ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ κ.α. v. ΛΟΥΚΑΣ ΜΙΧΑΗΛ, Πολιτική Έφεση Αρ. 327/2016, 27/1/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ κ.α. v. ΛΟΥΚΑΣ ΜΙΧΑΗΛ, Πολιτική Έφεση Αρ. 327/2016, 27/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 327/2016)

 

 

 27 Ιανουαρίου, 2026

 

 

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

 

             1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

             2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΥΓΙΑΛΗΣ ΚΑΙ

                 ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ

                 ΩΣ ΣΥΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ

                 ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΥΓΙΑΛΗ

    

 

 Εφεσείοντες/Εναγόμενοι,

 

 

και

 

 

 

ΛΟΥΚΑΣ ΜΙΧΑΗΛ

 

 

Εφεσίβλητος/Ενάγοντας.

________________________________________________

 

Κ. Θεοχαρίδου (κα) για Θεοχαρίδου Κ. Καλυψώ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα.

Ρ. Σχίζας για Ρένος Σχίζας & Συνεργάτες, για τον Εφεσίβλητο.

________________________________________________

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.:  Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

________________________________________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Εφεσίβλητος ήταν ενάγων στην Αγωγή που καταχώρισε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «πρωτόδικο Δικαστήριο»). Σε αυτή ισχυρίζετο ότι ο ίδιος μαζί με τον Εναγόμενο 1[1] και τον Εναγόμενο 2, πριν ο τελευταίος αποβιώσει (εφεξής «ο αποβιώσαντας»), άσκησαν επιχείρηση με την επωνυμία Elysee Night Spot (εφεξής «Επιχείρηση») δυνάμει γραπτής Συμφωνίας ημερ. 13/3/1997. Ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα διορίστηκαν οι Εναγόμενοι 2 /Εφεσείοντες 2.

 

Επειδή, κατά το λογιστή της Επιχείρησης, υπήρχε έλλειμμα στο ταμείο της Επιχείρησης, στην οποία ο Εφεσίβλητος ασκούσε καθήκοντα ταμία, οι άλλοι δύο συνεταίροι του, ήτοι ο Εναγόμενος 1 και ο Αποβιώσαντας, στις 18/11/1997, του ζήτησαν όπως σταματήσει να ασκεί τα καθήκοντα του ταμία, πράγμα που έπραξε, παραμένοντας όμως στην Επιχείρηση, παρακολουθώντας και καταγράφοντας τα διάφορα έσοδα και έξοδα, όπως έπραττε και προηγουμένως που ασκούσε καθήκοντα ταμία, μέχρι την προηγούμενη ημέρα της 6/2/1998, ότε και εκδιώχθηκε από αυτούς, όταν οι τελευταίοι άλλαξαν την κλειδαριά και δεν μπορούσε να εισέλθει στην Επιχείρηση.

 

Ένεκα της κατ’ ισχυρισμό παράνομης εκδίωξής του από συνέταιρος της Επιχείρησης ο Εφεσίβλητος αξίωσε με την Αγωγή του (α) το ποσό των €44.029,52, ως το 1/3 του συνολικού ποσού που καταβλήθηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα, μεταξύ των ημερομηνιών 13/3/1997-2/1/1998, για την αγορά της επιχείρησης, (β) το ποσό των €9.725,44 ως το 1/3 του ποσού που καταβλήθηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα από 16/3/1997-4/2/1998 για εξοπλισμό και επιδιόρθωση της Επιχείρησης, (γ) το ποσό των €16.698,16 ως το 1/3 των καθαρών κερδών της επιχείρησης για το χρονικό διάστημα 1/12/1997-6/2/1998, (δ) το ποσό των €789,37 ως τα 2/3 για ποσά που κατέβαλε ο ίδιος προσωπικά για διάφορα προστίματα, (ε) γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ημερ. 13/3/1997 και (στ) νόμιμο τόκο επί των ως άνω ποσών από 6/2/1998 ή οιονδήποτε άλλο χρόνο ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο.

 

Ο Εναγόμενος 1 και οι διαχειριστές της περιουσίας του Εναγόμενου 2 (Εφεσείοντες), στην Υπεράσπιση τους παραδέχτηκαν την υπογραφή της Συμφωνίας ημερ. 13/3/1997 μεταξύ του Εφεσίβλητου, του Εναγόμενου 1 και του αποβιώσαντα Μ. Κουγιάλη, βάσει της οποίας η Επιχείρηση θα ανήκε κατά 1/3 στον καθένα ενώ η διαχείριση, τα έξοδα και έσοδα της θα μοιράζονταν και αυτά κατά 1/3 μεταξύ τους. Ισχυρίζονταν, επίσης, ότι η συνεισφορά του κάθε ενός από αυτούς δεν ήταν η ίδια και η Επιχείρηση λειτουργούσε στη βάση κοινού τραπεζικού λογαριασμού επ' ονόματι του Εφεσίβλητου και του Εναγόμενου 1, στον οποίο κατατίθονταν οι εισπράξεις και από τον οποίο γίνονταν οι πληρωμές. Προβάλλετο ακόμη ότι με την εν λόγω Συμφωνία διορίζετο ως ανεξάρτητος λογιστής ο Αλέξανδρος Ι. Αλεξάνδρου για την τήρηση των λογιστικών αρχείων της Επιχείρησης. Αποτέλεσε ισχυρισμό τους ότι μετά που αυτοί κατάγγειλαν τον Ενάγοντα/Εφεσίβλητο για υπεξαίρεση, ο τελευταίος ουδέποτε επέστρεψε πίσω και ουδέποτε διεκδίκησε οποιοδήποτε ποσό, παρά μόνο μετά από αρκετά χρόνια με την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Αρνήθηκαν δε ότι του όφειλαν οποιοδήποτε ποσό ή ότι αυτός δικαιούτο οποιοδήποτε ποσό.

 

Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση στο πλαίσιο της οποίας από πλευράς του Εφεσίβλητου κλήθηκαν τέσσερις μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου. Για τους Εναγόμενους μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος 1 και ο λογιστής               Α. Αλεξάνδρου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας την προσαχθείσα μαρτυρία έκρινε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του  Εφεσίβλητου,                       ενώ απέρριψε ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της πλευράς των Εναγόμενων/Εφεσειόντων προβαίνοντας στη συνέχεια στα ανάλογα ευρήματα. Αφού κατέληξε ότι ο Εναγόμενος 1 και ο αποβιώσαντας Μ. Κουγιάλης είχαν εκδιώξει τον Εφεσίβλητο από την Επιχείρηση και το υποστατικό παραβιάζοντας τη μεταξύ τους Συμφωνία, βρήκε ότι ο Εφεσίβλητος είχε αποδείξει τις αξιώσεις του υπό στοιχεία (γ) και (δ) επιδικάζοντας του τα ανάλογα ποσά, ενώ σε σχέση με την αξίωση υπό στοιχείο (α) κατέληξε ότι αποδείχτηκε μέρος του αξιούμενου ποσού, το οποίο και επιδίκασε προς όφελος του. Σε ό,τι αφορά την αξίωση υπό στοιχείο (ε) για γενικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνίας, επιδίκασε προς όφελος του Εφεσίβλητου το ποσό των €500 υπό μορφή ονομαστικών αποζημιώσεων.

 

Η πρωτόδικη δικαστική κρίση και κατάληξη, αντικείμενο της υπό συζήτηση Έφεσης, μετά την απόσυρση της Έφεσης από τον Εφεσείοντα αρ. 1, προσβάλλεται από τους Εφεσείοντες αρ. 2 (εφεξής Εφεσείοντες) με δέκα συνολικά Λόγους Έφεσης.

 

Με τον 1ο Λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η περίοδος των 9 1/2 χρόνων δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρος χρόνος καθυστέρησης, ενώ με τον 9ο Λόγο Έφεσης η παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του Εφεσίβλητου είχε παραγραφεί. Μέσω του 2ου Λόγου Έφεσης, βάλλεται ως εσφαλμένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου, ενώ με τον 3ο Λόγο Έφεσης, η αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο συγκεκριμένων Τεκμηρίων (καταστάσεων λογαριασμού) που ο Εφεσίβλητος κατέθεσε, στη βάση του ότι με τον τρόπο που αξιολογήθηκαν τα εν λόγω Τεκμήρια αντεστράφη το βάρος απόδειξης. Με τον 4ο Λόγο Έφεσης, προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η απαλλαγή του Εφεσίβλητου από το εκ πρώτης όψεως στάδιο ποινικής υπόθεσης που αντιμετώπιζε, αποτελούσε ένα επιπρόσθετο στοιχείο ενδυνάμωσης της αλήθειας των όσων καταγράφονταν σε καταστάσεις εσόδων και εξόδων (Τεκμήρια 11 και 12) που ο ίδιος κατέθεσε. Μέσω του 5ου Λόγου Έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επιχείρηση αγοράστηκε από τον Μ.Χ. έναντι του ποσού των Λ.Κ. 60.000 με πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.40.000 και καταβολή του υπόλοιπου ποσού των Λ.Κ.20.000 με εγγυητική. Με τον 6ο Λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος δικαιούτο το 1/3 μερίδιο από τα κέρδη της Επιχείρησης για την περίοδο από 1/12/1997 μέχρι 5/2/1998, στη βάση του ότι είχε βασιστεί σε Τεκμήρια που ο Εφεσίβλητος είχε ετοιμάσει και τα οποία, σύμφωνα με τη θέση των Εφεσειόντων, δεν είχαν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία λόγω της ύπαρξης ουσιωδών λαθών και ανακριβειών. Ως λανθασμένη προκρίνεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος δικαιούτο το ποσό των Λ.Κ. 462 ως ποσό που κατέβαλε δυνάμει δικαστικής απόφασης, μέσω του 7ου Λόγου Έφεσης. Λανθασμένη προκρίνεται και η επιδίκαση υπέρ του Εφεσίβλητου ποσού €500 ως ονομαστικές αποζημιώσεις, μέσω του 8ου Λόγου Έφεσης. Με το 10ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε εύρημα κατά πόσο υπήρξε παράβαση της επίδικης Συμφωνίας εκ μέρους των Εφεσειόντων ή αν ο Εφεσίβλητος είναι αυτός που τερμάτισε τη Συμφωνία με τις ενέργειες του.

 

Κρίνεται σκόπιμο να εξετασθούν πρώτα ο 1ος  και ο 9ος Λόγος Έφεσης λόγω της καταλυτικής επίπτωσης που ενδέχεται να έχουν σε περίπτωση που θα κριθούν βάσιμοι.

 

Σε ό,τι αφορά τη θέση των Εφεσειόντων για παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του Εφεσίβλητου είχε παραγραφεί, αντικείμενο του 9ου Λόγου Έφεσης, όπως έχει προ πολλού νομολογηθεί, «αν ο διάδικος, υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφό του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση» (βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337, 347). Στην υπόθεση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 551, με αναφορά στην υπόθεση Κασάπη (ανωτέρω), επαναλαμβάνονται τα πιο πάνω, για να προστεθεί πως «η Πολιτική δικαιοδοσία διέπεται από τους δικούς της Κανόνες». Ομοίως, στην Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 636, το θέμα της παραγραφής εξετάστηκε και αποφασίστηκε, αφού προηγουμένως είχε εγερθεί από τον εναγόμενο στην Υπεράσπιση του. Εν προκειμένω, οι Εφεσείοντες ουδέποτε είχαν δικογραφήσει στην Υπεράσπιση που καταχώρισαν θέμα παραγραφής έναντι των αξιώσεων του Εφεσίβλητου. Ως εκ τούτου, η παραγραφή δεν αποτέλεσε επίδικο θέμα. Να επαναλάβουμε το γνωστό, πως τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία η οποία και συνιστά το θεμέλιο της δίκης (Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 836).

 

Ο 1ος Λόγος Έφεσης αφορά τη θέση των Εφεσειόντων περί μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώριση της Αγωγής, σε βαθμό που να καθιστά τη δίκη μη δίκαιη.

 

Η πλευρά των Εφεσειόντων υποστήριξε ότι η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής θα έπρεπε να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη της. Και τούτο στη βάση του ότι «βασικός διάδικος και κατ΄επέκταση μάρτυρας για την υπόθεση του, απεβίωσε». Όπως τέθηκε το όλο ζήτημα από μέρους των Εφεσειόντων, «η πάροδος του μεγάλου χρόνου και συνεπεία αυτής της παρόδου, των συνταρακτικών αλλαγών που επήλθαν, ήτοι ο θάνατος του Εναγόμενου, στέρησε από την δίκη, ένα βασικό και ουσιώδη μάρτυρα». Η δε απουσία της δικής του μαρτυρίας, με βάση τη σχετική εισήγηση, «στέρησαν από την δίκη, του δικαίου χαρακτήρα».

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την πάροδο αναιτιολόγητου και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων, που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στη νομική πτυχή του θέματος,  επεσήμανε ότι, ο χρόνος καθυστέρησης στην καταχώριση της Αγωγής, τον οποίο υπολόγισε στα 9 1/2 χρόνια, δεν μπορούσε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να θεωρηθεί υπέρμετρος ενόψει του ότι «υπήρχαν διάφορά θέματα ανοικτά, όπως η ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα». Επεσήμανε, ακόμη, ότι κατά το χρόνο καταχώρισης της Αγωγής, και οι δύο Εναγόμενοι ευρίσκοντο εν ζωή.

 

Η πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου μας βρίσκει σύμφωνους. Με δεδομένο ότι κατά το χρόνο καταχώρισης της Αγωγής στις 23/7/2007 ο Εναγόμενος 2 ήταν εν ζωή, αποβιώνοντας πέντε και πλέον χρόνια αργότερα, η παράμετρος του θανάτου του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάθρο στήριξης της ως άνω επιχειρηματολογίας των Εφεσειόντων.

 

Κατ’ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω ο 1ος και ο 9ος Λόγος Έφεσης απορρίπτονται.

 

Δεδομένου του γεγονότος ότι πλείστοι Λόγοι Έφεσης (2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος) περιστρέφονται γύρω από την κατ' ισχυρισμό λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, αρκεί να υπομνήσουμε την πάγια νομολογία με βάση την οποία η αξιολόγηση των μαρτύρων αποτελεί κατεξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου που βλέπει και παρακολουθεί τους μάρτυρες ενώ καταθέτουν, με αποτέλεσμα να πλεονεκτεί έναντι του Εφετείου. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται σε ένα πολύ ευρύ πλαίσιο, περιλαμβάνει δε και την υποκειμενική αντίληψη φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος Δικαστή (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 407). Γι' αυτό χρειάζονται ισχυροί λόγοι ανατροπής σε διαπιστώσεις γεγονότων, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Ιωακείμ v. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996 και Fereos Ltd v. Brothers Tobacco Inc (1997) 1 Α.Α.Δ. 378) και μόνο εκεί όπου τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την αξιοπιστία των μαρτύρων δεν είναι ευλόγως επιτρεπτά, αντιστρατεύονται την κοινή λογική, δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία, είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν διαπιστώνονται αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα του σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Μιχαηλίδης v. Οικονομίδης, Πολιτική Έφεση Αρ. 94/2013, ημερ. 30/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:D288). Περαιτέρω, τυχόν αντιφάσεις ή αδυναμίες που υπάρχουν στη μαρτυρία δεν αποτελούν λόγο επέμβασης του Εφετείου, εκτός αν είναι τόσο ουσιώδεις ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε τη μαρτυρία ως αξιόπιστη.

 

Έχουμε εξετάσει με προσοχή τις σχετικές εισηγήσεις και θέσεις της πλευράς των Εφεσειόντων. Οι Λόγοι Έφεσης, που σχετίζονται είτε άμεσα είτε έμμεσα με θέματα αξιολόγησης και αξιοπιστίας, δεν μπορούν να επιτύχουν. Δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε ρήγμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο να πλήττει το καθόλα στέρεο βάθρο της αξιολόγησης στην οποία προέβη. Αντίθετα, κρίνουμε πως ήταν καθ' όλα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα αξιοπιστίας στα οποία προέβη και να καταλήξει, ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Θα εξηγήσουμε στη συνέχεια.

 

Στο πλαίσιο προώθησης του 2ου Λόγου Έφεσης αλλά και του 6ου Λόγου Έφεσης προβλήθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε εντελώς ότι τα τεκμήρια που ετοίμασε και κατέθεσε ο Εφεσίβλητος δεν επιβεβαιώνονταν με οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως αποδείξεις, τιμολόγια και καταστάσεις λογαριασμών από τις τράπεζες και λανθασμένα προέβη στο εύρημα ότι ο Ενάγων είχε αποδείξει ότι δικαιούτο στο 1/3 μερίδιο από τα κέρδη της Επιχείρησης για την περίοδο από 1/12/1997 μέχρι 5/2/1998.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αρχικά κατέγραψε την καλή εντύπωση που του έκανε ο Εφεσίβλητος και τη μη ύπαρξη στη μαρτυρία του σοβαρών και ουσιαστικής σημασίας αντιφάσεων που να πλήττουν την αξιοπιστία του. Ακολούθως επεσήμανε ότι η εκδοχή του ότι και οι τρεις τους, δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 13/3/1997, είχαν ασκήσει από κοινού και ανά 1/3 την Επιχείρηση στην οποία ο ίδιος ανέλαβε ως ταμίας με τη συγκατάθεση των άλλων δύο μέχρι τις 18/11/1997 που του αφαιρέθηκε αυτή η ιδιότητα, συνεχίζοντας, ωστόσο, να παρακολουθεί, να λαμβάνει και να καταγράφει τα έσοδα και έξοδα της Επιχείρησης μέχρι τις 5/2/1998, ως έκανε από την αρχή που ανέλαβε ταμίας, καταγράφοντας μάλιστα αυτά σε Καταστάσεις εσόδων και εξόδων που διατηρούσε, Τεκμήρια 11 και 12,  δεν αμφισβητήθηκε, ούτε κλονίσθηκε.

 

Σε ό,τι δε αφορά το ζήτημα της μη προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων των καταχωρήσεων Τεκμήρια 11 και 12, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:

 

«Επιχειρήθηκε, όμως, να τρωθεί μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος ανέφερε ότι χωρίς τα αποδεικτικά στοιχεία των καταχωρήσεων αυτών, στα Τεκμήρια 11 και 12, δηλαδή οι αποδείξεις, τα τιμολόγια και οιαδήποτε άλλα έγγραφα που σχετίζονται με τα έσοδα και τα έξοδα, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, λογιστικά, τα Τεκμήρια 11 και 12, αφού δεν επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα, που αμέσως πριν περιέγραψα, δηλαδή αποδείξεις, τιμολόγια κλπ. 

 

Κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι οι αποδείξεις, τα τιμολόγια και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετίζοντο με τα έσοδα και τα έξοδα της επιχείρησης παραδίδοντο από τον Ενάγοντα στον ΜΥ2 και δεν τα κατείχε ο ίδιος ο Ενάγοντας.  Επιπλέον, ως ανέφερε ο ΜΥ2, αυτά παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 36913/99 Ε.Δ. Λευκωσίας, Τεκμήριο 18, στην οποία αθωώθηκε από το εκ πρώτης όψεως ο Ενάγοντας και επομένως οι μόνοι που μπορούσαν να ζητήσουν την επιστροφή των Τεκμηρίων αυτών ήταν τα άλλα δύο πρόσωπα που συνέχισαν να ασκούν την Επιχείρηση από τις 06/02/1998 και μετά, χωρίς τον Ενάγοντα και υπό την εταιρεία με την ονομασία Elysee Night Spot Ltd.  Ο Ενάγοντας δεν είχε κανένα δικαίωμα είτε να ζητήσει να του παραδωθούν αυτά, είτε να τα έχει στην κατοχή του και οι μόνοι που μπορούσαν να πράξουν τούτο ήταν οι Εναγόμενοι.» 

 

 

Σε άλλο δε σημείο της Απόφασης του το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε και το γεγονός πως «Ο Ενάγοντας διαφάνηκε ότι τηρούσε τα Τεκμήρια 11 και 12 επί καθημερινής βάσης, καταγράφοντας, ως ταμίας, μέχρι τις 18/11/2007 και ακολούθως μέχρι τις 05/02/1998, όλα όσα εμφαίνονται στα Τεκμήρια αυτά, χωρίς να έχει καταδειχθεί ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα ή σκέψεις». 

 

Όπως προκύπτει, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε καλούς και πειστικούς λόγους για τους οποίους αποδέχτηκε τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου, σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια που αυτός κατάθεσε. Δεν παρέλειψε, δε, να επισημάνει και να σχολιάσει την ύπαρξη κάποιων λαθών στις καταχωρίσεις του οι οποίες, ωστόσο, ως διεφάνη, δεν διαφοροποιούσαν οτιδήποτε σε σχέση με την τήρηση των στοιχείων που αναφέρονταν στις Καταστάσεις εσόδων και εξόδων που τηρούσε, Τεκμήρια 11 και 12.  Τέτοια ήταν η περίπτωση με την επιταγή υπ’ αρ. 57227421 η οποία αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.2000 στο όνομα του Εναγομένου 1 και την καταχώριση της στο Τεκμήριο 22, που ήταν η Κατάσταση για τα ποσά που είχαν ληφθεί από κάθε ένα από τους τρεις συνεταίρους με επιταγές, για το ποσό των Λ.Κ. 20.000. Στην Κατάσταση, ωστόσο, Τεκμήριο 12, υπήρχε καταγεγραμμένη η καταχώριση για το ορθό ποσό των Λ.Κ.2000. Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε ειδική αναφορά στο Τεκμήριο 22, όπου αναγράφονταν οι σχετικές επιταγές ως ποσά ληφθέντα από τον Εναγόμενο 1 και τον αποβιώσαντα, ενώ στις επιταγές αυτές αναγράφονταν άλλα ονόματα. Για το εν λόγω ζήτημα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναλύοντας την προσαχθείσα μαρτυρία ανέφερε και τα εξής:

 

«Το γεγονός ότι στην κατάσταση Τεκμήριο 22, αναγράφονται οι σχετικές επιταγές ως ληφθέντα ποσά από τον Εναγόμενο 1 και τον αποβιώσαντα, ενώ στις αναφερθείσες επιταγές αναγράφονται άλλα ονόματα, ουδόλως επηρεάζει τις σχετικές πιστώσεις που έκανε στον Εναγόμενο 1 και στον Αποβιώσαντα, αφού άλλο είναι ποιος πιστώθηκε τα ποσά ως ληφθέντα από αυτό και άλλο ποιος αναγράφεται στην επιταγή, αφού ήταν θέμα δικό του καθενός από τους δύο σε ποιο τελικά αυτοί επιθυμούσαν να αναγράψουν το όνομά του στην επιταγή.»

 

 

Οι Εφεσείοντες ισχυρίστηκαν, επίσης, στο πλαίσιο προώθησης του 3ου Λόγου Έφεσης, ότι το πρωτόδικο  Δικαστήριο αντί να κρίνει και να αξιολογήσει τα Τεκμήρια που ο Εφεσίβλητος παρουσίασε έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης είναι σε αυτόν, ανέφερε ότι είναι οι Εφεσείοντες που όφειλαν να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία για να καταδείξουν το αναληθές του περιεχομένου των Τεκμηρίων 11 και 12. Έρεισμα για την πιο πάνω τοποθέτηση αποτέλεσε η ακόλουθη αναφορά στην Απόφαση:

 

«Εάν ήθελαν οι Εναγόμενοι να αμφισβητήσουν εμπράκτως και με στοιχεία τις καταχωρήσεις που έκανε ο Ενάγοντας στα Τεκμήρια 11 και 12 με βάση τις αποδείξεις και τα τιμολόγια και άλλα έγγραφα που εκδίδοντο ή λαμβάνοντο από την Επιχείρηση, όφειλαν αυτοί να προσκομίσουν τούτα, για να καταδείξουν το αναληθές του περιεχομένου των Τεκμηρίων 11 και 12

 

Δεν συγκλίνουμε με την τοποθέτηση των Εφεσειόντων. Το πιο πάνω σχόλιο στην πρωτόδικη Απόφαση επ’ ουδενί λόγο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο είχε, στην ενώπιον του υπόθεση, αντιστρέψει το βάρος απόδειξης. Το ζήτημα είναι απλό. Ο Εφεσίβλητος είχε παρουσιάσει όλα τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του αναφορικά με τα έσοδα και έξοδα της Επιχείρησης. Τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, δηλαδή οι αποδείξεις, τα τιμολόγια και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετίζονταν με αυτά τα έσοδα και έξοδα παραδίδονταν από τον Εφεσίβλητο στο λογιστή της Επιχείρησης, Μ.Υ.2. Είναι γι’ αυτό το λόγο που εύλογα το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε πως στο βαθμό που οι Εφεσείοντες διαφωνούσαν με τις Καταστάσεις που παρουσίασε ο Εφεσίβλητος θα μπορούσαν ακριβώς μέσω των αποδείξεων που είχαν στην κατοχή τους να τις αμφισβητήσουν.

 

Ορθή, ωστόσο, είναι η θέση των Εφεσειόντων, η οποία προωθήθηκε στο πλαίσιο του 4ου Λόγου Έφεσης, ότι το γεγονός της αθώωσης του Εφεσίβλητου στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπισε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως «ένα επιπρόσθετο στοιχείο ενδυνάμωσης της αλήθειας των όσων καταγράφονται στα Τεκμήρια 11 και 12 και των ισχυρισμών του..». Πρόκειται όντως για μια ατυχή αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία, ωστόσο, δεν διαπιστώνουμε να επέδρασε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου δυνάμενη να την εκθεμελιώσει. Της αναφοράς αυτής προηγήθηκε η παράθεση από το πρωτόδικο Δικαστήριο σωρείας λόγων για την κατάληξη του ως προς την αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας ως αξιόπιστης.

 

Κατ’ ακολουθίαν των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, ο 2ος, 3ος, 4ος και 6ος Λόγοι Έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και, συνεπώς, απορρίπτονται.

 

Μέσω του 7ου Λόγου Έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος δικαιούτο το ποσό των Λ.Κ.462 ως ποσό που κατέβαλε δυνάμει δικαστικής απόφασης.

 

Εν πρώτοις, ως προκύπτει από την αξίωση του Εφεσίβλητου στην Αγωγή σε συνάρτηση και με τη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο ίδιος είχε καταβάλει, εκ μέρους της Επιχείρησης, το ποσό των Λ.Κ.470 αναφορικά με την απόφαση που εκδόθηκε στην Αγωγή υπ’ αρ. 13053/98 (Τεκμήριο 19), η οποία καταχωρήθηκε από την Εταιρεία Δικαιωμάτων Εκτελέσεως Μουσικών Συνθέσεων Λτδ (The Performing Right Society Ltd) ως δικαιώματα εκτέλεσης μουσικής, όπως τούτο διαπιστώνεται και από τη δέσμη αποδείξεων, Τεκμήριο 20. Επιπλέον, ο Εφεσίβλητος κατέβαλε διάφορα πρόστιμα συνολικού ποσού Λ.Κ.225, ως προκύπτει από δέσμη τριών αποδείξεων που κατάθεσε ως Τεκμήριο 21 αναφορικά με τρεις υποθέσεις Δικαστηρίου που αφορούσαν υποθέσεις που καταχώρισε ο Δήμος Λευκωσίας εναντίον της Επιχείρησης σχετικά με διάφορες παραβάσεις του κέντρου.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας, την οποία έκρινε αξιόπιστη, έκρινε ότι ο Εφεσίβλητος δικαιούτο στο αξιούμενο ποσό των Λ.Κ.462 το οποίο, ως προέκυψε, αντιπροσώπευε τα 2/3 του συνολικού ποσού των Λ.Κ.695 [Λ.Κ.470 + Λ.Κ.225 = Λ.Κ.695], ήτοι το μερίδιο των Εφεσειόντων.

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι διαπιστώσεις και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπό κρίση περίπτωση συνάδουν με την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί την επέμβαση μας.

 

Ως εκ τούτου ο 7ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Με το 10ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν προέβη σε εύρημα κατά πόσο υπήρξε παράβαση της Συμφωνίας Τεκμήριο 1.

 

Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά σε σχέση με τον πιο πάνω Λόγο Έφεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Απόφαση του, σε αντίθεση με τα όσα λέχθηκαν από τους Εφεσείοντες, διατύπωσε σχετικό εύρημα ότι η επίδικη Συμφωνία είχε παραβιασθεί από τους Εναγόμενους.

 

Ο 10ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Μέσω του 5ου Λόγου Έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Επιχείρηση αγοράστηκε από το Μ.Χ. για το ποσό των Λ.Κ.60.000 με πληρωμή ποσού Λ.Κ.40.000 και καταβολή ποσού Λ.Κ.20.000 υπό μορφή εγγύησης. Ειδικότερα προβλήθηκε ότι δεν δικογραφείτο στην Έκθεση Απαίτησης του Εφεσίβλητου η αγορά της Επιχείρησης για τέτοιο ποσό αλλά για ποσό Λ.Κ.77.308.

 

Εξέταση των δικογράφων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία αναδεικνύει ότι το ποσό των Λ.Κ.77.308 περιλάμβανε την αγορά της Επιχείρησης για το ποσό των Λ.Κ.60.000 πλέον τον εξοπλισμό για το ποσό των Λ.Κ.17.308.

 

Σχετική επί του πιο πάνω ζητήματος είναι η ακόλουθη περικοπή από την αντεξέταση του Εφεσίβλητου (σελ. 32 των Πρακτικών):

 

«Ε. Ποιο ήταν το τίμημα πώλησης κύριε μάρτυς;

  Α. Το τίμημα αγοράς εννοείς;

  Ε. Ναι, που αγοράσετε την επιχείρηση Elysee.

  Α. Ήταν 40.000 προκαταβολή, 20.000 εγγυητική και πέραν αυτού 17.308 τα διάφορα που υπήρχαν μέσα ως συστήματα μουσικής, εμπορεύματα, αλκοολούχα ποτά, κλπ.»

 

Επισημαίνεται, περαιτέρω, πως το γεγονός ότι το τίμημα αγοράς της Επιχείρησης ανήρχετο στο ποσό των Λ.Κ.60.000 δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 στη μαρτυρία του.

 

Οι Εφεσείοντες θεωρούν, επίσης, αυθαίρετη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι πέραν των Λ.Κ.10.000 που ο Εφεσίβλητος κατέβαλε ως μέρος της συνεισφοράς του για αγορά της Επιχείρησης, το υπόλοιπο ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει εκ Λ.Κ.10.000, καταβλήθηκε από τον Εφεσίβλητο προς τον Εναγόμενο 1 από τα κέρδη που ο Εφεσίβλητος δικαιούτο από την Επιχείρηση.

 

Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, αποτέλεσε εκδοχή του Εφεσίβλητου η οποία δεν αμφισβητήθηκε, πως στο πλαίσιο της προκαταβολής για την αγορά της Επιχείρησης, που ήταν για το ποσό των Λ.Κ.40.00 ο Εναγόμενος 1 είχε καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.30.000 και αναλογούσε σε κάθε από τους τρεις το ποσό των Λ.Κ.13.333. Ο Εφεσίβλητος κατέβαλε σε σχέση με αυτό το ποσό αρχικά το ποσό των Λ.Κ.10.000 με την επιταγή υπ’ αρ. 10762255, Τεκμήριο 24 και στη συνέχεια το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.3.333. Επίσης ο Εναγόμενος 1 είχε καταβάλει και το ποσό για την εγγύηση των Λ.Κ.20.000 το οποίο πληρώθηκε με επιταγή της δουλειάς τους στις 30/7/1997, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 22. Υπό αυτά τα δεδομένα αναλογούσε στον Εφεσίβλητο το 1/3 από το ποσό των Λ.Κ.20.000, ήτοι, Λ.Κ.6.666, ενώ συνολικά το ποσό των                      Λ.Κ.20.000 [Λ.Κ.10.000 + Λ.Κ.3.333 + Λ.Κ.6.666 = Λ.Κ.20.000].

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι και σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα οι διαπιστώσεις και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου συνάδουν με την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί την επέμβαση μας.

 

Ως εκ τούτου ο 5ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Μέσω του 8ου Λόγου Έφεσης προκρίνεται ως λανθασμένη η επιδίκαση υπέρ του Εφεσίβλητου ποσού €500 ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Στην αιτιολογία του Λόγου αυτού απλώς επαναλαμβάνεται η θέση ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί αυτού του θέματος είναι «εντελώς λανθασμένη και αναιτιολόγητη….ειδικά με τον τρόπο που το ίδιο το δικαστήριο διατυπώνει την απόφαση του», χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση και, κυρίως, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το σφάλμα του Δικαστηρίου.

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την αξίωση του Εφεσίβλητου για γενικές αποζημιώσεις ένεκα παράβασης της επίδικης Συμφωνίας από μέρους των Εναγομένων/Εφεσειόντων έκρινε για τους λόγους που παρέθεσε, ήτοι τη μη ύπαρξη επαρκών στοιχείων, ότι δεν δικαιολογείτο η απόδοση oποιουδήποτε ποσού πέραν από ονομαστικές αποζημιώσεις.

 

Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην πιο πάνω προσέγγιση.

 

Είναι νομολογημένο πως όταν ο Ενάγων αποδεικνύει την παράβαση συμφωνίας ή αδικοπραξία αλλά αποτυγχάνει να αποδείξει τη συγκεκριμένη ζημιά που υπέστη, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάζει ονομαστικές αποζημιώσεις. (Βλ. Αντωνιάδης ν. Σταύρου (1998) 1 Α.Α.Δ. 1171).  Επιδίκαση ουσιαστικών αποζημιώσεων, όχι συμβολικών ή ονομαστικών, είναι δυνατή μόνο όπου αυτές αποδεικνύονται. (Βλ. Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G&C Exhaust Systems Ltd (2001) 1 A.A.Δ. 500).

 

Ως εκ τούτου ο 8ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η υπό συζήτηση Έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

 

 

Επιδικάζονται υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον των Εφεσειόντων έξοδα, ύψους €3.900, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

 

 

 

 

 

                                    Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

 

 

                                      Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

 

 

                                      Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 



[1] Πριν την ακρόαση της Έφεσης ο Εναγόμενος 1 απέσυρε την Έφεση που είχε καταχωρίσει μαζί με τους Εφεσείοντες 2.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο