ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1511/2014)
22 Ιανουαρίου 2026
[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
Αιτητής
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Καθ’ ων η Αίτηση
…………………………
Ρ. Ευγενίου (κα) για Μ. Ηλιάδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Ε. Συμεωνίδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής με την προσφυγή του ζητά την ακόλουθη θεραπεία:
«Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, που του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 30/9/2014 (Συνημμένο «1»), σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε ολοκληρωτικά η ετήσια σύνταξη και το εφάπαξ που δικαιούται ο αιτητής, δηλαδή ετήσια σύνταξη €22.866,74 και εφάπαξ ποσό €106.711,45, ποσά που ήταν αποτέλεσμα λανθασμένου και/ή παράνομου υπολογισμού της σύνταξης και του εφάπαξ, αφού δεν περιέλαβαν στον υπολογισμό τις προσαυξήσεις στον μισθό που αναστάληκαν βάσει νόμου, είναι άκυρη παράνομη, αντισυνταγματική και/ή βασίστηκε σε αντισυνταγματικό νόμο και χωρίς κανένα νόμιμο αποτέλεσμα.
Β. Δήλωση και/ή Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε να αποκόπτεται από την σύνταξη του αιτητή έκτακτη εισφορά δυνάμει νόμου, παρά το γεγονός ότι η σύνταξή του υπολογίστηκε μειωμένη, λόγω της αναστολής των προσαυξήσεων στον μισθό, που δεν θα έπρεπε να έχουν θέση και στον υπολογισμό της σύνταξης, είναι άκυρη παράνομη, αντισυνταγματική και/ή βασίστηκε σε αντισυνταγματικό νόμο και χωρίς κανένα νόμιμο αποτέλεσμα.»
Ο αιτητής αφυπηρέτησε πρόωρα από τη δημόσια υπηρεσία στις 28.8.2013. Οι καθ’ ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 30.9.2013 πληροφόρησαν τον αιτητή ότι για την υπηρεσία του μέχρι 31.12.2012 δικαιούται σε εφάπαξ φιλοδώρημα ύψους €104.836,01, που του είχε ήδη καταβληθεί, και ετήσια σύνταξη ύψους €22.464,86. Σε σχέση με τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα για την περίοδο 1.1.2013 μέχρι 27.8.2013, ο αιτητής πληροφορήθηκε ότι αυτή θα του καταβαλλόταν σε μεταγενέστερο στάδιο αφού θα έπρεπε να υπολογιστούν.
Με επιστολή τους ημερομηνίας 30.9.2014 οι καθ’ ων η αίτηση πληροφόρησαν τον αιτητή ότι ολοκληρώθηκε η διαδικασία υπολογισμού των συνταξιοδοτικών ωφελημάτων για την περίοδο 1.1.2013 μέχρι 27.8.2013 σε εφάπαξ ύψους €1.875,44 και σε σύνταξη ύψους €401,88 που θα του καταβαλλόταν από 28.8.2013.
Η υπό κρίση υπόθεση επανεκδικάζεται κατόπιν μερικού παραμερισμού από το Διοικητικό Εφετείο προηγούμενης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.6.2021 με την οποία η προσφυγή απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη στη βάση του ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι βεβαιωτικού περιεχομένου. Το Διοικητικό Εφετείο με απόφασή του ημερομηνίας 25.6.2025 Πολυκάρπου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 96/2021 έκρινε ως εξής:
«Η Προσφυγή προσβάλλει την απόφαση που κοινοποιήθηκε στον Εφεσείοντα με την επιστολή ημερ. 30.9.2014. Όμως τα δικαιώματα του Εφεσείοντα ως προς την καταβολή εφάπαξ φιλοδωρήματος και ετήσιας σύνταξης για την περίοδο υπηρεσίας του μέχρι 31.12.2012 αποκρυσταλλώθηκαν και γνωστοποιήθηκαν (μάλιστα, το υπολογισθέν εφάπαξ φιλοδώρημα ήδη του είχε καταβληθεί) στον Εφεσείοντα διά της επιστολής ημερ. 30.9.2013, η οποία συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη.
Σε περίπτωση που ο Εφεσείων ήθελε να προσβάλει ως παράνομο την εκ της Εφεσίβλητης υπολογισμό των ωφελημάτων του που σχετίζονται με την υπηρεσία του μέχρι 31.12.2012, έπρεπε να προσβάλει εμπρόθεσμα την διοικητική πράξη η οποία του κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερ. 30.9.2013, πλην όμως δεν το έπραξε.
Συνεπώς, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιστολή ημερ. 30.9.2014 δεν συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη σε σχέση με τα άνωθεν ωφελήματα και ότι η Προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη σε σχέση με αυτά. Κατά την κρίση μας, η επιστολή ημερ. 30.9.2014 είναι -σε σχέση με τα άνωθεν ωφελήματα- βεβαιωτικού χαρακτήρα.
Η επιστολή ημερ. 30.9.2014, ωστόσο, κοινοποιούσε εκτελεστή διοικητική πράξη σε σχέση με τον υπολογισμό (και την συναφή ενημέρωση του Εφεσείοντα) του εφάπαξ φιλοδωρήματος και της σύνταξης που εδικαιούτο σε σχέση με τη διανυθείσα υπηρεσία του από 1.1.2013 μέχρι 27.8.2013.
[…]
Επαναλαμβάνουμε, καταληκτικά, ότι η επιστολή ημερ. 30.9.2014 κοινοποιούσε εκτελεστή διοικητική πράξη σε σχέση με τον υπολογισμό (και την συναφή ενημέρωση του Εφεσείοντα) των ποσών του εφάπαξ φιλοδωρήματος και της ετήσιας σύνταξης που εδικαιούτο σε σχέση με την υπηρεσία του από 1.1.2013 μέχρι 27.8.2013. Στην έκταση, λοιπόν, που η επιστολή ημερ. 30.9.2014 παρέθετε εκτελεστή διοικητική πράξη, αποκλίνουμε -με κάθε σεβασμό- από την πρωτόδικη κρίση, η οποία θεώρησε την εν λόγω επιστολή ως πληροφοριακού χαρακτήρα.
[…]
Η έφεση επιτυγχάνει μερικώς και παραμερίζεται η πρωτόδικη απόφαση ημερ. 11.6.2020 επί της Προσφυγής Αρ. 1511/2014, στην έκταση που δεν αναγνώρισε την επιστολή ημερ. 30.9.2014 ως εκτελεστή διοικητική πράξη σε σχέση με τον καθορισμό των ποσών του εφάπαξ φιλοδωρήματος και της ετήσιας σύνταξης υπέρ του Εφεσείοντα, για την υπηρεσία του από 1.1.2013 μέχρι 27.8.2013.
[…]
Η υπόθεση παραπέμπεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να εξεταστούν […] οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης (εννοείται, εφόσον δεν κριθούν δικονομικά απαράδεκτοι από το πρωτόδικο Δικαστήριο), στην έκταση που αυτοί οι λόγοι ακύρωσης αφορούν τον διά της προσβαλλόμενης απόφασης καθορισμό των ποσών του εφάπαξ φιλοδωρήματος και της ετήσιας σύνταξης σε σχέση με την υπηρεσία του Εφεσείοντα από 1.1.2013 μέχρι 27.8.2013.»
Με βάση την απόφαση του Εφετείου, το τί απομένει προς εξέταση είναι η νομιμότητα του καθορισμού των ποσών του εφάπαξ φιλοδωρήματος και της ετήσιας σύνταξης που δικαιούται ο αιτητής για την υπηρεσία του από 1.1.2013 μέχρι 27.8.2013 και όχι τα συνολικά ποσά ως περιγράφονται στις αιτούμενες θεραπείες στην προσφυγή.
Το σχετικό απόσπασμα από την επιστολή ημερομηνίας 30.9.2014 είναι το ακόλουθο:
«Για την υπηρεσία σας αυτή, δικαιούστε σε εφάπαξ φιλοδώρημα ύψους €1.875,44. Μετά την αποκοπή του φόρου εισοδήματος, σας καταβλήθηκε το ποσό των €1.473,85. Δικαιούστε επίσης σε ετήσια σύνταξη ύψους €401,88 η οποία θα αρχίσει να σας καταβάλλεται από τις 28/08/2013.»
Οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής συνοψίζονται σε αντισυνταγματικότητα του περί της µη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιµαριθµικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωµατούχων και Εργοδοτουµένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δηµόσιου Τοµέα Νόμου, Ν. 192(Ι)/2011, και του περί Έκτακτης Εισφοράς Αξιωµατούχων, Εργοδοτουµένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δηµόσιου Τοµέα Νόµου, Ν. 112(Ι)/2011 (στο εξής οι «Νόμοι») λόγω παραβίασης του Άρθρου 23 του Συντάγματος και παραβίασης του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., αντισυνταγματικότητα των Νόμων λόγω παραβίασης του Άρθρου 28 του Συντάγματος και παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και ιδιαίτερα της αρχής της αναλογικότητας.
Σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα των Νόμων λόγω παραβίασης του Άρθρου 23 του Συντάγματος και την παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., τα ζητήματα αυτά εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν τελεσίδικα από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.ά., Ε.Δ.Δ. 177/2018 κ.α., 10.4.2020 όπου κρίθηκε ότι δεν προκύπτει ζήτημα παραβίασης τους. Συνεπώς, οι εν λόγω αποφάσεις δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο και οι αντίστοιχοι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται.
Αναφορικά με την παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος, ο αιτητής εισηγείται ότι οι Νόμοι επιφέρουν δυσμενή διάκριση τόσο μεταξύ των υπαλλήλων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα όσο και μεταξύ των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα αναλόγως της βαθμίδας της κλίμακας που κατέχουν.
Ο πραγματικός επηρεασμός του αιτητή από την εφαρμογή των Νόμων περιγράφεται στην παράγραφο Β.4 της γραπτής του αγόρευσης ως εξής:
«4. Με επιστολή των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 30/09/2014 κοινοποιήθηκε στον Αιτητή τελεσίδικα μετά την ολοκλήρωση όλων των υπολογισμών τους η ετήσια σύνταξη του και το εφάπαξ του δυνάμει υπολογισμών που δεν περιέλαβαν στον μισθό του Αιτητή τις δύο προσαυξήσεις που δεν του αποδόθηκαν δυνάμει νόμου στον μισθό του για τα έτη 2011 και 2012. Περαιτέρω από τη μηνιαία σύνταξη παρά τα ανωτέρω αποκόπτεται έκτακτη εισφορά. Όλα αυτά σε αντίθεση με ότι εφαρμόζεται σε άλλους υπαλλήλους που αφυπηρέτησαν ενώ βρίσκονταν στην τελευταία βαθμίδα της κλίμακας τους χωρίς να τους αποκοπούν οι δύο προσαυξήσεις του 2011 και 2012. Αυτών η σύνταξη υπολογίστηκε χωρίς τις μειώσεις (που τους επιβλήθηκαν με την έκτακτη εισφορά).»
Όπως εξηγείται πιο πάνω στην απόφαση, ο έλεγχος νομιμότητας που παρέμεινε προς εξέταση μετά τον μερικό παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης από το Διοικητικό Εφετείο δεν αφορά την περίοδο 2011 και 2012 αλλά περιορίζεται στην περίοδο 1.1.2013 μέχρι 27.8.2013. Συνεπώς, εφόσον δεν τεκμηριώνει ο αιτητής πώς επηρεάστηκαν τα συμφέροντά του κατά τη συγκεκριμένη περίοδο από την ισχυριζόμενη αντισυνταγματική εφαρμογή των Νόμων, το Δικαστήριο δεν εξετάζει εισηγήσεις σε θεωρητικό επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και στην εισήγηση για παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και στην αντίθετη περίπτωση δεν κρίνω ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας ως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος εφόσον η σύγκριση μεταξύ υπαλλήλων του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα και υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα δεν ισοδυναμεί με σύγκριση ομοίων. Όπως χαρακτηριστικά αποφασίστηκε στην υπόθεση Republic v. Christoudia and Another (1988) 3 C.L.R. 2622:
«Στην υπόθεση Republic ν. Maria Christoudia and Another (1988) 3 C.L.R. 2622, τονίστηκε ότι το άρθρο 28 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα ισότητας, ενσωματώνει δε την αρχή της μη δυσμενούς διάκρισης. Δεν απαγορεύει όμως διακρίσεις στη μεταχείριση που θεμελιώνονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών πραγματικών καταστάσεων που βασίζεται στο δημόσιο συμφέρον … … … … … … … … … …
Το Άρθρο 28 δεν απαγορεύει διακρίσεις που βασίζονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών αντικειμένων και οι οποίες εδράζονται στο δημόσιο συμφέρον, φέρουν δε ισοζύγιο μεταξύ του γενικού συμφέροντος της πολιτείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών του πολίτη. Η αρχή της ισότητας παραβιάζεται μόνο αν η διάκριση δεν είναι αντικειμενική και εύλογη (Παύλος Παύλου ν. Γενικού Εφόρου Εκλογών και Άλλου (1987) 1 C.L.R. 252). Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι το Άρθρο 28 συναρτά την ισότητα με την ουσιαστική ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων και καταστάσεων, σε αντίθεση με τη φαινομενική ή αριθμητική εξίσωσή τους. Η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη είναι πολύ ευρεία.»
Οι υπάλληλοι του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα αμείβονται από το δημόσιο. Οι υπάλληλοι του ιδιωτικού τομέα αμείβονται από τον ιδιώτη εργοδότη. Εφόσον οι Νόμοι θεσπίστηκαν στα πλαίσια εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών (βλ. εισηγητική έκθεση που κατατέθηκε στη Βουλή από το Υπουργείο Οικονομικών στις 26.8.2011), είναι αναμενόμενο ότι η προσπάθεια στράφηκε προς την κατεύθυνση της μείωσης των δημόσιων δαπανών στις οποίες εμπίπτει και το κρατικό μισθολόγιο. Εάν η προσπάθεια γινόταν προς την κατεύθυνση της αύξησης των κρατικών εσόδων, τότε θα θεσπίζονταν νόμοι που να επιβάλλουν φορολογίες καθολικής εφαρμογής. Δεν είναι η υπό κρίση περίπτωση και το αποδέχεται αυτό ο αιτητής. Ούτε ασκείται έλεγχος στις επιλογές του νομοθέτη αλλά στον τρόπο που ο νόμος εφαρμόζεται. Συνεπώς, η μείωση των δημόσιων δαπανών δεν σχετίζεται ούτε αποτελεί όμοιες συνθήκες με τον χειρισμό ιδιωτικών δαπανών έτσι ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η αρχή της ισότητας.
Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο