ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ALPHA PANARETI PUBLIC LTD (HE 34103) EK ΠΑΦΟΥ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΥ – CERTIORARI ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ – PROHIBITION KAI ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ, Αρ. Αίτησης 265/2025, 21/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ALPHA PANARETI PUBLIC LTD (HE 34103) EK ΠΑΦΟΥ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΥ – CERTIORARI ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ – PROHIBITION KAI ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ, Αρ. Αίτησης 265/2025, 21/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

i-justice

Αρ. Αίτησης 265/2025

 

21 Ιανουαρίου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ALPHA PANARETI PUBLIC LTD (HE 34103) EK ΠΑΦΟΥ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΥ – CERTIORARI ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ – PROHIBITION KAI ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16/10/2025 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΡ.759/2019 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ, ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΩΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΥΠ΄ΑΡ.759/2019 ΠΟΥ ΕΚΚΡΕΜΕΙ ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

 

____________________

 

Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και Ν. Χαραλαμπίδου για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε. και για Αλέξανδρος Χρ. Αλεξάνδρου, για την Αιτήτρια.

Σ. Πολυβίου (κα), Π. Μακρίδης και Π. Στυλιανού (κα) για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. , για την Καθ’ ης η Αίτηση.

____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Η Αιτήτρια ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης ημερ.16.10.2025, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αγωγής Αρ.759/2019 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία, το κατώτερο Δικαστήριο έκρινε ότι ο δικηγόρος κ. Α. Αλεξάνδρου δεν νομιμοποιείτο να την εκπροσωπεί.

 

    Όπως καταγράφεται στην απόφαση με την οποία χορηγήθηκε η άδεια:[1]

 

«Η αγωγή είχε καταχωριστεί από την Alpha Bank Cyprus Ltd εναντίον δύο φυσικών προσώπων και της Αιτήτριας.  Η Αιτήτρια καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης με δικηγόρο, τον οποίο αντικατέστησε στις 17.10.2022 με τον κ. Α. Αλεξάνδρου.  Σύντομα μετά καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση.  Στις 16.9.2025, η Τράπεζα ζήτησε να αποσύρει την αξίωση της εναντίον όλων των εναγόμενων, λόγω διευθέτησης στην οποία είχε καταλήξει με τα δύο φυσικά πρόσωπα.  Η Αιτήτρια ζήτησε τα έξοδα και περαιτέρω δήλωσε ότι θα προωθούσε την ανταπαίτηση της.  Το ζήτημα των εξόδων παρέμεινε προς εξέταση την 10.10.2025, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε και για ακρόαση η ανταπαίτηση.

 

Στις 10.10.2025, οι δικηγόροι της Τράπεζας ήγειραν ζήτημα αναφορικά με την εκπροσώπηση της Αιτήτριας από τον δικηγόρο κ. Α. Αλεξάνδρου.  Ήταν η θέση της Τράπεζας ότι στη βάση ομόλογου κυμαινόμενης επιβάρυνσης το οποίο η Αιτήτρια είχε παραχωρήσει το 2010, στις 16.11.2023 διορίστηκε παραλήπτης της Αιτήτριας.  Ο κ. Α. Αλεξάνδρου, υποστήριξαν, δεν είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του παραλήπτη για να συνεχίσει να εκπροσωπεί την Αιτήτρια. 

 

Το κατώτερο Δικαστήριο στη βάση στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του και αφού άκουσε τα μέρη επιφύλαξε την απόφαση του, την οποία και εξέδωσε στις 16.10.2025.  Διαπίστωσε ότι είχε στις 16.11.2023 διοριστεί παραλήπτης της Αιτήτριας και ήταν πλέον ο αντιπρόσωπος της και ότι δεν είχε αναφερθεί ότι ο διορισμός του ακυρώθηκε ή ότι οι εξουσίες του περιορίστηκαν. Ανέφερε ακόμη ότι τα ενώπιον του ζητήματα, τα έξοδα στην απαίτηση και η ανταπαίτηση, δεν ενέπιπταν στο κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών της Αιτήτριας, ώστε να μπορούσαν αυτοί να τα προωθήσουν και να διορίσουν προς τούτο δικηγόρο της επιλογής τους.  Κατέληξε ότι ο κ. Α. Αλεξάνδρου δεν μπορούσε, μετά το διορισμό του παραλήπτη, να εκπροσωπεί την Αιτήτρια χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του, την οποία δεν είχε.  Όρισε την υπόθεση για προγραμματισμό στις 31.10.2025 και έδωσε οδηγίες να επιδοθούν τα δικόγραφα και η ενδιάμεση απόφαση ημερ.16.10.2025 στον παραλήπτη, ώστε να ενημερωθεί για την ημερομηνία».

 

 

    Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι υπήρξε παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης κατά τη 10.10.2025.  Διατείνεται ότι, κατά τη διαδικασία, παραβιάστηκαν τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης και στερήθηκε του δικαιώματος της σε ακρόαση. 

 

    Κατά τη διαδικασία στις 10.10.2025 ο κ. Α. Αλεξάνδρου αντιπροσωπευόταν από τον δικηγόρο κ. Σ. Ζαννούπα.  Η Αιτήτρια δεν στερήθηκε του δικαιώματος να συμμετάσχει στη διαδικασία την οποία το κατώτερο Δικαστήριο ακολούθησε για να αποφασίσει το εγειρόμενο ζήτημα, ωστόσο διατηρεί παράπονο, εφόσον, με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν είχε έγκαιρη πληροφόρηση της μαρτυρίας και των θέσεων της Τράπεζας και επίσης δεν είχε πραγματικό, όπως το χαρακτηρίζει, δικαίωμα για να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς και δεν είχε επαρκή χρόνο για την προπαρασκευή τους, κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Ειδικά αναφέρθηκε ότι το κατώτερο Δικαστήριο αποδέχτηκε έγγραφα που παρουσίασε η ίδια η δικηγόρος της Τράπεζας η οποία χειριζόταν την υπόθεση, χωρίς να ερωτηθεί ο δικηγόρος της Αιτήτριας και χωρίς να του παρασχεθούν αντίγραφα.

 

    Κατά το στάδιο της άδειας, η Αιτήτρια δεν είχε παρουσιάσει το συνταγμένο διάταγμα της απόφασης ημερ.16.10.2025.  Είχε, ωστόσο, επισυνάψει πιστό αντίγραφο του πρακτικού ημερ.10.10.2025 και πιστό αντίγραφο του πλήρους κειμένου της απόφασης ημερ.16.10.2025.  Κατά την εισήγηση της Καθ’ ης η Αίτηση, αυτό δεν ήταν αρκετό και η παράλειψη θα πρέπει, δίχως άλλο, να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης.

 

    Ο Καν.3(2) των περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσης) Κανονισμών του 2018 έως 2024, διαλαμβάνει ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση  πρέπει να επισυνάπτονται ως τεκμήρια πιστά αντίγραφα των προσβαλλόμενων αποφάσεων διαταγμάτων ή πράξεων.

 

    Η Αιτήτρια παρέπεμψε στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.6) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1639, 1647, (πρωτόδικη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) όπου αναφέρθηκε ότι το ζήτημα είναι κατά πόσο το υλικό το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι επαρκές για την εξέταση του θέματος που εγείρεται με την αίτηση.

 

    Οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε η Καθ’ ης η Αίτηση (Τομπουλίδου, Πολ. Αίτ. Αρ.70/2023, ημερ.7.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:D199 (πρωτόδικη) και Gemella Trading Ltd, Πολ. Έφ. Αρ.6/2025, ημερ.30.9.2025 (εφετειακή)) αφορούσαν περιπτώσεις όπου είχε επισυναφθεί πιστό αντίγραφο του συνταγμένου διατάγματος, αλλά όχι πιστό αντίγραφο της απόφασης, δηλαδή του πλήρους κειμένου της απόφασης.  Και ακριβώς η απουσία πιστού αντιγράφου του σκεπτικού των αποφάσεων, προκαλούσε δυσχέρεια στην άσκηση της προνομιακής εξουσίας.  Άλλωστε, όπως έχει διαχρονικά τονίσει η νομολογία, η απαίτηση να επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης αποβλέπει στη διασφάλιση, στο μέτρο του δυνατού, στην ακρίβεια των γεγονότων που τίθενται προς απόφανση.

 

    Εν προκειμένω, είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο πιστό αντίγραφο του κειμένου της απόφασης ημερ.16.10.2025, όσο και πιστό αντίγραφο του πρακτικού ημερ.10.10.2025, όπου αποτυπώνεται με ακρίβεια η διαδικασία που ακολουθήθηκε την ημέρα εκείνη και για την οποία η Αιτήτρια εξαντλεί το παράπονο της.  Όπως αναφέρεται στο περίγραμμα αγόρευσης της Αιτήτριας, απαντώντας στη θέση ότι η Αίτηση της συνιστά συγκεκαλυμμένη έφεση, οι ισχυρισμοί της: «δεν αφορούν αιτιάσεις και παράπονα κατά της ορθότητας της ενδιάμεσης απόφασης του Κατώτερου Δικαστηρίου, ήτοι στην ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου και της αξιολόγησης των γεγονότων».

 

    Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε παράβαση του Καν.3(2) αφού πιστό αντίγραφο του κειμένου της προσβαλλόμενης απόφασης και πιστό αντίγραφο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης και για την οποία παραπονείται η Αιτήτρια, είχε τεθεί ενώπιον του με την αίτηση για άδεια.  

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί, κατά το στάδιο της άδειας, η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα.

 

Κατά πόσο τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν ήταν ουσιαστικά, εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης και τη σημασία που θα μπορούσαν να έχουν στο πλαίσιο των επιδίκων θεμάτων (Larissa (Aρ.2) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1333, 1342-5).

 

    Το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η Καθ’ ης η Αίτηση είναι πως τον παραλήπτη-διαχειριστή της Αιτήτριας δεν διόρισε η Καθ’ ης η Αίτηση, αλλά η «Skycac Ltd».  Το γεγονός ήταν σε γνώση της Αιτήτριας, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που τώρα αποκαλύπτει η Καθ’ ης η Αίτηση και δεν έχουν αμφισβητηθεί.  Τα άλλα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Καθ’ ης η Αίτηση αφορούν στη διαδικασία ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου στις 10.10.2025, τα οποία αποκαλύπτονται από το σχετικό πρακτικό.

 

    Με την ένορκη δήλωση που συνόδευε και υποστήριζε την αίτηση για άδεια δεν παρουσιαζόταν δίκαια εικόνα των περιστάσεων της υπόθεσης.  Ο διορισμός του παραλήπτη-διαχειριστή από την Καθ’ ης η Αίτηση είχε προβληθεί ως παράμετρος «μείζονος σημασίας» αφού, όπως εισηγείτο ο ομνύοντας ήγειρε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων του παραλήπτη- διαχειριστή με την Αιτήτρια και ήταν «για αυτόν τον λόγο που καταχρηστικά και κακόπιστα τέθηκε ένα τέτοιο ζήτημα για να το επιλύσει με τις πράξεις και τις παραλείψεις του».  Προβαλλόταν ακόμη ότι ο παραλήπτης-διαχειριστής, σε συνεννόηση με τους «εντολείς» του, δηλαδή την Καθ’ ης η Αίτηση, που ήταν η εναγόμενη στην ανταπαίτηση που επιθυμούσε να προωθήσει η Αιτήτρια, θα καθιστούσε τα δικαιώματα της άνευ αντικειμένου και θα τα καταστρατηγούσε. 

Στη Larissa (Aρ.2), σελ.1343, αναφέρθηκε σε σχέση με την υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης ότι οι σχετικές αρχές:

 

« … έχουν κυρίως διαμορφωθεί σε υποθέσεις μονομερών αιτήσεων για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων ή για εξασφάλιση άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Έχουν όμως τύχει εφαρμογής και στις περιπτώσεις προνομιακών ενταλμάτων. Όπως υποδεικνύεται στο Supreme Court Practice 1988 ο αιτητής που ζητά άδεια πρέπει να επιδείξει ύψιστη πίστη, και αν δοθεί άδεια με βάση ψευδείς δηλώσεις ή με απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων στην ένορκη δήλωση το δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να χορηγήσει το διάταγμα χωρίς να λάβει υπόψη την ουσία της αίτησης (βλ.  R. v. Kensington Commissioners, ex p. Polignac [1917] 1 K.B. 486: R. v. Barnes, ex p. Vernon [1910] 102 L.T. 860).

 

 

 

    Εν προκειμένω, η απόκρυψη του γεγονότος ότι τον παραλήπτη-διαχειριστή δεν είχε διορίσει η Καθ’ ης η Αίτηση, ουσιαστικά η επίκληση ότι αυτή τον είχε διορίσει, συνιστά λόγο επαρκή ώστε το Δικαστήριο να αποκλίνει από την άσκηση της προνομιακής του εξουσίας προς όφελος της Αιτήτριας και να απορρίψει, χωρίς άλλο, την Αίτηση.

 

    Η Αίτηση θεμελιώθηκε στο ότι η Αιτήτρια δεν είχε έγκαιρη πληροφόρηση της μαρτυρίας και των θέσεων της Τράπεζας, δεν είχε πραγματικό δικαίωμα για να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς και δεν είχε επαρκή χρόνο για την προπαρασκευή τους.  Περαιτέρω, η Αιτήτρια επικαλέστηκε ότι το κατώτερο Δικαστήριο αποδέχτηκε έγγραφα που παρουσίασε η ίδια η δικηγόρος της Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία χειριζόταν την υπόθεση, χωρίς να ερωτηθεί ο δικηγόρος της (της Αιτήτριας) και χωρίς να του παρασχεθούν αντίγραφα.

 

    Στον αντίποδα, επισημαίνεται από την Καθ’ ης η Αίτηση ότι ο δικηγόρος που εμφανιζόταν κατά την 10.10.2025 εκ μέρους της Αιτήτριας, ουδεμία ένσταση ή διαμαρτυρία είχε εκφράσει στην παρουσίαση από τη δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση των εγγράφων που καταδείκνυαν ότι από 16.11.2023 είχε διοριστεί παραλήπτης-διαχειριστής της Αιτήτριας.  Ούτε ζήτησε αντίγραφα των εγγράφων, αλλά ούτε και αναβολή ώστε να τοποθετηθεί ή να λάβει οδηγίες.  Γενικά δεν ζήτησε αναβολή είτε για να αντικρούσει οτιδήποτε, είτε για να παρουσιάσει κάτι ή για να χειριστεί το ζήτημα που είχε εγερθεί ο κ. Α. Αλεξάνδρου.

 

    Στο στάδιο της χορήγησης της άδειας το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εμβαθύνει στην υπόθεση (Κωνσταντινίδης (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298). Όπως εύστοχα τέθηκε στη Lindos Constructions Ltd (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 648, είναι δυνατόν στο στάδιο της αίτησης διά κλήσεως η μετέπειτα ολοκληρωμένη θεώρηση του ζητήματος «να διαλύσει τις πρώτες θετικές εντυπώσεις».

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέδειξε ζήλο στο να επιλύσει το ζήτημα της εκπροσώπησης της Αιτήτριας στις 10.10.2025 και, κατόπιν της διαδικασίας που ακολούθησε, επιφύλαξε την απόφαση του, την οποία εξέδωσε στις 16.10.2025.  Δεν επέλεξε στη βάση της πληροφόρησης που έλαβε για διορισμό παραλήπτη-διαχειριστή να αναβάλει την εξέταση του ζητήματος, ώστε αφού ειδοποιηθεί ο φερόμενος ως παραλήπτης-διαχειριστής, να αναλάβει και να έχει αυτός, εάν το επιθυμούσε, το χειρισμό του ζητήματος του ποιος εδικαιούτο να διορίσει δικηγόρο για να εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην ενώπιον του αγωγή.  

 

    Στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας αυτής δεν εξετάζεται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.  Αυτό που εδώ ενδιαφέρει και για το οποίο δόθηκε η άδεια είναι κατά πόσο στη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο παραβιάστηκαν τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης και η Αιτήτρια στερήθηκε του δικαιώματος της σε ακρόαση.  Οι επισημάνσεις της Καθ’ ης η Αίτηση είναι ορθές.  Επιβεβαιώνονται από το πρακτικό της δικασίμου.  Η Αιτήτρια εκπροσωπείτο από δικηγόρο.  Τα όσα προβάλλονται με την Αίτηση, δεν ετέθησαν ως αιτήματα ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου.  Προβάλλεται από την Αιτήτρια ότι δεν είχε έγκαιρη πληροφόρηση της μαρτυρίας και των θέσεων της Τράπεζας, δεν είχε πραγματικό δικαίωμα για να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς και δεν είχε επαρκή χρόνο για την προπαρασκευή τους.  Ωστόσο, δεν είχε ζητήσει χρόνο από το κατώτερο Δικαστήριο για μελέτη των στοιχείων ή προετοιμασία.  Και αν δεν υπήρχε συναίνεση στην παρουσίαση των σχετικών εγγράφων, αναμενόμενο ήταν ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε την Αιτήτρια να ζητήσει να του παρασχεθούν αντίγραφα και να προβάλει τις όποιες θέσεις της ή ακόμη και στο σημείο αυτό να αιτηθεί να του παρασχεθεί χρόνος για να εξετάσει τα έγγραφα και να τοποθετηθεί. 

 

    Η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι, κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν έχουν παραβιαστεί τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης και η Αιτήτρια δεν στερήθηκε του δικαιώματος της σε ακρόαση. 

 

    Η Αίτηση απορρίπτεται.

 

    €1.500 έξοδα της Αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.

 

 

 

 

                                                                   Χ. Μαλαχτός, Δ.



[1]   ALPHA PANARETI PUBLIC LTD, Πολ. Αίτ. Αρ.263/2025, ημερ.30.10.2025.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο