ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
i-justice
Αρ. Αίτησης 2/2026
21 Ιανουαρίου 2026
[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Ν.Ι. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20.12.2025, ΠΟΥ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 18 ΚΑΙ 19 ΤΟΥ ΚΕΦ.155
____________________
Θ. Παπαβασιλείου, για τον Αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Ο Αιτητής ζητά άδεια για να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης του ημερ.28.12.2025, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Κατά την εισήγηση του, δεν τεκμηριωνόταν εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι αυτός είχε διαπράξει τα αδικήματα που διερευνούσε η Αστυνομία και, σε κάθε περίπτωση, η έκδοση του εντάλματος σύλληψης του δεν ήταν αναγκαία.
Τα υπό διερεύνηση αδικήματα αφορούν σε παραβάσεις του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021, Ν.115(I)/2021, του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Ν.119(I)/2000 και του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, με σοβαρότερο, ίσως, αυτό της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, σύντροφο του για οκτώ χρόνια, ο Αιτητής είναι βίαιος. Στη γραπτή καταγγελία στην οποία η παραπονούμενη προέβη στην Αστυνομία στις 27.12.2025, περιγράφονται διάφορα περιστατικά άσκησης ενδοοικογενειακής βίας από τον Αιτητή εναντίον, κυρίως της ίδιας, αλλά και των δύο από τα τρία παιδιά της παραπονούμενης από προηγούμενο γάμο της, που διαμένουν μαζί με την ίδια και τον Αιτητή κάτω από την ίδια στέγη. Τα υπό διερεύνηση αδικήματα φέρονται να έχουν διαπραχθεί σε διάφορες άγνωστες ημερομηνίες και στις 20.4.2025, στις 28.5.2025 και το τελευταίο στις 27.12.2025. Επομένως, στη βάση της καταγγελίας της παραπονούμενης, υφίστατο εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ο Αιτητής είχε διαπράξει τα υπό διερεύνηση αδικήματα, όπως καταγράφονται στο εκδοθέν ένταλμα σύλληψης του.
Όπως προκύπτει από το σχετικό όρκο και σύμφωνα με την καταγγελία της παραπονούμενης, το τελευταίο περιστατικό δεν ήταν το σοβαρότερο. Είχαν προηγηθεί άλλα σοβαρότερα, όπως αυτά στις 20.4.2025 και στις 28.5.2025. Εδώ εστιάζεται και η επιχειρηματολογία του Αιτητή ότι, στη βάση του τελευταίου, η έκδοση του εντάλματος σύλληψης του δεν ήταν αναγκαία και ότι θα μπορούσε να είχε κληθεί για κατάθεση στην Αστυνομία.
Ζήτημα αναγκαιότητας για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εξετάστηκε στην Γ.Κ., Πολ. Αίτ. Αρ.47/2022, ημερ.3.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:D172. Είχε αναφερθεί ότι:
«Για να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης πρέπει ο δικαστής σε πρώτο στάδιο να ικανοποιηθεί, στη βάση των όσων τίθενται ενώπιον του με γραπτή ένορκη δήλωση, ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα στρέφεται το ένταλμα σύλληψης διέπραξε αδίκημα. Αφού έτσι ικανοποιηθεί, θα εκδώσει το σχετικό ένταλμα μόνο εφόσον θεωρήσει τη σύλληψη του υπόπτου εύλογα αναγκαία. Εδώ υπεισέρχεται και η αρχή της αναλογικότητας, που εγείρεται οποτεδήποτε εξετάζεται ζήτημα αναγκαιότητας. Και βέβαια, η πλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης για εύλογη υποψία, δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην πλήρωση και της δεύτερης για την αναγκαιότητα (Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ.355/2019, ημερ.16.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A257).
…………………………………………………………………………
Η αναγκαιότητα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης μπορεί να εδράζεται στο δημόσιο συμφέρον της διαφύλαξης της πορείας του ανακριτικού έργου από παρεμβάσεις του υπόπτου στην περίπτωση που παραμείνει ελεύθερος, σε σχέση με μάρτυρες ή και τεκμήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης και όχι μόνο. Ό,τι, σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να τίθεται ενώπιον του δικαστή από τον οποίο ζητείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης, είναι τα πρωτογενή γεγονότα που δίδουν βάση για τέτοιο ενδεχόμενο. Περί ενδεχομένου ο λόγος, και ο κίνδυνος πρέπει να καταφαίνεται υπαρκτός, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Και για να εκδοθεί το ένταλμα πρέπει να είναι τέτοιος που να αντισταθμίζει το ατομικό δικαίωμα του υπόπτου στην ελευθερία του, ικανοποιώντας την αρχή της αναλογικότητας (Pitsillos v. the Police (1966) 2 C.L.R. 50, 55 και Γ. Μ. Πικής: «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδ., 1975, σελ.43).
…………………………………………………………………………
Ότι ο ύποπτος είχε την ευκαιρία προηγουμένως να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει αποδεικτικά στοιχεία και δεν το έπραξε ή ορθότερα δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το επεδίωξε ή το έπραξε, είναι μόνο μια ένδειξη, που μαζί με άλλες παραμέτρους θα καθορίσουν κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος να το επιχειρήσει στη συνέχεια. Η ανθρώπινη λογική και εμπειρία καταδεικνύει ότι ο κίνδυνος δημιουργείται ή επιτείνεται όταν ο ύποπτος αισθάνεται τον κλοιό να σφίγγει γύρω του».
Δεν είναι μεμπτό να εφίσταται η προσοχή του Δικαστή στις παραμέτρους που δίδουν βάση για την ύπαρξη του κινδύνου, σημασία όμως έχει η παράθεση των γεγονότων. Άλλωστε η διαπίστωση του κινδύνου ανήκει στον ίδιο το Δικαστή, όπως και τελική απόφαση κατά πόσο είναι τέτοιος που δικαιολογεί την έκδοση του εντάλματος (Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207).
Στον αστυνομικό όρκο που υποστήριζε το αίτημα της Αστυνομίας για την έκδοση του υπό έλεγχο εντάλματος, υπήρχαν τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούσαν την κατάληξη της δικαστού που εξέδωσε το ένταλμα, ότι είχε ικανοποιηθεί λογικά για την αναγκαιότητα έκδοσης του. Από τη φύση των αδικημάτων και τους χώρους όπου αυτά, κατ’ ισχυρισμό, διαπράχτηκαν, προέκυπτε ότι οι βασικοί μάρτυρες ήταν η παραπονούμενη και τα παιδιά της, πρόσωπα που διέμεναν στην ίδια κατοικία με τον Αιτητή και στα οποία ο Αιτητής είχε άμεση πρόσβαση. Περαιτέρω, η μαρτυρία από πλευράς παραπονούμενης αναδείκνυε ότι ο Αιτητής ήταν πρόσωπο που κατέφευγε στη βία. Είχε βιαιοπραγήσει σε περιπτώσεις όπου θεώρησε ότι η παραπονούμενη του είχε αντιμιλήσει και όπου σε συζήτηση η παραπονούμενη είχε διαφωνήσει μαζί του και τώρα θα έπρεπε να εκτιμηθεί ποια θα ήταν η αντίδραση του, εφόσον δεν συλλαμβάνετο και πληροφορείτο ότι η παραπονούμενη τον είχε καταγγείλει και διερευνάτο υπόθεση εναντίον του.
Το κατώτερο Δικαστήριο δικαιολογείτο να θεωρήσει ευλόγως αναγκαία την έκδοση εντάλματος σύλληψης, ώστε να αποφευχθεί ο επηρεασμός μαρτύρων, αλλά και για παρεμπόδιση διαπράξεως αδικημάτων, παρόμοιας φύσης, από τον Αιτητή.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο