ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ.122/2025
21 Ιανουαρίου, 2026
[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ Α.Ν. ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΛΗΨΗΣ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΓΕΝΕΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ (DNA) ΑΡΙΘΜΟΣ 31/25 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5/5/2025.
___________________
Γ. Νεάρχου, για Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή
Π. Ευθυβούλου (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με Β. Μπίσσας,
Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα
της Δημοκρατίας, για τον Καθ’ ου η Αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Μετά την εξασφάλιση σχετικής άδειας, ο Αιτητής προχώρησε στην καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, μέσω της οποίας επιζητεί την έκδοση προνομιακού εντάλματος, τύπου Certiorari, στοχεύοντας στην ακύρωση του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 05.05.2025, με το οποίο διατάχθηκε η λήψη δείγματος γενετικού υλικού από τον Αιτητή ενώ τελούσε υπό αστυνομική κράτηση.
Οι λόγοι για τους οποίους είχε δοθεί η άδεια από το Δικαστήριο για την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, αφορούσαν: (α) τη συνταγματικότητα του άρθρου 25 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Ν.73(Ι)/2004, (β) το κατά πόσο το ως εν λόγω άρθρο, είναι αντίθετο με το Ενωσιακό Δίκαιο (Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 και σχετική επ’ αυτής νομολογία) και (γ) κατά πόσο το ως άνω διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας – αναγκαιότητας, ενόψει και του γεγονότος ότι η αστυνομία φαίνεται να κατείχε ήδη γενετικό υλικό του Αιτητή, γεγονός μάλιστα που της επέτρεψε να τον συνδέσει με τεκμήρια της υπόθεσης που διερευνούσε.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, στις 26.04.2025, ο Αιτητής συνελήφθη ως ύποπτος για τη διάπραξη διαφόρων αδικημάτων, μεταξύ των οποίων της παράνομης χρήσης και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, της κακόβουλης βλάβης, της κλοπής, για απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις, ως επίσης αδικήματα που αφορούν την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 27.04.2025, εκδόθηκε εναντίον του νέο δικαστικό ένταλμα σύλληψης για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και οδηγήθηκε ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου, το οποίο και εξέδωσε διάταγμα προσωποκράτησης του για περίοδο οκτώ (8) ημερών, το οποίο και ανανεώθηκε για ακόμη πέντε (5) ημέρες. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του, ήτοι στις 05.05.2025, το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής ενημέρωσε ότι από εξέταση που έγινε σε τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης, ταυτίζεται το γενετικό υλικό του Αιτητή. Ενόψει της άρνησης του Αιτητή, κατά τη διάρκεια της κράτησης του, να συναινέσει στη λήψη αποτυπωμάτων και δείγματος γενετικού υλικού (DNA), στις 05.05.2025, στο πλαίσιο σχετικής αίτησης που προώθησε η αστυνομία, η οποία εδραζόταν στο άρθρο 25 του Ν.73(Ι)/2004 (Αίτηση Αρ.31/25), το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε το εκκαλούμενο διάταγμα, δυνάμει του οποίου ο Αιτητής εξαναγκάστηκε να δώσει δείγμα γενετικού υλικού. Τελικά, στις 09.05.2025, ο Αιτητής παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη ενώπιον του μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού και διατάχθηκε η κράτηση του στις κεντρικές φυλακές μέχρι την πρώτη δικάσιμο.
Παρεμβάλλεται ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων, το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 25 του Ν.73(Ι)/2004, αποτελώντας αντικείμενο συζήτησης σε άλλες, παρόμοιας φύσης υποθέσεις, παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Παραπομπή Αρ. 1/2025 και 2/2025), το οποίο και κατέληξε ότι δεν παραβιάζει ούτε και αντίκειται προς το Σύνταγμα (Άρθρο 15). Ως υπέδειξε στην απόφαση του, ημερομηνίας 12.09.2025, η έκδοση ή μη του σχετικού διατάγματος είναι αποτέλεσμα δικανικής κρίσης, η οποία εδράζεται σε αριθμό παραγόντων, έχοντας ως υπόβαθρο τα δεδομένα κάθε υπόθεσης, τη φύση και τη σοβαρότητα της εκκαλούμενης παράβασης, την εύλογη υπόνοια εμπλοκής ενός προσώπου και, ασφαλώς, την εφαρμογή των αρχών της αναλογικότητας και αναγκαιότητας προς έκδοση του διατάγματος.
Των ως άνω μεσολαβούντων, η πλευρά του Αιτητή δήλωσε ότι δεν θα επιμείνει στην προώθηση των θέσεων που αφορούν την προβαλλόμενη από την πλευρά του σύγκρουση του άρθρου 25 του Ν.73(Ι)/2004, με το Άρθρο 15 του Συντάγματος.
Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση μέσω της ένστασης που καταχώρησε, προκρίνει την αναγκαιότητα λήψης του γενετικού υλικού ως απαραίτητη για την συμπλήρωση και την εξιχνίαση της υπό διερεύνηση υπόθεσης. Το υπάρχον γενετικό υλικό του Αιτητή, προβάλλεται, με το οποίο ο τελευταίος διασυνδέθηκε με τα τεκμήρια της υπόθεσης, είχε ληφθεί στα πλαίσια άλλης υπόθεσης και «κάτω από τα πλαίσια άλλων γεγονότων». Η καταχώρηση και αποθήκευση του γενετικού του υλικού στα πλαίσια παλαιότερης υπόθεσης, υποστηρίζει, γίνεται για σκοπούς ταυτοποίησης και ενδεχόμενης σύνδεσης του Αιτητή με μελλοντικές υποθέσεις, χωρίς να σημαίνει αυτόματα ότι μπορεί τούτο να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διερεύνησης και ως αποδεικτικό υλικό στα πλαίσια άλλης υπόθεσης. Το κατώτερο Δικαστήριο, προβάλλεται, δικαιολογημένα εξέδωσε το επίδικο διάταγμα λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη του μέσω του όρκου που υποστήριζε το αίτημα, τα αδικήματα που διερευνώντο και τη σοβαρότητα τους, ως επίσης, ότι το επίδικο διάταγμα επιζήτητο για λήψη και σύγκριση του γενετικού υλικού του Αιτητή με τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους, με τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου και δια ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης ουσιαστικά επανέλαβαν και προώθησαν τις θέσεις τους ως προβάλλονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Το δικαστήριο, έχει διεξέλθει με προσοχή τόσο την προσβαλλόμενη απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου και το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του όσο και τις αναφορές, τοποθετήσεις, θέσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων.
Τα Προνομιακά Εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, και Αναφορικά με την Αίτηση του Π. Ευδόκα, (2016) 1Γ Α.Α.Δ 3018. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει Προνομιακά Εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ή τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους. Ό,τι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, η σύννομη δηλαδή άσκηση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Νεόφυτου Ηλία, (1997) 1 Α.Α.Δ. 869 και Αναφορικά με την Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Εφ. 12/21, ημερ. 06.04.2021).
Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Ν.73(Ι)/2004, επί του οποίου βασιζόταν η σχετική αίτηση της Αστυνομίας για την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος:
«(1) Κάθε µέλος της Αστυνοµίας µε βαθµό Λοχία ή ανώτερο µπορεί να λάβει ή να µεριµνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόµιµη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνοµική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήµατος:
(α) µετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώµατα, αποτυπώµατα παλάµης και πέλµατος, δείγµατα γραφικού χαρακτήρα, αποκόµµατα, ονύχων, δείγµατα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώµα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά µε συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του ∆ικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.
(β) µε τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγµατα αίµατος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά µε συναίνεση του ή κατόπιν διαταγής του ∆ικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.
(2) Εάν το πρόσωπο στο οποίο αφορούν τα στοιχεία που λήφθηκαν µε βάση το εδάφιο (1) δεν κατηγορηθεί στο δικαστήριο για αδίκηµα ή εάν απολυθεί χωρίς να διατυπωθούν εναντίον του κατηγορίες ή αθωωθεί από το ∆ικαστήριο και δε βαρύνεται µε προηγούµενη καταδίκη για ποινικό αδίκηµα, τότε όλες οι καταχωρίσεις των µετρήσεων, φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωµάτων και αποτυπωµάτων παλάµης και πέλµατος και οποιαδήποτε αρνητικά αντίγραφα των φωτογραφιών αυτών ή των φωτογραφιών των δακτυλικών αυτών αποτυπωµάτων καταστρέφονται αµέσως ή παραδίδονται στο πρόσωπο στο οποίο αφορούν.
(3) Πρόσωπο που τελεί υπό νόµιµη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνοµική επιτήρηση και αρνείται ή παρεµποδίζει ή δεν επιτρέπει να ληφθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) είναι ένοχο αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι µήνες ή σε χρηµατική ποινή µέχρι τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές.»
Το ως άνω άρθρο, υποστηρίζει η πλευρά του Αιτητή, παραπέμποντας στο λόγο των αποφάσεων στις Πολιτικές Αιτήσεις 44/2025 και 66/2025, σε συνδυασμό θεωρούμενες με σχετικές αναφορές στις υποθέσεις C-528/2015, C-205/21 και C-548/2021 του ΔΕΕ, δεν είναι συμβατό με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 και τις προϋποθέσεις που αυτή θέτει προκειμένου να δικαιολογηθεί μια τέτοια επέμβαση και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, το εκκαλούμενο διάταγμα δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμο.
Η δυνατότητα συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων και βιομετρικών δεδομένων, είναι αδιαμφισβήτητη, σύμφωνα με το Ενωσιακό Δίκαιο (Οδηγία (ΕΕ) 2016/680). Τούτο, βέβαια, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και διασφαλίσεις. Η ανεξέλεγκτη, γενική και αχρείαστη συλλογή τέτοιων δεδομένων, δεν επιτρέπεται. Στα άρθρα 4, 8 και 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, επί των οποίων ουσιαστικά παραπέμπει η πλευρά του Αιτητή, προβλέπεται ότι:
Άρθρο 4:
«Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού
χαρακτήρα:
|
α) |
υποβάλλονται σε σύννομη και δίκαιη επεξεργασία· |
|
β) |
συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς· |
|
γ) |
είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία·» |
|
|
|
Άρθρο 8:
«Νομιμότητα της επεξεργασίας
1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η επεξεργασία είναι σύννομη μόνον εάν και στον βαθμό που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση καθήκοντος που ασκείται από αρχή αρμόδια για τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και βασίζεται στο δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών.
2. Το δίκαιο κράτους μέλους που ρυθμίζει την επεξεργασία στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας καθορίζει τουλάχιστον τους στόχους της επεξεργασίας, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τους σκοπούς της επεξεργασίας.»
Άρθρο 10
«Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων για την αποκλειστική ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ή δεδομένων που αφορούν στην υγεία ή τη σεξουαλική ζωή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό επιτρέπονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίες, με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και εφόσον:
|
α) |
επιτρέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών· |
|
β) |
επιβάλλονται για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου· ή |
|
γ) |
η επεξεργασία αυτή αφορά σε δεδομένα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων.» |
Είναι γεγονός ότι με το άρθρο 25 του Ν.73(Ι)/2004, παρέχεται η δυνατότητα λήψης από κρατούμενο, γενικά και χωρίς διάκριση, μετρήσεων, φωτογραφιών και γενετικού υλικού, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο τελεί υπό νόμιμη κράτηση. Μοναδικό κριτήριο για την λήψη των σχετικών δεδομένων αποτελεί η κράτηση του προσώπου ή το γεγονός ότι τελεί υπό αστυνομική επιτήρηση, ανεξάρτητα από τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος που αυτή αφορά. Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθρο, επιτρέπεται η λήψη βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από κάθε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη σύλληψη, ανεξάρτητα από το γεγονός αν τα δεδομένα αυτά σχετίζονται με τα αδικήματα για τα οποία το εν λόγω πρόσωπο τελεί υπό κράτηση. Ομοίως, η αναγκαιότητα λήψης τέτοιου υλικού για σκοπούς διερεύνησης του αδικήματος για το οποίο τελεί υπό κράτηση ένα πρόσωπο, δεν αποτελεί προϋπόθεση στο νόμο. Ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε καθορισμός της φύσης ή της σοβαρότητας των αδικημάτων των οποίων η διερεύνηση σκοπείτε, με αποτέλεσμα το άρθρο 25 να απολήγει στη δυνατότητα λήψης αυτών των δειγμάτων με μοναδικό κριτήριο τη νόμιμη κράτηση χωρίς να απασχολούν ειδικότερα οι ειδικότερες προϋποθέσεις και διασφαλίσεις και οι αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, ως αυτές προβλέπονται στην ως άνω Ευρωπαϊκή Οδηγία.
Η θέσπιση, για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρµόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικηµάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδοµένων αυτών Νόµου, Ν.44(Ι)/2019, δεν διαφοροποιεί ασφαλώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις όσον αφορά το άρθρο 25 και ότι το τελευταίο υπολείπεται από ασφαλιστικές δικλείδες, πρόνοιες και προϋποθέσεις που θέτει η ως άνω Οδηγία. Ωστόσο, ως κατ’ επανάληψη έχει σημειωθεί, το γεγονός ότι ένα διάταγμα του είδους, έχει εκδοθεί κατ’ επίκληση του άρθρου 25, δεν σημαίνει, αυτομάτως, ότι αυτό είναι άκυρο. Εναπόκειται στο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου τίθεται το αίτημα, να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Οδηγίας και του εναρμονιστικού της νόμου, Ν.44(Ι)/2019. Συνακόλουθα, διάταγμα που εκδίδεται μεν κατ’ επίκληση του άρθρου 25, πληροί όμως τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία, δεν οδηγείται, μονοδρομικά και αυτοματοποιημένα, σε ακύρωση. Ως χαρακτηριστικά τέθηκε στην C-205-21, ειδικότερα στις σκέψεις 133 και 134:
«133. … εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, είναι δυνατή η ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπει το εν λόγω μέτρο καταναγκασμού κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης. … Μεταξύ άλλων, πρέπει, για τον λόγο αυτόν, να μπορεί να εξακριβωθεί αν η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο είναι ύποπτο το υποκείμενο των δεδομένων στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας της κύριας δίκης, ή αν άλλα κρίσιμα στοιχεία, όπως αυτά περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 132 της παρούσας απόφασης, μπορούν να αποτελέσουν περιστάσεις ικανές να στοιχειοθετήσουν τέτοια «απόλυτη ανάγκη
134. Σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο δεν εγγυάται τέτοιο έλεγχο του μέτρου της συλλογής βιομετρικών και γενετικών δεδομένων, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 10 απορρίπτοντας την αίτηση των αστυνομικών αρχών περί χορήγησης αδείας για την καταναγκαστική συλλογή των δεδομένων αυτών.»
Στη υπό συζήτηση περίπτωση, επιλαμβανόμενο το κατώτερο Δικαστήριο του σχετικού αιτήματος (Αίτηση Αρ.31/2025), περιορίστηκε να καταγράψει τούτο μόνο:
«Μετά από ακρόαση της Αίτησης αυτής και μετά από ανάγνωση της Ένορκης Ομολογίας του Α/Αστ. 2244 Δ. Καρακώστα, η οποία κατατέθηκε προς ενίσχυση της Αίτησης αυτής,
Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως:
Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση, η οποία επισυνάπτεται».
Είναι προφανές ότι το αρμόδιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο του αιτήματος και εκδίδοντας το εκκαλούμενο διάταγμα, ως το ίδιο καταγράφει, περιορίστηκε να παραπέμψει στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε το αίτημα της αρμόδιας αρχής, χωρίς καν να καταγράφει αν το απασχόλησαν οι προϋποθέσεις και τα ζητήματα που θέτει η Οδηγία (ΕΕ) 2016/2080, περιλαμβανομένης της προϋπόθεσης περί αναγκαιότητας και αναλογικότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος και αν, «πραγματευόμενο» το ζήτημα, ως όφειλε, ικανοποιήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις κατά τρόπο που δικαιολογούν μια τέτοια δραστική παρέμβαση.
Στρέφοντας την προσοχή στην ένορκη δήλωση που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου προς υποστύλωση του αιτήματος, διαπιστώνεται πως μετά την καταγραφή των γεγονότων που περιβάλλουν την περίπτωση και την παράθεση της όποιας εμπλοκής του Αιτητή, καταγράφεται επί του ζητήματος ότι:
«Να σημειωθεί ότι ζητήθηκε από τον ύποπτο όπως δώσει συγκατάθεση για λήψη παρειακών επιχρισμάτων, φωτογραφιών και αποτυπωμάτων, για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να δώσει.
Στις 05.05.2025 έγινε ενημέρωση από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής ότι από την εξέταση που έγινε σε τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης, ταυτίζεται το γενετικό υλικό του υπόπτου. Η επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων συνεχίζεται.
Λόγω του ότι οι εξετάσεις της Αστυνομίας δεν έχουν συμπληρωθεί ακόμα και του ότι σε τεκμήρια της υπόθεσης έχει εντοπισθεί το γενετικό υλικό του υπόπτου, ως αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, η λήψη γενετικού υλικού από τον ύποπτο είναι απαραίτητη για συμπλήρωση και εξιχνίαση της υπόθεσης, με σκοπό την σύγκριση του με το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σε τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης».
Από το περιεχόμενο του όρκου που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, είναι προφανές ότι το γενετικό υλικό του Αιτητή, όχι μόνο ήταν ήδη στη διάθεση της αρμόδιας αρχής (χωρίς να τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ή πληροφόρηση για τη νομιμότητα της διατήρησης και αξιοποίησης του), αλλά και ότι αξιοποιήθηκε ήδη από την τελευταία, για την διασύνδεση του Αιτητή με τεκμήρια της υπό συζήτηση υπόθεσης. Κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, ικανό να καταδείξει την αναγκαιότητα για την εκ νέου λήψη του.
Δεν διαλανθάνει της προσοχής η εκ των υστέρων προωθούμενη θέση εκ μέρους του καθ’ ου η αίτηση, ότι το υπάρχον γενετικό υλικό του Αιτητή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς ταυτοποίησης του και διασύνδεσης με τα τεκμήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης, χωρίς όμως να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό υλικό για αυτήν. Πέραν του γεγονότος ότι η ως άνω εισήγηση-θέση, δεν τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε νομική αρχή ή δεσμευτικό νομολογικό προηγούμενο επί του ζητήματος, που να δικαιολογεί την εκ νέου λήψη του γενετικού υλικού κάποιου προσώπου ενώ τούτο, νόμιμα ήδη κατέχεται από την αρμόδια αρχή. Άλλωστε η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση, αναγνωρίζοντας κατ’ επανάληψη τη βασιμότητα του λόγου περί μη αναγκαιότητας έκδοσης διατάγματος του είδους, στις περιπτώσεις που ο Αιτητής είχε ήδη ταυτοποιηθεί δια γενετικού υλικού με τεκμήρια της υπόθεσης, δεν προχωρούσε στην καταχώρηση ένστασης σε σχετικό αίτημα ακύρωσης ανάλογου διατάγματος μέσω Προνομιακού Εντάλματος τύπου Certiorari (βλ. Πολιτικές Αιτήσεις 7/2024 ημερ. 23.01.2024, 216/2024, ημερ. 20.12.2024, και 165/2025, ημερ. 26.08.2025).
Έχοντας ήδη σημειωθεί ότι στην υπο συζήτηση περίπτωση και στο υπο κρίση εκκαλούμενο διάταγμα, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά κατά πόσο το κατώτερο Δικαστήριο είχε ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις της ως άνω Ευρωπαϊκής Οδηγίας, χωρίς παράλληλα να εντοπίζονται στην σχετική ένορκη δήλωση οποιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία ικανά να καταδείξουν την αναγκαιότητα και το δικαιολογημένο της εκ νέου λήψης του γενετικού υλικού του Αιτητή, η Αίτηση εγκρίνεται.
Εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώνεται το εκκαλούμενο διάταγμα, ημερομηνίας 05.05.2025, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας περιλαμβανομένης και της προηγηθείσας αίτησης για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, επιδικάζονται προς όφελος του Αιτητή και σε βάρος του Καθ’ ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Α. Δαυίδ, Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο