ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 16/2025)
(I-justice)
22 Ιανουαρίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ TRICOR LIMITED, ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΗ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΩΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΑΡ. ΑΙΤ. ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ 310/2013) ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 05/05/2025
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 217&220 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗΣ, ΑΡΘΡΑ 44Α ΕΩΣ 44ΙΑΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1965 (9/1965)
Χρ. Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.
____________________________________________________________
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ- ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του (εφεξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο») με την Απόφαση του ημερ. 4/6/2025 απέρριψε τη μονομερή αίτηση της εδώ Εφεσείουσας με την οποία ζητούσε άδεια για να καταχωρίσει Αίτηση δια Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος για την ακύρωση της Απόφασης ημερ. 5/5/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο»).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη θέση της Εφεσείουσας ότι η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου είναι το «αποτέλεσμα νομικού σφάλματος κατάδηλου στο σώμα της απόφασης, της φύσης και της εμβέλειας που δικαιολογεί την άσκηση της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την ακύρωση της απόφασης», επισημαίνοντας παράλληλα την ύπαρξη εναλλακτικού ένδικου μέσου, ήτοι αυτού της έφεσης. Αφού τόνισε την πάγια αρχή ότι εφόσον υπάρχει εναλλακτικό ένδικο μέσο δεν χορηγείται προνομιακό ένταλμα, ούτε επομένως άδεια, εκτός αν ο αιτητής καταδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν την παρέκκλιση από το γενικό κανόνα, κατέληξε πως δεν είχε, εν προκειμένω, τεκμηριωθεί με κανένα τρόπο πως η έφεση δεν προσφερόταν ως «έγκαιρη» επιλογή.
Τα γεγονότα και το ιστορικό της διαδικασίας εκτίθενται στην πρωτόδικη Απόφαση. Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται θα μεταφέρουμε τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση.
Η Εφεσείουσα εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση και η διαδικασία προωθείται από τον εκκαθαριστή της. Με την Απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου είχε απορριφθεί αίτηση της Εφεσείουσας με την οποία αιτείτο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας εκποίησης διαμερίσματος που της ανήκει. Τη διαδικασία για την εκποίηση του διαμερίσματος είχε εκκινήσει η Eurobank Cyprus Ltd, ενυπόθηκος δανειστής της Εφεσείουσας, στη βάση των όσων προνοούνται στο Μέρος VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ. 2) του 2024.
Εν προκειμένω, η διαδικασία άρχισε με την επίδοση στην Αιτήτρια ειδοποίησης κατά τον Τύπο Ι, ημερ. 7/3/2024, προκύπτει δε ότι στη συνέχεια, την 11/2/2025, δόθηκε ειδοποίηση για πώληση του διαμερίσματος με δημόσιο πλειστηριασμό, για την 6/5/2025.
Είχε προηγηθεί η έκδοση απόφασης την 17/2/2023 στην Αγωγή αρ. 3498/2012, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, υπέρ της Eurobank και εναντίον της Αιτήτριας, με την οποία, μεταξύ άλλων, διατάχτηκε και η εκποίηση της υποθήκης, ενώ την 4/8/2023 απορρίφθηκε παλαιότερη αγωγή της Αιτήτριας, η Αγωγή αρ. 489/2011, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, για ακύρωση της υποθήκης.
Το κατώτερο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Eurobank, η οποία ήταν εξασφαλισμένος πιστωτής της Εφεσείουσας εταιρείας κατέχοντας υποθήκη επί της περιουσίας της, είχε κάθε δικαίωμα να προβεί σε διαδικασία ρευστοποίησης της εξασφάλισης της και ότι δεν υποχρεούτο, σχετικά με την εξασφάλιση της αυτή, να προβεί σε επαλήθευση. Στη βάση δε των πιο πάνω, έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 251 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.
Αναφορικά με το Άρθρο 217 του Κεφ. 113[1] το οποίο καθορίζει ότι η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης από αυτές που καταγράφει και ειδικότερα κάθε εκτέλεση που αρχίζει εναντίον περιουσίας της εταιρείας που εκκαθαρίζεται είναι άκυρη, το κατώτερο Δικαστήριο έκρινε πως η διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA δεν εμπίπτει στην εμβέλεια του Άρθρου 217 εφόσον δεν αφορούσε στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που είχε εξασφαλίσει στην Αγωγή υπ’ αρ. 3498/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
Σε ό,τι δε αφορά το Άρθρο 220 του Κεφ. 113 το οποίο διαλαμβάνει πως «όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει», έκρινε πως η διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA δεν συνιστά διαδικασία εν τη εννοία του πιο πάνω Άρθρου.
Στη βάση των πιο πάνω το κατώτερο Δικαστήριο κατέληξε πως ενεργοποιώντας η Eurobank το μηχανισμό με τον οποίο προώθησε τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό, με βάση το Μέρος VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ. 2) του 2024, δεν ενήργησε εν αντιθέσει ούτε του Άρθρου 217 ούτε του Άρθρου 220 του Κεφ. 113.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της Εφεσείουσας περί ύπαρξης εμφανούς και σοβαρού νομικού σφάλματος στην Απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου στη βάση του ακόλουθου σκεπτικού:
«Η θέση της Αιτήτριας είναι ότι οι επιμέρους κρίσεις του κατώτερου Δικαστηρίου επί των πιο πάνω ζητημάτων είναι όλες εσφαλμένες. Και ενώ αναγνωρίζει ότι το ένδικο μέσο για την ανατροπή μιας εσφαλμένης απόφασης είναι η καταχώριση έφεσης, επιχειρεί να παρουσιάσει την απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου ως το αποτέλεσμα νομικού σφάλματος, κατάδηλου στο σώμα της απόφασης, της φύσης και της εμβέλειας που δικαιολογεί την άσκηση της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την ακύρωση της απόφασης. Δεν είναι τέτοια η περίπτωση. Το κατώτερο Δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του, καθηκόντως αποφάνθηκε επί των νομικών θεμάτων που επιτακτικά έχρηζαν επίλυσης, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να αποφασίσει τα ενώπιον του επίδικα ζητήματα.»
Η Εφεσείουσα με πέντε Λόγους Έφεσης, επιδιώκει την ανατροπή της πρωτόδικης Απόφασης. Τους παραθέτουμε αυτολεξεί, χωρίς την αιτιολογία τους, την οποία βεβαίως έχουμε θέσει ενώπιον μας και έχουμε μελετήσει.
1ος Λόγος Έφεσης
Εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Εφεσείουσα ζητούσε μόνο αναστολή της διαδικασίας εκποίησης και δεν αποφάσισε ότι συνιστούσε Σοβαρό Νομικό Σφάλμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας - Δικαστηρίου Εκκαθάρισης (Αίτηση Εκκαθάρισης με αρ. 310/2013 της εταιρείας TRICOR LIMITED), στην Απόφαση του ημερομηνίας 05/05/2025, η εξαίρεση από τον όρο «διαδικασία» του Άρθρου 220 του Κεφ.113, της διαδικασίας εκποίησης του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας TRICOR LIMITED με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 (9/1965), με αποτέλεσμα την απουσία άσκησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης σε αντίθεση με το Άρθρο 220 που έχει κύριο σκοπό την αναστολή των διαδικασιών και τη προστασία της περιουσίας εταιρείας.
2ος Λόγος Έφεσης
Εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε σοβαρό Νομικό Σφάλμα του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης, αφού με την Απόφαση του στις 05/05/2025 εξαίρεσε την Eurobank από τη διαδικασία Επαλήθευσης και παράλληλα την χαρακτήρισε ως Εξασφαλισμένο Πιστωτή, χωρίς να προηγηθεί Αίτηση - Έφεση εκ μέρους της Eurobank για παραμερισμό της Απόφασης του Εκκαθαριστή Αθανάση Νεοφύτου (να απορρίψει την επαλήθευση της στις 20/09/2023), η οποία οιονεί δικαστική διαδικασία και ενώ υπήρχε Δεδικασμένο, κάτι το οποίο αποτελεί υπέρβαση της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης, υπέρβαση εξουσίας, ως και παραβίαση της φυσικής δικαιοσύνης, καθώς η διαδικασία Επαλήθευσης είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις πρόνοιες του Άρθρου 220 του Κεφ.113.
3ος Λόγος Έφεσης
Εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η προσθήκη από το Δικαστήριο Εκκαθάρισης της λέξης «απόφαση» μετά τη λέξη «εκτέλεση» στο αυθεντικό λεκτικό του Άρθρου 217 του Κεφ. 113 ήταν θέμα κρίσης του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης ότι δεν ενεργοποιείτο το Άρθρο 217 του Κεφ. 113, ενώ πρόκειται για σοβαρό νομικό σφάλμα και πράξη που αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, καθώς υπήρξε αλλοίωση του γράμματος του Άρθρου 217 και όχι ερμηνείας του, με αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή της προστατευτικής διάταξης του Άρθρου 217 σε σχέση και με το Άρθρο 220 του Κεφ. 113.
4ος Λόγος Έφεσης
Εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν υφίστανται εκ πρώτης όψεως εξαιρετικές περιστάσεις και συζητήσιμο θέμα για παραχώρηση Άδειας καταχώρησης Αίτησης διά Κλήσεως, σε αντίθεση με τα σοβαρά νομικά σφάλματα, ήτοι την απουσία άσκησης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης σε σχέση με το Άρθρο 220 του Κεφ.113, την υπέρβαση εξουσίας και δικαιοδοσίας στην εξαίρεση της Eurobank από τη διαδικασία της Επαλήθευσης (ενώ υπήρχε απόρριψη της επαλήθευσης το 2023 και δεδικασμένο με σχετική απόφαση το 2019) με παραβίαση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης, την υπέρβαση δικαιοδοσίας και υπέρβαση εξουσίας αναφορικά με τη παραποίηση του Άρθρου 217 του Κεφ. 113, ενώ στη προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε αποτελεσματικό ένδικο μέσο, ήτοι η Έφεση.
5ος Λόγος Έφεσης
Εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε στη σελ. 5 της Απόφασης του, ότι η Εφεσείουσα επιχείρησε να παρουσιάσει την απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου ως το αποτέλεσμα νομικού σφάλματος, κατάδηλου στο σώμα της απόφασης, της φύσης και της εμβέλειας που δικαιολογεί την άσκηση της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την ακύρωση της απόφασης και ότι δεν είναι τέτοια η περίπτωση.
Στο πλαίσιο προώθησης της υπό κρίση Έφεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας υποστήριξε ότι το Δικαστήριο Εκκαθάρισης, το κατώτερο Δικαστήριο, υπέπεσε σε σοβαρά νομικά σφάλματα τα οποία αποτελούν παρέκκλιση από θεσμικές και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του Δικαστηρίου Εκκαθάρισης και του Εκκαθαριστή, με καταλυτικές συνέπειες λόγω της εκποίησης του μοναδικού ακινήτου της Εφεσείουσας. Όπως το έθεσε, η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν πρόκειται για περίπτωση άσκησης της προνομιακής δικαιοδοσίας δεν είναι ορθή καθώς, ως σημείωσε, υποβαθμίζει το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα σοβαρά νομικά σφάλματα δεν αφορούν την ορθότητα της απόφασης, αλλά συνιστούν «θεσμική παρεκτροπή από θεμελιώδεις διατάξεις του Κεφ.113» με «καταστρεπτικές συνέπειες για το έργο της εκκαθάρισης και εκποίησης ακινήτου».
Πριν εισέλθουμε στους Λόγους Έφεσης - τους οποίους (παρεμπιπτόντως) θα εξετάσουμε σωρευτικά ως εκ του περιεχομένου τους - θυμίζουμε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την απόφανση παροχής (ή όχι) άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων (Αναφορικά με την Αίτηση των Montrago Trustees και Άλλων (Αρ. 2) (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1289, 1302-1303) ενασκεί, υπό την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του, διακριτική ευχέρεια.
Συνεπώς, και κατ’ ακολουθίαν, το Εφετείο για να παρέμβει προς ανατροπή μιας τέτοιας κρίσης πρέπει κατά κανόνα να πεισθεί για τη λανθασμένη ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας από το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν διαπιστώνει ότι τούτη ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες, ή όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία όπως είναι η περίπτωση στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο, αλλά και όταν εντοπίζει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου ή εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, υιοθέτηση άλλων άσχετων στοιχείων και αστοχία συνεκτίμησης δεδομένων σχετικών προς το ζητούμενο (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Δέσπως Στυλιανού (2015) 1 Α.Α.Δ. 1283, Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 213/2021, ημερ. 1/3/2022, Αναφορικά με την Αίτηση του Ιωσήφ, Πολιτική Έφεση Αρ. 289/2021, ημερ. 17/1/2022, Αναφορικά με την Αίτηση των Θεοχαρίδη και Άλλων, Πολιτική Έφεση Αρ. 426/2019, ημερ. 20/7/2021, Αναφορικά με την Αίτηση των Σιακόλα και Άλλων, Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2020, ημερ. 7/6/2021, Αναφορικά με την Αίτηση του Λοϊζίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 455/2019, ημερ. 8/4/2021, Αναφορικά με την Αίτηση του Νικολάου, Πολιτική Έφεση Αρ. 117/2016, ημερ. 25/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:A188).
Επισημαίνεται ότι η έφεση ελέγχει την ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αντικείμενο της αίτησης για άδεια, κατά πόσο δηλαδή είχε καταδειχθεί ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση.
Έχοντας εξετάσει με την προσήκουσα προσοχή όλα όσα τέθηκαν από τον κ. Νεοφύτου τόσο στην πολυσέλιδη γραπτή του αγόρευση, όσο και δια ζώσης κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, καταλήξαμε πως οι Λόγοι Έφεσης δεν μπορούν να επιτύχουν.
Ως αναδύεται από τη διαχρονική νομολογία των Δικαστηρίων μας, τα Προνομιακά Εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692 και Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298).
H έκδοση Προνομιακού Εντάλματος δεν στοχεύει στον έλεγχο της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης αλλά στη νομιμότητα της απόφασης. Μια προνομιακή διαδικασία ως η υπό συζήτηση, δεν συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας και μέσο για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων. Ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση. Ό,τι εξετάζει το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία είναι το σύννομο των ελεγχόμενων ενεργειών του κατώτερου Δικαστηρίου και όχι την ορθότητα της Απόφασης του (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Kazakhstan Kagazy Plc κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 24/2018, ημερ. 4/4/2018). Όπου δε το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι υπερέβη τη δικαιοδοσία του απλώς και μόνο επειδή ερμήνευσε λανθασμένα ένα νομοθέτημα.
Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1997) 1Β Α.Α.Δ. 925, 935:
«Αντικείμενο της διαδικασίας δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας μιας απόφασης αλλά της νομιμότητας της. Δεν τίθεται ζήτημα αντικατάστασης της άποψης που διαμόρφωσε το κατώτερο Δικαστήριο, αναφορικά με ζήτημα που αποφάσισε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, με εκείνη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν εκδίδεται ένταλμα Certiorari ως μανδύας μεταμφιεσμένης έφεσης. Ούτε και μπορεί να χρησιμοποιείται η διαδικασία για την έκδοση τέτοιου διατάγματος προκειμένου να γίνει επανακρόαση του ζητήματος που εγέρθηκε. Και δεν είναι επιτρεπτό να εκδίδεται ένταλμα Certiorari προκειμένου να υπαγορευθεί σε Δικαστήριο ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του ή ακόμα ο τρόπος που θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. (Βλέπε Re Mareware Shipping, Αίτηση 6/92/24.1.92 και Τζεννάρο Περέλλα, Πολιτική 'Εφεση 9169/18.7.95).»
Όπως προκύπτει στην υπό συζήτηση περίπτωση το κατώτερο Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης που η Εφεσείουσα εταιρεία είχε καταχωρίσει και κατέληξε σε μια αιτιολογημένη Απόφαση, απορρίπτοντας τις σχετικές εισηγήσεις της Εφεσείουσας και την αίτηση της. Προηγήθηκε η εξέταση του περιεχομένου τόσο της αίτησης της Εφεσείουσας όσο και της ένστασης που είχε καταχωρηθεί από πλευράς της Eurobank, καθώς και μελέτη των θέσεων και επιχειρημάτων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν από τις διάδικες πλευρές.
Είναι πρόδηλο ότι μέσω της προβολής, στο πλαίσιο του 1ου, 2ου, 3ου και 5ου Λόγου Έφεσης, του έκδηλου νομικού σφάλματος σε ό,τι αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή από πλευράς του κατώτερου Δικαστηρίου διαφόρων Άρθρων του Κεφ. 113, ό,τι, εν προκειμένω, επιδιώκεται είναι ο έλεγχος της ορθότητας της Απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Η υπό κρίση περίπτωση συνιστά κλασική περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής του σχετικού νομοθετικού πλαισίου κατά τρόπο που, ως επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η από μέρους της Εφεσείουσας προσφυγή στην εξαιρετική διαδικασία της έκδοσης προνομιακού εντάλματος, που αποτελεί την εφεδρεία της δικαιοδοσίας και το κατάλοιπο των εξουσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, να μην δικαιολογείται.
Με δεδομένο ότι το κατώτερο Δικαστήριο λειτούργησε εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, δεν βλέπουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο πάντοτε του ελέγχου νομιμότητας που προβαίνει σε διαδικασίες του είδους, θα μπορούσε ουσιαστικά να αντικαταστήσει την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου για το ζήτημα, υποκαθιστώντας την. Ως ήδη πιο πάνω έχει τονισθεί, η προνομιακή διαδικασία δεν συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας και μέσο για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων.
Μέσω του 4ου Λόγου Έφεσης βάλλεται, μεταξύ άλλων, ως λανθασμένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού σημείωσε την πάγια αρχή ότι, «εφόσον υπάρχει εναλλακτικό ένδικο μέσο, δεν χορηγείται προνομιακό ένταλμα, ούτε επομένως άδεια, εκτός και αν ο αιτητής καταδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν την παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα», εξέτασε το ζήτημα των εξαιρετικών περιστάσεων υπό το φως του παράγοντα του χρόνου δεδομένης της θέσης της Εφεσείουσας ότι η έφεση που θα μπορούσε να καταχωρίσει δεν θα εκδικαζόταν το ίδιο σύντομα. Με παραπομπή στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σταύρου Μεστάνα (2000) 1 Α.Α.Δ. 1469, 1478, όπου λέχθηκε πως, ακόμα και αν καθ’ υπόθεση η διαδικασία του προνομιακού διατάγματος ήταν πιο γρήγορη, αυτό θα ίσχυε για κάθε περίπτωση και πως εάν επρόκειτο ο χρόνος εκδίκασης να είχε σημασία, αυτός θα πρέπει να συσχετίζεται προς τις ιδιαίτερες ανάγκες της κάθε περίπτωσης, στο πλαίσιο των κριτηρίων που διέπουν το θέμα, έκρινε πως, στην προκείμενη περίπτωση, δεν είχε με κανένα τρόπο τεκμηριωθεί πως η έφεση δεν προσφερόταν ως «έγκαιρη» επιλογή.
Η πιο πάνω προσέγγιση είναι ορθή. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, δεν είναι δυνατός ο προκαθορισμός του τι συνιστά εξαιρετική περίσταση. Αυτό κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Οι εξαιρετικές περιστάσεις διακριβώνονται με τη σύγκριση των δυνατοτήτων που προσφέρει η διαδικασία των προνομιακών ενταλμάτων από τη μια και η διαθέσιμη θεραπεία στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της ACP Trading I LLC, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2024, ημερ. 2/7/2024).
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, με βάση τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα, ορθώς τούτο οδηγήθηκε στην ως άνω κατάληξη.
Υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών και υπό το φως των δεδομένων που καλύπτουν την υπό κρίση περίπτωση, καθίσταται σαφές ότι δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αιτούμενη παρέμβαση του Εφετείου προς ανατροπή της Απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Η Έφεση απορρίπτεται.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
[1] 217. Όταν εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε κατάσχεση στα χέρια τρίτου, μεσεγγύηση, κατάσχεση ή εκτέλεση που αρχίζει εναντίον της περιουσίας ή αντικειμένων της εταιρείας μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι εξολοκλήρου άκυρη.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο