DURGA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1014/2025, 23/1/2026
print
Τίτλος:
DURGA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1014/2025, 23/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                                                      Υπόθεση Αρ. 1014/2025

 

                                                  23 Ιανουαρίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

DURGA, από την Ινδία

                                                                                                              Αιτητής,

                             v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

                                                                                Καθ' ων η Αίτηση

 

 

Χρ. Π. Χριστοδουλίδης, δικηγόρος για τον Αιτητή.

Ρ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για τους Καθ' ων η Αίτηση.

  ___________________

 

                                                

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Ο αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά απόφασης ημερομηνίας 12/09/2025, των Καθ’ ων η Αίτηση, η οποία αφορούσε την κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη, δυνάμει του άρθρου 6(1) (ζ) και (κ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, του διατάγματος απέλασης του αιτητή και του διατάγματος κράτησης του μέχρις ότου απελαθεί, με ίδια ημερομηνία, τα οποία διατάγματα εκδόθηκαν ταυτόχρονα στην βάση του περί αλλοδαπών και μετανάστευσης νόμου.  

 

Ως καταγράφεται στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και προκύπτει από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, αλλά και του φακέλου από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ο οποίος περιλαμβάνει έγγραφα τα οποία φέρουν το χαρακτηρισμό «Απόρρητα έγγραφα» και έχουν όλα κατατεθεί στο Δικαστήριο, τα σχετικά με την παρούσα γεγονότα έχουν ως ακολούθως:

 

Ο αιτητής είναι υπήκοος Ινδίας ο οποίος στις 18/10/2015 εισήλθε στη Δημοκρατία, ως φοιτητής, με προσωρινή άδεια, η οποία είχε ισχύ μέχρι την 30/09/2018. Στις 03/08/2018, τέλεσε πολιτικό γάμο με Ρουμάνα υπήκοο και στις 08/08/2018, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης MEU2, ως σύζυγος γυναίκας από την Ρουμανία. Ακολούθησε στις 31/03/2019 έλεγχος γνησιότητα του γάμου του Αιτητή, οπότε και διαπιστώθηκε ότι το ζεύγος δεν μπορούσε να εντοπιστεί ενώ το ενοικιαστήριο έγγραφο που υποβλήθηκε στα πλαίσια της αίτησής του διαπιστώθηκε ότι ήταν πλαστό. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 30/07/2019 η αίτηση του Αιτητή για άδεια παραμονής ως σύζυγος ευρωπαίου πολίτη απορρίφθηκε.

 

Στις 29/05/2019, ο Αιτητής ζήτησε διεθνή προστασία. Η αίτησή του Αιτητή απορρίφθηκε λόγω σιωπηρής απόσυρσής της την 05/08/202.

 

Στις 21/08/2019 ο Αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με άλλη Ρουμάνα υπήκοο και στις 27/08/2019 αποτάθηκε για διευθέτηση της παραμονής του ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε, η ευρωπαία σύζυγος του Αιτητή ήταν παντρεμένη στο παρελθόν με άλλο αλλοδαπό. Ωστόσο, στις 24/10/2019 παραχωρήθηκε στον Αιτητή άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι και τις 24/10/2024.

 

Στις 22/10/2019, ο Κεντρικός Αστυνομικός Σταθμός Λευκωσίας πληροφόρησε το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ότι εναντίον του Αιτήτη διευρευνάτο υπόθεση εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις. Στις 27/05/2020, ο Αστυνομικός Σταθμός Λευκωσίας ενημέρωσε την Υπεύθυνη Αρχείου Πληθυσμού ότι εναντίον του Αιτητή διερευνούνταν ποινικά αδικήματα και για τους σκοπούς του εν λόγω έργου ήταν αναγκαία η λήψη κατάθεσης από τον Αιτητή και το πρωτότυπο του ενοικιαστηρίου εγγράφου που υπήρχε στον διοικητικό του φάκελο. Στις 15/07/2020, Υπεύθυνος Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Δομέτιου πληροφόρησε την Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Τμήματος ότι εναντίον του Αιτητή διευρευνάτο υπόθεση πλαστογραφίας ενοικιαστηρίου συμβολαίου. Στις 24/02/2023 καταχωρίστηκε εναντίον του Αιτητή η ποινική υπόθεση αρ. 697/23, σύμφωνα με το κατηγορητήριο της οποίας ο Αιτητής μαζί με τους συγκατηγορούμενούς του μεταξύ των ημερομηνιών 13/02/2023 και 14/02/2023 στον Άγιο Δομέτιο της Επαρχίας Λευκωσίας, εσκεμμένα και παράνομα έθεσαν φωτιά σε μηχανοκίνητο όχημα.

 

Στις 25/09/2024, ο Αιτητής απηύθυνε μέσω νομικού εκπροσώπου του αίτημα για επανεγγραφή του ως συζύγου Ευρωπαίας πολίτη. Την ίδια ημέρα, το Τμήμα απάντησε στους εκπροσώπους του Αιτητή, μεταξύ άλλων, ότι ο πελάτης τους διατηρεί δικαίωμα παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτη μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του και πως η αποδοχή ή μη νέας αίτησης αφορά στις επιφυλάξεις σχετικά με το κατά πόσον ο Αιτητής συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, βάσει του άρθρου 29(4) του Ν.7(Ι)/2007. Στις 18/10/2024, απηύθυνε εκ νέου αίτημα για έγκριση κατάθεσης αίτησης για δελτίο διαμονής ως μέλος οικογένειας Ευρωπαίου πολίτη και στις 26/02/2025, ο Αιτητής αιτήθηκε την έγκριση κατάθεσης αίτησης για δελτίο διαμονής ως μέλος οικογένειας Ευρωπαίου πολίτη, δυνάμει του Ν.7(Ι)/2007με την Ευρωπαία πολίτη σύζυγό του. Στις 10/03/2025, ο δικηγόρος του Αιτητή αποτάθηκε στο Τμήμα ζητώντας την έγκριση του αιτήματός του πελάτη του. Στις 14/03/2025, o δικηγόρος του Αιτητή ενημερώθηκε πως θα ζητείτο ενημέρωση από τον Αρχηγό της Αστυνομίας και θα λάμβανε απάντηση. Στις 17/03/2025, κατατέθηκε αίτηση του αιτητή για έκδοση δελτίου μόνιμης διαμονής, η οποία ωστόσο εκ των υστέρων  διαπιστώθηκε ότι δεν θα έπρεπε να είχε παραληφθεί και θα έπρεπε να ακυρωθεί να επιστραφεί το τέλος κατάθεσής της. Ειδικότερα, η εν λόγω αίτηση όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης, παραλήφθηκε εκ παραδρομής από το Τμήμα καθότι χρειαζόταν εκ των προτέρων έγκριση για να παραληφθεί, και ως εκ τούτου, o αρμόδιος Κλάδος προχώρησε στην ακύρωση της αίτησης στις 09/07/2025. Στις 19/03/2025, τα στοιχεία του Αιτητή καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων. Στις 15/7/2025, ο Αιτητής συνελήφθη, καθώς εκκρεμούσαν 5 δικαστικά εντάλματα προστίμου εναντίον του. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης με απόρρητα έγγραφα,  ο Αιτητής απασχόλησε την Δημοκρατία σε πολλές ποινικές υποθέσεις.

 

Στις 15/07/2025, η Ρουμάνικης υπηκοότητας σύζυγος του Αιτητή κατέθεσε στην Αστυνομία, μεταξύ άλλων, ότι ο Αιτητής της ζήτησε διαζύγιο, ότι η ίδια θα του έδινε το διαζύγιο και θα επέστρεφε στην Ρουμανία για να ζήσει με τα παιδιά της, ότι ο σύζυγός της είχε σχέση με μια άλλη γυναίκα και πως αυτός επέστρεψε για να ζήσει μαζί με άλλους παράνομους μετανάστες και χωρίς τη συγκατάθεση της ίδιας στο σπίτι της, το ενοικιαστήριο συμβόλαιο του οποίου ήταν υπό το όνομά της και δεν συμφωνούσε με αυτό. Σχετική κατάθεση της συζύγου ημερ. 15/07/2025 εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο ως Ερ. 117 και 125. Ομοίως εντός του φακέλου εντοπίζεται αίτηση αρ. 118/2025 ημερ. 17/02/2025 με την οποία ο αιτητής ζητά λύση του γάμου του με την εν λόγω ευρωπαία υπήκοο, χωρίς να φαίνεται αν εκδόθηκε σχετικό διαζύγιο.

 

Στις 19/07/2025, ο Αιτητής, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Στις 20/07/2025, επιδόθηκαν στον Αιτητή η απόφαση με την οποία ενημερωνόταν ότι θεωρείτο απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) και (ζ) του Κεφ. 105, λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία όταν η αίτησή του για άδεια παραμονής ως εξαρτώμενος ευρωπαίου πολίτη ακυρώθηκε και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης.

 

Στις 20/07/2025 καταχώρισε την προσφυγή αρ. 783/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου εναντίον της απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη ημερομηνίας 20/07/2025, καθώς και των διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του ίδιας ημερομηνίας. Στις 12/09/2025, εκδόθηκαν εκ νέου διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ)(ζ) του Κεφ. 105 καθότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 24/10/2024, όταν η άδεια παραμονής τους έληξε και είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, ενώ τα διατάγματα κράτησης και απέλασης του Αιτητή ημερομηνίας 20/07/2025 ακυρώθηκαν. Η απόφαση της διοίκησης ημερ. 12/09/2025 κοινοποιήθηκε στον αιτητή αυθημερόν και ακολούθως, μέσω του δικηγόρου του καταχώρησε την παρούσα Προσφυγή.

 

Τα επίδικα διατάγματα, όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο τους όσο και από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, βάσει του Κεφ. 105, λόγω του ότι ο αιτητής κατέστη απαγορευμένος μετανάστης από τις 24/10/2024 όταν η άδεια παραμονής του έληξε και συνεπεία του ότι η προσωπική συμπεριφορά του θεωρήθηκε ότι αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και σοβαρή απειλή κατά της ασφάλειας της κοινωνίας και συνακόλουθα απειλή κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας της Δημοκρατίας για τους λόγους που αναφέρονται. Συγκεκριμένα, στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου αναγράφεται ότι από μαρτυρία που κατέχουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους εναντίον του αιτητή, προκύπτει ότι, υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ενέχεται σε διάφορα ποινικά αδικήματα, συμπεριλαμβανομένης της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, πλαστογραφία εγγράφων, πυρπόληση μηχανοκίνητου οχήματος και ότι συμμετέχει σε κύκλωμα που ασχολείται με τη διακίνηση μεταναστών και στη συνέχεια αναλαμβάνει τις διαδικασίες εγγραφής τους στις διάφορες υπηρεσίες του κράτους. Η αιτιολογία αυτή υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των επιστολών της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης οι οποίες φέρουν το χαρακτηρισμό «Απόρρητο», βάσει των οποίων οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι ο αιτητής κατέστη απαγορευμένος μετανάστης από τις 24/10/2024 όταν η άδεια παραμονής του έληξε ενώ ακόμα αποτελεί κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία και την ασφάλεια της Δημοκρατίας.

 

Η Διευθύντρια του Τ.Α.Π.Μ. κατόπιν εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών, δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ.105, έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέσει υπό κράτηση τον αιτητή για τον σκοπό της απομάκρυνσής του από το έδαφος της Δημοκρατία, εφόσον διαπιστώνεται ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του, όπως και έπραξε εκδίδοντας το Διάταγμα Κράτησης.  Όπως προκύπτει από το κείμενο του εν λόγω Διατάγματος, η Διευθύντρια του Τ.Α.Π.Μ., εξέτασε την πιθανότητα επιβολής στον αιτητή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, την οποία και απέκλεισε λόγω της διαπίστωσης ότι η προσωπική συμπεριφορά του αιτητή αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και σοβαρή απειλή κατά της ασφάλειας της κοινωνίας και συνακόλουθα απειλή κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας της Δημοκρατίας για τους λόγους που αναφέρονται στο Διάταγμα Απέλασης του,

 

Σχολιάζοντας διαδοχικά όλους τους λόγους ακύρωσης τους οποίους προβάλει ο αιτητής, με τη σειρά που τους προωθεί μέσω της γραπτής του αγόρευσης, διαπιστώνω τα ακόλουθα.

 

Ο αιτητής, ως καταγράφει στη προσφυγή του και προωθεί με την γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του, υποστηρίζει ότι η απόφαση κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη και συνακόλουθα τα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διατάγματα κράτησης και απέλασης πάσχουν, αφού η απόφαση λήφθηκε καταχρηστικά, είναι αποτέλεσμα σειράς παραβιάσεων της νομοθεσίας αλλά και των αρχών που διέπουν τη λειτουργίας της διοίκησης.  Κατά κύριο λόγο, ο αιτητής προωθεί ως λόγους ακύρωσης ότι, η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα ή/και επαρκή έρευνα και στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας. Ισχυρίζεται ο δικηγόρος του ότι, οι Καθ’ ων η αίτηση τελούν υπό άγνοια περί τα γεγονότα  ή  προσπαθούν  να  διαστρεβλώσουν  τα  πραγματικά γεγονότα ώστε να παρουσιάσουν διαφορετική εικόνα από αυτή που είναι η πραγματικότητα Επίσης υποστηρίζει ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας του αιτητή, είναι αποτέλεσμα διαδικασίας που πλήττει τη καλή πίστη και την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του διοικούμενου, ενώ προβάλει ότι οι Καθ’ ων οι αίτηση ενήργησαν αυθαίρετα και κατά παράβαση των Αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης, με κακοπιστία, έλλειψη αντικειμενικότητας και αμεροληψίας και προκατάληψη. Ακόμα, υποστηρίζει ο δικηγόρος του αιτητή ότι, οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν δικαιολογούν γιατί έκριναν τον αιτητή ως πραγματική, ενεστώσα και σοβαρή απειλή κατά της ασφάλειας της Δημοκρατίας, ενώ αμφισβητεί ότι η σύζυγος του αιτητή είχε πρόθεση να αποχωρήσει από το έδαφος της Δημοκρατίας αλλά και στρέφεται, μέσω των αγορεύσεών του κατά του κύρους και της προσωπικότητας της εν λόγω γυναίκας. Τέλος υποστηρίζει ότι, το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατά παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 18ΠΣΤ του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου.

 

Αντίθετα, η θέση της δικηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση είναι ότι το διάταγμα κράτησης του αιτητή είναι ορθό και νόμιμο, όπως και το διάταγμα απέλασης αυτού, και ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με το Νόμο και την αποφασιστική εξουσία που παρέχεται στη Διευθύντρια από το άρθρο 14 του Κεφ. 105, να εκδίδει διατάγματα κράτησης σε απαγορευμένους μετανάστες που βρίσκονται στο έδαφος της Δημοκρατίας, με σκοπό την απέλαση τους.

 

Προτού προχωρήσω στον σχολιασμό των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, σημειώνω ότι, οι επίδικες αποφάσεις εκδόθηκαν τόσο επειδή είχε λήξει η άδεια παραμονής του αιτητή όσο και λόγω του ότι κρίθηκε από το αρμόδιο όργανο της διοίκησης πως η προσωπική συμπεριφορά του αιτητή αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και σοβαρή απειλή κατά της ασφάλειας της κοινωνίας και συνακόλουθα απειλή κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας της Δημοκρατίας, για τους λόγους που αναφέρονται στο διάταγμα απέλασης του και καταγράφονται πιο κάτω.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) (ζ) και (κ) του Κεφ.105 (η έμφαση προστίθεται):

 

«Απαγoρευμέvoι μεταvάστες

 

6.-(1)   Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:-

 

(ζ)     oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo φαίvεται από μαρτυρία τηv oπoία τo Υπoυργικό Συμβoύλιo δυvατό vα θεωρήσει επαρκή, ότι εvδέχεται vα συμπεριφερθεί κατά τέτoιo τρόπo πoυ vα καταστεί επικίvδυvo στηv ησυχία, δημόσια τάξη, έvvoμη τάξη ή δημόσια ήθη ή vα πρoκαλέσει έχθρα, μεταξύ τωv πoλιτώv της Δημoκρατίας και της Αυτής Μεγαλειότητας ή vα ραδιoυργήσει εvαvτίov της εξoυσίας της Αυτής Μεγαλειότητας και αρχής στη Δημoκρατία

 

(κ)     oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv·» (η έμφαση δική μας)

 

          Το Άρθρο 14 του Κεφ.105, προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«14.-(1) Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ και τωv όρωv oπoιασδήπoτε άδειας ή έγκρισης πoυ χoρηγήθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv πoυ εκδόθηκαv βάσει αυτoύ και με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου, o Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης δύvαται vα διατάξει oπoιoδήπoτε αλλoδαπό o oπoίoς είvαι απαγoρευμέvoς μεταvάστης ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo, αφoύ εισήλθε στη Δημoκρατία με άδεια vα παραμείvει σε αυτή για περιoρισμέvη περίoδo, παραμέvει στη Δημoκρατία μετά τηv παρέλευση της περιόδoυ αυτής ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo περιλαμβάvεται εvτός της κατηγoρίας πoυ απαριθμείται στηv παράγραφo (θ) τoυ εδαφίoυ (1) τoυ άρθρoυ 6 vα απελαθεί από τη Δημoκρατία και, εv τω μεταξύ, vα τεθεί υπό κράτηση

          Πρόσθετα, σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι και η διάταξη του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, οι οποίες έχουν ως εξής:

 

«18ΠΣΤ.- (1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν

(α)          υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, ή

(β)          ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.»

 

Στη παρούσα υπόθεση τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (Τ.Α.Π.Μ.), ασκώντας τις εξουσίες της, βάσει του Κεφ. 105, λόγω του ότι ο αιτητής κατέστη απαγορευμένος μετανάστης, συνεπεία του ότι η προσωπική συμπεριφορά του κρίθηκε ότι αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και σοβαρή απειλή κατά της ασφάλειας της κοινωνίας και συνακόλουθα απειλή κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας της Δημοκρατίας, για τους λόγους που αναφέρονται στο διάταγμα απέλασης του. Η θέση της διοίκησης υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, αλλά και του φακέλου από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ο οποίος περιλαμβάνει έγγραφα τα οποία φέρουν το χαρακτηρισμό «Απόρρητα έγγραφα» και έχουν όλα κατατεθεί στο Δικαστήριο,

 

Δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ.105, ο Υπουργός Εσωτερικών (και κατόπιν εξουσιοδότησης η Διευθύντρια του Τ.Α.Π.Μ.) έχει διακριτική ευχέρεια να θέσει υπό κράτηση τον αιτητή για τον σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία. Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου φάκελο, οι Καθ’ ων η αίτηση, εξέτασαν τα στοιχεία που αφορούσαν τον αιτητή και ακολούθως κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του, κρίση η οποία βρίσκεται εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας για τους λόγους που αναφέρονται στο διάταγμα απέλασης.

 

Εν προκειμένω κρίνω ότι, η προσωπική συμπεριφορά του αιτητή, όπως αποτυπώνεται στις επιστολές ημερ. 15/07/2025 και 19/07/2025 της Αστυνομίας προς την Διευθύντρια του Τ.Α.Π.Μ. οι οποίες περιλαμβάνονται στον ενώπιον του Δικαστηρίου φάκελο με την ένδειξη «Απόρρητα Έγγραφα», δικαιολογεί τη διαπίστωση της Διευθύντριας ότι ο αιτητής αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και σοβαρή απειλή κατά της ασφάλειας της κοινωνίας και συνακόλουθα απειλή κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η πιθανότητα επιβολής στο εν λόγω πρόσωπο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Συνεπώς, θα συμφωνήσω με τη δικηγόρο των Καθ’ ων η Αίτηση ότι στη παρούσα τηρήθηκε και η Αρχή της Αναλογικότητάς στη βάση των στοιχείων και δεδομένων που βρίσκονταν ενώπιον της Διοίκησης κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης, αφού σταθμίστηκαν όλα και αποφασίσθηκε η κράτηση του αιτητή, προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση και διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσής του στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, το μέτρο κράτησής του αιτητή κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από τη Διοίκηση ως μέτρο ανάλογο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή της απέλασης του.

 

Προβάλλεται από το δικηγόρο του αιτητή ότι, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις των Καθ’ ων η Αίτηση λήφθηκαν καταχρηστικά, καθότι αυτών προηγήθηκαν τα Διατάγματα Κράτησης και Απέλασης στις 20/07/2025, τα οποία ακυρώθηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση για να εκδοθούν τα επίδικα, χωρίς όμως αυτό να βρίσκει ανταπόκριση στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Κυρίως όμως αμφισβητεί τη διαπίστωση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και σοβαρή απειλή κατά της ασφάλειας της κοινωνίας και συνακόλουθα απειλή κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας της Δημοκρατίας, ενώ προβάλει την οικογενειακή σχέση του με την Ρουμάνα υπήκοο που θεωρεί ότι δεν εξετάστηκε.

 

Είναι ωστόσο προφανές για το Δικαστήριο ότι, στην παρούσα διαδικασία τα προγενέστερα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 20/07/2025 δεν αποτελούν επίδικα θέματα. Το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 12/09/2025, με την οποία αυτός κηρύχθηκε παράνομος μετανάστης ενώ συνεπεία της απόφασης αυτής, διατάχθηκε η κράτηση και η απέλαση του εκτός Δημοκρατίας. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι, η ερμηνεία της ακύρωσης αυτών και παράθεση των λόγων με αναφορά και στα σχετικά γεγονότα, δίδεται από την ευπαίδευτη δικηγόρο των Καθ΄ων η Αίτηση στη γραπτή της αγόρευση, εξήγηση η οποία δεν αφήνει περιθώρια ερμηνείας περί καταχρηστικότητας της διαδικασίας από τη διοίκηση.

 

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Αιτητή σε σχέση με την σύζυγο και τα τέκνα του, κρίνω ότι, ουδόλως επηρεάζουν την νομιμότητα των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, καθότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα αφορούν το πρόσωπο του αιτητή και όχι της οικογένειας του. Εν προκειμένω, τα όσα ο δικηγόρος του αιτητή ισχυρίζεται, περί εδραίωσης της ζωής του αιτητή και της οικογένειας του στην Κύπρο, έρχονται σε αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα, δεδομένης της πρόθεσης της συζύγου του αιτητή υπήκοου της Ρουμανίας και Ευρωπαία πολίτιδας να αναχωρήσει μόνιμα από την Κύπρο μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους, ενώ σύμφωνα με την κατάθεσή της δεν επιθυμεί να ζήσουν μαζί πλέον και ιδιαίτερα ότι ο ίδιος ο αιτητής αντίστοιχα καταχώρησε αίτηση διαζυγίου μερικούς μήνες πριν τη σύλληψη του. Σε κάθε περίπτωση, η οικογενειακή ζωή του αιτητή από μόνη της δεν αποτελεί στοιχείο για να διαφοροποιεί υπέρ του μια έκδηλα παράνομη κατάσταση, όπως εν προκειμένω η παράνομη παραμονή του Αιτητή στην Δημοκρατία αλλά και η ύπαρξη ενεστώσας απειλής κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας της χώρας που τον φιλοξενεί, και ιδιαίτερα στον τομέα της απέλασης που συνδέεται με το προεξάρχον κυρίαρχο δικαίωμα του κράτους για καθορισμό πολιτικής στο θέμα των παρανόμως διαμενόντων στην Δημοκρατία.

 

Ολοκληρώνοντας τον σχολιασμό αυτής της θέσης του αιτητή, διαπιστώνω πως αυτός δεν έχει πλέον σχέση με τη σύζυγο του ενώ, όπως μαρτυρεί η ίδια η Ρουμάνα υπήκοος, ήδη από τον Ιούλιο επιθυμούσε να αναχωρήσει από τη Κύπρο μαζί με τα παιδιά της για την πατρίδα της. Εν πάση περιπτώσει, ως έχει νομολογηθεί το δικαίωμα σε σεβασμό της οικογενειακής ζωής δεν παραβιάζεται όταν η οικογενειακή ζωή μπορεί να συνεχισθεί και εκτός της Δημοκρατίας (Jashiavilli κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2006) 4 Α Α.Α.ΑΔ 7) (Hassan και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 192/13, ημερομηνίας 26/9/16). Ως εκ τούτου, η οικογενειακή ζωή του αιτητή μπορεί να συνεχισθεί και εκτός Δημοκρατίας και/ή στη Ρουμανία και/ή σε οποιαδήποτε άλλη ασφαλή για τον ίδιο και την οικογένεια του χώρα καταγωγής, εφόσον πάντα ισχύουν οι ισχυρισμοί του δικηγόρου του, οι οποίοι σημειώνω αντιπαραβάλλονται στην ένορκη δήλωση της συζύγου και γενιά στα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Στη συνέχεια θα μας απασχολήσουν οι ισχυρισμοί του αιτητή  ότι, η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση στερείται της δέουσας αιτιολογίας και ότι, ως υποστηρίζει, ελήφθη χωρίς τη δέουσα έρευνα. Υποστηρίζεται ότι, από το σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαφαίνεται η οποιαδήποτε αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης με συγκεκριμένα γεγονότα και ότι, η πρόσδοση του στοιχείου του απορρήτου σε κάποια δεδομένα δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ούτως ώστε να μην αιτιολογηθεί με συγκεκριμένα στοιχεία στο σώμα της η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Αντίστοιχο ζήτημα, έχει εξετάσει  το Ανώτατο Δικαστήριο στην Υπόθεση αρ. 1064/2012 ημερομηνίας 20 Μαΐου 2014, ECLI:CY:AD:2014:D338, ANGHEL VIOREL v. Κ. Δ. ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, όπου ο εκεί αιτητής ομοίως δεν έτυχε ποινικής καταδίκης για οποιοδήποτε αδίκημα πριν την έκδοση αντίστοιχων διαταγμάτων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σχετικά αποσπάσματα ως ακολούθως:

 

«Με πολύ παρόμοια θεματολογία το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί πρόσφατα στην υπόθεση Svetoslav Stoyanov v. Δημοκρατίας, υπ΄ αρ. 718/2012, ημερ. 26.2.2014, από όπου μεταφέρονται τα εξής αποσπάσματα επί του νομοθετικού και  νομολογιακού πλαισίου και ερμηνείας που διέπει τις υποθέσεις αυτές:

 «Το δεύτερο ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο αφορά την εν γένει αιτιολογία και την επάρκεια της, καθώς και την έρευνα που έγινε ώστε ο αιτητής να θεωρηθεί ότι αποτελούσε απειλή για τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας.  Η βασική τοποθέτηση του αιτητή είναι ότι η διοίκηση ενήργησε κατά πλάνη περί τα πράγματα προβαίνοντας στη διαπίστωση ότι συνιστούσε απειλή για τη Δημοκρατία και ότι χωρίς έρευνα και χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης κρίθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης με αποτέλεσμα την απέλαση του. 

(…)

Στα πλαίσια της κυριαρχίας του κράτους και στη βάση της εξέτασης κατά πόσο συμπεριφορά συνιστά πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή, υποδείχθηκε στην απόφαση Svetlin Lilyanchov Dichev v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 309/2012, ημερ. 15.11.2013, ότι η συμπεριφορά αυτή μπορεί να διαπιστωθεί και χωρίς καταδικαστική απόφαση από Δικαστήριο.  Αρκεί να υπάρχουν πληροφορίες και αξιόπιστες πηγές οι οποίες να προκαλούν ανησυχίες αναφορικά με την παρουσία του αλλοδαπού στη Δημοκρατία.  Συναφώς στην Eddine v. Δημοκρατία (2008) 3 Α.Α.Δ. 95, αποφασίστηκε ότι «το κράτος δεν έχει την υποχρέωση να υποστηρίξει την απορριπτική του θέση με στοιχεία που θα δικαιολογούσαν με θετικό τρόπο τη μη συνέχιση της παραμονής του στην Κύπρο.».  Αρκεί να παρέχεται επαρκώς πραγματικό έρεισμα για την αρνητική απόφαση εφόσον υπάρχουν και συγκεντρώνονται από κατάλληλες βέβαια πηγές πληροφορίες που προκαλούν ανησυχία.  Ακόμη και γενικές ενδείξεις μπορούν δικαιολογημένα να αιτιολογήσουν αρνητική απόφαση, η όποια δε αμφιβολία επενεργεί υπέρ της Δημοκρατίας, στα πλαίσια του προεξάρχοντος κυριαρχικού της δικαιώματος να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν  στο έδαφος της, (Moyo v. Republic (1988) 3 C.L.R. 1203 και Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3 C.L.R. 2583).»

(…)

Το γεγονός ότι εν τέλει δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του αιτητή δεν διαφοροποιεί τα εναντίον του δεδομένα.  Εναντίον του αιτητή, και άλλων επτά προσώπων, σχηματίστηκε αστυνομικός φάκελος για τα αδικήματα της συνωμοσίας, του τραυματισμού, της παράνομης συνάθροισης, της οχλαγωγίας, της κλοπής, της επίθεσης με πρόσκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και της άσκησης του επαγγέλματος του ιδιώτη φύλακα χωρίς άδεια.  Η απόφαση για απέλαση δεν προϋποθέτει καταδίκη για ποινικό αδίκημα.

 

 Το άρθρο 29(3)(β) του Νόμου αρ. 7(Ι)/2007, απλώς αναφέρεται στο ότι δεν δικαιολογείται η θεώρηση της συμπεριφοράς αλλοδαπού ως συνιστώσας «πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή», η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών από ποινικό Δικαστήριο.  Αυτό συνάδει με το τεκμήριο αθωότητας που επικαλείται ο αιτητής, εφόσον δεν είναι βεβαίως δυνατή η απέλαση με αποκλειστικό γνώμονα τυχόν προηγούμενες καταδίκες.  Η κατά το άρθρο 29 «πραγματική, ενεστώσα και επαρκής σοβαρή απειλή», συναρτάται κατά τεκμήριο με υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, η οποία, εφόσον συνοδεύεται και με προηγούμενες καταδίκες, ενισχύει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά και καθιστά ακόμη πιο δικαιολογημένη την απέλαση.»

 

Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο αιτητής κατέστη παράνομος μετανάστης βάση του άρθρου 6(1)(ζ) του Κεφ. 105, εφόσον κρίθηκε ότι επρόκειτο για απαγορευμένο μετανάστη στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθότι από τις 24/10/2024 η άδεια παραμονής του έληξε, ενώ με μαρτυρία που είχαν ενώπιον τους οι Καθ' ων η Αίτηση, ως οι σχετικές επιστολές της ΥΑΜ οι οποίες κατετέθησαν στο Δικαστήριο, η προσωπική συμπεριφορά του αποτελεί κίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια της Δημοκρατίας, για τους λόγους που αναφέρονται εντός των επιστολών αυτών.  Αυτοί ήταν οι λόγοι έκδοσης του διατάγματος κράτησης του Αιτητή καθώς και του διατάγματος απέλασης του, ενώ η αιτιολογία προκύπτει ρητώς από το λεκτικό που εμπεριέχεται στα σχετικά έγγραφα. Δεδομένου τούτου, καταλήγω ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης, ως προορισμένο να διαφυλάξει τη δυνατότητα υλοποίησης και εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης, αποτελεί νόμιμη πράξη.

 

Ανατρέχοντας στα όσα καταγράφονται στις προσβαλλόμενες πράξεις αλλά και στην επιστολή την οποία η Διευθύντρια απηύθυνε προς τον Αρχηγό Αστυνομίας την ίδια ημέρα, κρίνω ότι, η διοίκηση με βάση τα ενώπιον της δεδομένα εξέτασε δεόντως την περίπτωση του αιτητή και εξέδωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις, ακριβώς για το συγκεκριμένο λόγο, ότι δηλαδή αυτός, πλέον, κρίθηκε ότι συνιστά κίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας όπου του παρέχεται διεθνής προστασία. Συνεπώς, η θέση του αιτητή ότι της προσβαλλόμενης πράξης, συμπεριλαμβανομένων των διαταγμάτων, δεν προηγήθηκε η δέουσα έρευνα και ότι αυτή δεν αιτιολογείται δεόντως, απορρίπτεται.

 

Έχοντας εξετάσει τη διαδικασία την οποία ακολούθησε η διοίκηση ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η θέση του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας του, αλλά και ούτε ότι οι Καθ’ ων οι αίτηση ενήργησαν αυθαίρετα και κατά παράβαση των Αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης.

 

Ως προς τον ισχυρισμό ότι ο αιτητής δεν ενημερώθηκε για τις θεραπείες που έχει για να προσβάλει την πράξη, την φύση και/ή μορφή της θεραπείας, την προθεσμία που τάσσει ο νόμος και το αρμόδιο δικαστήριο προς το οποίο μπορεί να απευθυνθεί, ενώ «δεν του δόθηκε  σε  οποιοδήποτε  στάδιο  της διαδικασίας  δικαίωμα  ακρόασης  όπως  έχει  καθορίσει  το  Δ.Ε.Ε.  ως αναπόσπαστο  μέρος  και  δικαίωμα  που  πρέπει  να  παραχωρείται στις διαδικασίες επιστροφών και απομάκρυνσης», πάλι θα διαφωνήσω. Στη παρούσα διαδικασία ο αιτητής φαίνεται ότι είχε συνεχή επαφή και καθοδήγηση από τον δικηγόρο του, αποστέλλοντας μέσω του διαδοχικές επιστολές στους αρμόδιους θεσμούς και λαμβάνοντας και δικαστικά μέτρα. 

 

Καταλήγοντας, θα εξετάσω και τη θέση που υποστηρίζει ο δικηγόρος του αιτητή ότι, το προσβαλλόμενο Διάταγμα Κράτησης παραβιάζει την Αρχής της Αναλογικότητας και κατ’ επέκταση τις Αρχές της Χρηστής Διοίκησης αφού, όπως είναι παραδεκτό, το δυσμενές μέτρο της κράτησης συντελέστηκε για την επίτευξη του σκοπού της απέλασης και οι δυσμενείς συνέπειες μιας διοικητικής πράξης για τον διοικούμενο, δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες με τον επιδιωκόμενο με την πράξη σκοπό. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση θα μπορούσαν να επιβάλουν στον αιτητή εναλλακτικά μέτρα, αντί να τον θέσουν υπό κράτηση και ότι εν προκειμένω η κράτηση του είναι έκδηλα υπερβολική για τον σκοπό της απέλασης.

 

Προς σχολιασμό αυτής της θέσης του αιτητή, σημειώνω ότι στο άρθρο 18ΟΘ (4) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (ΚΕΦ.105) ως προς το διάταγμα κράτησης, γίνεται ρητή αναφορά σε «κίνδυνος διαφυγής» ή  «εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατία» οπότε δεν δίδεται δικαίωμα οικειοθελούς αναχώρησης το οποίο εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Αvώτερoυ Λειτουργού Μετανάστευση. Στη παρούσα περίπτωση, ο αιτητής όχι μόνο δεν εξέφρασε την επιθυμία του για οικειοθελή επιστροφή στη χώρα καταγωγής του, αλλά αντίθετα μέσω των δικηγόρων του άσκησε κάθε δυνατή προσπάθεια να το αποφύγει. 

 

Στο συγκεκριμένο άρθρο γίνεται αναφορά ότι «(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.».

 

Οι αρχές που καθορίζει η νομολογία μας, ως προς τη διαφύλαξη του Κράτους Δικαίου, είναι καλά γνωστές. Εν προκειμένω, η αρχή της καλής πίστης σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία (Tamassos Suppliers ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 60), ωστόσο δεν υπερφαλαγγίζει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της διοίκησης, επίσης «η αρχή της καλής πίστης, δε μεταβάλλει τις αρχές δικαίου που διέπουν την άσκηση των εξουσιών, που εναποτίθενται σε διοικητικό όργανο, ούτε προεξοφλεί την άσκηση της εξουσίας η οποία παρέχεται» (βλ. Παμπόρη ν. Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 164/95, ημερ. 15/12/1995 , όπως επίσης και Vasiliou ν. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Papadopoulou ν. Republic (1984) 3 C.L.R. 332, Droussiotis v. C.B.C. (1984) 3 C.L.R. 546, Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 573/94, ημερ. 8/03/1996).

 

Ανατρέχοντας στα έγγραφα που αφορούν τον αιτητή εντός του διοικητικού φακέλου, λαμβανομένου υπόψιν και του περιεχομένου των επιστολών της ΥΠΑΜ οι οποίες έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένδειξη «Απόρρητο», επιβεβαιώνεται η διαπίστωση των Καθ ΄ων η Αίτηση ότι, η συμπεριφορά του εν λόγω αιτητή αποτελεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να ερευνήσει τα όσα περιστατικά καταγράφονται στα σχετικά έγγραφα με την ένδειξη «Απόρρητο» και άπτονται ζητημάτων δημόσιας τάξης και εσωτερικής ασφάλειας του κράτους, αλλά , σημειώνω, ούτε και έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε προς αμφισβήτηση της πληροφόρησης η οποία προσφέρεται, μέσω των φακέλων, από τις αρμόδιες υπηρεσίες ασφαλείας της Δημοκρατίας.

 

Αναφορικά με το παράπονο του δικηγόρου του Αιτητή ότι θα έπρεπε να του δοθεί πρόσβαση στο σύνολο των διοικητικών φακέλων, περιλαμβανομένων και των εγγράφων που έχουν ταξινομηθεί από τη διοίκηση ως «Απόρρητα»,  θεωρώ χρήσιμο να υιοθετήσω σχετική αναφορά από την απόφαση του αδελφού Δικαστή (όπως ήταν τότε) Φ.Κωμοδρόμου ημερ. 24 Απριλίου 2023, στην Υπόθεση Αρ. 1080/2019 N.T. ν. Κ.Δ. μέσω Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης σε σχέση με την αξιολόγηση από το Δικαστήριο των εγγράφων τα οποία έχουν κατατεθεί ενώπιον του ως «Απόρρητα», και να επαναλάβω απόσπασμα αυτής, ως ακολούθως:

 «Βεβαίως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, το σύνολο των διοικητικών φακέλων, περιλαμβανομένων και των εγγράφων που έχουν ταξινομηθεί από τη Διοίκηση ως «Απόρρητα», τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και αξιολογήθηκαν δεόντως, έχοντας ως αφετηρία τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και τις προεκτεθείσες διαπιστώσεις. Αυτό εξάλλου επιτάσσει και το καθήκον ορθής απονομής της δικαιοσύνης, εφόσον το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιτελέσει ορθά το έργο του στη βάση ελλιπών πληροφοριών. Αποτελεί δε δικαίωμα του Δικαστηρίου να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία, δεδομένα και γεγονότα που οδήγησαν στη λήψη μιας συγκεκριμένης απόφασης (Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού κ.α., Υποθ. Αρ. 741/2013, ημερ. 30.11.2015, ECLI:CY:AD:2015:D796, ECLI:CY:AD:2015:D796). Στην European Commission and Others v. Yassin Abdullah Kadi, Joined Cases C-584/10 P, C-593/10 P and C-595/10 P, 4, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) τόνισε πως είναι απαραίτητο να προσκομιστούν όλοι οι λόγοι επί των οποίων βασίστηκε η επίδικη απόφαση και ότι αυτό αποτελεί υποχρέωση της Διοίκησης (βλ. και Regner v. Τσεχίας, Υποθ. Αρ. 35289/11, ημερ. 19.9.2017, όπου το ΕΔΑΔ έκρινε ότι οι εθνικοί δικαστές, οι οποίοι, στο πλαίσιο της αναζήτησης επαρκώς αντισταθμιστικών εγγυήσεων, υπεισήλθαν κατά κάποιον τρόπο στη θέση του αιτητή, έχοντας πλήρη πρόσβαση στις πληροφορίες και τα στοιχεία, μη δεσμευόμενοι από τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, αλλά  δυνάμενοι να επεκτείνουν την έρευνά τους όπου έκριναν αναγκαίο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτού, όχι μόνο διέθεταν αυτά τα δικαιώματα, αλλά και τα άσκησαν πλήρως, ούτως ώστε να δικαιολογηθεί από αυτούς και ο λόγος της μυστικότητας της διαδικασίας).

 

Οι Καθ΄ων η αίτηση ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας αποφασίζει επί θεμάτων εισόδου και παραμονής αλλοδαπών στην επικράτεια της χώρας, εξετάζοντας την κάθε περίπτωση με καλή πίστη και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ενώ το τεκμήριο υπέρ της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης παραμένει ακλόνητο μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (βλ. Maria Nicky Reyes ν. Δημοκρατίας (1996) 4 ΑΑΔ 401, Amanda Marga Ltd. ν. Δημοκρατίας (1985) 1 ΑΑΔ 2583, Abtul Rashim Souleiman ν. Δημοκρατίας (1987) 3 ΑΑΔ 224, Usman Ibne Mushtaq ν. Δημοκρατίας (1995) 4 ΑΑΔ 1479, Reza Mohammedi κ.α. ν. Δημοκρατίας (2001) 4 ΑΑΔ 559).

 

Καταλήγοντας και ως προς αυτό το λόγο ακύρωσης, θα συμφωνήσω με τη δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση ότι, δεδομένων των ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν τον αιτητή, το υπό εξέταση μέτρο της κράτησης του ήταν κατάλληλο και ανάλογο με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης, το οποίο ως προαναφέρθηκε έχει εκδόθει νομίμως, μετά από δέουσα έρευνα και αιτιολογία. 

 

Ενόψει όλων των όσων έχω προαναφέρει, κρίνω ότι ορθώς εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και ουδείς εκ των λόγων ακυρώσεως που προωθήθηκαν από τον αιτητή ευσταθεί.

 

Η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα ύψους 1500 Ευρώ υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του αιτητή.

                                                                            

 

Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο