ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ Κ.Λ. ΜΕ ΑΔΤ: [ ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ.119/2025, 26/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ Κ.Λ. ΜΕ ΑΔΤ: [ ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ.119/2025, 26/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

Πολιτική Αίτηση Αρ.119/2025

 

 

26 Ιανουαρίου, 2026

 

 

[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ Κ.Λ. ΜΕ ΑΔΤ: [   ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΓΙΑ ΛΗΨΗ ΓΕΝΕΤΙΚΩΝ ΔΕΙΓΜΑΤΩΝ (DNA) ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΩΝ, ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ 28/25 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 24/04/2025.

_________________________________________

 

 

Γ. Εφφέ, για Γ. Πολυχρόνη Δ.Ε.Π.Ε, για τον Αιτητή.

 

Β. Μπίσσας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού

Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Καθ’ ου η Αίτηση.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.:  Στις 05.06.2025, εξασφαλίστηκε από την πλευρά του Αιτητή άδεια για την καταχώρηση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με σκοπό την ακύρωση του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (στο εξής το κατώτερο Δικαστήριο), ημερομηνίας 24.04.2025, με το οποίο διατάχθηκε η λήψη δειγμάτων γενετικού υλικού από τον Αιτητή, ο οποίος τελούσε υπό κράτηση. 

 

Οι λόγοι για τους οποίους δόθηκε η άδεια από το δικαστήριο για την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, αφορούσαν: (α) την συνταγματικότητα του άρθρου 25 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Ν.73(Ι)/2004 και (β) κατά πόσο το ως άνω διάταγμα εξεδώθει κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, χωρίς να εξεταστεί κατά πόσο να υπήρχε αναγκαιότητα για την έκδοση του και αν ήταν συμβατό με τις πρόνοιες της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680. 

 

Παρεμβάλλεται ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων, το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 25 του Ν.73(Ι)/2004, αποτελώντας αντικείμενο συζήτησης σε άλλες, παρόμοιας φύσης υποθέσεις, παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (ΑΣΔ) (Παραπομπή Αρ. 1/2025 και 2/2025), το οποίο και κατέληξε ότι δεν παραβιάζει ούτε και αντίκειται προς το Σύνταγμα (Άρθρο 15).  Η έκδοση ή μη του σχετικού διατάγματος, υπέδειξε το ΑΣΔ στην απόφαση του, ημερομηνίας 12.09.2025, είναι αποτέλεσμα δικανικής κρίσης, η οποία εδράζεται σε αριθμό παραγόντων, έχοντας ως υπόβαθρο τα δεδομένα κάθε υπόθεσης, τη φύση και τη σοβαρότητα της εκκαλούμενης παράβασης, την εύλογη υπόνοια εμπλοκής ενός προσώπου και, ασφαλώς, την εφαρμογή των αρχών της αναλογικότητας και αναγκαιότητας προς έκδοση του διατάγματος.  

 

 

Μεσολαβούσης της ως άνω εξέλιξης, η πλευρά του Αιτητή δήλωσε ότι δεν θα επιμείνει στην προώθηση των θέσεων που αφορούν την προβαλλόμενη από την πλευρά του σύγκρουση του άρθρου 25 του Ν.73(Ι)/2004, με το Άρθρο 15 του Συντάγματος.

 

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, μέσω του Όρκου που συνόδευε και υποστήριζε την αίτηση, σύμφωνα με πληροφορία που λήφθηκε στην αστυνομία, ο Αιτητής απέκρυβε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών σε ντεπόζιτο νερού που βρίσκεται σε περιφραγμένο χώρο, εντός του οποίου λειτουργεί πλυντήριο αυτοκινήτων που ο ίδιος διαχειρίζεται.  Ο Αιτητής τέθηκε υπό παρακολούθηση, κατά τη διάρκεια της οποίας θεάθηκε να οδηγεί όχημα εντός του οποίου βρισκόταν, ως συνοδηγός, δεύτερο πρόσωπο. Σε κάποια στιγμή το δεύτερο πρόσωπο κατέβηκε από το όχημα έχοντας στην κατοχή του πράσινο νάιλον σακούλι σκουπιδιών, το οποίο τοποθέτησε σε σημείο με άγρια βλάστηση. Στη συνέχεια, επιβιβαζόμενο εκ νέου στο ως άνω όχημα που οδηγούσε ο Αιτητής, οι δύο αποχώρησαν από το μέρος. Ενόψει των πιο πάνω η αστυνομία προχώρησε σε εκτέλεση εντάλματος έρευνας του ως άνω υποστατικού του Αιτητή όπου εντοπίστηκαν διάφορα τεκμήρια που σχετίζονται με αδικήματα ναρκωτικών.  Στο ντεπόζιτο νερού που αναφερόταν η αρχική πληροφορία, εντοπίστηκε νάιλον σακούλι σκουπιδιών, χρώματος πράσινου, εντός του οποίου υπήρχαν βραδύκαυστο και ταχύκαυστο πυραγωγό σχοινί, εργοστασιακή κροτίδα, ως επίσης ποσότητα άγνωστης πλαστικής ουσίας που πιστεύεται ότι είναι εκρηκτική ύλη.  Έρευνα διενεργήθηκε και στο σημείο που θεάθηκε προηγουμένως το δεύτερο πρόσωπο να τοποθετεί το πράσινο σακούλι σκουπιδιών, στο οποίο και εντοπίστηκαν δύο νάιλον συσκευασίες με κάνναβη, συνολικού μεικτού βάρους 500 γραμμαρίων, περίπου. Στο ίδιο σημείο, εντοπίστηκε επίσης, άλλο πράσινο νάιλον σακούλι σκουπιδιών, εντός του οποίου υπήρχαν πιστόλι και μεγάλος αριθμός φυσιγγίων.  Το δεύτερο πρόσωπο, από το οποίο λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα και δακτυλικά αποτυπώματα κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, ανακρινόμενο, ανέφερε ότι τοποθέτησε το πράσινο σακούλι εντός του οποίου βρέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες στο σημείο που εντοπίστηκε από την αστυνομία, κατόπιν υποδείξεων του Αιτητή.  Τα ανευρεθέντα τεκμήρια, μεταφέρθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, ενώ ο Αιτητής και το δεύτερο πρόσωπο συνελήφθησαν. Ο Αιτητής ανακρινόμενος τρείς φορές, ήτοι στις 15, 18 και 22 Απριλίου του 2025, εξάσκησε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ παρά το γεγονός πως μετά τη σύλληψη του αρχικά έδωσε γραπτή συγκατάθεση να του ληφθούν παρειακά επιχρίσματα, φωτογραφίες και αποτυπώματα, στη συνέχεια αναίρεσε τούτη.  Στις 24.04.2025, το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας ενημέρωσε ότι από την εξέταση των τεκμηρίων εντοπίστηκε σε αριθμό από αυτά γενετικό υλικό με κύριο δότη άγνωστο άντρα.  Ενόψει του γεγονότος ότι οι εξετάσεις της αστυνομίας δεν είχαν συμπληρωθεί ενώ σε τεκμήρια της υπόθεσης είχε εντοπιστεί γενετικό υλικό αγνώστου ανδρός, σημείωνε ο ομώσας αστυνομικός, η λήψη γενετικού υλικού από τον Αιτητή ήταν απαραίτητη για συμπλήρωση και εξιχνίαση της υπόθεσης με σκοπό την σύγκριση του με το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σε τεκμήρια της υπόθεσης. 

 

Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση εστιάζοντας στο μοναδικό λόγο που παρέμεινε να προωθείται από την πλευρά του Αιτητή, προκρίνει, μέσω της ένστασης που καταχώρησε, την αναγκαιότητα λήψης του γενετικού υλικού ως απαραίτητη για τη συμπλήρωση και την εξιχνίαση της υπό διερεύνηση υπόθεσης.  Στον Όρκο που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, υποστηρίζει, πέραν από την εμπλοκή του Αιτητή στα υπό διερεύνηση αδικήματα, καταγράφεται και ο λόγος για τον οποίο η λήψη του γενετικού υλικού του τελευταίου είναι απαραίτητη προς το σκοπό σύγκρισης του με τεκμήρια της υπόθεσης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, προβάλλεται, το κατώτερο Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στην υπογραφή του διατάγματος αλλά «φρόντισε να αποτυπώσει την δικαστική του διεργασία και σε σχετικό πρακτικό, στο οποίο καταγράφεται ότι έχει μελετήσει την αίτηση της αστυνομίας αλλά και την ένορκη δήλωση και έκρινε δικαιολογημένη την έκδοση του επίδικου διατάγματος». Δικαστική διεργασία, υποδεικνύεται, απολύτως σύννομη, έχοντας ως δικαιολογητική βάση το περιεχόμενο του όρκου που τέθηκε προς υποστύλωση του αιτήματος.  Η επίκληση και εντέλει η ερμηνεία του άρθρου 25 του Ν.73(Ι)/2004 για την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος, υποδεικνύεται, δεν μπορεί παρά να γίνεται κατά τρόπο που να συνάδει με τις πρόνοιες της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, η οποία, άλλωστε, έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη με τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρµόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικηµάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδοµένων αυτών Νόµου,  Ν.44(Ι)/2019.  Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υποδεικνύεται, οι προϋποθέσεις που τίθενται με την ως άνω Ευρωπαϊκή Οδηγία,  πληρούνται.

 

Τα Προνομιακά Εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, και Αναφορικά με την Αίτηση του Π. Ευδόκα, (2016) 1Γ Α.Α.Δ 3018Ως κατ’ επανάληψη έχει αναφερθεί, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει Προνομιακά Εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ή τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους. Ό,τι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, η σύννομη δηλαδή άσκηση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου  (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Νεόφυτου Ηλία, (1997) 1 Α.Α.Δ. 869 και Αναφορικά με την Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Εφ. 12/21, ημερ. 06.04.2021).

Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Ν.73(Ι)/2004:

«(1) Κάθε µέλος της Αστυνοµίας µε βαθµό Λοχία ή ανώτερο µπορεί να λάβει ή να µεριµνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόµιµη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνοµική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήµατος:

 

(α) µετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώµατα, αποτυπώµατα παλάµης και πέλµατος, δείγµατα γραφικού χαρακτήρα, αποκόµµατα, ονύχων, δείγµατα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώµα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά µε συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του ∆ικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.

 

(β) µε τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγµατα αίµατος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά µε συναίνεση του ή κατόπιν διαταγής του ∆ικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.

 

(2) Εάν το πρόσωπο στο οποίο αφορούν τα στοιχεία που λήφθηκαν µε βάση το εδάφιο (1) δεν κατηγορηθεί στο δικαστήριο για αδίκηµα ή εάν απολυθεί χωρίς να διατυπωθούν εναντίον του κατηγορίες ή αθωωθεί από το ∆ικαστήριο και δε βαρύνεται µε προηγούµενη καταδίκη για ποινικό αδίκηµα, τότε όλες οι καταχωρίσεις των µετρήσεων, φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωµάτων και αποτυπωµάτων παλάµης και πέλµατος και οποιαδήποτε αρνητικά αντίγραφα των φωτογραφιών αυτών ή των φωτογραφιών των δακτυλικών αυτών αποτυπωµάτων καταστρέφονται αµέσως ή παραδίδονται στο πρόσωπο στο οποίο αφορούν.

 

(3) Πρόσωπο που τελεί υπό νόµιµη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνοµική επιτήρηση και αρνείται ή παρεµποδίζει ή δεν επιτρέπει να ληφθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) είναι ένοχο αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι µήνες ή σε χρηµατική ποινή µέχρι τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές.»

 

Η δυνατότητα συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων και βιομετρικών δεδομένων, είναι αδιαμφισβήτητη, σύμφωνα και με το Ενωσιακό Δίκαιο (Οδηγία (ΕΕ) 2016/680). Τούτο, βέβαια, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και διασφαλίσεις. Η ανεξέλεγκτη, γενική και αχρείαστη συλλογή τέτοιων δεδομένων, δεν επιτρέπεται (βλ. άρθρα 4, 8 και 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, ως επίσης τις υποθέσεις C-528/2015, C-205/21 και C-548/2021 του ΔΕΕ, όπου πραγματεύονται το ζήτημα).

 

Είναι γεγονός ότι με το άρθρο 25 του Ν.73(Ι)/2004, παρέχεται η δυνατότητα λήψης από κρατούμενο γενικά και χωρίς διάκριση, μετρήσεων, φωτογραφιών και γενετικού υλικού, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο τελεί υπό νόμιμη κράτηση.  Μοναδικό κριτήριο για την λήψη των σχετικών δεδομένων αποτελεί η κράτηση του προσώπου ή το γεγονός ότι τελεί υπό αστυνομική επιτήρηση, ανεξάρτητα από τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος που αυτή αφορά. Η αναγκαιότητα λήψης τέτοιου υλικού για σκοπούς διερεύνησης του αδικήματος για το οποίο τελεί υπό κράτηση ένα πρόσωπο, δεν καθορίζεται ως προϋπόθεση στο ως άνω άρθρο του νόμου. Σύμφωνα δε με αυτό, επιτρέπεται η λήψη βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από κάθε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη σύλληψη, ανεξάρτητα από το γεγονός αν τα δεδομένα αυτά σχετίζονται με τα αδικήματα για τα οποία το εν λόγω πρόσωπο τελεί υπό κράτηση.  Ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε καθορισμός της φύσης ή της σοβαρότητας των αδικημάτων των οποίων η διερεύνηση σκοπείτε, με αποτέλεσμα το άρθρο 25 να απολήγει στη δυνατότητα λήψης αυτών των δειγμάτων με μοναδικό κριτήριο τη νόμιμη κράτηση χωρίς να απασχολούν ειδικότερα οι ειδικότερες προϋποθέσεις και διασφαλίσεις και οι αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, ως αυτές προβλέπονται στην ως άνω Ευρωπαϊκή Οδηγία.

 

Ωστόσο, ως κατ’ επανάληψη έχει σημειωθεί, το γεγονός ότι ένα διάταγμα του είδους έχει εκδοθεί κατ’ επίκληση του άρθρου 25, δεν σημαίνει, αυτομάτως, ότι αυτό είναι άκυρο. Εναπόκειται στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τίθεται το αίτημα, λαμβάνοντας υπόψη το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την περίπτωση, να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και του εναρμονιστικού της νόμου, Ν.44(Ι)/2019, περιλαμβανομένης ασφαλώς και της αναγκαιότητας και του δικαιολογημένου για την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Συνακόλουθα, διάταγμα που εκδίδεται μεν κατ’ επίκληση του άρθρου 25,  πληροί όμως τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία, δεν οδηγείται, μονοδρομικά και αυτοματοποιημένα, σε ακύρωση. Ως χαρακτηριστικά τέθηκε στην C-205-21, ειδικότερα στις σκέψεις 133 και 134:

 

«133. … εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, είναι δυνατή η ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπει το εν λόγω μέτρο καταναγκασμού κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης. … Μεταξύ άλλων, πρέπει, για τον λόγο αυτόν, να μπορεί να εξακριβωθεί αν η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο είναι ύποπτο το υποκείμενο των δεδομένων στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας της κύριας δίκης, ή αν άλλα κρίσιμα στοιχεία, όπως αυτά περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 132 της παρούσας απόφασης, μπορούν να αποτελέσουν περιστάσεις ικανές να στοιχειοθετήσουν τέτοια «απόλυτη ανάγκη

 

134. Σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο δεν εγγυάται τέτοιο έλεγχο του μέτρου της συλλογής βιομετρικών και γενετικών δεδομένων, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 10 απορρίπτοντας την αίτηση των αστυνομικών αρχών περί χορήγησης αδείας για την καταναγκαστική συλλογή των δεδομένων αυτών.»

 

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση το παράπονο του Αιτητή εστιάζεται στο γεγονός ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν απασχόλησε το ζήτημα της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας για την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος ούτε κατά πόσο αυτό ήταν συμβατό με τις πρόνοιες της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680.

 

Η ως άνω εισήγηση, δεν μπορεί να υιοθετηθεί.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι φανερό ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος, δεχόμενο μηχανικά την εισήγηση της αστυνομίας προς τούτο.  Δεν ενήργησε μηχανιστικά, ως «απλή σφραγίδα» («rubber stamp») των θέσεων της αστυνομίας.  Ως διαφαίνεται στο σχετικό πρακτικό που τηρήθηκε, προτού προχωρήσει στην έκδοση του διατάγματος κατ’ επίκληση του άρθρου 25, κατέγραψε το γεγονός ότι έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που υποστύλωνε το αίτημα για να καταλήξει τελικά, το ίδιο, ότι έκρινε δικαιολογημένη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.  Το δικαστήριο μελέτησε, εκτίμησε και αξιολόγησε το υλικό που τέθηκε ενώπιον του, μέσω του Όρκου που υποστήριζε την αίτηση,  καταλήγοντας στο τέλος της ημέρας, στην αναγκαιότητα και το δικαιολογημένο της έκδοσης του διατάγματος. 

 

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε το αίτημα, στο οποίο ρητά παραπέμπει και το οποίο δικαστικά επεξεργάστηκε, αποκάλυπτε, κατά τρόπο διαυγή, γεγονότα, στοιχεία και λεπτομέρειες, τα οποία βάσιμα επέτρεπαν στο κατώτερο Δικαστήριο να καταλήξει ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις που τίθενται μέσω της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 για την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος, περιλαμβανομένης της αναγκαιότητας και του δικαιολογημένου της έκδοσης του τελευταίου.

 

Δεν απαιτείται η καταγραφή μακροσκελούς επεξηγηματικής ανάλυσης και λεπτομερής αποτύπωση της αναγκαίας δικανικής διεργασίας στην οποία προέβη το Δικαστήριο για την τελική κατάληξη του επί του αιτήματος. Ούτε η επανάληψη, φραστικά, όσων τέθηκαν υπόψη του μέσω του Όρκου (βλ. κατ’ αναλογία,  Μαρκίδης 2014 1(Α) Α.Α.Δ. 752 και Ανδρέας Δημητριάδης & Σία κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 337/2021, ημερ. 01.03.2023, ECLI:CY:AD:2023:A72). Σημαντικό είναι, το αποτέλεσμα της δικανικής διεργασίας στην οποία καταγράφει ότι προέβη, η τελική επιλογή του δηλαδή, να δικαιολογείται πράγματι από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, μέσω του σχετικού Όρκου πρόκυπτε, τόσο η διάπραξη σοβαρών αδικημάτων όσο και η εμπλοκή του Αιτητή, ενώ παράλληλα αποκαλυπτόταν πως η λήψη και η επεξεργασία του γενετικού υλικού του τελευταίου προς επίτευξη του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού, ήτοι της πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης, υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα. Ήταν αναγκαία και αναλογική.

 

Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο.  

 

 

 

           Α. Δαυίδ, Δ.              


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο