταντο περιστάσεις που να δικαιολογούσαν τη συνέχιση της εξέτασης της υπόθεσης, και τη διέγραψε από το πινάκιο του. 

 

Κατ’ επέκταση, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο συμπέρασμα ήταν εντός των παραμέτρων που η νομολογία κινείται, δεδομένου ότι, (i) τα αδικήματα, επί του ΕΕΣ, είναι πολύ σοβαρά και (ii) ότι τα παιδιά της εφεσείουσας έχουν και τον πατέρα τους, ο οποίος, έστω με δυσκολία, θα αντιμετωπίσει ή θα μετριάσει το κενό της απουσίας της.  Επίσης, συνυπάρχουν και οι δυνατότητες η εφεσείουσα να θέσει ενώπιον των Γαλλικών Αρχών τις προσωπικές οικογενειακές της περιστάσεις, οι οποίες αναμένεται ότι θα τις αξιολογήσουν.

 

Επιπρόσθετα, όμως, και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κρίση και τοποθέτηση μας, αξίζει να σημειωθεί ότι, μέσα από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, προκύπτει πως η εφεσείουσα, μέσω των συνηγόρων της (βλέπετε Έγγραφο Β), με ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 16.11.2025, απευθυνόμενου στον ΜΕ2, τον ενημέρωσε ότι αυτή μέσω του συνηγόρου της, στη Γαλλία, είχε εισηγηθεί στην αρμόδια Γαλλίδα Δικαστή, εναλλακτικούς τρόπους με τους οποίους ήταν πρόθυμη να συνεργαστεί με τις Γαλλικές Αρχές, συμπεριλαμβανομένης της οικειοθελούς και αυτόβουλης μετάβασης της στη Γαλλία, όπου δήλωσε ότι «είναι πρόθυμη να παραμείνει για όσο χρονικό διάστημα χρειάζεται». Ό,τι παρατηρούμε και επισημαίνουμε είναι πως δεν την απασχόλησε καθόλου, ως φαίνεται, ζήτημα επηρεασμού προσωπικών και οικογενειακών δικαιωμάτων, που προφανώς ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει, γεγονός που αποδυναμώνει έτι περαιτέρω τη θέση της περί καταστροφικών συνεπειών στα παιδιά της, αν εκδοθεί στη Γαλλία.

 

Ενόψει των όσων έχουμε αμέσως πιο πάνω εξηγήσει, οι πέμπτος και όγδοος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης, προωθείται η θέση ότι «Εσφαλμένα και/ή αντινομικά και/ή αντίθετα από την ενώπιον του μαρτυρία το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας από την Αιτήτρια χώρα και/ή την Κεντρική αρχή.».

 

Προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της εφεσείουσας περί κατάχρησης της διαδικασίας, αφού πρώτα αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα, παραθέτοντας το σκεπτικό του, το οποίο έχει ως ακολούθως:

 

«Στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας, με κάθε σεβασμό δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις θέσεις της πλευράς της Εκζητούμενης. Ως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, το επίδικο ΕΕΣ εκδόθηκε με σκοπό την ποινική δίωξη αυτής (της Εκζητούμενης), και όχι απλώς τη λήψη μαρτυρίας από αυτήν ή την ανάκριση της, αναφορικά με τις αξιόποινες πράξεις οι οποίες τις προσάπτονται, μεταξύ άλλων και για αδίκημα που τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης μέχρι και 10 έτη. Συνεπώς, δεν προκύπτει ότι υφίσταται οποιοδήποτε άλλο μέτρο, λιγότερο επαχθές, που να εξασφαλίζει την επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Spiriev LeonidIvanov (ανωτέρω), το ζήτημα του κατά πόσο υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας από τις Γαλλικές αρχές, αποτελεί ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να ελεγχθεί από το παρόν Δικαστήριο, αλλά ζήτημα το οποίο, ενδεχομένως, να μπορεί και/ή να πρέπει να εγερθεί από πλευράς της Εκζητούμενης ενώπιον των Γαλλικών αρχών, εφόσον εκφεύγει του πλαισίου και του σκοπού της όλης διαδικασίας που προνοεί ο Ν. 133(Ι)/2004. Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Spiriev LeonidIvanov (ανωτέρω):

 

«Παραπονείται ο Εφεσείων με τον τέταρτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως δεν μπορεί να ελέγξει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, που, κατ΄ισχυρισμό, έλαβε χώρα από τις ιταλικές αρχές.  Συγκεκριμένα, είχε εισηγηθεί πρωτόδικα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα ότι οι ιταλικές αρχές δεν επιθυμούν την έκδοση και παράδοση του εκζητούμενου προς δίωξή του για τα υπό αναφορά αδικήματα, αλλά προκειμένου να λάβουν από αυτόν μαρτυρία σε σχέση με τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων.

 

Ορθά απεφάνθη το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το εξεταζόμενο ζήτημα εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας, όπως ο Νόμος προβλέπει και έχει νομολογιακά οριοθετηθεί. Το υπό αναφορά θέμα αποτελεί κατ΄εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή του στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών ιταλικών κανόνων δικαίου».

 

Η δε παράλληλη έκδοση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας και του παρόντος ΕΕΣ, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, εφόσον οι δύο εν λόγω διαδικασίες δεν επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό.

 

Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς της Κεντρικής Αρχής (ΜΚΑ 2). Επικαλείται η πλευρά της Εκζητούμενης ότι, εν προκειμένω, ο ΜΚΑ 2 προέβη σε παράνομη και ανεπίτρεπτη ενέργεια, που συνιστά, κατ’ ισχυρισμόν της, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται η πλευρά της ότι, ο ΜΚ 2 απευθύνθηκε στις γαλλικές αρχές και αφού τους αποκάλυψε τη γραμμή υπεράσπισης της Εκζητούμενης, τους συμβούλεψε να απαντήσουν με συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι ότι επιζητείται η εκτέλεση του ΕΕΣ για σκοπούς ποινικής δίωξης της και όχι ανάκρισης της. Στη βάση δε των πιο πάνω, ισχυρίζεται η πλευρά της Εκζητούμενης ότι, έχει παραβιαστεί το δικαίωμα της σε δίκαιη δίκη κατά παράβαση των άρθρων 11 και 30 του Συντάγματος (και των αντίστοιχων άρθρων 5 και 6 της ΕΣΔΑ).

 

Εν προκειμένω, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, στο ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο ΜΚΑ 2 (Τεκμήριο 13), δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση από τις Γαλλικές Αρχές. Συνεπώς, εύλογα διερωτάται κανείς πως επηρεάστηκε το δικαίωμα της Εκζητούμενης σε δίκαιη δίκη, εφόσον οι αρμόδιες γαλλικές αρχές τίποτα δεν έχουν αναφέρει σε σχέση με το εν λόγω ερώτημα που τους αποστάληκε στις 14.11.2025. Εν πάση όμως περιπτώσει, απλή ανάγνωση ηλεκτρονικού μηνύματος του ΜΚΑ 2, ημερ. 14.11.2025 (Τεκμήριο 13), δεν οδηγεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα περί δόλιας υποκίνησης ή παρότρυνσης από πλευράς της Κεντρικής Αρχής για λήψη συγκεκριμένης απάντησης από τις Γαλλικές Αρχές επί του ότι το παρόν ΕΕΣ ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης της Εκζητούμενης και όχι ανάκρισης της. Το τι ζητήθηκε με το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, από πλευράς της Κεντρικής Αρχής, δεν διαφέρει ουσιωδώς, από αυτό που ζητήθηκε, με το ηλεκτρονικό μήνυμα του ΜΚΑ 2 ημερ. 10.11.2025 (μέρος του Τεκμηρίου 12), αλλά και με το ηλεκτρονικό μήνυμα του ΜΚΑ 2 ημερ. 7.11.2025 (μέρος του Τεκμηρίου 11), κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων της Εκζητούμενης.

 

Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Stenli (ανωτέρω):

 

«[…]Το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη απαντάται με βάση την αξιολόγηση της στο σύνολο. Όπως έχει και προσφάτως επισημανθεί στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παπανδρέα Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/14, ημ. 5/10/16 τελικά η όλη δικαστική διαδικασία αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Ισχυρισμός για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά ούτε και με τρόπο αφηρημένο, in abstracto αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto). Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι επηρεάστηκε δυσμενώς η Υπεράσπισή του.».

 

Στην παρούσα περίπτωση, τα όσα αναφέρει η πλευρά της Εκζητούμενης περί παραβίασης του δικαιώματος της σε δίκαιη δίκη παρέμειναν εντελώς αόριστα και μετέωρα, εφόσον τούτη δεν έχει αποσείσει το σχετικό βάρος που έφερε. Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζω εδώ ότι, στη βάση των αρχών που παρέθεσα στο μέρος της παρούσας απόφασης αναφορικά με το λόγο ένστασης της Εκζητούμενης ότι το παρόν ΕΕΣ δεν επιζητείται για την ποινική της δίωξη αλλά για σκοπούς ανάκρισης της, ουδένα εκ των Τεκμηρίων 11-13 λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο το παρόν ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον της, εφόσον το ίδιο το ΕΕΣ είναι ξεκάθαρο επί τούτου και τα εν λόγω τεκμήρια αποτελούν εξωγενή (του ΕΕΣ) μαρτυρία, η οποία σκοπό έχει να δημιουργήσει ασάφεια και αμφιβολία σε αυτό (βλ. Balzas (ανωτέρω)).»

 

Συμφωνούμε πλήρως με το σκεπτικό και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Δεν θεωρούμε ότι απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση.  Δεν έχουμε παραγνωρίσει τις αιτιάσεις της εφεσείουσας που υποστηρίζουν τον έκτο λόγο έφεσης, ωστόσο, ως αναφέρεται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Turgeman (ανωτέρω) η αναλογικότητα του Ε.Ε.Σ., υπό την έννοια ότι δεν επιλέχθηκαν άλλοι τρόποι, «δεν υπόκειται σε έλεγχο από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης παρά μόνο από τη δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, ως απόρροια της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης».  Συνεπώς, δεν είναι αποδεκτό να γίνεται λόγος, εκ μέρους της εφεσείουσας, για «πρωτοφανή κατάχρηση διαδικασίας» επειδή οι Γαλλικές Αρχές δεν αποδέχθηκαν την εισήγηση της για οικειοθελή μετάβαση της στη Γαλλία.

 

Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω τοποθετήσεων μας, ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον ένατο λόγο έφεσης προωθείται η θέση ότι «Το ΠΔ ερμήνευσε εσφαλμένα ή/και αντίθετα με το γράμμα και πνεύμα της απόφασης πλαίσιο ή/και την φιλοσοφία της διαδικασίας παράδοσης το άρθρο 29(3) του Ν. 133(Ι)/2004 και αντίστοιχο άρθρο 23(4) της απόφασης πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, ως έχει τροποποιηθεί.».

 

Ό,τι προκρίνεται στην αιτιολογία του υπό συζήτηση λόγου έφεσης είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο «αποφάσισε ότι η αναστολή της παράδοσης για ανθρωπιστικούς λόγους αποφασίζεται από την Κεντρική (Αρχή)».  Ανατρέξαμε με προσοχή στο περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης, πλην όμως, δεν εντοπίζουμε τέτοιο συμπέρασμα.  Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Haftzadi (ανωτέρω) «Η αιτιολογία ενός λόγου έφεσης στοχεύει στην στοιχειοθέτηση του σφάλματος στην εκκαλούμενη απόφαση.  Όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης ή περιέχει αναντιστοιχίες δεν μπορεί να υποστηρίξει τον λόγο έφεσης.».

 

Πέραν, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης μας, έχουμε εξετάσει τις θέσεις και τα υπόλοιπα επιχειρήματα που προωθήθηκαν προς υποστήριξη του ένατου λόγου έφεσης.  Δεν συμφωνούμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτούργησε αντίθετα με το γράμμα και το πνεύμα της Απόφασης – Πλαίσιο ή το Άρθρο 29(3) του Ν. 133(Ι)/2004.  Αντίθετα, ως έχει προκύψει από όλα τα προλεχθέντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με εμπεριστατωμένη απόφαση του, ανέλυσε και αξιολόγησε καθετί, ουσιώδες, που τέθηκε ενώπιον του.  Δικαίως κατέληξε σε εύλογα και ορθά συμπεράσματα.

 

Συνεπώς, ο ένατος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Τέλος, με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι «Εσφαλμένα και/ή αντινομικά και/ή αντίθετα στην ενώπιον του μαρτυρία το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι πληρείται ο κανόνας της αμφίπλευρης εγκληματικότητας (Double criminality) σε σχέση με το αδίκημα BANKING OR FINANCIAL SOLICITATION BY AN UNAUTHORISED PERSON και το αδίκημα PROVISION OF AN ONLINE PLATFORM TO ENABLE ILLEGAL TRANSACTIONS BY AN ORGANISED GANG.

 

Παραθέτουμε, αυτούσια, τη σχετική τοποθέτηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επί της πιο πάνω θέσης, η οποία έχει ως ακολούθως:

 

«Εν πάση όμως περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, στην παρούσα περίπτωση διαπιστώνω ότι ικανοποιούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 12(1)(α) του Νόμου, και δη η ύπαρξη διττού αξιόποινου, εφόσον οι πράξεις για τις οποίες έχει εκδοθεί το υπό κρίση ΕΕΣ συνιστούν αδικήματα τα οποία τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που εξέδωσε τούτο και είναι αξιόποινα σύμφωνα και με τους Κυπριακούς Νόμους. Δεν μου διαφεύγει η αναφορά της πλευράς της Εκζητούμενης στην αγόρευση της (βλ. σελ. 20) ότι το αδίκημα του banking or financial solicitation by an unauthorized person, δεν αποτελεί αδίκημα στη βάση του κυπριακού δικαίου. Σημειώνω εδώ ότι, το ζητούμενο του άρθρου 12(1)(α) του Νόμου είναι όπως η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Συνεπώς, το κριτήριο δεν είναι το κατά πόσον το αδίκημα που αναφέρεται στο ένταλμα είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά το κατά πόσον η συμπεριφορά της Εκζητούμενης, αν αυτή παρατηρηθεί στην Κύπρο, που είναι η χώρα από την οποία ζητείται η εκτέλεση του εντάλματος, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με τον ημεδαπό νόμο (βλ. τηρουμένων των αναλογιών, τις αποφάσεις Αναφορικά με την αίτηση του Andrei Golov (2001) 1 Α.Α.Δ. 1109, Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών (1992) 1 Α.Α.Δ. 191, Αναφορικά με τον Gennaro Perella (1997) 1 Α.Α.Δ. 521, που αφορούσαν σε αιτήματα για έκδοση φυγοδίκων με βάση τους Νόμους 95/70 και 97/70).  Περαιτέρω, ο έλεγχος του διττού αξιοποίνου θα πρέπει, θεωρώ, να ελέγχεται in abstracto και όχι in concreto (βλ. σχετικώς το σύγγραμμα του Διονύσιου Μουζάκη, Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, σελ. 497-498). Αρκεί, δηλαδή, η πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα να τυποποιείται, ανεξαρτήτως του νομικού της χαρακτηρισμού, γενικά ως έγκλημα κατά τον κυπριακό Ποινικό Κώδικα ή άλλο νόμο που δημιουργεί αδίκημα, χωρίς να πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχουν λόγοι εξάλειψης του αξιόποινου, πέραν, βεβαίως, των λόγων που η απόφαση-πλαίσιο προκαθορίζει στα άρθρα 3 και 4 (βλ. αντίστοιχα τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου) που αποκλείουν ή μπορούν να αποκλείουν το αξιόποινο ή τη δίωξη συγκεκριμένης περίπτωσης (μεταξύ άλλων, αμνηστία, δεδικασμένο, ποινικά ανεύθυνο λόγω ηλικίας, παραγραφή κτλ). Στην παρούσα περίπτωση, το αδίκημα του banking or financial solicitation by an unauthorized person, θα μπορούσε να εμπίπτει στο αδίκημα της απάτης γενικότερα στην Κύπρο, και, επομένως, το διττό αξιόποινο εφαρμόζεται και σε σχέση με αυτό. Για την δε απάτη, γενικότερα, ως αδίκημα, υπενθυμίζω ότι δεν χρειάζεται καν ο έλεγχος του διττού αξιόποινου (βλ. άρθρο 12(2) του Νόμου).»

 

Διαπιστώνουμε ότι τοποθετήσεις αντίθετες, σε ό,τι έχει αποφανθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχουν προωθηθεί από την εφεσείουσα και πρωτοδίκως.  Έχουμε αξιολογήσει τις θέσεις της εφεσείουσας και δεν θεωρούμε ότι υπήρξε λανθασμένη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία προβάλλει επαρκώς αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη νομικά. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε ότι ακόμη και να μην συνέτρεχε το στοιχείο του διττού αξιόποινου για το επίμαχο αδίκημα (banking of financial solicitation by an unauthorized person), σημειώνουμε ότι υπήρχαν και τα υπόλοιπα αδικήματα, και, συνεπώς, εφόσον για τους λόγους που εξηγήθηκε η πρωτόδικη – εκκαλούμενη απόφαση είναι ορθή, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο, ως προς την παράδοση της εφεσείουσας.

 

Συνακόλουθα των προλεχθέντων, και ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Ενόψει του ότι ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η εκκαλούμενη απόφαση, ως ορθή, επικυρώνεται. 

 

Η έφεση απορρίπτεται. 

 

Διατάσσεται η εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 29(1) του Ν. 133(Ι)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.

 

Η εφεσείουσα, εν τω μεταξύ, να παραμείνει υπό κράτηση.  Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής του Εφετείου να μεριμνήσει όπως η παρούσα απόφαση κοινοποιηθεί στις αρμόδιες αρχές της Γαλλίας.

 

 

 

                                                                   Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                   Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                   Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο