ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 173/2016)
31 Μαρτίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
1. ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ,
2. ΑΝΤΩΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ,
3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΥΚΑ,
4. ΝΤΙΝΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ,
Εφεσείοντες/Ενάγοντες,
ΚΑΙ
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητος/Εναγόμενος.
____________________
Α. Παπαμιχαήλ (κα) με Σ. Παφίτη για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης,
Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ για Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης
ΔΕΠΕ για τους Εφεσείοντες.
Ε. Φλωρέντζου (κα) Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον
Εφεσίβλητο.
____________________
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Με την παρούσα Έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των Εφεσειόντων, Εναγόντων (αρχικά η αγωγή καταχωρίστηκε εκ μέρους επτά εναγόντων, στην πορεία όμως η αγωγή αποσύρθηκε εκ μέρους τριών από αυτούς, προωθώντας την μόνο οι Εφεσείοντες), εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία εδράζετο σε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων.
Έναυσμα για την έγερση της αγωγής αποτέλεσαν τα ακόλουθα γεγονότα:
Η διάνοιξη των οδοφραγμάτων, κατά τον Απρίλιο του 2003, οδήγησε στην άρση της απαγόρευσης διόδου από και προς τα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία είχε επιβληθεί, συνεπεία της τουρκικής εισβολής του 1974. Κατ’ επέκταση, σε συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 30.4.2003, αποφασίστηκε η υιοθέτηση δέσμης μέτρων αναφορικά με τους Τουρκοκύπριους πολίτες, οι οποίοι έχουν την μόνιμη διαμονή τους στα κατεχόμενα. Μεταξύ των ρηθέντων μέτρων, ήταν και η αποδοχή διακίνησης των Τουρκοκυπρίων πολιτών στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, με τη χρήση των μηχανοκίνητων οχημάτων που χρησιμοποιούν για την διακίνησή τους στις κατεχόμενες περιοχές.
Προς το σκοπό αυτό, τροποποιήθηκαν οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμοί του 1984 με την ΚΔΠ 590/2003 και ΚΔΠ 375/2003, προκειμένου η εν λόγω διακίνηση να καταστεί νόμιμη. Με τους Κανονισμούς αυτούς, δόθηκε εξουσία στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων να χορηγεί άδεια οδικής χρήσης και άδεια οδήγησης σε πολίτες της Δημοκρατίας που δεν έχουν την μόνιμη διαμονή τους εντός των ελεγχόμενων από το κράτος περιοχών, για συγκεκριμένο σκοπό και υπό συγκεκριμένους όρους που ο ίδιος ήθελε επιβάλει.
Υπό το φως των ανωτέρω, οι Εφεσείοντες καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την ως άνω αγωγή, προβάλλοντας ως κεντρικό πυρήνα της αξίωσης τους τον διαφορετικό και άνισο τρόπο που, ως προέβαλαν, αντιμετωπίζει, έκτοτε, η Κυπριακή Δημοκρατία τους Τουρκοκύπριους πολίτες της, οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στα κατεχόμενα, καθ’ ον χρόνο τούτοι διακινούνται με τα οχήματα τους με πινακίδες εγγραφής του ψευδοκράτους στις ελεύθερες περιοχές, σε σύγκριση με τον σχετικό τρόπο αντιμετώπισης των Ελληνοκυπρίων που διαμένουν μόνιμα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.
Με την αγωγή τους οι Εφεσείοντες, αξίωναν αριθμό θεραπειών, μεταξύ των οποίων, δηλωτικές αποφάσεις, απαγορευτικά διατάγματα, καθώς και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Σημειώνεται ότι η αξίωση των Εφεσειόντων περιορίστηκε, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, στο ζήτημα της απαλλαγής των Τουρκοκυπρίων που διαμένουν στα κατεχόμενα, από το να υπόκεινται τα οχήματα τους, που διακινούνται στις ελεύθερες περιοχές, σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας (Μ.Ο.Τ.), στον οποίο υπόκεινται όλα τα οχήματα των Ελληνοκυπρίων που διαμένουν στις ελεύθερες περιοχές και τα οποία διακινούνται στις δημόσιες οδούς.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία ήταν ουσιαστικά αναντίλεκτα, συνοψίζονται ως ακολούθως:
Οι Εφεσείοντες είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρόσφυγες από το 1974 συνεπεία της Τουρκικής εισβολής, που διαμένουν, έκτοτε, στις ελεύθερες περιοχές και οι οποίοι για χρόνια τώρα κατέχουν και οδηγούν οχήματα τα οποία φέρουν πινακίδες εγγραφής της Δημοκρατίας. Τα εν λόγω οχήματα, όποτε τούτο καθίστατο αναγκαίο από τους νόμους και κανονισμούς της Δημοκρατίας, υποβάλλοντο σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας, εξασφαλίζοντας και τα σχετικά πιστοποιητικά καταλληλότητας. Επίσης, οι Εφεσείοντες, όποτε τούτο ήταν αναγκαίο, ανανέωναν τις άδειες κυκλοφορίας για τα εν λόγω οχήματά τους, δυνάμει των προνοιών των σχετικών νόμων και/ή κανονισμών.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία, για τη διέλευση ενός οχήματος από τις κατεχόμενες στις ελεύθερες περιοχές, για το οποίο δεν υπάρχει σε ισχύ άδεια οδικής χρήσης, διενεργείται «οπτικός» έλεγχος» από λειτουργό του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ο οποίος βρίσκεται συνεχώς στα διάφορα οδοφράγματα. Ο εν λόγω λειτουργός εξετάζει, κατά τον πιο πάνω τρόπο, κατά πόσο το ρηθέν όχημα πληροί τους κανόνες ασφαλείας που θα πρέπει να τηρούν τα οχήματα. Στην περίπτωση που, ως αποτέλεσμα του ως άνω ελέγχου, διαφανεί εμφανής παράβαση των ρηθέντων κανόνων, ζητείται από τον οδηγό του, είτε να επιστρέψει πίσω στις κατεχόμενες περιοχές, είτε να μεταφέρει το όχημα στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στα Λατσιά για να τύχει επιθεώρησης και επιδιόρθωσης και, ακολούθως, να εκδοθεί η ετήσια άδεια οδικής χρήσης.
Σημειώνεται ότι αποτέλεσε κοινή θέση των δύο πλευρών ότι, η κοινώς αποδεκτή διαφορετική αντιμετώπιση στον τρόπο ελέγχου των οχημάτων, αποτελεί πολιτική απόφαση και δεν προκύπτει από οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια.
Προς υποστήριξη των θέσεών της η κάθε πλευρά παρουσίασε ένα μάρτυρα. Για τους Εφεσείοντες, κατέθεσε ο Εφεσείων 1 και για τον Εφεσίβλητο, κατέθεσε ο ΜΥ1, εξεταστής στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Αμφότεροι οι μάρτυρες έκαναν καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία τους έγινε δεκτή.
Η αξιοπιστία των πιο πάνω αναφερόμενων μαρτύρων δεν αμφισβητήθηκε, ωστόσο υπήρξε διαφωνία, σε σχέση με τις θέσεις τους ως προς τον έλεγχο, και ιδιαιτέρα τον τρόπο και το εύρος που αυτός διενεργείται από τους λειτουργούς του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στα οχήματα που διέρχονται από τα οδοφράγματα προς τις ελεύθερες περιοχές και τα οποία φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε περαιτέρω ανάλυση του θέματος καθότι, όπως κατέληξε, δεν επρόκειτο για επίδικο θέμα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι στην αγωγή, όπως περιορίστηκε, αξιώνονταν μόνο Δήλωση του Δικαστηρίου, ως η παράγραφος (Α) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης και διάταγμα, ως το (Ε) του παρακλητικού, τα οποία έχουν ως ακολούθως:
«(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος και/ή δι αντιπροσώπων και/ή δια υπαλλήλων του και/ή δια προσώπων που βρίσκονται υπό ευθύνη του, παραβίασε ή παραβιάζει βάσει του Συντάγματος και/ή βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «ΕΣΔΑ») και/ή βάσει της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και/ή του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου δικαιώματα των Εφεσειόντων και ιδίως το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση και το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας, λόγω της μη υποβολής σε Τεχνικό Έλεγχο Καταλληλότητας (ΜΟΤ) των οχημάτων με πινακίδες της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείας Κύπρου» που διέρχονται από τις κατεχόμενες περιοχές προς τις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από κατά ή περί τον Απρίλιο ή Μάϊο του 2003 μέχρι σήμερα, και
(Ε) Έκδοση απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύει στον Εναγόμενο ή και διά αντιπροσώπων ή και διά υπαλλήλων του ή και διά προσώπων που βρίσκονται υπό την ευθύνη του, τη συνέχιση της παραβίασης των εν λόγω συνταγματικών ατομικών δικαιωμάτων των Εφεσειόντων.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το εγειρόμενο με την αγωγή ζήτημα στη βάση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και της εξουσίας του, λόγω της φύσης της απόφασης του οργάνου που την έλαβε, να αποδώσει τις επιζητούμενες θεραπείες στα πλαίσια μιας ιδιωτικής διαφοράς. Καθοδηγούμενο από σχετική νομολογία, κατέληξε ότι τέτοια πράξη δύναται να γίνει είτε με διοικητική ρύθμιση που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας είτε με τη θέσπιση γενικής νομοθεσίας που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος θα ισοδυναμούσε, ως σημείωσε, με υπόδειξη/διαταγή του Δικαστηρίου προς την εκτελεστική εξουσία αναφορικά με τον τρόπο που θα ασκήσει την πολιτική της, και δη ενέργεια που εκφεύγει της αρμοδιότητας της δικαστικής εξουσίας.
Σε σχέση με την αιτούμενη δηλωτική απόφαση, επικαλούμενο σχετική νομολογία, κατέληξε ότι αυτή δεν δύναται να εκδοθεί καθότι δεν θα επιφέρει, οποιοδήποτε χειροπιαστό όφελος στους Εφεσείοντες, αφού δεν επιδιώκουν οποιαδήποτε αποζημίωση ή έστω απαλλαγή τους από οποιανδήποτε σχετική υποχρέωση που τους επιβάλλουν οι νόμοι και/ή οι κανονισμοί της Δημοκρατίας. Ούτε θα διαφοροποιήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την καθημερινότητα τους και/ή τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους.
Υπό το φως των ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η περαιτέρω ενασχόλησή του αναφορικά με το κατά πόσο η διαφορετική επίδικη αντιμετώπιση των πολιτών του κράτους ισοδυναμεί με άνιση μεταχείριση, κατά παράβαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος και των αντίστοιχων προνοιών των Ευρωπαϊκών Συμβάσεων και γενικά του Ευρωπαϊκού Δικαίου, ήταν αχρείαστη.
Με τρεις λόγους έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης.
Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται ότι κακώς το Δικαστήριο θεώρησε ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών εμποδίζει την έκδοση απόφασης ως η αξίωση, κρίνοντας ότι δεν θα μπορούσε να αποδώσει θεραπεία, διενεργώντας πράξη για την οποία αποκλειστική αρμοδιότητα έχει, είτε η εκτελεστική είτε η νομοθετική εξουσία.
Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται ότι κακώς το Δικαστήριο θεώρησε ότι η ικανοποίηση των αξιώσεων τους ήταν αδύνατη και εσφαλμένα έκρινε ότι δεν θα μπορούσαν να χορηγηθούν τα αιτούμενα διατάγματα και δηλωτικές αποφάσεις, ενώ λανθασμένα θεώρησε ότι δεν ζητούνταν αποζημιώσεις.
Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι ήταν αχρείαστη η ενασχόληση του με το ζήτημα κατά πόσο η διαφορετική επίδικη αντιμετώπιση των πολιτών του κράτους συνιστούσε άνιση μεταχείριση κατά παράβαση του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Ευρωπαϊκού δικαίου.
Κεντρικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση αποτελεί το κατά πόσο η διαφορετική αντιμετώπιση των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στα κατεχόμενα, όταν αυτοί μετακινούνται με τα οχήματα τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, συνιστά άνιση μεταχείριση κατά παράβαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει το εν λόγω ζήτημα, το οποίο εγείρετο με την αγωγή.
Με βάση τη νομολογία, η παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων θεμελιώνει αφ΄ εαυτής αγώγιμο δικαίωμα ενώπιον των Επαρχιακών Δικαστηρίων, τόσο για την παρεμπόδιση της παράβασης, όσο και για την επιδίκαση αποζημιώσεων. Στην Γιάλλουρος ν. Νικολάου (2001) 1 Α.Α.Δ. 558 αποφασίστηκε ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου έχουν καθολικό χαρακτήρα και πως οι πάντες δεσμεύονται να σέβονται και να αφίστανται από κάθε πράξη προσβολής τους. Οι πολίτες έχουν υποχρέωση να τα σέβονται στις μεταξύ τους σχέσεις και τυχόν παράβαση τους δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα υπέρ του προσώπου του οποίου το δικαίωμα παραβιάζεται έναντι αυτού που το έχει παραβιάσει. Οι δε θεραπείες που μπορεί να χορηγηθούν στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, ως επισημάνθηκε στην ίδια υπόθεση περιλαμβάνουν «… αποζημιώσεις προς αποκατάσταση τρωθέντων δικαιωμάτων, επανόρθωση προκληθείσας βλάβης, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα και θεραπείες παρεμφερείς προς αυτές.».
Με δεδομένο ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι, εν πολλοίς, παραδεκτά, το κατά πόσο υπήρξε στην προκείμενη περίπτωση διαφορετική μεταχείριση εξαρτάται από την υπαγωγή των γεγονότων στο νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει το ζήτημα. Ως εκ τούτου, παρέχεται, στη βάση του άρθρου 25(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, εξουσία στο παρών Δικαστήριο να το εξετάσει. Αυτή ήταν και η θέση των δύο πλευρών όταν ρωτήθηκαν περί τούτου κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της έφεσης.
Αποτελεί θέση των εφεσειόντων ότι, με δεδομένη την ύπαρξη διακριτής μεταχείρισης των Τουρκοκυπρίων από τη Δημοκρατία, θα έπρεπε να υπάρχει επαρκής λόγος που να τη δικαιολογεί, κάτι το οποίο δεν έχει προταθεί από πλευράς Δημοκρατίας. Κατά την εισήγηση, δεν έχουν προταθεί από τη Δημοκρατία συγκεκριμένοι λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις, θα ήταν αδύνατος ή ανέφικτος ένας παρόμοιος τεχνικός έλεγχος και ότι έχουν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια, χωρίς να είναι κατορθωτή, στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, οποιαδήποτε άλλη μέθοδος με την οποία να διέρχονται νόμιμα τα οχήματα των Τουρκοκυπρίων κατοίκων στις ελεύθερες περιοχές.
Το Άρθρο 28 του Συντάγματος προνοεί:
«1. Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.
2. Έκαστος απολαύει πάντων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προβλεπομένων υπό του Συντάγματος άνευ ουδεμιάς δυσμενούς διακρίσεως αμέσου ή εμμέσου εις βάρος οιουδήποτε ατόμου ένεκα της κοινότητος, της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, της γλώσσης, του φύλου, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της γεννήσεως, του πλούτου, της κοινωνικής τάξεως αυτού ή ένεκα οιουδήποτε άλλου λόγου, εκτός εάν διά ρητής διατάξεως του Συντάγματος ορίζηται το αντίθετον.
3. Ουδείς πολίτης δικαιούται να χρησιμοποιή τίτλον ευγενείας ή κοινωνικής διακρίσεως ή να απολαύη οιουδήποτε προνομίου εκ ταύτης εντός των εδαφικών ορίων της Δημοκρατίας.
4. Ουδείς τίτλος ευγενείας ή άλλης κοινωνικής διακρίσεως απονέμεται ή αναγνωρίζεται εν τη Δημοκρατία.».
Η αρχή της ισότητας, με βάση πάγια νομολογία, δεν υποδηλώνει ακριβή αριθμητική ισότητα, αλλά διασφαλίζει από αυθαίρετες διαφοροποιήσεις και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Republic v. Arakian a.o. (1972) 3 C.LR. 294, Mikrommatis v. The Republic 2 R.S.C.C. 125). Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει ουσιαστική ομοιογένεια ή ανομοιογένεια, προκειμένου να δικαιολογείται η όμοια μεταχείριση ή η αντίστοιχη διάκριση (Νικολαΐδου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 7).
Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται και στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Σχετική είναι η υπόθεση Zarb Adami v. Malta (Application No 17209/02, date 20/6/2006), την οποία επικαλέστηκε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσειόντων.
Ως ήδη πιο πάνω έχει αναφερθεί, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι στην ουσία αναντίλεκτα. Από αυτά προκύπτει η ύπαρξη διακριτής μεταχείρισης μεταξύ Ελληνοκυπρίων που διαμένουν στη Δημοκρατία και Τουρκοκυπρίων που διαμένουν μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές, τα οχήματα των οποίων διακινούνται στις ελεύθερες περιοχές περιοδικά, ως προς τον τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας των οχημάτων τους. Πρόκειται περί δύο ομάδων πολιτών όπου, στην περίπτωση των Τουρκοκυπρίων διαμένουν μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές και διακινούνται περιοδικά στις ελεύθερες περιοχές και των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στις ελεύθερες περιοχές και τα οχήματα τους υπόκεινται στους σχετικούς νόμους και κανονισμούς που θεσπίζονται και ισχύουν στη Δημοκρατία.
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, η διακριτή αντιμετώπιση των δύο ομάδων πολιτών, είναι εύλογη και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι υπάρχει έλεγχος στα οδοφράγματα, ο οποίος, όμως, αρχικά είναι οπτικός, με δυνατότητα, αν τούτο κριθεί αναγκαίο, να ακολουθήσει τεχνικός έλεγχος.
Υπενθυμίζεται ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερ. 30.4.2003, ως προς τη ρύθμιση της διακίνησης οχημάτων που χρησιμοποιούνται από Τουρκοκύπριους που διαμένουν στα κατεχόμενα, από και προς τις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, έγινε «ώστε να επιτρέπεται η πρόσβαση τους με νόμιμο τρόπο….».
Ενόψει της εν λόγω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμοί του 1984 (ΚΔΠ 375/2003[1] και ΚΔΠ 590/2003[2]) τροποποιήθηκαν, προκειμένου η διακίνηση των πολιτών που δεν έχουν τη μόνιμη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές να καταστεί νόμιμη.
Είναι προφανές ότι η υπό συζήτηση υπόθεση αφορά σε δύο διακριτές ομάδες πολιτών, αφενός, τους Τουρκοκύπριους που διαμένουν μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές και, αφετέρου, τους Ελληνοκύπριους που διαμένουν μόνιμα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Οι Τουρκοκύπριοι μεταβαίνουν προσωρινά στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενώ οι Εφεσείοντες είναι μόνιμοι κάτοικοι, με τα οχήματα τους να είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Αντίθετα, τα οχήματα των Τουρκοκυπρίων δεν εγγράφονται στα εν λόγω μητρώα και τους παρέχεται άδεια οδικής χρήσης για συγκεκριμένο σκοπό και υπό συγκεκριμένους όρους, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τα μηχανοκίνητα οχήματά τους στις ελεύθερες περιοχές και τα οποία έχουν για τη διακίνησή τους στις κατεχόμενες περιοχές. Στα οδοφράγματα, είναι παρών λειτουργός του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ο οποίος διεξάγει έλεγχο των οχημάτων των Τουρκοκυπρίων, έστω και εάν αυτός δεν είναι τεχνικός. Στην περίπτωση δε που διαφανεί εμφανής παράβαση των ρηθέντων κανόνων, ζητείται από τον οδηγό του, είτε να επιστρέψει πίσω στις κατεχόμενες περιοχές, είτε να μεταφέρει το όχημά του στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στα Λατσιά για να τύχει επιθεώρησης και επιδιόρθωσης και ακολούθως να εκδοθεί η ετήσια άδεια χρήσης. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η απόφαση να τυγχάνουν αυτής της διαφορετικής αντιμετώπισης οι Τουρκοκύπριοι λήφθηκε στο πλαίσιο ενός πακέτου μέτρων της Δημοκρατίας προς τους Τουρκοκύπριους κατοίκους των κατεχόμενων περιοχών.
Ως έχει ήδη σημειωθεί, η αρχή της ισότητας δεν υποδηλώνει ακριβή αριθμητική ισότητα και, επομένως, δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων και υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας, όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας όταν η διάκριση στηρίζεται σε εύλογα και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία βρίσκονται σε αναλογία με το σκοπό που επιδιώκουν να εφαρμόσουν (Ζίζιρου κ.α ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ 631, Republic v. Arakian (1972) 3 C.L.R. 294, Σεργίδη ν. Δημοκρατίας (1991)1 Α.Α.Δ 119 κ.ά.).
Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Α.Ν. Λοϊζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», σελ. 174, αναφορικά με το Άρθρο 28 του Συντάγματος:
«Η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται με το Άρθρο αυτό, από την έκφραση «ίσοι ενώπιον του νόμου» στην πρώτη παράγραφο και «δυσμενούς διάκρισης» στη δεύτερη, δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά προστατεύει μόνο από αυθαίρετη διάκριση χωρίς να αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις. Αυτό ισχύει με την ίδια δύναμη στην ερμηνεία της πρώτης παραγράφου του Άρθρου 24, η οποία είναι μια πτυχή της γενικής αρχής της ισότητας. Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως των ακραίων ορίων. Ίση ρύθμιση υφίσταται όταν ενεργείται όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια μεταχείριση των ανομοίων. Η όμοια μεταχείριση για να είναι ίση προϋποθέτει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Αναφορικά με το δικαστικό έλεγχο, ο Δικαστής οφείλει να ερευνά αν πράγματι υπάρχει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων.»
Εν προκειμένω, υπάρχουν δύο διαφορετικές ομάδες πολιτών, όπως πιο πάνω αναλύθηκε, οι οποίες τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης ως προς τον τρόπο ελέγχου της καταλληλότητας των οχημάτων τους. Διαφοροποίηση εκ των πραγμάτων εύλογη και αναλογική ως κρίνεται. Η δε αναφορά του Μ.Ε.1 ότι αυτή η διάκριση προξενεί ανασφάλεια, αναστάτωση, θλίψη και ταλαιπωρία είναι γενική και αόριστη.
Τα πιο πάνω σφραγίζουν και την τύχη της έφεσης, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι εναπομείναντες λόγοι έφεσης.
Η έφεση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αντικείμενο της έφεσης κρίνουμε δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
ΔΑΥΙΔ, Δ.
/ΧΤΘ
[1] Με την Κανονιστική Διοικητική Πράξη (Κ.Δ.Π.) 375/2003 τροποποιήθηκε ο Καν. 43 με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου (3): «(3) Διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και παρά τις διατάξεις των παραγράφων (Ι) και (2), ο Έφορος δύναται να χορηγεί ατελώς με ή χωρίς τη συμπλήρωση οποιασδήποτε αίτησης, προσωρινή άδεια οδήγησης σε πολίτη της Δημοκρατίας ο οποίος δε διαμένει μόνιμα στις ελεγχόμενες από το κράτος περιοχές για καθορισμένη περίοδο και καθορισμένο σκοπό και υπό τέτοιους όρους όπως αυτός θα ήθελε αποφασίσει.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, 'έκρυθμη κατάσταση' σημαίνει τη δημιουργηθείσα κατάσταση ως συνέπεια της τουρκικής εισβολής η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης αυτής.».
[2] Mε την Κανονιστική Διοικητική Πράξη (Κ.Δ.Π.) 590/2003 τροποποιήθηκε ο Καν. 4 με την προσθήκη της ακόλουθης νέας επιφύλαξης: «Νοείται περαιτέρω ότι διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και παρά τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου (1), ο Έφορος δύναται να χορηγεί, ατελώς με ή χωρίς τη συμπλήρωση οποιασδήποτε αίτησης, σε πολίτη της Δημοκρατίας που δε διαμένει μόνιμα στις ελεγχόμενες από το κράτος περιοχές, προσωρινή άδεια οδικής χρήσης στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μη εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος για καθορισμένη περίοδο και καθορισμένο σκοπό και υπό τέτοιους όρους όπως αυτός θα ήθελε αποφασίσει.».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο