ΙΑΚΩΒΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 84/2023, 26/1/2026
print
Τίτλος:
ΙΑΚΩΒΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 84/2023, 26/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 84/2023)

 

26 Ιανουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΙΑΚΩΒΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Α. Χρ. Αλεξάνδρου, για τον Εφεσείοντα.

Α. Χατζηκύρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου, ο εφεσείων αντιμετώπιζε την κατηγορία της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του Άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία) και την κατηγορία της εγκατάλειψης τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, κατά παράβαση του Άρθρου 235 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία). Τις κατηγορίες αυτές, ο εφεσείων δεν παραδέχτηκε. Παραδέχτηκε, όμως, άλλες τέσσερεις κατηγορίες που αφορούσαν οδήγηση χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης και άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και ενώ το όχημα ήταν σε κατάσταση που ενδέχετο να προκαλέσει κίνδυνο σε άλλο πρόσωπο.

  

Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας αναφορικά με τις τρεις πρώτες κατηγορίες, το Κακουργιοδικείο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στις πρώτη και τρίτη κατηγορίες, ενώ, λόγω του ότι η δεύτερη κατηγορία προωθήθηκε ως διαζευκτική της πρώτης, κρίθηκε ότι ήταν κατάλληλη περίπτωση όπως μη αποφασίσει επί της δεύτερης αυτής διαζευκτικής κατηγορίας. Στον εφεσείοντα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών στην πρώτη κατηγορία και 3 ετών στην τρίτη κατηγορία, ενώ σε κάθε μία από τις τέσσερεις κατηγορίες τις οποίες είχε παραδεχτεί, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός μηνός.

  

Διατάχθηκε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν.

 

Με την παρούσα έφεση, ο εφεσείων προσβάλλει τόσο την καταδίκη του, όσο και την ποινή που του επιβλήθηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Έντεκα λόγοι έφεσης αφορούν την καταδίκη και ένας λόγος έφεσης την ποινή.

  

Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει κάθε τι που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.

 

Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία περιλάμβανε το περιεχόμενο ψηφιακών δίσκων με πλάνα από παρακείμενες κάμερες του σημείου όπου η επίδικη σύγκρουση έλαβε χώραν, στα οποία καταγράφεται η σύγκρουση. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός, με την έγκριση του Κακουργιοδικείου. Στην πρωτόδικη απόφαση καταγράφεται το τι φαίνεται από τα εν λόγω πλάνα. Αναφέρεται, συναφώς, ότι η θανούσα έχοντας στο κεφάλι της ένα μαύρο σακάκι το οποίο κρατούσε με τα χέρια της, προσπάθησε να διασταυρώσει τον δρόμο. Στην προσπάθεια της αυτή, χτυπήθηκε από άγνωστο όχημα και έπεσε στο έδαφος. Ενώ βρισκόταν καθήμενη προσπαθώντας να μετακινηθεί από τον δρόμο, αντιλήφθηκε άλλο αυτοκίνητο που ερχόταν, σήκωσε το χέρι της κάνοντας κινήσεις και το αυτοκίνητο, το οποίο οδηγείτο από τον εφεσείοντα, την κτύπησε και την παρέσυρε κάποια απόσταση πιο κάτω. Ο εφεσείων σταμάτησε το αυτοκίνητο, κατέβηκε, εισήλθε στο προαύλιο του περιπτέρου όπου υπήρχαν άτομα τα οποία κρατούσαν το κεφάλι τους, συνομίλησε με κάποιον από αυτούς, επέστρεψε στο αυτοκίνητό του και εισήλθε σε αυτό. Ο εφεσείων προσπάθησε να κινηθεί με πρόσθια ταχύτητα, κινήθηκε με όπισθεν, οπόταν και απεγκλωβίστηκε το θύμα, αποσυνδέθηκε ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου και οδηγώντας προσπέρασε το θύμα και έφυγε από τη σκηνή. Αναφέρεται, επίσης, ότι κατά την πρώτη σύγκρουση του οχήματος του εφεσείοντα με το θύμα αλλά και όταν κινήθηκε με όπισθεν ταχύτητα και το θύμα απεγκλωβίστηκε και φάνηκε να κείτεται στον δρόμο, βρισκόταν εντός της εμβέλειας των φώτων του οχήματος του εφεσείοντα.

 

Το Κακουργιοδικείο, στο πλαίσιο της απόφασής του, κατέγραψε τα συμπεράσματά του επί των γεγονότων, ως προέκυπταν, τόσο από τα όσα είχαν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα, όσο και ως αποτέλεσμα της από μέρους του αξιολόγησης της μαρτυρίας. Χρήσιμη είναι η αυτούσια καταγραφή των συμπερασμάτων αυτών του Κακουργιοδικείου:

 

«Στις 19.12.21 περί ώρα 21:00 η Ανδρούλα Παπαχριστοφόρου, (στο εξής το θύμα), κρατώντας με τα χέρια της μπουφάν σκούρου χρώματος πάνω από το κεφάλι της, επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο από σημείο της οδού Πριάμου, που βρισκόταν πλησίον του περιπτέρου G & Τ. Στην προσπάθεια της να διασταυρώσει, κτυπήθηκε από άγνωστο όχημα το οποίο εγκατέλειψε την σκηνή. Μετά το κτύπημα, το θύμα κάθισε στο σημείο που κτυπήθηκε, κινήθηκε με τα χέρια της προς το δεξί της κάτω άκρο και προσπάθησε βάζοντας δύναμη στα χέρια της να μετακινηθεί από τον δρόμο. Κατά την προσπάθειά της αυτή, αντιλήφθηκε άλλο όχημα που ερχόταν κατά πάνω της, ανασήκωσε το ένα της χέρι προσπαθώντας να κάνει εμφανή την παρουσία της στο εν λόγω σημείο. Το δεύτερο αυτό όχημα, άσπρου χρώματος, κτύπησε το θύμα και ενώ βρισκόταν κάτω από το αυτοκίνητο, παρασύρθηκε μέχρι του σημείου που φαίνεται στο τεκμήριο 2, να σταματά το άσπρο όχημα. Όταν το όχημα αυτό σταμάτησε, ο οδηγός του κατέβηκε, προσέγγισε την είσοδο του ως άνω περιπτέρου, είπε κάτι στον Malkhazi που βρισκόταν έξω απ' αυτό και επέστρεψε στο αυτοκίνητό του. Το πιο πάνω πρόσωπο φαίνεται στο τεκμήριο 2, αναστατωμένο και να κρατά το κεφάλι του. Ο οδηγός του οχήματος, προσπάθησε να κινηθεί με μπροστινή ταχύτητα και αφού εμποδιζόταν να το πράξει λόγω του εμποδίου που προκαλούσε το θύμα που εξακολουθούσε να βρίσκεται κάτω από το όχημα, κινήθηκε με πισινή ταχύτητα για κάποια απόσταση, κινήθηκε πλαγίως του θύματος και έφυγε από τη σκηνή. Όταν ο οδηγός έφυγε από το εν λόγω σημείο, το μπροστινό φτερό του αυτοκινήτου του, είχε πέσει και παρέμεινε στη σκηνή. Στο σημείο όπου βρισκόταν το θύμα μετά τον απεγκλωβισμό του από το όχημα, υπήρχαν αίματα και κάποια μέτρα πιο πάνω βρισκόταν το μπουφάν που κρατούσε στα χέρια της κατά την πρώτη σύγκρουση και ένα παπούτσι. Ειδοποιήθηκε από παρευρισκόμενους η Αστυνομία και ασθενοφόρο. Στο σημείο όπου βρισκόταν το θύμα και μετά όπου απεγκλωβίστηκε από το δεύτερο όχημα, είχε τις αισθήσεις της. Στο Νοσοκομείο έλεγε ότι πονούσε αλλά δεν είχε κάποια επικοινωνία με τον γιο της. Το θύμα υπέκυψε στα τραύματα λίγες ώρες αργότερα το ίδιο βράδυ.

Ο Malkhazi από το σημείο που βρισκόταν πίσω από το περίπτερο και εντός του οχήματός του, είχε δει το θύμα που κτυπήθηκε από το πρώτο όχημα και έσπευσε να την βοηθήσει. Στην προσπάθειά του να την προσεγγίσει είδε το δεύτερο όχημα να κτυπά και να παρασέρνει το θύμα και κινήθηκε προς την είσοδο του περιπτέρου όπου και προσεγγίστηκε από τον οδηγό του δεύτερου οχήματος, ο οποίος κάτι του είπε στα Ελληνικά, χωρίς να έχει καταλάβει.

Από το πρώτο κτύπημα με το άγνωστο όχημα, το θύμα τραυματίστηκε στο δεξί κάτω άκρο και πιθανόν στην δεξιά πλάγια κοιλιακή χώρα από το καθρεφτάκι του οχήματος, του οποίου μέρος ανευρέθηκε στη σκηνή. Τα τραύματα αυτά, αντιμετωπίστηκαν με την μεταφορά του θύματος στο Νοσοκομείο και η σοβαρότητά τους δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον θάνατο.

Τα υπόλοιπα τραύματα ως αυτά καταγράφονται στο τεκμήριο 10, το οποίο στο σύνολό του αποτελεί μέρος των ευρημάτων μας, πλην των δύο πιο πάνω, προκλήθηκαν στο θύμα από το δεύτερο όχημα και συγκεκριμένα από το κτύπημα του θύματος με το όχημα, την παράσυρση του ενώ βρισκόταν κάτω από το όχημα και από την κίνηση του οδηγού με ταχύτητα μπροστά και πίσω μέχρι τον απεγκλωβισμό.

Ο θάνατος του θύματος οφείλεται σε αιμορραγικό σοκ - πολυτραυματισμό, ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Τα σοβαρότερα τραύματα τα οποία προκάλεσαν την αιμορραγία η οποία οδήγησε στον θάνατο, είναι τα πολλαπλά κατάγματα σε ολόκληρη την αριστερή πλευρά του θώρακα τα οποία προκάλεσαν ρήξεις του αριστερού πνεύμονα και το κάταγμα του μέσου εγκεφαλικού βόθρου αριστερά και δεξιά. Τα ως άνω τραύματα προκληθήκαν από το δεύτερο όχημα και σε συνδυασμό με το κτύπημα του θύματος, την παράσυρσή του αλλά και την αντίστροφη κίνηση στην οποία υπεβλήθηκε ευρισκόμενο κάτω από το όχημα το οποίο κινήθηκε προς τα εμπρός και στη συνέχεια με όπισθεν.

Μετά από έρευνες της Αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι το άσπρο όχημα που φαίνεται στα τεκμήρια 1 και 2, ανήκει στον κατηγορούμενο. Μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στην οικία του, όπου εντοπίστηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΕΟ48, του οποίου απουσίαζε ο προφυλακτήρας. Ο κατηγορούμενος όταν ενημερώθηκε για την υπόθεση που διερευνούσε η Αστυνομία και επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, είπε ψέματα ότι δεν οδήγησε το όχημα και το είχε εκεί καμιά δεκαριά ημέρες για να το αγοράσει.

Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο καιρός ήταν βροχερός, ο δρόμος επί του οποίου οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν ευθύς, πλάτους 12,20 μέτρα και διπλής κατεύθυνσης. Ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα του επί της οδού Πριάμου και προτού κτυπήσει το θύμα θα μπορούσε να είχε δει ότι βρισκόταν ένας όγκος εντός του δρόμου και στην πορεία που κινείτο. Το θύμα προτού κτυπηθεί από τον κατηγορούμενο, βρισκόταν εντός της εμβέλειας των φώτων του οχήματός του και η παρουσία της στο εν λόγω σημείο δεν εμποδιζόταν από τα οχήματα τα οποία ήταν σταθμευμένα στην αριστερή πλευρά της πορείας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος χωρίς να σταματήσει, παρέσυρε το θύμα για κάποια απόσταση μέχρι που σταμάτησε στο σημείο που φαίνεται στο τεκμήριο 2. Ο κατηγορούμενος τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητό του, είπε κάτι στον Malkhazi, ο οποίος κρατούσε το κεφάλι του, και επέστρεψε στο όχημά του, προσπάθησε να κινηθεί με μπροστινή ταχύτητα και χωρίς να τα καταφέρει, κινήθηκε με όπισθεν για κάποια απόσταση. Με την πισινή ταχύτητα, το θύμα απεγκλωβίστηκε και ενώ βρισκόταν στην εμβέλεια των φώτων του οχήματος του, ο κατηγορούμενος κινήθηκε με πλάγια προς το θύμα κατεύθυνση, αποφεύγοντας το και έφυγε από τη σκηνή.

Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε χωρίς άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης και χωρίς να ανανεωθεί η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος που οδηγούσε.»

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι λανθασμένα, αυθαίρετα και χωρίς επαρκή αιτιολογία και αντινομικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε μέρος της μαρτυρίας δύο βασικών μαρτύρων κατηγορίας, η οποία ήταν καταλυτικής σημασίας για την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και σε σχέση με την αθωότητα του εφεσείοντα. Αιτιολογικά, το ζήτημα προβάλλεται μέσα από παράθεση αναφορών στη σχετική μαρτυρία, ιδιαιτέρως του εμπειρογνώμονα της Αστυνομίας, ο οποίος σε ερώτημα κατά πόσο ο οδηγός θα μπορούσε να δει έναν όγκο σώματος καθήμενο στο έδαφος που κινεί το χέρι του, υπό τις περιστάσεις που επικρατούσαν, απάντησε με τη φράση «πιστεύω πως όχι», καθώς επίσης άλλης μάρτυρος της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία ανέφερε ότι η ορατότητα του εφεσείοντα πιθανόν να επηρεάστηκε από τα δεδομένα που επικρατούσαν κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

 

Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση και η επιχειρηματολογία της πλευράς του εφεσείοντα. Αφετηρία θα πρέπει να αποτελέσει η επανάληψη των αρχών που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

 

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:

· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.

· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.

· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.

· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.

· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.

· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (
Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:

«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»

 

Μελέτη της πρωτόδικης απόφασης αποκλείει κάθε αιτίαση που προβάλλεται από την πλευρά του εφεσείοντα. Είναι προφανές ότι το Κακουργιοδικείο, με περισσή λεπτομέρεια πραγματεύτηκε το ζήτημα αυτό της ορατότητας του εφεσείοντα κατά τον χρόνο και υπό τα δεδομένα που υφίσταντο κατά το δυστύχημα, σε συνάρτηση ιδιαιτέρως με τις υπό κρίση τοποθετήσεις στη μαρτυρία. Είναι δε με λεπτομέρεια που το Κακουργιοδικείο κατέγραψε όλες τις σχετικές τοποθετήσεις του μάρτυρα, οι οποίες κυμαίνονταν από ορατότητα από 25 μέτρα ή 18,20 μέτρα ή μη δυνατότητα εντοπισμού όγκου καθήμενου σώματος και κίνηση με το χέρι του. Εξήγησε δε την αναίρεση της μίας τοποθέτησης από την άλλη καθιστώντας τις τοποθετήσεις ανίκανες να αποτελέσουν ασφαλή βάση για το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε ό,τι αφορά το ζήτημα της ορατότητας με ακριβείς αποστάσεις. Το θέμα, όμως, δεν εξαντλείται σε αυτό το σημείο, γι' αυτό, προφανώς, το Κακουργιοδικείο εντόπισε ότι από το σύνολο της μαρτυρίας, σε συνδυασμό με την πραγματική μαρτυρία, ως προέκυπτε και από τα ζωντανά πλάνα που εξέτασε το Δικαστήριο, μπορούσε να διαπιστωθεί ότι το θύμα βρισκόταν εντός της εμβέλειας των φώτων του οχήματος του εφεσείοντα. Κατά ανάλογο τρόπο, λεπτομερής είναι η ανάλυση στην οποία το Κακουργιοδικείο προέβηκε αναφορικά με τη μαρτυρία της έτερης ανωτέρω μάρτυρος, για την οποία γίνεται επίκληση από τον εφεσείοντα. Σαφής, προς τούτο, προβάλλει η κατάληξη του Κακουργιοδικείου ότι η ορατότητα του εφεσείοντα προς το θύμα δεν εμποδιζόταν από το τι υπήρχε στις δύο πλευρές του δρόμου. Πέραν των ως άνω, διαπιστώνεται ότι το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε με κάθε τι που η υπεράσπιση προέβαλε σχετικά και κατέληξε στα συμπεράσματά του, τα οποία ουδόλως φαίνεται να αντιστρατεύονται τη λογική ή να πάσχουν με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το Κακουργιοδικείο διαχειρίστηκε και αποφάσισε τα εν λόγω θέματα, ώστε, στη βάση των αρχών που εξηγούνται ανωτέρω, να παρέχεται πεδίο επέμβασής μας.

  

Αβάσιμος κρίνεται ο πρώτος λόγος έφεσης και ως τέτοιος απορρίπτεται.

  

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα και αντινομικά προέβηκε σε κατά συρροή σφάλματα και αυθαίρετα συμπεράσματα, τα οποία όχι μόνο συγκρούονται με τη μαρτυρία που είχε ενώπιόν του, αλλά βρίσκονται και εκτός λογικής. Συναφής είναι ο λόγος έφεσης αυτός με τον προηγούμενο λόγο έφεσης, εφόσον πραγματεύεται θέματα αξιολόγησης της μαρτυρίας και κατάληξης σε συμπεράσματα επί των γεγονότων από μέρους του Κακουργιοδικείου. Επικαλείται, η πλευρά του εφεσείοντα αναφορές του Κακουργιοδικείου στην απόφασή του.

  

Ούτε ο λόγος έφεσης αυτός μας βρίσκει σύμφωνους. Εξετάζοντας την πρωτόδικη απόφαση, το ζητούμενο δεν είναι η απομόνωση συγκεκριμένων αναφορών σε αυτήν ώστε τυχόν λανθασμένη τοποθέτηση να θεωρείται καθοριστική για την επάρκεια της απόφασης. Το αν, επί παραδείγματι, το Κακουργιοδικείο σε συγκεκριμένο σημείο της απόφασης αναφέρθηκε σε προφυλακτήρα του οχήματος του εφεσείοντα που κατέπεσε, αντί σε εσωτερικό φτερό, αυτό δεν κρίνεται να είναι  τέτοιας εμβέλειας ώστε να ανατρέψει την ουσία της απόφασης. Ιδιαιτέρως, όταν σε άλλα σημεία αυτής γίνεται σωστή αναφορά και με δεδομένο ότι, στην ουσιαστική κρίση επί της συμπεριφοράς του εφεσείοντα, το γεγονός παραμένει ότι εξάρτημα του οχήματός του όντως έπεσε στον δρόμο. Κατ’ ανάλογο τρόπο, ούτε αναφορά ότι ο εφεσείων συνέχισε την πορεία του μετά την πρώτη σύγκρουση φαίνεται να απέδωσε σε αυτόν οτιδήποτε περισσότερο από τη συνέχιση της πορείας μέχρι κάποια μέτρα μετά. Από το σύνολο της απόφασης, διακρίνεται ότι οι αναφορές του Κακουργιοδικείου αφορούσαν το ότι μετά το κτύπημα το θύμα παρασύρθηκε για κάποια μέτρα μέχρι που το όχημα σταμάτησε την πορεία του. Αναλόγως κρίνονται και οι τοποθετήσεις του Κακουργιοδικείου σε σχέση με την ταχύτητα του εφεσείοντα και τη δυνατότητα διαπίστωσης αυτής από μέρους του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και για το τι ο αυτόπτης μάρτυρας διαπίστωσε από το σημείο στο οποίο βρισκόταν. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τις διαπιστώσεις του Κακουργιοδικείου σε σχέση με τους τραυματισμούς που το θύμα υπέστη (σχετική ανάλυση γίνεται κατωτέρω στο πλαίσιο άλλου λόγου έφεσης) ή και το συμπέρασμα αναφορικά με τη γνώση του εφεσείοντα ότι κτύπησε με το όχημά του το θύμα.

 

Το τι επιχειρείται να εξηγηθεί είναι ότι από την όλη ανάλυση στην οποία το Κακουργιοδικείο προβαίνει στην απόφασή του, καθίσταται κατανοητή η σκέψη του όσον αφορά τα αναφερόμενα σημεία. Στο σύνολό του το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης φανερώνει ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καθ' όλα επιτρεπτά και εντός του πλαισίου της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, ενώ τυχόν φραστικές ανακρίβειες σε καμία περίπτωση δεν επηρέασαν την ουσιαστική απόφαση επί των επίδικων θεμάτων.

 

Ως εκ τούτου, αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με την αποδοχή της μαρτυρίας του ιατροδικαστή, καθώς επίσης ότι το Δικαστήριο απέτυχε να αντιληφθεί τη μαρτυρία αυτή και οδηγήθηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα τα οποία δεν υποστηρίζονται από την ίδια τη μαρτυρία. Με την αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης προβάλλεται ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα παρουσίαζε τέτοια κενά και αδυναμίες που θα έπρεπε να είχε αποκλειστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ αυτό κατέληξε σε συμπεράσματα που δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα.

 

Εντοπίζουμε, κατ' αρχάς, ότι ελλείπει βάσιμη αιτιολογία του λόγου έφεσης, ο οποίος προβάλλεται με γενικό και αόριστο τρόπο, ώστε να μην είναι δυνατόν να εντοπιστεί ποια είναι η βάση αυτού. Είναι καλώς γνωστό ότι τα κενά αυτά σε λόγο έφεσης και την αιτιολογία του δεν μπορούν να συμπληρωθούν από το τι προβάλλεται στο διάγραμμα αγόρευσης. Αν είναι κάτι φυσικά που θα μπορούσε να λεχθεί, παρά την πιο πάνω διαπίστωση, είναι ότι το Κακουργιοδικείο με περισσή λεπτομέρεια πραγματεύτηκε τα όσα αφορούσαν τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα ιατροδικαστή, κρίνοντας ότι η μαρτυρία του αποτελούσε ασφαλές υπόβαθρο για κατάληξη του Κακουργιοδικείου στα δικά του συμπεράσματα. Μέσα από τη διεργασία της αξιολόγησης του μάρτυρα, το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε τους τραυματισμούς του θύματος από την πρώτη σύγκρουση αλλά και από τη σύγκρουση με το όχημα του εφεσείοντα καταλήγοντας επί του σημαντικού ζητήματος του ποιοι τραυματισμοί επέφεραν τον θάνατο του θύματος. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα ούτε στην προσέγγιση, ούτε στην κατάληξη του Κακουργιοδικείου. Ως προαναφέραμε, εξέτασε κάθε τι σχετικό και εξήγησε τα συμπεράσματά του, χωρίς, σε οποιαδήποτε περίπτωση, να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στα συμπεράσματα αυτά. Δεν εντοπίζεται ούτε ανακολουθία με τη μαρτυρία, ούτε οτιδήποτε άλλο μεμπτό.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος λόγος έφεσης.

 

Ο τέταρτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα ως προς την κατάληξή του σε καταδικαστική απόφαση στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας στη βάση αυτοαναιρέσεων σε σχέση με τον χρόνο που ο εφεσείων αντιλήφθηκε το θύμα, και ή παράβασης της σχετικής διάταξης του νόμου και των αρχών της νομολογίας.

 

Το Κακουργιοδικείο, έχοντας καταλήξει στα συμπεράσματά του επί των γεγονότων, παρέθεσε τη νομική πτυχή της υπόθεσης διακρίνοντας τις περιπτώσεις που αφορούν τα Άρθρα 205 και 210 του Κεφ. 154. Αναδεικνύοντας, μέσα από παράθεση και νομολογίας ότι το Άρθρο 205 απαιτεί τον υψηλότερο βαθμό αμέλειας, η οποία να συνίσταται σε υπαίτια αμέλεια, όρος που εισάγει το στοιχείο της αλόγιστης πράξης (recklessness) (βλ. ΛΟΪΖΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2014) 2 Α.Α.Δ. 965). Μέσα από μία ανάλυση των δεδομένων της υπόθεσης και των νομολογιακών αρχών που αφορούν το θέμα, το Κακουργιοδικείο κατέγραψε τα εξής αποκαλυπτικά:

 

«Στρεφόμενοι στα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης και έχοντας κατά νου τα όσα πιο πάνω έχουμε αναφέρει, το πρώτο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και ενώ οδηγούσε το όχημά του επί της οδού Πριάμου, είχε καθήκον έναντι του θύματος. Η απάντηση προς τούτο, είναι δεδομένη, εφόσον ο κάθε συνετός οδηγός υπέχει ευθύνη έναντι των προσώπων που βρίσκονται στο δρόμο ή χρησιμοποιούν αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, το θύμα ενώ είχε κτυπηθεί από άλλο άγνωστο όχημα βρισκόταν εντός της πορείας του κατηγορούμενου. Το θύμα εκείνη την στιγμή, δεν βρισκόταν οριζοντίως στο έδαφος, αλλά καθόταν, φαίνεται να ήταν μεγαλόσωμη και είχε ανασηκώσει το χέρι της. Όπως μάλιστα έγινε αποδεκτό από τη μαρτυρία του ΜΚ2, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να είχε δει ότι βρισκόταν ένας όγκος εντός της πορείας του. Βλέπουμε επίσης στο τεκμήριο 1, το θύμα όταν βρισκόταν καθισμένη στο δρόμο και σήκωσε το χέρι της, φωτίστηκε ολόκληρη από τα φώτα του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και βρισκόταν εντός της εμβέλειάς τους. Η υπεράσπιση αν και προσπάθησε να υποστηρίξει ότι τα σταθμευμένα αυτοκίνητα εμπόδιζαν την ορατότητα του κατηγορούμενου εν σχέσει με το θύμα, το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε το θύμα ενώ κινείτο κανονικά και με ευθεία κατεύθυνση στην πορεία του, καταδεικνύει ότι το θύμα βρισκόταν εντός του δρόμου χωρίς να καλύπτεται από τα σταθμευμένα οχήματα. Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με την ΜΚ6, το θύμα βρισκόταν σε απόσταση 80 εκατοστών πίσω από τα αυτοκίνητα και προς το δρόμο, χωρίς να εμποδίζεται η ορατότητα του κατηγορούμενου.

Τα πιο πάνω απαντούν και στο δεύτερο ερώτημα, ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος παρέβηκε την υποχρέωση επιμέλειας έναντι του θύματος, όπου και πάλι η απάντηση είναι καταφατική.

Το κατά πόσο ένας οδηγός και στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του θύματος είναι το κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωση του, εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή έναντι του θύματος. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με τη συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 202 και Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68).

Όπως έχει λεχθεί για το ζήτημα αυτό στην υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΙΖΙΔΗΣ κ.α. (βλ. ανωτέρω):

«Η έννοια του καθήκοντος μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου άρθρου πρέπει, όπως σημείωσε το Κακουργιοδικείο να εξεταστεί με ευρύτητα και όχι ιδιαιτέρως με την ύπαρξη συγκεκριμένου θεσμοθετημένου καθήκοντος ή υποχρέωσης που να προκύπτει από νόμο ή κανονισμό αλλά σε συνάρτηση με τη δυνατότητα πρόβλεψης ότι αν δεν ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, τότε υπάρχει ορατός κίνδυνος σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου. Αναφύεται κατά συνέπεια το θέμα του προβλέψιμου κάποιου συμβάντος, σε σχέση με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, και το καθήκον που είχαν να προβλέψουν το ενδεχόμενο συμβάν. Για να στοιχειοθετηθεί η αμέλεια του άρθρου 205 θα πρέπει αυτή να είναι βαριά, χρησιμοποιείται επί τούτου ο νομικός όρος «υπαίτια αμέλεια» ο οποίος προσομοιάζει με αλόγιστη και απερίσκεπτη συμπεριφορά.» (η έμφαση και υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

Ενώπιόν μας δεν έχει τεθεί μαρτυρία ως προς την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Η απουσία όμως τέτοιας μαρτυρίας δεν οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με την δέουσα προσοχή και χωρίς επικινδυνότητα, σε ένα δρόμο ευθύ και χωρίς, όπως διεφάνηκε από τη μαρτυρία, να υπάρχει οποιοδήποτε εμπόδιο που να περιόριζε την ορατότητά του. Σχετική με την ως άνω κρίση μας είναι η υπόθεση Αστυνομία ν. Μόδεστου Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/2016, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B168:

«Η μη έγκαιρη αντίδραση του εφεσιβλήτου υποδηλοί απουσία πλήρους προσοχής στο δρόμο, ιδιαιτέρως όταν δεν έχει αναφερθεί ύπαρξη ψηλής ταχύτητας.

Σ' ένα δρόμο ευθύ, χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο, ο εφεσίβλητος οδηγούσε, αδιαφορώντας, όπως αποδείχθηκε, για τους άλλους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο.»

Έχοντας ως δεδομένο ότι ο καιρός ήταν βροχερός, χωρίς όμως να τεκμηριωθεί η θέση της υπεράσπισης ότι η βροχή, το απέναντι σταθμευμένο φορτηγό και αυτοκίνητα αλλά και τα φώτα του εξ αντιθέτως οχήματος περιόρισαν την ορατότητα του, κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος λόγω της βροχής όφειλε περαιτέρω να είναι προσεχτικός στην οδήγησή του, πράγμα που δεν φαίνεται να είχε πράξει. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος με σειρά πράξεών του παρέβηκε αλυσιδωτά και κλιμακωτά το καθήκον επιμέλειας που έφερε έναντι του θύματος. Σε πρώτο στάδιο και ενώ όπως έχουμε προαναφέρει, το θύμα ήταν ορατό και κινούσε το χέρι κάνοντας σήμα για να σταματήσει το αυτοκίνητό του ο κατηγορούμενος, αυτός κτυπά το θύμα. Αν και ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο φωτισμός δεν ήταν ικανοποιητικός, έχουμε ως δεδομένο ότι με τον φωτισμό που υπήρχε στο δρόμο σε συνδυασμό με τα φώτα του οχήματός του, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να δει ότι βρισκόταν ένα εμπόδιο στην πορεία του. Όπως ισχυρίστηκε και ο ίδιος, αντιλήφθηκε άμεσα ότι κτύπησε κάποιο αντικείμενο. Δεν σταμάτησε και συνέχισε την πορεία του, σέρνοντας σε δεύτερο στάδιο το θύμα κάτω από το αυτοκίνητό του. Σταματά λίγα μέτρα πιο κάτω, κατεβαίνει από το όχημά του, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 2, πηγαίνει προς το σημείο όπου έγινε η αρχική σύγκρουση, στο δρόμο υπήρχαν το μπουφάν του θύματος και ένα παπούτσι, βλέπει στην είσοδο του περιπτέρου τον Malkhazi αναστατωμένο και να κρατά το κεφάλι του και επιστρέφει στο όχημά του. Το σύνολο της παράβασης του καθήκοντός του έναντι του θύματος, κορυφώνεται με την προσπάθειά του να οδηγήσει με μπροστινή ταχύτητα, όπου εμποδίζεται να το πράξει, κινείται με όπισθεν για να καταφέρει να μετακινήσει το όχημά του από τη σκηνή, απεγκλωβίζεται το θύμα και ενώ κινείται με όπισθεν το θύμα βρίσκεται εντός της εμβέλειας των φώτων του, όπου πλέον είναι εμφανέστατο ότι κάτω από το αυτοκίνητό του βρισκόταν ένας άνθρωπος και με πλήρη αδιαφορία κινείται πλαγίως του θύματος και φεύγει από την σκηνή, χωρίς να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος, ακόμα και όταν έπεσε ο προφυλακτήρας από το όχημά του, δεν σταμάτησε για να τον πάρει. Και εδώ εγείρεται το εύλογο ερώτημα, εάν θεωρούσε ως ισχυρίστηκε ότι είχε πατήσει σκουπίδια, για ποιο λόγο δεν σταμάτησε για να πάρει τον προφυλακτήρα του οχήματός του.

Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να αναφερθούμε και στο ψέμα του κατηγορούμενου.

[…]

…ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας τι είχε προκαλέσει το βράδυ της 19ης Δεκεμβρίου του 2021, προσπάθησε να αποποιηθεί τις συνέπειες των πράξεων του.

Τα πιο πάνω στο σύνολό τους, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος, επιστρέφοντας στο αυτοκίνητό του, μετά που είχε δει και τον Malkhazi να κρατά το κεφάλι του, τουλάχιστον στο σημείο εκείνο, είχε αντιληφθεί ότι κάτω από το όχημά του βρισκόταν ένας άνθρωπος. Χωρίς και πάλι να λαμβάνει μέτρα για ασφαλή απεγκλωβισμό του θύματος, κινείται με μπροστινή και όπισθεν ταχύτητα πάνω από το θύμα, προκαλώντας του περαιτέρω τραυματισμούς

Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, σύμφωνα με την ως άνω Νομολογία, η παράβαση του καθήκοντος του κατηγορούμενου, δεν εξετάζεται μόνο υπό το φως του κατά πόσο είχε δει το θύμα, αλλά σε συνάρτηση με τη δυνατότητα πρόβλεψης ότι αν δεν ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, τότε υπάρχει ορατός κίνδυνος σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου σε σχέση με ένα προβλέψιμο συμβάν. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι είχε κτυπήσει με το όχημά του κάποιο αντικείμενο, το οποίο όπως ο ίδιος υποστήριξε πίστεψε ότι ήταν σκουπίδια. Η λογική αλλά και η ανθρώπινη εμπειρία, επιβάλλουν ότι οδηγώντας ο κατηγορούμενος το όχημα του και ενώ αντιλήφθηκε ότι κτύπησε «κάτι», τουλάχιστον να ανησυχήσει ότι αυτό το κάτι θα μπορούσε να ήταν άνθρωπος, εφόσον ο κίνδυνος να υπήρχε ένας άνθρωπος εντός της πορείας του ήταν δυνατώς προβλέψιμος. Με το πρώτο κτύπημα δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο, ακινητοποιώντας το όχημά του και να διερωτηθεί, να ψάξει τι ήταν αυτό που είχε κτυπήσει. Χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα, συνεχίζει την πορεία του για κάποια απόσταση γνωρίζοντας ότι μεταφέρει κάτω από το όχημά του, αυτό το κάτι, το οποίο ήταν ένας υπαρκτός και προβλέψιμος κίνδυνος να είναι ένας άνθρωπος. Συνεχίζει να αναλαμβάνει τον ορατό και προβλέψιμο κίνδυνο να υπάρχει κάτω από το όχημά του ένας άνθρωπος, ακόμα και όταν κατέβηκε απ' αυτό και μετέβηκε στο περίπτερο και χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο περαιτέρω τραυματισμού ή θανάτου του θύματος, μπαίνει στο αυτοκίνητό του και κινείται με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω.

Όλα τα πιο πάνω, στο σύνολό τους, στοιχειοθετούν την αλυσιδωτή αλλά και υπό κορύφωση παράβαση του καθήκοντος που είχε ο κατηγορούμενος έναντι στο θύμα, από τη στιγμή όπου συγκρούστηκε μαζί του μέχρι την στιγμή όπου την εγκατέλειψε στον δρόμο.»

 

Είναι ενσυνείδητα που έχουμε παραθέσει αυτούσιο το πιο πάνω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, ώστε να καταδειχθεί ότι το τι αποδίδεται με τον υπό κρίση λόγο έφεσης, με όλο το σέβας δεν μπορεί να έχει έρεισμα, αφού, επαρκώς, το Κακουργιοδικείο παρέθεσε και εξήγησε τα όσα, ορθά, αποφασίζουν το υπό κρίση θέμα.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης.

 

Αβάσιμο κρίνουμε και τον πέμπτο λόγο έφεσης, ο οποίος αποδίδει σφάλμα στην κατάληξη του Κακουργιοδικείου αναφορικά με την ενοχή του εφεσείοντα στην τρίτη κατηγορία. Τα όσα το Κακουργιοδικείο εξηγεί στο πιο πάνω απόσπασμα, σαφώς εξηγούν το γιατί, με διαπιστωμένη τη σύγκρουση και τραυματισμό του θύματος και με διαπιστωμένη τη γνώση του εφεσείοντα, η ενέργειά του, μετά τον απεγκλωβισμό του θύματος να εγκαταλείψει τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς την παροχή βοήθειας ικανοποιούσε την απόδειξη της εν λόγω κατηγορίας.

 

Κατ' ανάλογο τρόπο, αβάσιμος κρίνεται και ο έκτος λόγος έφεσης, ο οποίος, και πάλι με γενικό και αόριστο τρόπο, βάλλει κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να καταδικάσει τον εφεσείοντα στις δύο κατηγορίες. Ούτε το τι αναφέρεται στο διάγραμμα αγόρευσης δύναται να ανατρέψει τα όσα ήδη έχουν κριθεί ανωτέρω ως επιτρεπτά συμπεράσματα και κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Ο έβδομος λόγος έφεσης προβάλλει ότι συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου έρχονται σε σύγκρουση με παραδεκτά γεγονότα. Στην αιτιολογία, αναφορά γίνεται στο θέμα της ταχύτητας του οχήματος του εφεσείοντα. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο θέμα αυτό ανωτέρω και δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Το ζήτημα άλλωστε αυτό δεν προκύπτει να επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Αβάσιμος κρίνεται και ο έβδομος λόγος έφεσης.

 

Τα όσα αναλύονται ανωτέρω στους προηγούμενους λόγους έφεσης απαντούν και το τι προβάλλεται με τον όγδοο λόγο έφεσης ο οποίος πραγματεύεται την απόφαση του Δικαστηρίου στη βάση των συμπερασμάτων του. Στη βάση των όσων αναλύονται ανωτέρω είναι ξεκάθαρο ότι ούτε ο όγδοος λόγος έφεσης έχει έρεισμα.

  

Με τον ένατο λόγο έφεσης προσβάλλεται η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την ανώμοτη δήλωση του εφεσείοντα. Όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, το Κακουργιοδικείο, έχοντας παραθέσει τις νομολογιακές αρχές που αφορούν την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου και την αποδεικτική αξία αυτής, εξήγησε το γιατί έκρινε ότι αυτή δεν είχε οποιαδήποτε αξία. Στην κατάληξή του, το Κακουργιοδικείο προέβηκε αντιπαραθέτοντας τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα με την ενώπιόν του αποδεκτή μαρτυρία. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε περιθώριο επέμβασής μας επί του προκειμένου αφού ουδέν σφάλμα εντοπίζεται στον τρόπο που το Κακουργιοδικείο προσέγγισε και αποφάσισε το θέμα. Κατά συνέπεια αβάσιμος κρίνεται και ο ένατος λόγος έφεσης.

 

Κατά ανάλογο τρόπο είναι που κρίνεται αβάσιμος και ο δέκατος λόγος έφεσης, ο οποίος αφορά την πρωτόδικη κρίση επί του ψέματος στο οποίο αποδέχτηκε ότι ο εφεσείων προέβηκε όταν προσεγγίστηκε από την Αστυνομία. Δεν εντοπίζουμε, ούτε σφάλμα, ούτε πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση η οποία είναι καθ' όλα επιτρεπτή.

 

Τέλος, ο ενδέκατος λόγος έφεσης παρουσιάζεται ως συμπερασματικός λόγος έφεσης ως επακόλουθο των υπόλοιπων λόγων έφεσης, προβάλλοντας ότι η καταδικαστική απόφαση του Κακουργιοδικείου είναι ακροσφαλής. Η απόρριψη των προηγηθέντων λόγων έφεσης, αναπόφευκτα οδηγεί και σε αποτυχία του εντέκατου λόγου έφεσης.

 

Όσον αφορά την ποινή που επιβλήθηκε για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας, ο συναφής λόγος έφεσης προβάλλει ότι η επιβληθείσα ποινή των 6 χρόνων είναι έκδηλα υπερβολική καθ' ότι δεν λήφθηκαν επαρκώς υπ' όψιν οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, ενώ δεν αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα στους ελαφρυντικούς παράγοντες.

 

Το σκεπτικό της απόφασης του Κακουργιοδικείου, με την οποία επιβλήθηκε η ποινή στον εφεσείοντα, φανερώνει ότι είναι με λεπτομέρεια που το Κακουργιοδικείο κατέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκαν τα αδικήματα. Αυτό περιλαμβάνει κάθε τι το οποίο αποτέλεσε εύρημα του Κακουργιοδικείου ως προς τις συνθήκες αυτές. Διαπιστώνεται, παράλληλα, ότι το Κακουργιοδικείο ορθά απέδωσε τη σοβαρότητα που αρμόζει στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αυτόδηλα δεδομένης εφόσον, όπως κατ' επανάληψη έχει λεχθεί, η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα. Τα Δικαστήρια, ορθά λέχθηκε, δεσμεύονται με ανάλογο καθήκον προστασίας της ανθρώπινης ζωής και περιφρούρησής της, με απαραίτητη την ικανοποίηση του αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. ΟΝΗΣΙΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 556).

 

Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και να λάβει υπ' όψιν, στον επιτρεπτό βαθμό, τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και τα όποια ελαφρυντικά υπήρχαν για σκοπούς επιβολής ποινής.

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην προσέγγιση και κρίση του Κακουργιοδικείου. Αντιθέτως, προβάλλει από την πρωτόδικη απόφαση, μία ισορροπημένη, σφαιρική και δίκαιη προσέγγιση των όσων αφορούν την υπόθεση αναφορικά με το θέμα της ποινής, προσέγγιση η οποία κατέληξε στην επιβολή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιόν μας το οποίο να καθιστά την επιβληθείσα ποινή έκδηλα υπερβολική και εκτός των επιτρεπτών πλαισίων. Αντιθέτως, θα χαρακτηρίζαμε την επιβληθείσα ποινή δίκαιη και ανάλογη των περιστάσεων της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος έφεσης επί της ποινής.

 

Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση, τόσο ως προς την καταδίκη, όσο και ως προς την επιβληθείσα ποινή, επικυρώνεται.

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο