MD NURUL AMIN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1706/2017, 23/1/2026
print
Τίτλος:
MD NURUL AMIN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1706/2017, 23/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 1706/2017)

 

23 Ιανουαρίου 2026

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

MD NURUL AMIN

 

Αιτητής

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

 

Καθ’ ου η Αίτηση

…………………………

Κ. Ποταμίτου (κα) για Ανδρέας Κ. Καρεκλάς & Συνεργάτες, για τον αιτητή.

 

Ν. Νικολάου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής με την υπό κρίση προσφυγή ζητά την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 7.11.2017 να απορρίψει το αίτημά του για παραχώρηση άδειας παραμονής.

 

Ο αιτητής έφτασε στην Κύπρο νόμιμα το 2010 για να εργαστεί ως οικιακός βοηθός με άδεια μέχρι τις 18.3.2014. Πριν τη λήξη της άδειας που κατείχε, τέλεσε πολιτικό γάμο με Βουλγάρα υπήκοο ο οποίος αργότερα λύθηκε με την έκδοση διαζυγίου στις 11.3.2014. Στις 20.3.2014 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παράταση της προσωρινής άδειας παραμονής με σκοπό να τελέσει δεύτερο γάμο πάλι με υπήκοο της Βουλγαρίας. Στις 29.4.2014 ο αιτητής παντρεύτηκε για δεύτερη φορά και στις 16.6.2014 υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης το οποίο του παραχωρήθηκε με ισχύ μέχρι τις 8.9.2019. Εντός του 2015 διενεργήθηκαν τρεις έλεγχοι από την Αστυνομία σχετικά με τη γνησιότητα του γάμου του αιτητή. Στις 8.5.2017 ο αιτητής καταχώρησε αίτηση διαζυγίου και στις 14.6.2017 υπέβαλε νέα αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη στην υπό κρίση προσφυγή απόφαση.

 

Η παρούσα προσφυγή επανεκδικάζεται κατόπιν παραμερισμού προηγούμενης απόφασης ημερομηνίας 4.6.2021 με την οποία το παρόν Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το Διοικητικό Εφετείο στην κατά πλειοψηφία απόφαση Δημοκρατία ν. Amin, Ε.Δ.Δ. 93/2021, 30.6.2025 έκρινε ως ακολούθως:

 

«Εν πάση περιπτώσει, όμως, το πιο πάνω ερώτημα δεν χρειάζεται να απαντηθεί. Και ο λόγος είναι ότι, η διοίκηση, κατά την κρίση μας, δεν έλαβε την απόφαση της επί της επίδικης αίτησης για έκδοση δελτίου διαμονής στη βάση, ως εξέλαβε το πρωτόδικο Δικαστήριο, της γνησιότητας ή μη του γάμου του Εφεσίβλητου, αλλά στη βάση ευρήματος της ότι, ο Εφεσίβλητος δεν συμβίωνε με τη σύζυγο του. Αναφέρεται, επί παραδείγματι και χαρακτηριστικά, στο σημείωμα ημερομηνίας 29.6.2015 της ΥΑΜ Λεμεσού (οι τονισμοί και η υπογράμμιση δική μας):

Ενόψει των πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ζεύγος μετακόμισε εδώ και έξι μήνες, χωρίς να δηλώσει νέα διεύθυνση διαμονής και τα τηλέφωνα επικοινωνίας τους είναι απενεργοποιημένα, το γραφείο μας εκτιμά ότι ο γάμος τελέστηκε για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του αλλοδαπού και ότι πιθανότατα μετά την έκδοση της άδειας παραμονής του στη Δημοκρατία το ζεύγος δεν διαμένει πλέον κάτω από την ίδια στέγη. Επίσης δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η Ευρωπαία να αναχώρησε στη χώρα της.

Με σαφήνεια προκύπτει, για του λόγου το ασφαλές, ο λόγος της μη συμβίωσης του Εφεσίβλητου με τη σύζυγο του υπό την ίδια στέγη, ως η αιτία της απόρριψης της αίτησης του Εφεσίβλητου και από την επιστολή ημερομηνίας 7.11.2017 (βλ. ανωτέρω) προς τον Εφεσίβλητο και από την εκεί αναφορά «[.] and to inform you that after thorough investigation it was detected that you never found to live together with your ex-wife [.]» ως λόγο για την επίδικη διοικητική απόφαση.

Πρόσθετα, ενισχυτική του εν λόγω συμπεράσματος είναι και η επισήμανση στο σημείωμα της Διοικητικής Λειτουργού ημερομηνίας 23.8.2017 προς τον Αν. Διευθυντή (βλ. ανωτέρω) ότι «ο γάμος τελέστηκε για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του αλλοδαπού και ότι πιθανότατα μετά την έκδοση της άδειας παραμονής του στην Δημοκρατία το ζεύγος δεν διαμένει πλέον κάτω από την ίδια στέγη» (η υπογράμμιση δική μας).

[…]

Ακόμα, όμως και αν ήθελε υποστηριχθεί (ενόψει και της επίκλησης από την Εφεσείουσα και του Άρθρου 37 του Νόμου) ότι, η διοίκηση επικαλέστηκε τόσο τη μη γνησιότητα του γάμου, όσο και το ότι ο Εφεσίβλητος και η σύζυγος του δεν διέμεναν μαζί, η δικαστική κρίση περί μη τελεσίδικης διαπίστωσης ή ελλιπούς έρευνας της διοίκησης αναφορικά με το πρώτο σκέλος της αιτιολογίας (αναφορικά με τη γνησιότητα) δεν προεξοφλεί το ακυρωτικό αποτέλεσμα στην Προσφυγή, αφού το δεύτερο σκέλος της (αναφορικά με την μη συμβίωση) συνιστά από μόνο του αυθύπαρκτη αιτιολογία ικανή να στηρίξει τη νομιμότητα της απόφασης (βλ. NISSEανωτέρω), η οποία όφειλε να τύχει επίσης δικαστικής εξέτασης κάτι που δεν έγινε. Ως αναφέρεται και στον περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο του 1999 (158(I)/1999), εκεί Άρθρο 31:

«31. Εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί να έχει άλλο νομικό έρεισμα.»

Παρατηρούμε, συναφώς στα ανωτέρω, ότι, ο πιο πάνω λόγος της απορριπτικής της αιτήσεως του Εφεσίβλητου απόφασης ημερομηνίας 7.11.2017, ήτοι η μη συμβίωση του ζεύγους, δεν βασίστηκε μόνο στο γεγονός του μη εντοπισμού του Εφεσίβλητου, παρά τις προσπάθειες που έγιναν. Η αναφορά στο σημείωμα ημερομηνίας 29.6.2015 της ΥΑΜ Λεμεσού «ενόψει των πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ζεύγος μετακόμισε εδώ και έξι μήνες, χωρίς να δηλώσει νέα διεύθυνση διαμονής και τα τηλέφωνα επικοινωνίας τους είναι απενεργοποιημένα», αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Τα «πιο πάνω», στα οποία το σημείωμα ημερομηνίας 29.6.2015 αναφέρεται (βλ. και σημείωμα 30.8.2017, ανωτέρω) είναι οι πληροφορίες, οι οποίες λήφθηκαν από ομοεθνείς του Εφεσίβλητου, οι οποίοι διέμεναν στο ίδιο κτίριο και δήλωσαν ότι γνωρίζουν αυτόν και ότι διέμενε εκεί αλλά δε γνωρίζουν τη σύζυγο του, η επικοινωνία με τον διαχειριστή της πολυκατοικίας, στην οποία ο Εφεσίβλητος διέμενε, η επικοινωνία με τον εργοδότη της συζύγου, ο οποίος ανέφερε ότι αυτή εργάστηκε μόνο για λίγες ημέρες και δεν τη θυμάται κ.ά.

Συνεπώς, προκύπτει ότι δεν ήταν αποκλειστικά η μη δυνατότητα τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Εφεσίβλητο (μέχρι την ημερομηνία του σημειώματος ημερομηνίας 29.6.2015 της ΥΑΜ Λεμεσού), ο λόγος της κρίσης της Εφεσείουσας, αλλά συνδυαστικά αριθμός ενεργειών και πληροφοριών που οδήγησαν προς τέτοια κρίση. Ούτε, βεβαίως, συνιστά βασίμως πλημμέλεια ή παραβίαση των όποιων δικαιωμάτων του Εφεσίβλητου με βάση τον Νόμο η έλλειψη επικοινωνίας της διοίκησης με τον ενδιαφερόμενο (πάντοτε μέχρι την ημερομηνία του σημειώματος ημερομηνίας 29.6.2015 της ΥΑΜ Λεμεσού), όταν αυτή οφείλεται, όπως στην παρούσα περίπτωση, αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του Εφεσίβλητου, ένεκα της απενεργοποίησης του τηλεφώνου του και εγκατάλειψης της δηλωθείσας διεύθυνσης του, χωρίς τη δήλωση στη διοίκηση της νέας του, ως έχει υποχρέωση.

Καταλήγουμε ότι, η αιτιολογία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο για στήριξη του ευρήματος του περί έλλειψης δέουσας έρευνας, από την σκοπιά που το προσέγγισε, στη βάση δηλαδή ότι η αιτιολογία της επίδικης διοικητικής απόφασης  βασίστηκε στη μη γνησιότητα του γάμου, ελέγχεται ως μη ορθή.

[…]

Διασαφηνίζουμε ότι, η αποδοχή των λόγων Έφεσης δεν συνιστά εύρημα μας ότι, διεξήχθη η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, αλλά μόνο ότι, το σχετικό εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί έλλειψης δέουσας έρευνας δεν στηρίχθηκε επί των ορθών διαπιστώσεων για την πραγματική/ νομική βάση της επίδικης απόφασης, για να καταλήξει ότι, τέτοια δεν διεξήχθη, αφού λανθασμένα θεωρήθηκε ότι αυτή ήταν το ζήτημα της γνησιότητας του γάμου και όχι της συμβίωσης του ζεύγους. Στο σημείο αυτό δεν διαφεύγει της προσοχής η αναφορά το πρωτόδικου Δικαστηρίου στην απόφαση του περί του ότι ο Εφεσίβλητος συζούσε με τη σύζυγο του μέχρι τον Ιανουάριο του 2015, η κρίση του όμως εκφράστηκε, ως προαναφέρθηκε, σε σχέση με το κατά πόσο αυτό το δεδομένο (υπήρχαν, ως προαναφέρθηκε και άλλες πληροφορίες που συνέλεξε η διοίκηση) οδηγούσε σε έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση με την γνησιότητα του γάμου και όχι για το ζήτημα αν συμβίωνε το ζεύγος, πάντα, βεβαίως, σύμφωνα και με τις απαιτήσεις των Άρθρων 4. και 9(2), 27(2) (προφανώς εκεί εδάφιο (α)) και 37 του Νόμου 7(Ι)/2007, τα οποία επικαλέστηκε η Εφεσείουσα για την απόφαση της, καθώς και της απαιτήσεις της νομολογίας (βλ. NISSEανωτέρω). Αυτό για να μπορεί επί του ζητήματος να εκφραστεί πρώτα, σύμφωνα πλέον και με τις ανωτέρω διαπιστώσεις του παρόντος Δικαστηρίου, με σαφήνεια και επί του ορθού νομικού και πραγματικού υπόβαθρου η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος, ενδεχομένως, αν απαιτείται και επί των υπόλοιπων λόγων ακυρώσεως που εγέρθηκαν, αν ήθελε, βεβαίως, κριθεί ότι αυτοί δικογραφήθηκαν δεόντως.»

 

Στη βάση της κατάληξης του Διοικητικού Εφετείου ότι «η αποδοχή των λόγων Έφεσης δεν συνιστά εύρημα μας ότι, διεξήχθη η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, αλλά μόνο ότι, το σχετικό εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί έλλειψης δέουσας έρευνας δεν στηρίχθηκε επί των ορθών διαπιστώσεων για την πραγματική/νομική βάση της επίδικης απόφασης, για να καταλήξει ότι, τέτοια δεν διεξήχθη, αφού λανθασμένα θεωρήθηκε ότι αυτή ήταν το ζήτημα της γνησιότητας του γάμου και όχι της συμβίωσης του ζεύγους», η αντίληψη του παρόντος Δικαστηρίου είναι ότι εξετάζονται εκ νέου όλοι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής.

 

Οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής συνοψίζονται σε πλάνη περί τον νόμο και τα πράγματα, έλλειψη δέουσας έρευνας, παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας και παρανομία σε προπαρασκευαστικό στάδιο.

 

Όπως διευκρινίζεται στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, η απόφαση που προσβάλλεται με την υπό κρίση προσφυγή είναι μόνο η απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε ο αιτητής στις 14.6.2017 για έκδοση άδειας παραμονής. Το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης είναι το ακόλουθο:

 

I am directed to refer to your application dated 14/06/2017 for the issue of Residence Card in the Republic of Cyprus as a non EU family member of a Union Citizen family and to inform you that after thorough investigation it was detected that you never found to live together with your ex-wife, Anelia Petrova, citizen of EU.

Furthermore, you do not retain the right of residence, according to Article 27(2) of Law 7(I)/2007, even if your marriage has lasted more than 3 years, prior to initiation of divorce.

Therefore, you don't meet the conditions for retention of your right of residence in the Republic of Cyprus, according to Articles 27(2) and 37 of Law 7(I)/2007, as amended. Consequently, your application has been rejected and you have to depart from the Republic in one month, otherwise measures will be taken against you, according to the relevant provisions of the Law 7(I)/2007.”

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, η διοίκηση απέρριψε το αίτημα για δύο λόγους. Αφενός επειδή εντοπίστηκε ότι ο αιτητής δεν διέμενε ποτέ με την πρώην σύζυγό του (it was detected that you never found to live together with your ex-wife) και αφετέρου επειδή ο αιτητής δεν διατηρεί δικαίωμα διαμονής σύμφωνα με το Άρθρο 27(2) του σχετικού νόμου ακόμα και εάν ο γάμος του διήρκησε πέρα των τριών ετών πριν την έναρξη της διαδικασίας διαζυγίου.

 

Σε σημείωμα ημερομηνίας 23.8.2017 καταγράφονται τα πιο κάτω:

 

«2.    Μετά από διερεύνηση του γάμου από την ΥΑΜ (ερ. 120-119), το ζευγάρι δεν εντοπίστηκε, ενώ τα τηλέφωνά τους ήταν συνεχώς απενεργοποιημένα. Έπειτα από επικοινωνία της ΥΑΜ με τον ιδιοκτήτη της οικίας στην οποία διέμενε το ζευγάρι διαπιστώθηκε ότι εγκατέλειψαν την οικία περί τα τέλη Ιανουάριου 2015, αφήνοντας απλήρωτους λογαριασμούς. Το τμήμα ουδέποτε ενημερώθηκε για την αλλαγή της διεύθυνσης τους. Η Ευρωπαία δούλεψε για λίγες μόνο ημέρες στην Δημοκρατία και έπειτα αναχώρησε για την χώρα της, ενώ ο Αλλοδαπός ουδέποτε προσκόμισε βεβαίωση από τον νέο του εργοδότη και προσπαθούσε συστηματικά να αποφύγει τον έλεγχο, καθώς όπως διαφαινόταν ο γάμος δεν ήταν γνήσιος (ερ. 126, 123, 121).

3.      Στις 14/06/2017, ο Αλλοδαπός παρουσιάστηκε στο Τμήμα και κατέθεσε αίτηση για Έκδοση Δελτίου Διαμονής (MEU2A), ως διαζευγμένος.

4.      Εν όψη των γεγονότων όπως αυτά αναγράφονται στην παρ.2 του παρόντος, συνυπολογίζοντας και το σημ. 8 του Δκτή της ΥΑΜ, εισηγούμαι την ακύρωση, του σε ισχύ Δελτίου Διαμονής του αλλοδαπού και την απόρριψη της νέας του αίτησης, καθώς δεν πληρεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 4, 9 (1) και (2), 26 (2) και 37 του Ν7(Ι)/2007.»

 

Στο σημείωμα 8 των φύλλων αρχειοθέτησης στο οποίο παραπέμπει το πιο πάνω σημείωμα, αναφέρεται ότι:

 

«Δεν διαμένουν στην δηλωθείσα διεύθυνση εδώ και 6 μήνες, ενώ σύμφωνα με τις εξετάσεις μας η Ευρωπαία δεν διέμενε με τον αλλοδαπό ενώ δεν γνωρίζουμε κατά πόσο διαμένει στην Κύπρο.  Εισηγούμαστε όπως η άδεια του αλλοδαπού ακυρωθεί.  Να σημειωθεί ότι η Ευρωπαία ήταν μόλις 16 χρονών και 10 μηνών κατά τον γάμο.»

 

Από τις πιο πάνω αναφορές προκύπτει ότι η διοίκηση αποδέχεται ότι ο αιτητής και η σύζυγός του διέμεναν στη δηλωθείσα διεύθυνση μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2015. Συνεπώς, η αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αιτητής δεν διέμενε ποτέ με την πρώην σύζυγό του είναι εσφαλμένη και δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Εντούτοις, από τον Φεβρουάριο του 2015 και μετέπειτα είναι άγνωστο προς τη διοίκηση πού διέμενε ο αιτητής και επιπρόσθετα, η πρώην σύζυγός του δεν ζούσε πλέον στη χώρα. Συνεπώς, μέχρι τις 8.5.2017 που ο αιτητής καταχώρησε αίτηση διαζυγίου δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση του Άρθρου 26(2)(α) του περί του Δικαιώµατος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαµένουν Ελεύθερα στη Δηµοκρατία Νόμου, Ν. 7(Ι)/2007, για διάρκεια του γάμου για τουλάχιστο τρία έτη μέχρι την έναρξη της διαδικασίας διαζυγίου.

 

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στη βάση των ορθών γεγονότων, κατόπιν δέουσας έρευνας, είναι αιτιολογημένη, σύμφωνη με τον Νόμο και εντός των ορίων της εξουσίας της διοίκησης. Ούτε προκύπτει ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος του αιτητή σε προηγούμενη ακρόαση εφόσον η αίτηση που υπέβαλε υπόκειται σε έλεγχο κατά πόσο πληρούνται ή μη οι απαιτήσεις του Νόμου. Εφόσον οι απαιτήσεις αυτές δεν ικανοποιούνται, η διοίκηση προχωρά στη λήψη απόφασης. Ούτε ο Νόμος προνοεί για ακρόαση αιτητή πριν τη λήψη απόφασης έτσι ώστε να δικαιολογείται η προβολή τέτοιου λόγου από τον αιτητή.

 

Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο