ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 237/2024)
22 Ιανουαρίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΔΙΑ ΤΗΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ν. Α. Τσιαπαλής, για Αιτητή
Π. Κωνσταντίνου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, η οποία γνωστοποιήθηκε σε αυτόν διά σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Προνοίας («η Υπηρεσία»), ημερομηνίας 30.11.2023 και με την οποία ο αιτητής κηρύχθηκε «Εκούσια Άνεργος», σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου του 2014 (Ν.109(Ι)/2014), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), και δεν καθίστατο δικαιούχος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (ΕΕΕ).
Ο αιτητής, ηλικίας 35 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο και άγαμος, υπέβαλε αίτηση για παροχή ΕΕΕ στις 2.6.2022. Στην εν λόγω αίτηση, ο αιτητής επισύναψε ιατρική έκθεση θεράποντος ιατρού, ενώ ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε απολυθεί από την εργασία του την 1.9.2020, ότι αντιμετώπιζε δυσκολίες και/ή ιδιαίτερες συνθήκες ως προς την εξεύρεση εργασίας, καθώς και ότι είναι άνεργος εγγεγραμμένος στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΑ).
Στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι αυτός δεν ήταν εγγεγραμμένος στην ΔΥΑ ως άνεργος, παρόλο που στην αίτησή του είχε δηλώσει το αντίθετο. Συνεπεία τούτου, οι καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την αίτηση του αιτητή, κηρύσσοντάς τον «εκούσια άνεργο» δυνάμει του άρθρου 22 του Νόμου.
Κατά της πιο πάνω απόφασης, ο αιτητής υπέβαλε ένσταση στις 2.11.2022. Στην εν λόγω ένσταση, ο αιτητής επισύναψε διάφορες ιατρικές βεβαιώσεις και ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν με άδεια ασθενείας και στη συνέχεια συμπλήρωσε την αίτησή του για παροχή ΕΕΕ, χωρίς να γνωρίζει για την υποχρέωσή του να εγγραφεί στην ΔΥΑ ως άνεργος.
Ως εκ των πιο πάνω, η λειτουργός που εξέτασε την ένσταση του αιτητή, υπέβαλε την εισήγηση για παραπομπή του αιτητή σε ιατροσυμβούλιο για αξιολόγηση της ικανότητάς του για εργασία. Ακολούθως, η Υφυπουργός, στη βάση της πιο πάνω εισήγησης, παρέπεμψε την υπόθεση για επανεξέταση. Σχετική ενημερωτική επιστολή, ημερομηνίας 13.1.2023, εστάλη στον αιτητή.
Στο πλαίσιο της επανεξέτασης, ο αιτητής παραπέμφθηκε, στις 4.4.2023, για εξέταση απο ιατροσυμβούλιο, το οποίο και τον έκρινε ικανό για μέτρια εργασία, με πλήρες ωράριο και συγκεκριμένους περιορισμούς, ήτοι να μην πρόκειται για νυχτερινή εργασία, να μην προβαίνει αυτός σε συχνές επικύψεις, ανυψώσεις και μεταφορές αντικειμένων, να μην εκτελεί εργασία σε υπολογιστή και να μην εκτίθεται σε συνθήκες θερμότητας.
Ακολούθησε, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, και δη των προεκτεθέντων περιορισμών, εξατομικευμένη προσέγγιση της περίπτωσης του αιτητή, στο πλαίσιο της οποίας έγινε συνάντηση μεταξύ αυτού και λειτουργού της ΔΥΑ, κατά την οποία προσφέρθηκε στον αιτητή θέση εργασίας ως διανομέα στην ΚΕΔΙΦΑΠ Λτδ (εταιρεία μέλος του Ομίλου Ενωμένα Φαρμακεία Κύπρου). Ωστόσο, ο αιτητής, σύμφωνα με το σχετικό παραπεμπτικό/απάντηση από την συγκεκριμένη εταιρεία, ημερομηνίας 21.9.2023 (περιέχεται στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1» κατά τις διευκρινίσεις), απέρριψε τη συγκεκριμένη προσφορά εργασίας καθότι δεν επιθυμούσε να εργάζεται το Σάββατο. Ακολούθησε και δεύτερη απόρριψη εργασίας από τον αιτητή, σύμφωνα με νέο παραπεμπτικό/απάντηση, ημερομηνίας 19.10.2023 (επίσης περιέχεται στον οικείο διοικητικό φάκελο), καθότι αυτός δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εργαστεί ως πωλητής, δεν είχε τις δεξιότητες και την πείρα και δεν ενδιαφερόταν να εργαστεί ως πωλητής. Ας σημειωθεί, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ότι και προηγουμένως, σύμφωνα με έτερο παραπεμπτικό/απάντηση ημερομηνίας 29.5.2023, ο αιτητής είχε απορρίψει προσφορά εργασίας καθότι, ως αναφέρεται, δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα της θέσης (διανομέας, μεταφορέας μικροδεμάτων).
Ως εκ των πιο πάνω, οι καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν την κήρυξη του αιτητή ως εκούσια άνεργου σύμφωνα με το άρθρο 22 του Νόμου[1] και, συνακόλουθα, ότι δεν ήταν δικαιούχος ΕΕΕ από 1.12.2023. Η επίδικη απόφαση εστάλη στον αιτητή δι’ επιστολής των Υπηρεσιών, ημερομηνίας 30.11.2023 και στις 12.2.2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή.
Με τη γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον αιτητή προωθεί ισχυρισμούς περί πλάνης περί τα πράγματα και/ή το νόμο, μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, ελλιπούς και/ή μη επαρκούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, αλλά και παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του αιτητή, κατά παράβαση του άρθρου 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), καθότι δεν δόθηκε στον αιτητή η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του ισχυρισμού του ότι «δεν ενδιαφέρεται για εργασία το Σάββατο». Εντός του πιο πάνω πλαισίου, ο συνήγορος του αιτητή εισηγείται ότι ελλείπει η δυνατότητα αντικειμενικής και αξιόπιστης αξιολόγησης της όποιας προσφερόμενης προς τον αιτητή εργασίας και η κατάταξή της στην κατηγορία της «μέτριας». Αυτή δε η απουσία αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης των προσφερόμενων εργασιών, δεν επιτρέπει τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου και, συνακόλουθα, καθιστά αναιτιολόγητη την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπρόσθετα, ως προβάλλει ο κ. Τσιαπαλής, πουθενά στην οικεία νομοθεσία δεν προβλέπεται και δεν απαιτείται όπως ο αιτητής παρουσιαστεί σε συνέντευξη, όπως πεπλανημένα και εσφαλμένα οι καθ’ ων η αίτηση καταλογίζουν στον αιτητή.
Ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και κατ’ ορθή ενάσκηση των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Παραλείπει, ωστόσο, να αντικρούσει, έστω στοιχειωδώς, τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του αιτητή, ενώ δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι δια της γραπτής του αγόρευσης, δεν αντικρούει ειδικά και συγκεκριμένα τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που προωθεί ο αιτητής, αλλά αρκείται στην γενικόλογη απόρριψή τους και στην αχρείαστη παράθεση μεγάλου μέρους του οικείου νομοθετικού πλαισίου.
Έχοντας εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, διαπιστώνω τα εξής:
Εν πρώτοις, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του αιτητή. Έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης υπάρχει όπου ο νόμος ρητά το αναγνωρίζει ή ρητά το επιβάλλει ή σε περιπτώσεις τιμωρητικής φύσης (Φροσούλλα Μυλωνά ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1488/2010, ημερ. 30.1.2015, ECLI:CY:AD:2015:D50, Αριστείδου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 232/2008, ημερ. 30.4.2010). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Παντελής Χριστοφόρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 2013/12 κ.α., ημερ. 28.1.2014, ECLI:CY:AD:2014:D71, «το άρθρο 43(1), οριοθετεί ρητά το δικαίωμα ακρόασης ως ισχύον «εκτός από τις περιπτώσεις τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητά». Άτομα συνεπώς στα οποία ο νόμος δεν δίδει προηγούμενο δικαίωμα ακρόασης δεν καλύπτονται, (G.P. Iron & Wood Makers Ltd v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 155).». Η υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου 158(Ι)/1999 και δη του άρθρου 43(1) αυτού: σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης παρέχεται «σε κάθε πρόσωπο που θα επηρεαστεί από την έκδοση πράξης ή από τη λήψη διοικητικού μέτρου που είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης». Όπως λέχθηκε στην Παντελής Χριστοφόρου κ.α., ανωτέρω, αναφορικά με την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης -
«Το άρθρο 43(1) του Νόμου αρ. 158(Ι)/1999, ταξινομεί τις περιπτώσεις παροχής προηγούμενου δικαιώματος ακρόασης όταν η έκδοση πράξης ή το διοικητικό μέτρο που θα ληφθεί είναι «... πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης.». Η ερμηνευτική άσκηση που πρέπει να γίνει οφείλει να συμπλέει με την έννοια του κειμένου και η φράση «άλλως πως δυσμενούς φύσης», πρέπει να διαβαστεί ejusdem generis με τις προηγούμενες λέξεις που σαφώς υποδηλώνουν ότι το διοικητικό μέτρο ή η απόφαση επηρεάζει τη σχέση του διοικούμενου με την διοίκηση πειθαρχικώς ή που ενέχει κύρωση, περιέχοντας δηλαδή μομφή ως προς τον τρόπο ενάσκησης των καθηκόντων του διοικούμενου ή άπτεται της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας του. Με άλλα λόγια, το «άλλως πως δυσμενούς φύσης», διαβάζεται ως ανήκον στην ίδια κατηγορία με τα προηγηθέντα και όχι ανεξάρτητα και αυτόνομα.».
Υπό το φως των πιο πάνω, είναι σαφές ότι και στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς και δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1), αφού δεν αποτελεί ούτε κύρωση αλλ' ούτε μέτρο πειθαρχικής φύσης.
Εν πάση όμως περιπτώσει, προκύπτει από τα έγγραφα που βρίσκονται εντός του διοικητικού φακέλου ότι ο ίδιος ο αιτητής, πριν από την λήψη της επίδικης απόφασης, σε δυο μάλιστα περιπτώσεις, δήλωσε τον λόγο που δεν επιθυμούσε και/ή που απέρριψε την προσφερθείσα σε αυτόν απασχόληση: στην πρώτη περίπτωση, και εις απάντηση των όσων ο συνήγορος του αιτητή προβάλει, όταν ο αιτητής είχε δηλώσει ότι «δεν ενδιαφέρεται για εργασία το Σάββατο», σύμφωνα με τη σχετική καταχώρηση στο σύστημα, ημερομηνίας 21.9.2023, είχε επίσης δηλώσει ότι δεν επιθυμούσε εξαήμερη απασχόληση και ότι έχει την φροντίδα του παιδιού του το Σάββατο (είναι διαζευγμένος), ενώ στη δεύτερη περίπτωση, σύμφωνα με την καταχώρηση ημερομηνίας 19.10.2023, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν μπορεί να εργαστεί ως πωλητής, καθότι δεν έχει τις δεξιότητες και την πείρα και ούτε τον ενδιαφέρει να εργαστεί ως πωλητής.
Ενόψει των πιο πάνω, ο συγκεκριμένος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης δεν έχει έρεισμα και, συνακόλουθα, απορρίπτεται.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 30.11.2023, η αίτηση του αιτητή για παροχή ΕΕΕ δεν έγινε δεκτή, καθότι «έχετε απορρίψει θέση εργασίας ή δεν έχετε παρουσιαστεί σε συνέντευξη για θέση η οποία σας προσφέρθηκε από την Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΑ), σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου του 2014, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται».
Όπως ρητά προβλέπεται στο υπό αναφορά άρθρο 18 του Νόμου,-
«Οποιοσδήποτε αιτητής ή/και δικαιούχος ο οποίος είναι ικανός για εργασία οφείλει:
[.]
(β) σε περίπτωση που είναι εγγεγραµµένος στο Μητρώο της Δηµόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης, να αποδεχθεί εργασία την οποία είναι ικανός να εκτελέσει και έχει τις δεξιότητες να εκτελέσει·».
Εν προκειμένω, ο αιτητής σε τρείς περιπτώσεις μέσα σε χρονικό διάστημα έξι μηνών απέρριψε τρεις θέσεις εργασίας (ως διανομέας) που του είχαν προσφερθεί. Μάλιστα, στις δυο τελευταίες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα σχετικά απαντημένα παραπεμπτικά που περιέχονται στον διοικητικό φάκελο, ημερομηνίας 21.9.2023 και 19.10.2023 αντίστοιχα, ο αιτητής απέρριψε την συγκεκριμένη προσφορά εργασίας καθότι, ως δήλωσε, αφενός δεν επιθυμούσε να εργάζεται το Σάββατο και, αφετέρου, δεν ενδιαφερόταν και δεν μπορούσε να εργαστεί ως πωλητής, επειδή δεν είχε τις δεξιότητες και την πείρα. Προηγουμένως, υπενθυμίζεται, το ιατροσυμβούλιο είχε κρίνει τον αιτητή ικανό για μέτρια εργασία με πλήρες ωράριο, καθορίζοντας και συγκεκριμένους περιορισμούς, απαγορευτικούς για την εκτέλεση εργασίας, οι οποίοι και έχουν προεκτεθεί. Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα και δη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα της ένστασης (βλ. ιδιαίτερα παραρτήματα 10, 11, 12 και 13), οι καθ’ ων η αίτηση, στο πλαίσιο εξέτασης της εξατομικευμένης προσέγγισης της περίπτωσης του αιτητή, έλαβαν υπόψη τους και τα ευρήματα του ιατροσυμβουλίου και πρόσφεραν στον αιτητή θέση εργασίας ως διανομέα στην ΚΕΔΙΦΑΠ Λτδ. Εντός αυτού του πλαισίου έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του αιτητή και λειτουργού της ΔΥΑ, αλλά και σχετική συνεννόηση και/ή αλληλογραφία μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατικών υπηρεσιών. Ο αιτητής ωστόσο, και αυτό αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός, δεν αποδέχθηκε καμία από τις προσφερθείσες θέσεις εργασίας. Όπως μάλιστα αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του Σύμβουλου Απασχόλησης, Λειτουργού κ. Α. (παράρτημα 12 στο δικόγραφο της ένστασης), αναφορικά με την προσφερθείσα θέση στον αιτητή ως διανομέα στην ΚΕΔΙΦΑΠ Λτδ, η εταιρεία απάντησε ότι «ο υποψήφιος δεν ενδιαφέρεται για εργασία το Σάββατο (η θέση αφορά 6ήμερη απασχόληση με Τετάρτη και Σάββατο πρωινό ωράριο-μηνιαίος μισθός €1300+13ος μισθός+ταμείο προνοίας). Θεωρώ απίθανο να προκύψει θέση με καλύτερους όρους εργασίας στην οποία να μπορεί να σταλθεί ο υποψήφιος με όλους τους περιορισμούς που έχει.».
Ενόψει των πιο πάνω, εύλογα τίθεται το ερώτημα σε ποιές άλλες ενέργειες θα έπρεπε να προβούν οι καθ’ ων η αίτηση στο πλαίσιο εξέτασης της περίπτωσης του αιτητή. Δεν εντοπίζεται κενό έρευνας, εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση διενήργησαν όλα τα δέοντα στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του αιτητή και έλαβαν υπόψη τους όλους τους παράγοντες και όλες τις παραμέτρους της περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μη χωρεί δικαστική παρέμβαση. Υπενθυμίζεται συναφώς, σε σχέση με την έκταση της έρευνας, ότι, κατά τη νομολογία, η ουσιαστική κρίση της Διοίκησης σε τεχνικά θέματα και θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις, γίνεται καταρχήν αποδεκτή, εκτός αν αποδειχθεί πλάνη περί τα πράγματα ή κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας (LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 138/10 κ.α., ημερ. 21.12.2016). Η αυτή προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία CYBARCO LTD -A. ARISTOTELOUS CONSTRUCTIONS LTD, Ε.Δ.Δ. 19/17, ημερ. 31.10.2023, αλλά και στην Χρίστος Πρωτοπαπάς ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 39/17, ημερ. 17.10.2023, όπου επισημάνθηκε ότι δεν ελέγχονται από το ακυρωτικό Δικαστήριο θέματα τεχνικής φύσεως και ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εξαντλείται στην εξέταση τυχόν πλάνης περί τα πράγματα, κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας, καθώς και έλλειψης αιτιολογίας (βλ. και Δημοκρατία ν. Παπαξενόπουλου κ.α., Α.Ε. 114/13 ημερ. 6.10.2016, Αν. Οικονομίδης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 140/2013, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:C147 και Ολυμπία Πιερίδη ν. Δημοκρατία κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 543), ζητήματα που εδώ δεν εντοπίζω να υφίστανται.
Εν προκειμένω, κατ’ ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου και δη των προεκτεθεισών προνοιών των άρθρων 22 και 18, κατέληξαν οι καθ’ ων η αίτηση στην κρίση ότι ο αιτητής είχε καταστεί εκούσια άνεργος και δεν μπορούσε να είναι λήπτης ΕΕΕ. Δεν εντοπίζεται πλάνη στην επίδικη κρίση και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Συναφώς, δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του κ. Τσαπαλή ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στην απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, επειδή στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 30.11.2023 αναφέρεται ότι ο αιτητής δεν παρευρέθηκε σε συνέντευξη για θέση η οποία του είχε προσφερθεί από την ΔΥΑ, ενώ πουθενά στη νομοθεσία δεν προβλέπεται η παρουσία σε συνέντευξη ως προϋπόθεση για έγκριση αίτησης για ΕΕΕ. Όπως έχει προαναφερθεί, αποφασίστηκε όπως ο αιτητής κηρυχθεί εκούσια άνεργος και όπως μην καταστεί δικαιούχος ΕΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Νόμου, καθότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην επίδικη επιστολή, έχει απορρίψει θέση εργασίας ή δεν έχει παρουσιαστεί σε συνέντευξη για θέση η οποία τού προσφέρθηκε από την ΔΥΑ, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου. Έχουν ήδη προεκτεθεί οι σχετικές διατάξεις. Οι δε καθ’ ων η αίτηση ορθά εφάρμοσαν αυτές και έλαβαν την επίδικη απόφαση. Ούτε αφαιρεί από τη νομιμότητα και ορθότητα της επίδικης κρίσης το γεγονός ότι ο Νόμος δεν αναφέρει ρητά ως προϋπόθεση την παρουσία του εκάστοτε αιτούντος σε συνέντευξη. Εν πρώτοις, αυτή η, περιεχόμενη στην επίδικη επιστολή, αναφορά γίνεται διαζευκτικά και αφού οι καθ’ ων η αίτηση είχαν ήδη παραθέσει ως λόγο απόρριψης της αίτησης του αιτητή το αναντίλεκτο γεγονός ότι αυτός είχε απορρίψει θέση εργασίας. Ακόμα δηλαδή και αν ήθελε θεωρηθεί ότι εσφαλμένα γίνεται αναφορά σε υποχρέωση παρουσίας σε συνέντευξη, παραμένει ως καθόλα ορθή και σύμφωνη με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18 του Νόμου, η κρίση των καθ’ ων η αίτηση ότι ο αιτητής είχε, κατ’ επανάληψη, απορρίψει θέσεις εργασίας. Επιπρόσθετα, όμως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το πραγματικό γεγονός ότι, δεδομένης της μη επίδειξης ενδιαφέροντος και απόρριψης των προαναφερθεισών θέσεων εργασίας, ο αιτητής δεν είχε παρουσιαστεί στην σχετική συνέντευξη. Ενόψει των πιο πάνω, η επίδικη κρίση πάση, εν περιπτώσει, παραμένει ορθή και σύννομη.
Τέλος, ούτε κενό αιτιολόγησης εντοπίζεται. Από το περιεχόμενο της ίδιας της επίδικης απόφασης που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 30.11.2023, προκύπτει με σαφήνεια τόσο η νομική βάση της απόφασης, αλλά και η υπό των καθ' ων η αίτηση υπαγωγή σε αυτήν των γεγονότων της υπόθεσης και, γενικότερα, το σκεπτικό που ακολουθήθηκε από το αποφασίζον όργανο, κατά τρόπο που καθίσταται ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου που είναι και το ζητούμενο (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Σύμφωνα με το άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999, «η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης πρέπει να είναι σαφής, ώστε να μην αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης». Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της απόφασης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, από τα παραρτήματα της ένστασης και το σύνολο του διοικητικού φακέλου (Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Εν προκειμένω, η δοθείσα αιτιολογία παρέχει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εκείνα, ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία, που να οδηγούν στη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023).
Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη ορθά, νόμιμα και εντός της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση και, συνακόλουθα, δε χωρεί δικαστική παρέμβαση.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Επιδικάζονται €1400 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
[1] Σύμφωνα με το εδάφιο (1) της εν λόγω διάταξης, «Σε περίπτωση που τα αποτελέσµατα της κοινωνικής παρέµβασης καταδείξουν ότι ο αιτητής ή/και δικαιούχος είναι ικανός για εργασία, ο Προϊστάµενος Υπηρεσίας, αφού λάβει υπόψη τα αποτελέσµατα της κοινωνικής παρέµβασης, τον κηρύσσει ως εκούσια άνεργο.».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο