ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗ ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΑΤΗΚ-CYTA), Υπόθεση αρ. 1256/2017, 28/1/2026
print
Τίτλος:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗ ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΑΤΗΚ-CYTA), Υπόθεση αρ. 1256/2017, 28/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

                                                           (Υπόθεση αρ. 1256/2017)

                            28 Ιανουαρίου  2026

                            [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                       ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗ

                           

Αιτητής,

                                        ΚΑΙ

 

  ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΑΤΗΚ-CYTA)

 

Καθ’ ης η αίτηση

__________________________________

 

Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για τον αιτητή

Θ. Παναγή (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ δικηγόροι για την καθ’ ης η αίτηση.

Καμία εμφάνιση για το Ενδιαφερόμενο Μέρος

                         Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση Προσφυγή, η οποία τέθηκε ενώπιον μου προς επανεκδίκαση, προσβάλλεται πλέον- και μετά την απόσυρση της αιτούμενης θεραπείας υπό παράγραφο (Β) της Προσφυγής κατά το στάδιο των διευκρινήσεων- η νομιμότητα της απόφασης της καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 5.7.2017 να προάξει το ενδιαφερόμενο μέρος Μαριάννα Γιωργαλλίδου στη θέση Τμηματάρχη (Οικονομικό Προσωπικό)  αναδρομικά από 14.3.2012 αντί του αιτητή.

 

Αναδρομή στα γεγονότα της υπόθεσης φανερώνει τα ακόλουθα:

        

Μετά από προαγωγική διαδικασία, στην οποία μετείχαν ως υποψήφιοι μεταξύ άλλων ο αιτητής και ο Κ. Μανούχος, το διοικητικό συμβούλιο της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (στο εξής «η Αρχή») με απόφαση του ημερομηνίας 10.7.2007 προήγαγε τον αιτητή στη θέση Τμηματάρχη (Οικονομικό Προσωπικό) από 11.7.2007.

 

Τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης προσέβαλε ανεπιτυχώς ο υποψήφιος Κ. Μανούχος αφού η Προσφυγή Αρ. 1031/2007 που καταχώρησε, απορρίφθηκε από το Aνώτατο Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 30.9.2009.

 

Ωστόσο η πρωτόδικη απόφαση ανετράπη, κατ΄ έφεση, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Έφεση αρ.172/09 Μανούχος ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (2013) 3 ΑΑΔ 613 δια της οποίας η προαγωγή του αιτητή ακυρώθηκε.

 

Στο μεταξύ ο Μανούχος με απόφαση του Συμβουλίου της Αρχής ημερομηνίας 13.3.2012 προήχθη στα πλαίσια άλλης διαδικασίας πλήρωσης άλλης κενωθείσας θέσης ίδια με την ως άνω θέση Τμηματάρχη (Οικονομικό Προσωπικό) με ισχύ από τις  14.3.2012.

 

Η καθ΄ης η αίτηση συνεπεία της δικαστικής ακύρωσης της προαγωγής του αιτητή, αποφάσισε σε συνεδρία της ημερομηνίας 23.7.2013 και στα πλαίσια επανεξέτασης την επαναφορά του αιτητή στη θέση του Υποτμηματάρχη, θέση την οποία κατείχε πριν την ακυρωθείσα προαγωγή του. Ακολούθως σε συνεδρία της ημερομηνίας 13.9.2013 στα πλαίσια επανεξέτασης η Αρχή αποφάσισε την προαγωγή του Μανούχου στη θέση Τμηματάρχη (Οικονομικό Προσωπικό) αναδρομικά από την 1.7.2007.

 

Κατά τη συνεδρία του Συμβουλίου της Αρχής ημερομηνίας 11.3.2014 που ακολούθησε, το Συμβούλιο και ένεκα της αναδρομικής προαγωγής του Μανούχου στη θέση Τμηματάρχη από 1.7.2007, αποφάσισε την ανάκληση της απόφασης του για προαγωγή του Μανούχου στην ίδια θέση Τμηματάρχη από 14.3.12 και την επανεξέταση του ζητήματος της πλήρωσης της κενωθείσας πλέον θέσης, ήτοι της επίδικης θέσης  Τμηματάρχη με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τις 11.2.2012, ζητώντας προς το σκοπό αυτό νέα συμβουλή από το Συμβούλιο Προσωπικού και νέα εισήγηση από τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή.

 

Προς το σκοπό παροχής συμβουλής προς την Αρχή για την πλήρωση της εν λόγω θέσης δυνάμει του Κανονισμού 10(5) των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνίων Κύπρου Γενικών Κανονισμών του 1982, ως αυτός τροποποιήθηκε, το Συμβούλιο Προσωπικού επιλήφθηκε του θέματος σε συνεδρία ημερομηνίας 28.6.2017. Το Συμβούλιο Προσωπικού και αφού πρώτα διαπίστωσε ότι υποψήφιοι για την υπό πλήρωση θέση ήταν όσοι υπάλληλοι είχαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συμπληρώσει τριετή πραγματική υπηρεσία στο βαθμό του Υποτμηματάρχη και κατείχαν τα ελάχιστα ειδικά προβλεπόμενα προσόντα, μεταξύ των οποίων ο αιτητής, το ενδιαφερόμενο μέρος Μαριάννα Γιωργαλλίδου και ακόμη μια υποψήφια, αποφάσισε όπως συμβουλεύσει την Αρχή να προχωρήσει στην πλήρωση της επίδικης θέσης προσφέροντας προαγωγή στο ενδιαφερόμενο μέρος Μαριάννα Γιωργαλλίδου, την οποία έκρινε κατά πλειοψηφία ως ουσιαστικά καταλληλότερη.

Η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού τέθηκε υπόψη του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή της Αρχής, ο οποίος στις 3.7.2017 και μετά από μελέτη, ως καταγράφεται, των ενώπιον του στοιχείων, εισηγήθηκε προς το Συμβούλιο της Αρχής την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους Γιωργαλλίδου την οποία έκρινε ως ουσιαστικά καταλληλότερη.

 

Το ζήτημα πλήρωσης των επίδικων θέσεων τέθηκε προς εξέταση σε συνεδρία της Αρχής ημερομηνίας 4.7.2017. Ως δε καταγράφεται, στο τηρηθέν πρακτικό της εν λόγω συνεδρίας, η Αρχή και αφού έλαβε υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου Προσωπικού και την εισήγηση του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή καθώς και μετά από μελέτη των στοιχείων των φακέλων και αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων αποφάσισε την προαγωγή  της Μ. Γιωργαλλίδου στην επίδικη θέση Τμηματάρχη (Οικονομικό Προσωπικό) από 14.3.2012.

 

Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε η υπό κρίση Προσφυγή, η οποία εκδικάστηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο στις 7.8.2020 εξέδωσε ακυρωτική απόφαση αφού έκανε δεκτή την εισήγηση του αιτητή ότι η διοίκηση θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη της την πείρα που ο αιτητής απέκτησε ενόσω βρισκόταν στη θέση του Τμηματάρχη.

Ωστόσο η πρωτόδικη απόφαση ανετράπη, κατ΄ έφεση, με απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.149/20, ημερομηνίας 14.5.25, δια της οποίας αποφασίσθηκε ότι η πείρα που ο αιτητής απέκτησε στη θέση του Τμηματάρχη δεν θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη από τη διοίκηση και να προσμετρήσει υπέρ του, αφού και με δεδομένο ότι η προαγωγή του στην εν λόγω θέση κρίθηκε παράνομη δικαστικώς και ακυρώθηκε, η υπηρεσία του στη θέση αυτή ήταν παράνομη. Διατάχθηκε δε η επανεκδίκαση της υπόθεσης προς εξέταση όλων των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης που είχαν τεθεί από την πλευρά του αιτητή και δεν εξετάστηκαν.

 

Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς του αιτητή, όπως αυτοί προβάλλονται στη γραπτή του αγόρευση προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, υπό το φως της πάγιας νομολογίας και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων.

 

Εν πρώτοις η πλευρά του αιτητή και υπό τον τίτλο «Η υποχρέωση αποκατάστασης της σταδιοδρομίας του Αιτητή - Νομική  πλάνη της Καθ' ης - Παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας » εισηγείται ότι η καθ΄ ης η αίτηση «θα έπρεπε να είχε φροντίσει να προβεί σε αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του Αιτητή με αναδρομική προαγωγή του από το 2012»  και τούτο διότι η προαγωγή που έλαβε ο αιτητής το 2007 ακυρώθηκε δικαστικώς το 2013 με αποτέλεσμα να στερηθεί ο αιτητής της δυνατότητας να διεκδικήσει προαγωγή σε άλλη θέση Τμηματάρχη το 2012. Συνεπώς συνεχίζει ο αιτητής ήτο οφειλόμενο καθήκον της Αρχής να αποκαταστήσει την υπηρεσιακή σταδιοδρομία του αιτητή και δη «να αποκαταστήσει τον Αιτητή στην κενωθείσα αυτή θέση» την οποία δεν μπορούσε κατ΄ εκείνο το χρόνο να διεκδικήσει κάτι που ως εισηγείται, ενσωματώνεται και στο άρθρο 45 του Ν. 1/90. Καταληκτικά κατά τον αιτητή η καθ΄ ης η αίτηση «ενήργησε υπό προφανή νομική πλάνη με το να μην προάξει τον Αιτητή στην θέση του 2012 που κενώθηκε μετά την αναδρομική προαγωγή του κ. Μανούχου» καθώς και υπό πλάνη, αντί αποκατάστασης της σταδιοδρομίας του αιτητή, διενήργησε, αναδρομικά, διαδικασία πλήρωσης της θέσης που κατέληξε στην προαγωγή του ΕΜ.

 

Δεν θα συμφωνήσω. Αυτό που εν πρώτοις πρέπει να επισημανθεί είναι ότι κατά το στάδιο των διευκρινήσεων η πλευρά του αιτητή απέσυρε το αιτητικό Β της Προσφυγής δια του οποίου επιζητείτο να κηρυχθεί άκυρη η παράλειψη της καθ' ης η αίτηση να αποκαταστήσει τη σταδιοδρομία του αιτητή με προαγωγή του αναδρομικά στην κενή θέση Τμηματάρχη από το 2012 και πως ότι παραλείφθηκε να διαταχθεί να γίνει.

 

Συνεπώς αυτό που επιζητείται να εξεταστεί είναι η νομιμότητα της απόφασης της Αρχής για την επιλογή του ΕΜ στα πλαίσια διαδικασίας πλήρωσης της επίδικης θέσης. Τούτη δε η διαδικασία διέπεται υπό συγκεκριμένους κανόνες και κριτήρια επιλογής ως αυτά υπαγορεύονται από τους περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικούς Κανονισμούς του 1982 μέχρι 1990. Τα δε κριτήρια αυτά πρέπει να εφαρμόζονται καθολικά για όλους τους υποψηφίους που μετέχουν σε συγκεκριμένη προαγωγική διαδικασία, οι οποίοι πρέπει να τυγχάνουν κρίσης και αξιολόγησης, περιλαμβανομένου και της εξέτασης του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλόλητας, σύμφωνα πάντοτε με τα εκ των Κανονισμών καθοριζόμενα κριτήρια.

 

Με τούτα δε ως δεδομένο και στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, τα οποία έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω και τα οποία ρητώς αποτυπώνονται και στο πρακτικό συνεδρίας του Συμβουλίου της Αρχής ημερομηνίας 4.7.2017, καθίσταται σαφές ότι η συγκεκριμένη εισήγηση του αιτητή παραβλέπει ότι η επίδικη θέση προέκυψε μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Αρχής ημερομηνίας 11.3.2014 να ανακαλέσει-εξαιτίας της προαγωγής του Μανούχου στην ίδια θέση Τμηματάρχη αναδρομικά από 1.7.2007-την απόφαση προαγωγής του τελευταίου στη θέση Τμηματάρχη (Οικονομικό Προσωπικό) η οποία έλαβε χώρα το 2012. Επομένως και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του αιτητή, δεν επιβάλετο τίποτα άλλο παρά η επανεξέταση σύμφωνα με το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για σκοπούς πλήρωσης της κενωθείσας πλέον θέσης, η οποία προέκυψε συνεπεία της ανάκλησης προαγωγής του κατόχου της, κάτι άλλωστε που και το ίδιο το Συμβούλιο της Αρχής αποφάσισε κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 11.3.2014.

 

Ούτε και βεβαίως η Αρχή εβαρύνετο με οποιαδήποτε υποχρέωση να προάξει τον αιτητή, ως ο αιτητής διατείνεται,  αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τη νενομισμένη διαδικασία και έξω από τα νομοθετικώς προβλεπόμενα κριτήρια επιλογής και θα απέληγε εμφανώς εις βάρος των λοιπών υποψήφιων οι οποίοι διεκδικούσαν και εκείνοι την επίδικη θέση. Άλλωστε αντικείμενο της επίδικης διαδικασίας δεν ήταν η όποια διαδικασία αποκατάστασης ούτε και τίθετο προς εξέταση αίτημα προς αποκατάσταση, ζήτημα σαφώς ανεξάρτητο από την παρούσα διαδικασία επανεξέτασης που έλαβε χώρα συνεπεία ανάκλησης ληφθείσας απόφασης για προαγωγή συγκεκριμένου υποψηφίου προς πλήρωση κενωθείσας πλέον θέσης (Δημοκρατία και Βάσω Ανδρέου Ε.Δ.Δ αρ. 132/18, ημερ. 15/12/24) Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ. 658). Άλλωστε ο αιτητής και τούτο είναι το καθοριστικό ουδόλως απώλεσε, εν τέλει, την ευκαιρία να διεκδικήσει τη θέση Τμηματάρχη και δη αναδρομικώς από το 2012, αφού συμμετείχε ως υποψήφιος στην επίδικη διαδικασία, στην οποία και για τους λόγους που επεξηγούνται από την Αρχή δεν επιλέχθηκε.

 

Χωρίς λοιπόν να υπεισέρχομαι στο κατά πόσο δύναται ή μη να τύχει πράγματι εφαρμογής στην περίπτωση της Αρχής το άρθρο 45 του Ν. 1/90, την εφαρμογή του οποίου εν πάση περιιπτωσει ο τέως συνήγορος της Αρχής δια της γραπτής του αγόρευσης κατηγορηματικά απορρίπτει, αυτό που οφείλει να λεχθεί είναι ότι η απόφαση για αποκατάσταση υπαλλήλου σε υπεράριθμη θέση, η οποία ειρήσθω εν παρόδω λαμβάνει χώρα στα πλαίσια διακριτικής ευχέρειας του οργάνου και νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 45(2) για αποκατάσταση, δεν σχετίζεται και ουδόλως συναρτάται με διαδικασία που διεξάγεται προς πλήρωση κενής θέσης και δη ως απότοκο επανεξέτασης, ως η παρούσα, η οποία οφείλει να διενεργείται εντός των πλαισίων των όσων νομοθετικώς καθορίζονται. Αποδοχή των όσων ο αιτητής εισηγείται στα πλαίσια της παρούσας Προσφυγής δεν θα συνεπάγετο τίποτα άλλο παρά την αποστέρηση του δικαιώματος των άλλων υποψήφιων να διεκδικήσουν τη συγκεκριμένη θέση επί τη βάση καθοριζόμενων κριτήριων και την αποδοχή δυσμενούς επηρεασμού τους.

 

Περαιτέρω ο αιτητής βάλλει κατά της σύστασης του Συμβουλίου Προσωπικού, την οποία θεωρεί ως πεπλανημένη και αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων και την οποία, ως εισηγείται, υιοθέτησαν τόσο ο Αν. Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής όσο και το Συμβούλιο της Αρχής. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο Προσωπικού δεν προέβη σε καμία σύγκριση των υποψηφίων αλλά ούτε και σε «ταξινόμηση των προσόντων και της αξίας τους». Κυρίως δε διατείνεται ότι ο επαγγελματικός τίτλος ACCA που κατέχει το ΕΜ (Associate of the Chartered Association of Certified Accountant) «περιλαμβάνεται διαζευκτικά με την κατοχή πτυχίου, στα ελάχιστα ειδικά προσόντα με βάση τον Κανονισμό 8(1)Α(β) και ως εκ τούτου, η αναφορά ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατέχει επιπρόσθετο προσόν από τα ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα είναι αναληθής και συνιστά πλάνη περί τα πράγματα». Άλλωστε συνεχίζει ο αιτητής το ίδιο επαγγελματικό προσόν κατέχει και ο αιτητής και επομένως «είναι ακατανόητο το γιατί γίνεται ρητή αναφορά ως λόγος επιλογής του ενδιαφερομένου προσώπου». Την ίδια δε πλάνη καταλογίζει και στον Αν. Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή. Ο δε επαγγελματικός τίτλος του Εσωτερικού Ελεγκτή, ο οποίος κατά τον αιτητή αποτελεί απλά μια εξέταση δεν μπορούσε, συνεχίζει ο αιτητής, να εξουδετερώσει τη συντριπτική υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα κατά 11 χρόνια και επομένως και σε πείρα δοθέντος ότι και ο αιτητής διαθέτει επιπρόσθετα προσόντα και είναι, ως σημειώνει, ίσος σε αξία με το ΕΜ.  Καταληκτικά ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η τελική απόφαση του Συμβουλίου της Αρχής είναι αναιτιολόγητη, πεπλανημένη και αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων. Τούτο διότι το Συμβούλιο, ως το όργανο της αποφασιστικής αρμοδιότητας όφειλε να λάβει υπόψη το κριτήριο της αρχαιότητας και της πείρας του αιτητή. Αντί τούτου το παραγνώρισε, υιοθετώντας τις ενώπιον του συστάσεις και επιλέγοντας χωρίς νόμιμη αιτιολόγηση και πραγματική σύγκριση των υποψηφίων το ΕΜ για προαγωγή.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της καθ΄ης η αίτηση, η οποία τονίζοντας ότι αυτό που έχει σημασία είναι η απόφαση του Συμβουλίου της Αρχής, αρχικώς αντέτεινε ότι ορθώς προσμέτρησε ο επαγγελματικός τίτλος ACCA ως επιπρόσθετο προσόν αφού το ΕΜ, όπως και ο αιτητής κατέχουν πέραν του εν λόγω επαγγελματικού προσόντος και πτυχίο δια του οποίου πληρούν τα ελάχιστα ειδικά προσόντα βάσει του Κανονισμού 8(1)Α(β). Περαιτέρω, συνεχίζει η καθ΄ης η αίτηση, ουδεμία πλάνη εντοπίζεται στη σύσταση του Συμβουλίου Προσωπικού και επομένως και του Αν. Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή αφού το ΕΜ και πέραν του ακαδημαϊκού τίτλου και του πρόσθετου προσόντος ACCA που κατέχει, τα οποία κατέχει και ο αιτητής, κατέχει πρόσθετα και το επαγγελματικό προσόν του Εγκεκριμένου Εσωτερικού Ελεγκτή.  Σημειώνει δε ότι από τα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού, προκύπτει ότι έγινε μια ενδελεχής έρευνα και ότι συμβουλή του βρίσκει έρεισμα στα στοιχεία των φακέλων. Αναφορικά με την εισήγηση του Αν. Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, υποβάλλεται, ότι αυτή δεν πρέπει να είναι αιτιολογημένη καθώς και ότι το γεγονός ότι η εισήγηση του είναι η ίδια με τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού δεν σημαίνει ότι αυτή είναι μεμπτή. Ο Αν. Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής, συνεχίζει η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση, διενέργησε τη δική του έρευνα, αναφέροντας τι μελέτησε και που στηρίχθηκε ως προς την εισήγηση του ότι το ΕΜ είναι ουσιαστικά καταλληλότερη. Αναφορικά με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ΄ης η αίτηση, υποβάλλεται ότι η Αρχή προέβη σε δική της έρευνα και μελέτη των προσωπικών φακέλων των υποψήφιων. Ναι μεν η Αρχή συμφώνησε με τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή αλλά δεν παρέμεινε μόνο στην υιοθέτηση των συστάσεων του αφού, ως τονίζεται, προχώρησε στην παράθεση και άλλων πρόσθετων αιτιολογικών λόγων προς υποστήριξη της κρίσης της ότι το ΕΜ είναι ουσιαστικά καταλληλότερο. Συναφώς σημειώνεται ότι αφενός η υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα δεν παρέχει προβάδισμα στον αιτητή, ως ο ίδιος εισηγείται, αφού η αρχαιότητα όπως και η πείρα δεν αποτελούν ξεχωριστά στοιχεία κρίσης αλλά υποκριτήρια της ουσιαστικής καταλληλόλητας, αφετέρου, ως καταγράφηκε, το ΕΜ υπερέχει σε βαθμολογία και προσόντα και διαθέτει καλύτερη υπηρεσιακή εικόνα.

Οι πιο πάνω λόγοι ακύρωσης, λόγω της συνάφειας τους, θα εξεταστούν μαζί.

 

Εν πρώτοις οφείλει να υπομνησθεί ότι η διαδικασία επιλογής, σε κάθε στάδιο της, διεξάγεται στη βάση των κριτηρίων που ορίζει ο Κ.10(7) των Κανονισμών των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών του 1982 μέχρι 1990, ως ακολούθως: «(7) Οι κρίσεις για προαγωγή διενεργούνται με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των υποψηφίων και την εν γένει ουσιαστική καταλληλόλητα τους, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού τους φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και τα φύλλα προαγωγής τους.»

 

Είναι δε επίσης παγίως νομολογημένο ότι το στοιχείο της αρχαιότητας, όπως και των προσόντων, εντάσσονται και συμπεριλαμβάνονται στο κριτήριο της «ουσιαστικής καταλληλότητας» του Κανονισμού 10(7) και ως τέτοια θα πρέπει να συνεκτιμηθούν στα πλαίσια εξέτασης του κριτηρίου αυτού (ΑΤΗΚ ν.  Στασοπούλου (ανωτέρω), Κυριάκος Ευθυμίου ν.  ΑΤΗΚ (Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 5631/2013 και 5632/2013, ημερομηνίας 30/9/2015)  Α.ΤΗ.Κ. ν. Περικλέους (1999) 3 Α.Α.Δ. 170, 180). 

 

Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 10(5)(α): «Αι προαγωγαί ενεργούνται υπό της Αρχής. Προ πάσης προαγωγής, η Αρχή ζητεί την συμβουλήν του Συμβουλίου Προσωπικού και τας εισηγήσεις του Γενικού Διευθυντού ή του Αναπληρωτού του». Ως υποδείχθηκε στη Λεωνίδου v Αρχής Τηλεπικοινωνίων Κύπρου(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 22/2016, ημερομηνίας 20/7/22) ό,τι έχει σημασία είναι η απόφαση της ίδιας της Αρχής και η αιτιολόγηση αυτής. Εάν, ως περαιτέρω, λέχθηκε: «υπήρχε σφάλμα ή παράλειψη, είτε στη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού ή και στην εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, αλλά η Αρχή, στη βάση της δικής της έρευνας, ενήργησε μέσα στα ορθά πλαίσια και έχει αιτιολογήσει την απόφαση της, αυτή είναι άτρωτη. Εάν πάλι βασίστηκε στην εσφαλμένη συμβουλή ή και εισήγηση, πάσχει η ίδια η απόφαση της Αρχής και είναι ακυρώσιμη». Είναι δε επί αυτού του πλαισίου, που θα εξεταστούν οι εγειρόμενοι ισχυρισμοί του αιτητή.

 

Επομένως, κρίνεται ότι επιβάλλεται η εξαρχής παράθεση των όσων καταγράφηκαν, ως εδώ ενδιαφέρουν σε συνάρτηση με τον εδώ αιτητή και το ΕΜ, στο πρακτικό της επίδικης συνεδρίας της Αρχής ημερομηνίας 4.7.2017 κατά την οποία λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προαγωγής του ΕΜ. Εν προκειμένω το Συμβούλιο της Αρχής και αφού κατέγραψε το ιστορικό της επίδικης θέσης Τμηματάρχη (Οικονομικό Προσωπικό) κατέγραψε τα ακόλουθα :

«Υποψήφιοι για την προς πλήρωση θέση είναι όσοι υπάλληλοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχαν συμπληρώσει τριετή πραγματική υπηρεσία στο βαθμό του Υποτμηματάρχη και διαθέτουν τα ελάχιστα ειδικά προσόντα που προβλέπονται στους Κανονισμούς 8(1), 8(1)(Α)β) και 8(1)(Β)(β) των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών και ή τα προβλεπόμενα στην απόφαση του Συμβουλίου που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση 48/2006 ημερομηνίας 19.12.2006, αρ. πρακτικού 913/2006, που αναφέρει ότι «μεταπτυχιακός τίτλος επιπέδου Master ή ανώτερου θα Θεωρείται στο εξής ισοδύναμος πλήρους πανεπιστημιακού τίτλου όπως απαιτεί o Κανονισμός 8(1)(Α) ή 8(1)(Β) ή το κατά περίπτωση Σχέδιο Υπηρεσίας, εφόσον ο μεταπτυχιακός τίτλος είναι σε κλάδο σπουδών ο οποίος (κλάδος) περιλαμβάνεται μεταξύ των κλάδων που καθορίζονται στην αντίστοιχη ειδικότητα του Κανονισμού 8(1)(Α) ή 8(1)(Β) ή του Σχεδίου Υπηρεσίας».

 

Το Συμβούλιο, αφού συμφώνησε με τη διαπίστωση του Συμβουλίου Προσωπικού ότι τα πιο πάνω πληρούν οι Υποτμηματάρχες (Οικονομικό Προσωπικό/Λογιστής) Εμμανουήλ Τσαγγαρίδης (2582) και Μαριάννα Γιωργαλλίδου (511) και η Υποτμηματάρχης (Εμπορικό Προσωπικό/Προσωπικό Εκμετάλλευσης) Ελένη Κακουλλή (1703), προχώρησε σε διεξοδική μελέτη και συζήτηση όλων των δεδομένων και στοιχείων για τους υποψήφιους υπαλλήλους και συγκεκριμένα των πρακτικών του Συμβουλίου Προσωπικού, της εισήγησης του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή και του περιεχομένου των προσωπικών και εμπιστευτικών τους φακέλων, στους οποίους περιλαμβάνονται τα φύλλα ποιότητας/προαγωγής τους και ή οι υπηρεσιακές τους εκθέσεις και ή τα έντυπα αξιολόγησής τους και διαπίστωσε τα ακόλουθα για τον καθένα από αυτούς:

O υποψήφιος Εμμανουήλ Τσαγγαρίδης (2582) κρίνεται ως αφοσιωμένος, πρόθυμος και σννεργάσιμος υπάλληλος, με ήθος, ο οποίος οργανώνει σωστά την υπηρεσία του, διεκπεραιώνει με επιτυχία τα καθήκοντά του και συμβάλει στη συμπλήρωση των στόχων της Διεύθυνσής του.

H υποψήφια Μαριάννα Γιωργαλλίδου (511) κρίνεται ως πρόθυμη, ευσυνείδητη και σννεργάσιμη υπάλληλος με ενθουσιασμό, η οποία διακρίνεται για τα αποτελέσματά της και την κρίση και ορθοκρισία της, στοιχεία πού την καθιστούν ως ένα πολύ ικανό εσωτερικό ελεγκτή. Κατευθύνει, καθοδηγεί και εκπαιδεύει αποτελεσματικά τους ελεγκτές που βρίσκονται στις ομάδες ελέγχου που ηγείται [..].

Το Συμβούλιο προχώρησε σε περαιτέρω αξιολόγηση και σύγκριση των τριών υποψηφίων μεταξύ τους με βάση τα ακαδημαϊκά και τα επαγγελματικά τους προσόντα, την απόδοση και επίδοσή τους, καθώς και την ουσιαστική καταλληλότητά τους για την προς πλήρωση θέση και ομόφωνα αποφάσισε να πληρώσει τη θέση με προαγωγή της υπαλλήλου Μαριάννας Γιωργαλλίδου. Το Συμβούλιο κατέληξε στην απόφαση αυτή, αφού σημείωσε τα ακόλουθα:

H Πρόεδρος και τέσσερα μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού συνέστησαν προαγωγή της υπαλλήλου Μαριάννας Γιωργαλλίδου, την οποία έκριναν ως την ουσιαστικά καταλληλότερη. Το έκτο μέλος του Συμβουλίου Προσωπικού συνέστησε προαγωγή της υπαλλήλου Ελένης Κακουλλή, την οποία έκρινε ως την ουσιαστικά καταλληλότερη.

O Αναπληρωτής Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής έκρινε ως ουσιαστικά καταλληλότερη την υπάλληλο Μαριάννα Γιωργαλλίδου και εισηγήθηκε προαγωγή της.

Τόσο η πλειοψηφία του Συμβουλίου Προσωπικού και o Αναπληρωτής Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής όσο και το Συμβούλιο στηρίζουν την επιλογή τους στο σκεπτικό ότι η υποψήφια Μαριάννα Γιωργαλλίδου κατέχει επιπρόσθετο προσόν, αυτό του επαγγελματικού τίτλου ACCA (Associate of the Chartered Association of Certified Accountants), ενώ επιπρόσθετα κατέχει τον επαγγελματικό τίτλο του Εγκεκριμένου Εσωτερικού Ελεγκτή (Certified Internal Auditor).

 

Το Συμβούλιο δεν παραγνώρισε το γεγονός ότι η Μαριάννα Γιωργαλλίδου υστερεί σε αρχαιότητα έναντι των Εμμανουήλ Τσαγγαρίδη και Ελένης Κακονλλή και σε βαθμολογία (για τα έτη 2009-2011) έναντι της Ελένης Κακονλλή. Το Συμβούλιο σημείωσε όμως ότι, έναντι του μεν Εμμανουήλ Τσαγγαρίδη, η Μαριάννα Γιωργαλλίδου υπερτερεί σε βαθμολογία και σε προσόντα, έναντι δε της Ελένης Κακουλλή υπερτερεί σε προσόντα. Ακόμη, έναντι και των δύο υποψηφίων, η Μαριάννα Γιωργαλλίδου υπερτερεί ως προς την όλη υπηρεσιακή εικόνα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων, και τα σχόλια των προϊσταμένων της βελτιώνονται από έτος σε έτος ενώ των άλλων δύο υποψηφίων παραμένουν σταθερά ή χειροτερεύουν.»

 

Δεδομένης, λοιπόν της υιοθέτησης από το Συμβούλιο της Αρχής της σύστασης του Συμβουλίου Προσωπικού και της εισήγησης του Αν. Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, η οποία στηρίζετο στην εκ μέρους του ΕΜ κατοχή των συγκεκριμένων επαγγελματικών τίτλων προέχει η εξέταση του ισχυρισμού του αιτητή ότι υπό πλάνη το Συμβούλιο Προσωπικού και συνεπώς ο Εκτελεστικός Διευθυντής και η Αρχή έκριναν τον επαγγελματικό τίτλο του ΕΜ ACCA (Associate of the Chartered  Association of Certified Accountants) ως πρόσθετο προσόν καθώς και ότι ο εν λόγω τίτλος πεπλανημένα αποτέλεσε λόγο επιλογής του ΕΜ αφού τον ίδιο τίτλο κατείχε και ο αιτητής.

 

Εν προκειμένω το Συμβούλιο Προσωπικού κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 28.6.2017 και προτού προβεί στην αξιολόγηση των υποψηφίων -και αφού πρώτα διαπίστωσε ποιοι εκ των υποψήφιων κατέχουν την απαιτούμενη τριετή υπηρεσία στο βαθμό του Υποτμηματάρχη- προέβη σε εκτενή, ως καταγράφεται στα σχετικά πρακτικά, έρευνα αναφορικά με το ποιοι εκ των υποψηφίων κατέχουν τα ελάχιστα ειδικά προσόντα που προνοούνται στους περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικούς Κανονισμούς του 1982 μέχρι 1990 και δη στους Κανονισμούς 8(1)(Α)(β) και 8(1)(Β)(β) οι οποίοι αναφέρονται στα ειδικά προσόντα του Ανώτατου και Ανώτερου Οικονομικού Προσωπικού καθώς και σε παλαιότερη απόφαση της Αρχής με αναφορά στους μεταπτυχιακούς τίτλους.

 

Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 8(1)(Α)(β), το περιεχόμενο του οποίου ρητώς κατέγραψε το Συμβούλιο Προσωπικού:

 

«Το Ανώτατον Οικονομικόν Προσωπικόν δέον να έχη Πανεπιστημιακόν τίτλον εις τα Οικονομικά ή ισοδύναμον Πανεπιστημιακόν τiτλον αναγνωριζόμενον υπό της Αρχής ή τον Επαγγελματικόν τίτλον Chartered Accountant ή Certified Accountant ή Cost and Works Accountant. »

 

Το Συμβούλιο Προσωπικού και αφού ως ρητώς καταγράφεται στα σχετικά πρακτικά έλαβε υπόψη του τα προσόντα όλων των κρινόμενων υποψηφίων σε συνδυασμό με την υπηρεσιακή τους κατάσταση (εξέλιξη και υπηρεσία στα διάφορα τμήματα της Αρχής) ως αυτά εμφαίνονταν σε σχετικό Πίνακα που ετοιμάστηκε για έκαστο υποψήφιο και επισυναπτόταν ως Συνημμένο 3 στα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού, έκρινε ότι και οι τρεις υποψήφιοι πληρούν τα ελάχιστα ειδικά προσόντα που προβλέπουν οι Κανονισμοί 8(1)(Α)(β) και 8(1)(Β)(β) των σχετικών Κανονισμών.

 

Εν συνεχεία και κατά την αξιολόγηση των υποψήφιων, το Συμβούλιο Προσωπικού (ήτοι η Πρόεδρος και τέσσερα μέλη) και αφού πρώτα, ως ρητώς αναγράφεται στα σχετικά πρακτικά, προχώρησε σε αξιολόγηση και σύγκριση των υποψήφιων και έλαβε υπόψη του τα κριτήρια που καθιερώνει ο Κανονισμός 10(7), όπως έχει τροποποιηθεί με την ΚΔΠ.163/90-13.7.90, τις βαθμολογίες, τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις των Προϊσταμένων τους στα Φύλλα Ποιότητας, τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις και τα 'Έντυπα Αξιολογήσεως καθώς και τα άλλα στοιχεία του προσωπικού τους φακέλου, τους τομείς δραστηριότητας και έργα με τα οποία ασχολήθηκαν οι υποψήφιοι και την εν γένει πείρα που απέκτησαν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στην ΑΤΗΚ, αιτιολόγησε τη συμβουλή του για προαγωγή του ΕΜ ως ουσιαστικά καταλληλότερου, ως ακολούθως:

 

«Η πιο πάνω απόφαση, στηρίζεται στο σκεπτικό ότι η εν λόγω υποψήφια κατέχει επιπρόσθετο προσόν από τα ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα και συγκεκριμένα τον επαγγελματικό τίτλο ACCA (Associate of the Chartered Association of Certified Accountants).Επιπλέον, κατέχει τον επαγγελματικό τίτλο του Εγκεκριμένου Εσωτερικού Ελεγκτή (Certified Internal Auditor, The Institute of Internal Auditors). Επιπρόσθετα, ως προκύπτει από τον προσωπικό της φάκελο, χαρακτηρίζεται ως «άριστη υπάλληλος» με «εξαίρετα αποτελέσματα».

 

Δεν θα συμφωνήσω επομένως με τους ισχυρισμούς του αιτητή. Η εικόνα των προσόντων του αιτητή και του ΕΜ ως αυτή αποτυπώνεται στο σχετικό πίνακα  (Συνημμένο 3) που λήφθηκε υπόψη από το Συμβούλιο Προσωπικού  συνάδει με το περιεχόμενο των υπηρεσιακών τους φακέλων και δεικνύει ότι  αιτητής και ΕΜ κατέχουν πανεπιστημιακό τίτλο (ο αιτητής κατέχει B.A in AccountancyFinance and Economics(Honours) και το ΕΜ  B.A  in Economics (Honours) και οι δυο από το University of Essex)  καθώς αμφότεροι κατέχουν τον επαγγελματικό τίτλο ACCA (Associate of the Chartered Association of Certified Accountants) και είναι μέλη του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου. Το δε ΕΜ και πέραν της κατοχής των πιο πάνω κατέχει τον επαγγελματικό τίτλο του Εγκεκριμένου Εσωτερικού Ελεγκτή (Certified Internal Auditor, The Institute of Internal Auditors) είναι μέλος του Συνδέσμου Εσωτερικών Ελεγκτών Κύπρου και διαθέτει και μεταπτυχιακό δίπλωμα «The Diploma in Advanced Accountancy» από το Luton College of Higher Education.

 

Καθίσταται σαφές ότι η κρίση του Συμβουλίου Προσωπικού ότι το ΕΜ κατέχει ως επιπρόσθετο προσόν τον επαγγελματικό τίτλο ACCA (Associate of the Chartered Association of Certified Accountants) δεν είναι πεπλανημένη αλλά υποστηρίζεται από τα ενώπιον του δεδομένα  και την αναλυτική καταγραφή των προσόντων δια των οποίων βεβαιώνεται ότι το ΕΜ, ως και ο αιτητής, κατέχει και πανεπιστημιακό τίτλο και το επαγγελματικό προσόν του ACCA. Αφής στιγμής το ΕΜ ικανοποιούσε την απαίτηση του τυπικού προσόντος  με το πτυχίο του στα Οικονομικά, το υπερβάλλον αντιμετωπίστηκε ως πρόσθετο προσόν. Δεν διαβλέπω οτιδήποτε μεμπτό και επομένως η θέση του αιτητή ότι «υπό πλάνη δόθηκε βαρύτητα στα προσόντα του ενδιαφερομένου προσώπου αφού το ACCA αποτέλεσε το απαιτούμενο προσόν για διορισμό» δεν με βρίσκει σύμφωνη και δεν επιβεβαιώνεται από τις ενώπιον μου καταγραφές. Η δε διαπίστωση του Συμβουλίου Προσωπικού ότι το εν λόγω επαγγελματικό προσόν περιλαμβάνεται και στα ελάχιστα προσόντα που καθορίζονται διαζευκτικά ως απαιτούμενα στον Κανονισμό 8(1)(Α)(β)ουδόλως καταδεικνύει πλάνη και ούτε και θα δικαιολογούσε την παραγνώριση του ωσάν να μην υπήρχε όταν μάλιστα η σχετικότητα του ένεκα και της διαζευκτικής συμπερίληψης του, είναι αυταπόδεικτη.

Περαιτέρω η θέση του αιτητή ότι δεν μπορούσε το εν λόγω επαγγελματικό προσόν του ACCA να αποτελέσει λόγο επιλογής για το ΕΜ διότι το κατείχε και ο ίδιος παραβλέπει τα όσα ρητώς καταγράφονται από το Συμβούλιο Προσωπικού ήτοι ότι το ΕΜ κατέχει τόσο τον επαγγελματικό τίτλο ACCA όσο και τον επαγγελματικό τίτλο του Εγκεκριμένου Εσωτερικού Ελεγκτή (Certified Internal Auditor, The Institute of Internal Auditors), τον οποίο δεν κατείχε ο αιτητής.

 

Κατ΄ επέκταση δεν εντοπίζεται, ως προς τούτο, ούτε πλάνη σε σχέση με την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή- και συνεπώς ούτε και του Συμβουλίου της Αρχής- ο οποίος δεν περιορίστηκε στη μελέτη της συμβουλής του Συμβουλίου Προσωπικού αλλά ως ρητώς κατέγραψε  προέβη σε μελέτη των ενώπιον του στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη, σε συνάρτηση με τους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων, στο σύνολο τους τα κριτήρια που καθιερώνει ο Κανονισμός  10 (7) τα οποία και απαρίθμησε. Κατέληξε δε μετά από αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων-και χωρίς να επιβάλλεται νομοθετικά η αιτιολόγηση της εισήγηση του (Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δαμιανού (2001) 3 ΑΑΔ 247)- στην καταγραφή της άποψης του, ίδιας, εν προκειμένω με αυτής του Συμβουλίου Προσωπικού, αιτιολογικής κρίσης προς υποστήριξη της επιλογής του να θεωρήσει το ΕΜ Γιωργαλλίδου ως ουσιαστικά καταλληλότερη για προαγωγή.

Υπενθυμίζεται, συναφώς, ως έχει νομολογιακά παγιωθεί, ότι η ταύτιση απόψεων μεταξύ Γενικού Διευθυντή και Συμβουλίου Προσωπικού δεν είναι μεμπτή, ούτε συνιστά εξουδετέρωση του ρόλου του Γενικού Διευθυντή (Α.ΤΗ.Κ. v. Περικλέους (1999) 3 Α.Α.Δ. 170). Περαιτέρω ως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Κακκουλή (Ε.Δ.Δ αρ.109(Α)/2020, ημερομηνίας 6/3/25) με παραπομπή στα λεχθέντα της Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δαμιανού (2001) 3 ΑΑΔ 247 η φράση που χρησιμοποιήθηκε από το Συμβούλιο Προσωπικού και το Διευθυντή «ουσιαστικά καταλληλότεροι», δεν συνιστά αναπαραγωγή της φράσης που περιέχεται στον Κανονισμό 10(7) αλλά αποτελεί την επιλογή του Συμβουλίου Προσωπικού και του Διευθυντή, οι οποίοι έχουν προσωπική γνώση της γενικής αξίας των υποψηφίων ως εκ της ιδιότητας τους ως ανώτεροι λειτουργοί της Αρχής.

 

Ούτε και όμως με βρίσκει σύμφωνη η θέση του αιτητή ότι το Συμβούλιο Προσωπικού δεν προέβη σε σύγκριση των υποψηφίων και ότι τόσο το Συμβούλιο όσο και ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής παραγνώρισαν εσφαλμένα την υπέρτερη κατά έντεκα χρόνια αρχαιότητα και πείρα του αιτητή στη θέση Υποτμηματάρχη, με αποτέλεσμα η σύσταση τους να αντίκειται στα στοιχεία των φακέλων.

 

Πράγματι, ως παρατηρώ, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ξεχωριστή καταγραφή για την υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα στη θέση του Υποτμηματάρχη και συνεπώς και στην πείρα του στη θέση αυτή. Αυτό όμως δεν συνιστά πρόβλημα αφού είναι παγίως νομολογημένο ότι ουδόλως υφίσταται υποχρέωση ονομαστικής αναφοράς ή σχολιασμού υποψηφίων που δεν περιλαμβάνονται στους κατά την κρίση του Συμβουλίου Προσωπικού καταλληλότερους καθώς και ότι δεν επιβάλλεται να εμφαίνεται οποιαδήποτε σύγκριση με εκείνους που δεν προτάθηκαν (Τούμπας κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (2009) 4(Β) Α.Α.Δ. 1054). Στη Λεωνίδου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του θέματος:

 

«Εφόσον δεν υπάρχει υποχρέωση σχολιασμού υποψηφίων που δεν περιλαμβάνονται στους κατά την κρίση του Συμβουλίου Προσωπικού καταλληλότερους, η όποια υποχρέωση περιορίζεται σε αυτούς που το Συμβούλιο Προσωπικού προτείνει και επομένως δεν επιβάλλεται να εμφαίνεται οιαδήποτε σύγκριση με εκείνους που δεν προτάθηκαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση η Εφεσείουσα.

 

Στην Ανδρέου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ. 353, όπου εγέρθηκε ζήτημα ότι το Συμβούλιο Προσωπικού δεν συμβούλεψε απλώς, αλλά προέβη σε σύσταση, αναφέρθηκε (σελ.359-60) ότι, βάσει του Καν.10(5) της Κ.Δ.Π.91/1989, η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού δεν έχει επιτακτικό χαρακτήρα και δε δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο την Αρχή, η οποία προβαίνει σε δική της κρίση. Στη δε Χ''Ιωάννου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. κ.ά. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ. 661, 670, επισημάνθηκε ότι ο σκοπός του Συμβουλίου Προσωπικού, ως συμβουλευτική επιτροπή, είναι να υποβοηθά την Αρχή στο έργο της και σε κάθε περίπτωση, η συμβουλή του δεν είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο δεσμευτική για την Αρχή (Διαμαντίδης v. Α.Η.Κ. (1993) 4 Α.Α.Δ. 278, 282 και Χριστοδουλίδου v. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4 Α.Α.Δ. 40, 43). Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή.

 

Η Αρχή διενεργεί τη δική της έρευνα και μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσο θα πρέπει να ακολουθήσει τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού ή την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και να ενεργήσει στη βάση τους ή να τους δώσει περιορισμένη ή και καθόλου σημασία. Ό,τι έχει σημασία είναι η απόφαση της ιδίας της Αρχής και η αιτιολόγηση της.»

 

Εξάλλου το Συμβούλιο Προσωπικού ως και ο Αν. Εκτελεστικός Διευθυντής ρητώς κατέγραψαν ότι έλαβαν υπόψη τους όλα τα κριτήρια επιλογής, ως αυτά καθορίζονται στον Κ. 10(7) των Κανονισμών. Συναφώς όπως έχει υποδειχθεί στην Α.ΤΗ.Κ. v. Περικλέους (ανωτέρω), τα κριτήρια για προαγωγές στην Αρχή είναι η επίδοση, η απόδοση και η καταλληλότητα των υποψηφίων, όπως αυτές προκύπτουν από τους υπηρεσιακούς φακέλους και τα στοιχεία των προσόντων και της αρχαιότητας δεν είναι ξεχωριστά κριτήρια αλλά, απλώς, στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στη στάθμιση του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας. Ενώπιον τους δε τέθηκαν όλα τα στοιχεία που απαιτούνταν και δη οι προσωπικοί φάκελοι των υποψηφίων, το περιεχόμενο και τα στοιχεία των οποίων, ως αμφότεροι κατέγραψαν, μελέτησαν και έλαβαν υπόψη. Άλλωστε ως με σαφήνεια αναφέρεται στα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού αυτό είχε ενώπιον του και πίνακα αρχαιότητας των υποψηφίων (βλ. Συνημμένο 2-επετηρίδα προσωπικού).

 

Ούτε και βεβαίως τυγχάνουν εφαρμογής τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Μανούχος ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (2013) 3 ΑΑΔ 613 τα οποία σε καμία περίπτωση, ως εσφαλμένα εισηγείται η πλευρά του αιτητή, δεν συνιστούν δεδικασμένο για την παρούσα  και στην οποία αυτό που δικαστικώς κρίθηκε ήταν ότι δεν παρασχέθηκε ειδική αιτιολογία για την παράκαμψη της εκεί σύστασης του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή από το Συμβούλιο της Αρχής. Άλλωστε η εν λόγω υπόθεση αφορούσε διαδικασία πλήρωσης άλλης θέσης και ως γνωστό κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων.

 

Επομένως και επί τη βάση των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι τόσο το Συμβούλιο Προσωπικού όσο και ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής κινήθηκαν εντός των επιτρεπτών ορίων και οι εισηγήσεις τους ήταν εύλογα επιτρεπτές και συνάδουσες με τα κριτήρια των Κανονισμών.

 

Ακόμα όμως και σφάλμα ή παράλειψη να υπήρχε είτε στη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού, είτε στην εισήγηση του ΑΕΔ σημασία αποκτά, ως έχει επανειλημμένα τονιστεί, η ίδια η απόφαση της Αρχής. Εν προκειμένω η Αρχή και πέραν της υιοθέτησης των όσων τα συμβουλευτικά όργανα εισηγήθηκαν, προέβηκε, ως τα σχετικά πρακτικά επιβεβαιώνουν, σε δική της έρευνα, μελετώντας και αξιολογώντας τα  ενώπιον της στοιχεία. Προχώρησε δε σε δική της συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων με βάση ως ανέφερε τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα των υποψήφιων, την απόδοση και επίδοση του καθώς και την ουσιαστική καταλληλόλητα τους, καταλήγοντας επί τη βάση των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων στα δικά της πρόσθετα συμπεράσματα, τα οποία και αιτιολόγησε με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία.

 

Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η απόφαση του Συμβουλίου της Αρχής είναι αναιτιολόγητη και αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων κατά παραγνώριση της εντεκάχρονης υπεροχής του σε αρχαιότητα και επομένως και της υπέρτερης πείρας του, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι το Συμβούλιο της Αρχής είχε ενώπιον του τόσο τους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων όσο και το σχετικό πίνακα αρχαιότητας των υποψηφίων (ως αυτός επισύναπτετο στα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού που επίσης τέθηκαν ενώπιον του) σύμφωνα με τον οποίο ο αιτητής προήχθη στην προηγούμενη της επίδικης θέσης ήτοι στη θέση Υποτμηματάρχη την 1.4.1996 και το ΕΜ την 1.8.2007. Περαιτέρω και ως αναντίλεκτα επιβεβαιώνεται από το τηρηθέν πρακτικό, η Αρχή -και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του αιτητή- έστρεψε ειδικά την προσοχή της στην υπέρτερη αρχαιότητα του αιτητή, αναγνωρίζοντας και επισημαίνοντας ρητώς ότι το ΕΜ υστερεί σε αρχαιότητα έναντι του αιτητή. Ωστόσο η Αρχή έκρινε ότι το ΕΜ δεν υπερείχε μόνο σε προσόντα αλλά και σε βαθμολογία έναντι του αιτητή. Πέραν δε τούτου έκρινε ότι η όλη υπηρεσιακή εικόνα του ΕΜ όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία των φακέλων είναι υπέρτερη έναντι των άλλων υποψηφίων καθώς και ότι και τα σχόλια των προϊσταμένων για το ΕΜ δεν παρέμειναν ίδια ή χειροτέρευσαν αλλά σε αντίθεση με τους άλλους υποψηφίους βελτιώνονταν από έτος σε έτος.

 

Ο αιτητής αντέτεινε ότι η διαφορά του αιτητή και του ΕΜ στις υπηρεσιακές εκθέσεις ήταν ελάχιστη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη καθώς και ότι ο ίδιος κατά τα έτη 2009-2011, τα οποία λήφθηκαν υπόψη, αξιολογήθηκε ως Τμηματάρχης με πιο αυστηρά κριτήρια.

 

Δεν θα συμφωνήσω. Η διαπίστωση της Αρχής για υπεροχή του ΕΜ σε βαθμολογία ήταν συνάδουσα με τις ενώπιον της βαθμολογίες όπως αυτές αποτυπώνονταν τόσο στα έντυπα αξιολόγησης που περιέχονται στους φακέλους των υποψηφίων όσο και στον κατάλογο που ετοιμάστηκε από το Συμβούλιο Προσωπικού και είχε ενώπιον της η Αρχή ( Συνημμένο 4 στα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού) με τίτλο «μέσος όρος βαθμολογίας υπαλλήλου κατά κριτήριο και περίοδο αξιολόγησης» καθώς και στον έτερο κατάλογο με τίτλο «μέσοι όροι βαθμολογίων υπαλλήλων κατά σειρά επετηρίδας» από τον οποίο προκύπτει ότι κατά τις αξιολογήσεις των ετών 2009-2011,οι οποίες λήφθηκαν υπόψη, ο αιτητής έλαβε βαθμολογία, ως μέσο όρο 4,9490 και το ΕΜ 4,9580. Πράγματι αν και η διαφορά αυτή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως οριακή, δεν παύει ωστόσο να αποτελεί μια διαφορά υπαρκτή, ιδιαίτερα με δεδομένο ότι η διαφορά αυτή δεν αποτέλεσε το μοναδικό λόγο επιλογής του ΕΜ.

 

Η δε θέση του αιτητή ότι  οι αξιολογήσεις του ήταν σε θέση ανώτερη ήτοι του Τμηματάρχη και επομένως διενεργούνταν με πιο απαιτητικά κριτήρια δεν μπορεί να γίνει δέκτη αφού ως είναι παγίως νομολογημένο μέτρο κρίσης της αξίας των υποψηφίων είναι η επάρκεια και αποτελεσματικότητα με την οποία ασκούν τα εκάστοτε καθήκοντα τους, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες υπηρεσιακές τους εκθέσεις  και όχι η φύση ή το είδος της εργασίας που εκτελούν (βλ. Papadopoulos v. R. (1982) 3 C.L.R. 1070, R. v. Papaonisiforou (1984) 3 C.L.R. 370) Αντώνιος Χαραλαμπίδης ν. Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 878 ημερομηνίας 20.6.1991).

 

Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία επιλογής στην Αρχή διεξάγεται στη βάση των κριτηρίων που ορίζει ο Κ.10(7) των Κανονισμών ήτοι στη βάση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης των υποψηφίων και την εν γένει ουσιαστική καταλληλόλητα τους, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού τους φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και τα φύλλα προαγωγής τους. Ούτε και εφαρμόζεται αναλογικά η νομολογία, στην οποία παραπέμπει η πλευρά του αιτητή, η οποία διαμορφώθηκε για τους δημόσιους υπαλλήλους και στην περίπτωση των οποίων η αρχαιότητα αποτελεί ένα από τα θεσμοθετημένα κριτήρια (Ανδρέου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ.353). Αντιθέτως στην περίπτωση προαγωγών στην Α.Τ.Η.Κ., οι προαγωγές αποδεσμεύονται από παράγοντες όπως η αρχαιότητα ως αυτοτελές κριτήριο, αφού αυτή δεν συνιστά ξεχωριστό κριτήριο αλλά στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στη στάθμιση του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας (Α.ΤΗ.Κ. ν. Περικλέους (1999) 3 Α.Α.Δ. 170, 180) (Δημητρίου κα ν. ΑΤΗΚ (1993) 4 ΑΑΔ(Β) 1196).

 

Στη βάση της ισχύουσας νομολογίας, ο δικαστικός έλεγχος εξαντλείται στη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το Συμβούλιο της Αρχής έλαβε υπόψη του όλα τα ενώπιον του στοιχεία κρίσης, ως αυτά συναρτώνται με τον Κανονισμό 10 (7), περιλαμβανομένου και των προσόντων και της αρχαιότητας στα πλαίσια εξέτασης του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας. Τούτο δε εν προκειμένω, διαπιστώνεται να επισυνέβη αφού ως ήδη επεξηγήθηκε η Αρχή όχι μόνο δεν παραγνώρισε κανέναν από τους σχετικούς παράγοντες και κριτήρια αλλά ρητώς, ως υποδείχθηκε,  αναφέρθηκε και στην υπέρτερη αρχαιότητα του αιτητή ως κριτήριο της ουσιαστικής καταλληλόλητας. Αφής στιγμής δε τα στοιχεία που λήφθηκαν ήταν ορθά και η Αρχή κινήθηκε εντός της διακριτικής της ευχέρειας δεν παρέχεται κανένα περιθώριο επέμβασης από το Δικαστήριο, το οποίο δεν προβαίνει σε πρωτογενή κρίση αναθεωρώντας την κρίση της Αρχής (Α.Τ.Η.Κ v Κακουλλή  ( ανωτέρω) Τούμπας κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (2009) 4(Β) Α.Α.Δ. 1054). Ούτε και βεβαίως ο αιτητής δεν απέδειξε αλλά ούτε και ισχυρίστηκε έκδηλη υπεροχή έναντι του ΕΜ για να επιτύχει στην προσφυγή του (Κυπριανού v. Α.ΤΗ.Κ. (Αρ. 2) (1998) 3 Α.Α.Δ. 804) Α.ΤΗ.Κ. v. Περικλέους (ανωτέρω).

 

Στη Λεωνίδου ν ΑΤΗΚ (ΕΔΔ αρ. 22/2016, ημερ. 20.07.2022) όπου εκεί το παράπονο της Εφεσείουσας αφορούσε στα προσόντα της, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Ο δικαστικός έλεγχος εξαντλείται στη διαπίστωση ότι η Αρχή δεν παραγνώρισε τα προσόντα της Εφεσείουσας, αλλά τα έλαβε υπόψη στα πλαίσια εξέτασης του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας. Το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν αναθεωρεί την ίδια την κρίση της διοίκησης, αλλά την τήρηση των προϋποθέσεων της νομότυπης και δίκαιης άσκησης της. Δεν θα μπορούσε να κρίνει, υποκαθιστώντας την Αρχή, ότι το Α’ προσόν που έχει η Εφεσείουσα, την καθιστά ουσιαστικά καταλληλότερη από άλλο υποψήφιο που δεν το διαθέτει, αλλά διαθέτει κάποιο άλλο προσόν ή είναι αρχαιότερος της κατά Β’ χρονική περίοδο με την αντίστοιχη εμπειρία, αλλά όχι σε σχέση με άλλο υποψήφιο που της υπερέχει σε αρχαιότητα κατά Γ’ χρονική περίοδο και έχει διαφορετικά πρόσθετα προσόντα. Εφόσον η Αρχή, προτού καταλήξει στην απόφαση της ως προς την ουσιαστική καταλληλότητα των υποψηφίων έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε τα πρόσθετα προσόντα της Εφεσείουσας, η απόφαση της δεν επιδέχεται επέμβασης από το αναθεωρητικό Δικαστήριο.»

 

Στη βάση των ανωτέρω και για τους λόγους που εξηγήθηκαν η Προσφυγή αποτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα €1600, πλέον Φ.Π.Α, εάν υπάρχει, υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

                                               Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο