ΝΙΚΟΣ ΖΗΝΩΝΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση αρ. 1455/2022, 29/1/2026
print
Τίτλος:
ΝΙΚΟΣ ΖΗΝΩΝΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση αρ. 1455/2022, 29/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 1455/2022(iJ))

29 Ιανουαρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΝΙΚΟΣ ΖΗΝΩΝΟΣ

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Τζάνετ Ζήνωνος, για J. Zenonos & Associates LLC, για τον αιτητή.

Παύλος Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο θεραπεία, ως εξής:-

«Δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση ημερομηνίας 17/05/2022 των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την παροχή Θεσμοθετημένης Σύνταξης Γήρατος εις τον Αιτητή, η οποία γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν με επιστολή του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 17/05/2022, είναι λανθασμένη και/ή παράνομη και/ή άκυρη και/ή δεν συνάδει με τον νόμο Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 και με την Συμφωνία Κοινωνικής Ασφάλειας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Αυστραλίας και/ή είναι στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή πάσχει λόγω έλλειψης αιτιολογίας και/ή λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας και/ή λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας».  

 

  Ο αιτητής είναι πρόσφυγας από την Αμμόχωστο, γεννηθείς το έτος 1957. Όπως αναφέρεται στα γεγονότα της αίτησης ακυρώσεως, είχε μεταβεί μαζί με την οικογένειά του στην Αυστραλία, κατά το έτος 1999, όπου και παρέμεινε μέχρι τα τέλη του έτους 2008. Κατά την εκεί διαμονή του, εργαζόταν και συνείσφερε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Αυστραλίας.

 

  Στις 15.9.2020, έχοντας συμπληρώσει την ηλικία των 63 ετών, υπέβαλε αίτηση στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης, υποβάλλοντας πως είχε ασφάλιση σε Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Αυστραλίας και της Ελλάδας, στην οποία (Ελλαδα), επίσης είχε εργαστεί, ως ναύτης, κατά τα έτη 1978 – 1980, δηλώνοντας πως επιθυμούσε την λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης από την ηλικία των 64 ετών και 2 μηνών, με αναλογιστική μείωση εφ΄όρου ζωής 5%.

 

  Αρχικά, η υποβληθείσα αίτηση απορρίφθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 17.5.2022. Τούτο, λόγω μη ικανοποίησης των ασφαλιστικών προϋποθέσεων εισφορών που καθορίζονται στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο. Και ειδικότερα, λόγω του ότι ο εβδομαδιαίος μέρος όρος των πληρωμένων ή πιστωμένων ασφαλιστέων αποδοχών στο κατώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών για την περίοδο από 1973 μέχρι 2020, ήτο €118.61 και όχι τουλάχιστον €123.13 προκειμένου να λαμβάνει σύνταξη στο 63ο έτος της ηλικίας του. Όπως σημειώθηκε στην εν λόγω επιστολή, είχαν ληφθεί υπόψη οι εισφορές της Ελλάδας, καθώς και ο χρόνος διαμονής του στην Αυστραλία.

 

  Όπως αναφέρεται και στην Ένσταση, το δικαίωμα του αιτητή σε σύνταξη, επανεξετάστηκε από τον Κλάδο Συντάξεων Εξωτερικού, σύμφωνα με τις διατάξεις της Διμερούς Συμφωνίας στην Κοινωνική Ασφάλεια μεταξύ Κύπρου και Αυστραλίας. Αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής, ήταν η έγκριση της αίτησης για λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης, από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ήτοι από 7.4.2022, ύψους €379,85 μηνιαίως. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν τα εξής:-

«Αναφέρομαι στην αίτηση σας για ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΜΕΝΗ ΣΥΝΤΑΞΗ με ημερομηνία 15/09/2020 και σας πληροφορώ ότι αυτή εγκρίθηκε και δικαιούστε σε τέτοια σύνταξη από 07/04/2022. Το ποσό της σύνταξης σας ανέρχεται σε €379,85 το μήνα με αναλογιστική μείωση 0% και θα σας καταβάλλεται στο τέλος κάθε μήνα».

 

  Με την εν λόγω απόφαση, διαφωνεί ο αιτητής, υποβάλλοντας πως το ποσό για το οποίο εγκρίθηκε, είναι λανθασμένο και ανεπαρκές, αφού δεν αντικατοπτρίζει σε καμία περίπτωση τις εισφορές που κατέβαλλε στην Κύπρο και στην Αυστραλία, καθόλα τα χρόνια της εργασίας του.

 

  Δια της ευπαιδεύτου συνηγόρου του, προωθείται το ζήτημα της ελλιπούς αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης. Υποστηρίζει πως δεν υπάρχει στο σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης το σκεπτικό του οργάνου, βάσει του οποίου κατέληξε στο συμπέρασμα για το συγκεκριμένο ποσό σύνταξης, ενώ δεν γίνεται και οποιαδήποτε αναφορά για το κατά πόσον έχουν ληφθεί ή όχι υπόψη οι εισφορές που κατέβαλλε στην Αυστραλία, ούτε και ανάλυση των ετών που αφορούν οι εισφορές που λήφθηκαν υπόψη.

 

  Δεύτερος λόγος ακύρωσης που προωθείται, άπτεται ισχυρισμού περί πλάνης περί τα πράγματα και ελλιπούς έρευνας. Κατά τις εισηγήσεις, δεν προηγήθηκε καμία έρευνα και αναφορά στα χρόνια καταβολής εισφορών εκ μέρους του, για τα έτη που αυτός εργαζόταν στην Αυστραλία και στην Κύπρο, γεγονός που οδηγεί και σε πλάνη περί τα πράγματα.

 

  Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, προβάλλει την θέση πως η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις, τόσο της εθνικής νομοθεσίας, όσο και της Συμφωνίας Κοινωνικής Ασφάλειας, μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Αυστραλίας. Αναφέρει πως, κατόπιν παραινέσεων και προτροπών του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο αιτητής κατέβαλλε εισφορές και στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου, παράλληλα με τις εισφορές που κατέβαλλε στο αντίστοιχο Ταμείο της Αυστραλίας, προκειμένου να λάβει επαρκές ποσό συντάξεως για την διαβίωσή του και πως εάν γνώριζε πως οι παράλληλες εισφορές δεν θα λαμβάνονταν υπόψη, δεν θα το έπραττε. Υποστηρίζει πως η επίδικη απόφαση ελήφθη υπό πλάνη, αφού οι καθ΄ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 10 της Συμφωνίας, που προνοείται η άθροιση των περιόδων ασφάλισης στις δύο χώρες. Με αναφορά στα όσα αναφέρονται στην Ένσταση, υποστηρίζει πως με την προσθήκη των περιόδων ασφάλισης Αυστραλίας (517) και Κύπρου (302), οι εβδομάδες ασφάλισης θα ήταν 819 και αφαιρούμενων των παράλληλων εισφορών (318), το αποτέλεσμα θα ήταν 501 εβδομάδες εισφορών και όχι 199 που υπολογίστηκαν εσφαλμένα από τη διοίκηση, καταλήγοντας πως όχι μόνον δεν έγινε άθροιση των εισφορών, αλλά δεν έγινε ούτε υπολογισμός κατά μία φορά.

 

  Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, απορρίπτοντας όλους τους εγερθέντες λόγους ακύρωσης, υποστήριξε πως η επίδικη απόφαση εντάσσεται στις πράξεις που δεν χρήζουν αιτιολογίας, αφού αυτή εκδόθηκε αυτοματοποιημένα, μέσω υπολογισμού συγκεκριμένου μηχανικού μέσου, ήτοι μέσω του Συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως διαφαίνεται από το έγγραφο που περιέχεται στον διοικητικό φάκελο με στοιχεία “Separ. P. 65’’. Ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης έγινε βάσει του Συστήματος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η περίπτωση, εντάσσεται στις διατάξεις του άρθρου 27(γ) του Ν. 158(Ι)/99, αλλά και λόγω του ότι δεν ασκείται από τον Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων διακριτική ευχέρεια, αλλά η απόφαση συνιστά προϊόν δέσμιας αρμοδιότητας, κατά εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 19, 35 και Τρίτου Πίνακα του Νόμου. Υποστηρίζει πως, προηγήθηκε της λήψης της επίδικης απόφασης δέουσα έρευνα και πως εφαρμογής έτυχαν οι διατάξεις της προαναφερθείσας  Συμφωνίας και ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 10(3) αυτής, όπου, σε περίπτωση που περίοδος ασφάλισης συμπίπτει με την περίοδο διαμονής στην Αυστραλία, αυτή η περίοδος, θα λαμβάνεται υπόψη μόνον μία φορά, ως περίοδος ασφάλισης. Απορρίπτονται δε οι ισχυρισμοί του αιτητή πως η παράλληλη καταβολή εισφορών από τον αιτητή έγινε κατόπιν προτροπής των καθ’ ων η αίτηση και υποστηρίζει πως αυτό αποτελούσε δική του πρωτοβουλία, με τις υποδείξεις της διοίκησης να περιορίζονται μόνον στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

 

  Η δυνατότητα προσώπου προς λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 35 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, Ν. 59(Ι)/2010, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως, εκεί, αναφέρεται, πρόσωπο δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη, μεταξύ άλλων, εάν συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία και ταυτόχρονα ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, ή συμπλήρωσε την ηλικία των 63 ετών, ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και ο αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων της βασικής ασφάλισής του, δεν υπολείπεται του 70% του αριθμού των ετών που εμπίπτουν στην περίοδο που ισχύει στην περίπτωσή του. Στο άρθρο 19, ο νομοθέτης ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο μετατρέπονται οι ασφαλιστέες αποδοχές, σε ασφαλιστικές μονάδες, για κάθε έτος εισφορών.

 

  Επίδικη, εν προκειμένω, αποτελεί η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 17.5.2022 με την οποία η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής για λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης, εγκρίθηκε, με το ποσό της μηνιαίας του σύνταξης να ανέρχεται στα €379,85 από την 7.4.2022, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτος ηλικίας του. Ο αιτητής υποστήριξε το αναιτιολόγητο της επίδικης απόφασης, αφού κατά τις εισηγήσεις, δεν προκύπτει το πως υπολογίστηκε το ποσό της σύνταξης, το οποίο εγκρίθηκε να λαμβάνει, ούτε και διαφαίνεται κατά πόσον λήφθηκαν υπόψη οι εισφορές που αυτός κατέβαλλε στην Αυστραλία.

 

  Επ΄αυτού, θα συμφωνήσω με τις θέσεις και εισηγήσεις των καθ’ ων η αίτηση, πως η επίδικη απόφαση, εντάσσεται στις πράξεις που δεν χρήζουν αιτιολογίας, καθότι αυτή εκδίδεται αυτοματοποιημένα, με μηχανικά μέσα, ήτοι, μέσω του Συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως αυτό προκύπτει από το έγγραφο που εντοπίζω εντός του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, με χειρόγραφη σημείωση “Separ. P. 65”, στο οποίο έγινε παραπομπή. Ο προσδιορισμός του ποσού της σύνταξης, γίνεται μετά από υπολογισμό των ασφαλιστέων αποδοχών και την μετατροπή τους σε ασφαλιστικές μονάδες, συμφώνως της διαδικασίας μετατροπής που περιγράφεται στο άρθρο 19 του Νόμου, στη βάση του ασφαλιστικού λογαριασμού του εκάστοτε αιτητή, επί του οποίου παρατίθενται οι ασφαλιστικές μονάδες και οι ασφαλιστέες αποδοχές του, ανά έτος.

  Συνεπώς, η επίδικη απόφαση, εμπίπτει εντός των διατάξεων του άρθρου 27(γ) του Ν. 158(Ι)/99 και συνεπώς, δεν χρήζει αιτιολογίας (Y. Karydas Car Engineering & Valeting Services Ltd, εμπορευόμενη με την εμπορική επωνυμία Υ. Karydas Drive & Fly ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (2009) 3 Α.Α.Δ 375 και F&D Galazis Estates Ltd ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 56/2021, ημερομηνίας 22.7.2025).

 

  Αλλά, ανεξαρτήτως τούτου, για το ποιες εισφορές λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό της θεσμοθετημένης σύνταξης, θα μπορούσε ο αιτητής να πληροφορηθεί, ζητώντας τον ασφαλιστικό του λογαριασμό που τηρείται στα αρχεία των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως αυτόν εντοπίζω στο Τεκμήριο 1, με ημερομηνία 17.5.2022, στον οποίο περιέχονται και οι εβδομάδες που λήφθηκαν υπόψη από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με τις εισφορές που καταβλήθηκαν στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου (σύνολο 1505), κατάσταση η οποία προκύπτει να απευθύνεται στον ίδιο τον αιτητή, στην ταχυδρομική του διεύθυνση.

  Διατείνεται περαιτέρω ο αιτητής πως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας και πλάνης, αφού δεν λήφθηκαν υπόψη οι εισφορές που κατέβαλλε στην Αυστραλία και ακόμα και εάν αυτές λήφθηκαν υπόψη, υπήρξε πεπλανημένη εφαρμογή των προνοιών της Συμφωνίας Κοινωνικής Ασφάλειας μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Αυστραλίας, λόγω μη άθροισης των περιόδων ασφάλισης στις δύο χώρες, όπως αυτό προνοείται στο άρθρο 10 της Συμφωνίας. Επίσης, όπως αναφέρει ο αιτητής, οι παράλληλες εισφορές και στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου, έγιναν μετά από παραίνεση της διοίκησης. Οι θέσεις αυτές του αιτητή, θα εξεταστούν μαζί.

 

  Όπως αναφέρεται και στην Ένσταση, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ημερομηνίας 15.9.2022 για λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης, η οποία αρχικά απερρίφθη. Στη συνέχεια, η αίτηση επανεξετάστηκε και εγκρίθηκε για καταβολή συγκεκριμένου ποσού μηνιαίως, από 7.4.2022, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του, κατ’ εφαρμογή και των διατάξεων της Διμερούς Συμφωνίας Κοινωνικής Ασφάλειας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Αυστραλίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 29.5.1992. Κατά τις διατάξεις του Άρθρου 169.3 του Συντάγματος και έχουσα αυξημένη τυπική ισχύ έναντι της εθνικής νομοθεσίας, η διοίκηση όφειλε να εξετάσει την υποβληθείσα αίτηση, στη βάση των προνοιών αυτής.

 

  Όπως αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 10 της Συμφωνίας:-

«ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ

ΑΡΘΡΟ 10

Άθροιση για την Κύπρο

1. Τηρουμένης της παραγράφου 4, αν το πρόσωπο δε θεμελιώνει δικαίωμα για παροχή με βάση περιόδους ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει μόνο της νομοθεσίας της Κύπρου, το δικαίωμα για την παροχή αυτή θα καθορίζεται με την άθροιση των εν λόγω περιόδων με τις περιόδους διαμονής στην Αυστραλία κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ζωής, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση δικαιώματος για παροχή.

[…]

3. Για σκοπούς του Άρθρου αυτού όταν περίοδος ασφάλισης συμπίπτει με περίοδο διαμονής στην Αυστραλία κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ζωής, η περίοδος που συμπίπτει, θα λαμβάνεται υπόψη μόνο μία φορά ως περίοδο ασφάλισης.  

[…]

5. Για σκοπούς μετατροπής της περιόδου διαμονής στην Αυστραλία κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ζωής σε περίοδο ασφάλισης δυνάμει της νομοθεσίας της Κύπρου, ένα πρόσωπο θα θεωρείται για κάθε εβδομάδα διαμονής του στην Αυστραλία κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ζωής ότι έχει ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει της νομοθεσίας της Κύπρου ίσες με το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών».[1]

 

  Στην ανάλυση του ασφαλιστικού λογαριασμού του αιτητή, που περιέχεται εντός του Τεκμήριου 1, διαφαίνεται πως είχε εις πίστη του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου, ετήσιες εισφορές για τα έτη 1973 – 1978, 1981 – 1983, 1995 – 2000, 2002 – 2020. Αυτές οι εισφορές αντιστοιχούσαν συνολικά σε 1505 εβδομάδες εισφορών στην Κύπρο.

 

  Παράλληλα, από το Παράρτημα 1 της Ένστασης, προκύπτει πως ο αιτητής διέμενε στην Αυστραλία για τις περιόδους 25.11.1989 – 26.11.1991 (2 χρόνια και 2 ημέρες) και 10.3.2000 – 8.3.2008 (7 χρόνια, 1 μήνας και 28 ημέρες), συνολικά 517 εβδομάδες.

 

  Για την πρώτη προαναφερθείσα περίοδο 25.11.1989 – 26.11.1991, που διέμενε στην Αυστραλία, δεν κατέβαλλε (προαιρετικά) εισφορές και στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου. Αυτή η περίοδος αντιστοιχούσε σε 103 εβδομάδες. Για την δεύτερη περίοδο που επίσης διέμενε στην Αυστραλία, 10.3.2000 – 8.3.2008, κατέβαλλε (προαιρετικά) εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου. Αυτή η περίοδος αντιστοιχούσε σε 414 εβδομάδες. Συνολικά, οι δύο περίοδοι αφορούσαν σε 517 εβδομάδες. Στον αιτητή πιστώθηκαν μόνον οι 199 εβδομάδες από τις 517, καθότι για τις υπόλοιπες 318 εβδομάδες, είχαν πραγματοποιηθεί από τον ίδιο προαιρετικά εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου (2002 – 2008).

 

  Για τον πιο πάνω αναφερόμενο υπολογισμό, εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 10(3) της Συμφωνίας, αφού διαπιστώθηκε πως συγκεκριμένη περίοδος ασφάλισης, ήτοι οι 318 εβδομάδες για τα έτη 2002 – 2008, συνέπιπταν με την περίοδο διαμονής του στην Αυστραλία (10.3.2000 – 8.3.2008), που κατά τις σχετικές διατάξεις, η συμπίπτουσα περίοδος λαμβάνεται υπόψη, μόνον μία φορά, ως περίοδος ασφάλισης, για σκοπούς καταβολής της παροχής στην Κύπρο.

 

  Πρόσθετα, οι καθ’ ων η αίτηση, προχώρησαν και σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10(1) της Συμφωνίας και άθροισαν την περίοδο ασφάλισης στην Κύπρο (1505 εβδομάδες), με την περίοδο διαμονής του στην Αυστραλία, αφού αφαιρέθηκε η περίοδος που συνέπιπτε, με αποτέλεσμα να δικαιούται σε θεσμοθετημένη σύνταξη, εξ ου και η έγκριση με την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

  Όπως επεξηγείται από τους καθ’ ων η αίτηση, από το σύνολο των 517 εβδομάδων, λήφθηκαν υπόψη, ως περίοδοι ασφάλισης, μόνον οι 199 εβδομάδες, λόγω του ότι εντοπίστηκαν περίοδοι που συνέπιπταν μεταξύ τους, κατά τις οποίες περιόδους καταβάλλονταν εισφορές και στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου, ήτοι από το έτος 2002 – 2008, περίοδος, η οποία συμπεριλήφθηκε και αποτέλεσε μέρος των 1505 εβδομάδων εισφορών στην Κύπρο, οι οποίες καταβάλλονταν από τον αιτητή σε προαιρετική βάση.

 

  Η περίπτωση σύμπτωσης καταβολής εισφορών στην Κύπρο, με την περίοδο διαμονής στην Αυστραλία, ρυθμίζεται ειδικά από τις διατάξεις της προαναφερθείσας Συμφωνίας, ομοίως και η περίπτωση που οι περίοδοι αυτοί αθροίζονται, αναφορά στις οποίες έγινε ανωτέρω.

 

  Στη βάση των πιο πάνω, διαπιστώνω πως οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων προχώρησαν σε ορθή εφαρμογή των προνοιών της Συμφωνίας και συγκεκριμένα του άρθρου 10 αυτής, δυνάμει του οποίου ρυθμίζεται η άθροιση περιόδων ασφάλισης στην Κύπρο με περιόδους διαμονής στην Αυστραλία, εκτός εάν αυτές οι περίοδοι συμπίπτουν, που σε τέτοια περίπτωση, η περίοδος αυτή λαμβάνεται υπόψη μόνον μία φορά.

 

  Δεν συμφωνώ με τις εισηγήσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή πως η συμπίπτουσα περίοδος των 318 εβδομάδων, δεν του πιστώθηκε, ούτε και μία φορά, αφού όπως προκύπτει από τον ασφαλιστικό λογαριασμό του αιτητή, που περιλαμβάνεται εντός του Τεκμήριου 1, η περίοδος αυτή, περιλαμβάνεται μέσα στις 1505 εβδομάδες καταβολής προαιρετικών εισφορών στην Κύπρο που λήφθηκαν υπόψη.

 

  Η διαδικασία που ακολουθήθηκε εκ μέρους των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για τον υπολογισμό της περιόδου ασφάλισης του αιτητή, για σκοπούς εξέτασης της υποβληθείσας αίτησης, διαπιστώνω να στηρίζεται σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της Συμφωνίας και ειδικότερα του άρθρου 10 αυτής.

 

  Τόνισε ιδιαίτερα ο αιτητής, πως το γεγονός της προαιρετικής καταβολής εισφορών από τον ίδιο στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κύπρου, κατά την περίοδο διαμονής του στην Αυστραλία, έγινε μετά από υπόδειξη και προτροπή της διοίκησης. Ακόμα όμως προτροπή να υπήρξε εκ μέρους των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κάτι το οποίο αρνείται η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, το γεγονός της καταβολής τους, δεν παύει να συνιστά μία οικειοθελή εκ μέρους του ενέργεια, χωρίς να αναιρεί ή να επηρεάζει τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 10(3), σε σχέση με την πίστωση μίας μόνον φοράς αυτής της περιόδου ασφάλισης.

 

  Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω πως οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν σύννομα και καλή τη πίστη, εφαρμόζοντας ορθά τις διατάξεις της ισχύουσας εν προκειμένω Συμφωνίας Κοινωνικής Ασφάλειας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Αυστραλίας, για σκοπούς απόδοσης προς τον αιτητή θεσμοθετημένης σύνταξης.

  Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1.800 έξοδα εναντίον του αιτητή.

 

  Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.                 

 

                       

 

                   Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο