ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 322/2024, 23/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 322/2024, 23/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                        

(Υπόθεση Αρ. 322/2024)

 

 23 Ιανουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

                                                                             Αιτητής

                                                  ΚΑΙ

         ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

(Α) ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

(Β)  ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά

Π. Βασιλείου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 13.12.2023, και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η Ιεραρχική Προσφυγή του αιτητή κατά της απόφασης της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων («η Διευθύντρια»), ημερομηνίας 6.7.2023, να απορρίψει την αίτησή του για επίδομα ασθενείας, ημερομηνίας 18.8.2021.

 

Ο αιτητής, στις 18.8.2021, υπέβαλε αίτηση στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων («οι Υπηρεσίες») για επίδομα ασθενείας, προσκομίζοντας μαζί με την αίτησή του και ιατρικά πιστοποιητικά.

 

Στις 2.12.2021, η αίτηση του αιτητή εγκρίθηκε από τις Υπηρεσίες και έγινε σχετικό έμβασμα στο λογαριασμό του αιτητή, συνολικού ύψους εκ €1387,72.

 

Ωστόσο, στη συνέχεια, κατόπιν σχετικής επανεξέτασης, η αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε με νέα απόφαση της Διευθύντριας, ημερομηνίας 6.7.2023. Ζητήθηκε δε από τον αιτητή να επιστρέψει το πιο πάνω ποσό, το οποίο, κατά τους καθ’ ων η αίτηση, ο αιτητής είχε λάβει εσφαλμένα και αντικανονικά, καθότι αυτός ήταν ήδη από 2.5.2021, δικαιούχος θεσμοθετημένης σύνταξης.

 

Ο αιτητής αντέδρασε και κατά της πιο πάνω απόφασης υπέβαλε Ιεραρχική Προσφυγή, ημερομηνίας 4.8.2023.

Επί της εν λόγω Ιεραρχικής Προσφυγής, εκδόθηκε απορριπτική απόφαση από τον Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων («ο Υπουργός»), στις 11.12.2023.

 

Στις 24.2.2024, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.

 

Ο αιτητής βάλλει κατά της επίδικης απόφασης, προτάσσοντας τον ισχυρισμό περί παρέλευσης του εύλογου χρόνου λήψης της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, με την οποία αυτοί ανακάλεσαν την αρχική τους απόφαση να εγκρίνουν την αίτησή του για επίδομα ασθενείας. Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, από την αρχική έως και την ανακλητική απόφαση, τέθηκε σε ισχύ ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) Νόμος 150(Ι)/2022, στον οποίο περιέχεται διάταξη που επιτρέπει την παροχή του συγκεκριμένου επιδόματος, «γεγονός που ενισχυτικά εμπόδιζε την ανάκληση του καταβληθέντος επιδόματος ασθενείας, αφού ο νομοθέτης δεν ανέχεται την εφαρμογή παλαιών διατάξεων».

 

Περαιτέρω, προωθείται ο ισχυρισμός ότι ο Υπουργός ενήργησε υπό πλάνη, καθότι δεν τέθηκαν ενώπιον του όλα τα γεγονότα και/ή στοιχεία της υπόθεσης, αλλ’ ούτε και τα επιχειρήματα του αιτητή. Στο πλαίσιο αυτό προβάλλονται και ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και έλλειψης αιτιολογίας.

 

Τέλος, προωθείται και ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.59(Ι)/2010), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), «στην έκταση που απαγορεύει την έγκριση επιδομάτων ασθενείας σε πρόσωπα ηλικίας 63-65 ετών, σε κάθε ουσιώδη χρόνο πριν τις 7.10.2022, που έγινε η σχετική τροποποίηση που επιτρέπει την παροχή επιδομάτων ασθενείας».

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση, αναφέρονται στο νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο που τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε ορθά και νόμιμα και μετά από διενέργεια επαρκούς και/ή της δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνας και κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας, ενώ ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής.

 

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται από τον κ. Βασιλείου στο άρθρο 68 του Νόμου, που προβλέπει ότι «πρόσωπο που έλαβε οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή παροχής, χωρίς να το δικαιούται, το ποσό επιστρέφεται ή παρακρατείται από οποιαδήποτε παροχή που οφείλεται μεταγενέστερα, εάν δεν παρήλθε ο εύλογος χρόνος». Ως υποβάλει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, εν προκειμένω, δεδομένων των συνθηκών και γεγονότων της υπόθεσης, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός του αιτητή περί παρέλευσης του εύλογου χρόνου από την αρχική μέχρι και την δεύτερη απόφαση επί της αίτησής του για επίδομα ασθενείας.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα του διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας της τελικής κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση.

 

Εν πρώτοις, ο ισχυρισμός του αιτητή περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, δεν θα τύχει εξέτασης και απορρίπτεται, εφόσον αυτός δεν έχει δικογραφηθεί και δεν έχει περιληφθεί στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως.

 

Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολόγηση των νομικών σημείων είναι απαραίτητη, εφόσον οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, επηρεάζει αναπόφευκτα την ορθότητα της νομικής βάσης με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598). Επί συνταγματικών δε θεμάτων, ως αυτό που εν προκειμένω εγείρει ο αιτητής με τη γραπτή του αγόρευση, η αναγκαιότητα έγερσής τους με ευκρίνεια και λεπτομέρεια, είναι θεμελιώδους σημασίας, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση (Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2009) 3 Α.Α.Δ. 655). Γενικώς, δεν είναι αποδεκτή παρέκκλιση από τη ρητή επιταγή του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (Γιασουμής ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 27, Δημοκρατία ν. Ευγενίου (2005) 3 Α.Α.Δ. 257, Κολοκάσης ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 23). Στη Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη (2013) 3 Α.Α.Δ. 59, το Εφετείο αρνήθηκε να εξετάσει ζήτημα που αφορούσε νομικό σημείο που δεν είχε καν εκτεθεί στην προσφυγή ούτε και εξειδικευόταν στο δικόγραφο κατ' αντίθεση προς τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 7. Μπορεί δε να λεχθεί ότι ο Κανονισμός 7 είναι η αντίστοιχη στο Διοικητικό Δίκαιο πρόνοια της δικογράφησης στην αστική δίκη, των ισχυρισμών του διαδίκου με σαφή τρόπο, καθορίζοντας έτσι τη σιδηροδρομική γραμμή επί της οποίας θα  συζητηθεί η υπόθεση. Η ίδια προσέγγιση επί του υπό συζήτηση θέματος ακολουθήθηκε στην Μιχαήλ κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 112/17, ημερ. 19.3.2019, όπου επισημάνθηκαν τα εξής:

 

«Ο Κανονισμός 7 είναι σαφής. Θέτει υποχρέωση σε κάθε διάδικο, διά των εγγράφων προτάσεών του, «να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών, συγχρόνως ταύτα πλήρως».  Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, δεν αρκεί η απλή επίκληση της παραβίασης ενός άρθρου του Συντάγματος, ή ενός νόμου, ή γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση.  Απαιτείται η αιτιολόγηση των νομικών σημείων στα οποία βασίζεται η προσφυγή, για την εξέταση, από το δικαστήριο, των λόγων ακύρωσης της διοικητικής πράξης, (βλ. Latomia Estate Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672). Στην προκειμένη περίπτωση, εξέταση των επτά νομικών σημείων της προσφυγής καθιστά σαφές πως, σε κανένα από αυτά, δε δικογραφήθηκε, με σαφήνεια και σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Κ. 7, καθώς και με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, η προεκτεθείσα βασική θέση των εφεσειόντων.».

 

Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένης της απουσίας της δικογράφησης του συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης, δεν αφήνεται περιθώριο εξέτασης των ισχυρισμών του αιτητή περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου.

 

Περαιτέρω, κρίνω ότι στερείται βασιμότητας ο ισχυρισμός του αιτητή ότι παρήλθε ο εύλογος χρόνος εξέτασης της υπόθεσης και έκδοσης απόφασης από τους καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με τα όσα το άρθρο 10 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999) επιτάσσει.

 

Στο άρθρο 10 του Νόμου 158(Ι)/1999, προβλέπεται ότι «Το διοικητικό όργανο πρέπει να ασκεί την αρμοδιότητά του μέσα σε εύλογο χρόνο, ώστε η απόφασή του να είναι επίκαιρη σε σχέση με τα πραγματικά ή νομικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Ο καθορισμός του εύλογου χρόνου εξαρτάται από τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες.».

Το ζήτημα της παρέλευσης ή όχι του εύλογου χρόνου, είναι βεβαίως ζήτημα πραγματικό, το οποίο συναρτάται με τα γεγονότα, τη φύση και τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης, τελικός δε κριτής τούτου είναι το Δικαστήριο (βλ. Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου ν. Χριστόφορου κ.α. (1994) 3 Α.Α.Δ. 434 και Γ.Μ. Παπαχατζή - Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου, Τόμοι Α και Β, Έκτη έκδοση, σελ. 645). Στα πλαίσια αυτά, λαμβάνεται υπόψη και το περίπλοκο της υπόθεσης, οι συνθήκες που την περιβάλλουν, η συμπεριφορά των εμπλεκομένων μερών (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Μιχάλης Ζαχαρίογλου, Ε.Δ.Δ. 104/18, ημερ. 25.1.2024), καθώς και το κατά πόσον η αργοπορία προς εξέταση της αίτησης, οφείλεται αποκλειστικά στην υπαίτια αδράνεια της αρμόδιας αρχής (Π&Γ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας (2005) 4 Α.Α.Δ. 55, Οskar Estates Ltd v. Δήμος Παραλιμνίου (1993) 4 (Δ) Α.Α.Δ. 2642, 2647). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην SALAMIS SHIPPING SERVICES LTD ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού κ.α., Α.Ε. 39/16, ημερ. 28.6.2023, «[.] η κάθε περίπτωση κατ' ισχυρισμού καθυστέρησης, θα πρέπει να υπαχθεί στα δικά της περιστατικά».

 

Εν προκειμένω, έχοντας εξετάσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, κρίνω ότι, από την ημερομηνία έγκρισης της αίτησης του αιτητή, στις 2.12.2021, μέχρι και την ημερομηνία αναθεώρησης και/ή ανάκλησης της εν λόγω απόφασης και έκδοσης απορριπτικής απόφασης επί της εν λόγω αιτήσεως, στις 6.7.2023, δεν είχε παρέλθει ο εύλογος χρόνος. Θα πρέπει εξ’ αρχής να διευκρινιστεί ότι σαφώς και η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 6.7.2023, συνιστά ανάκληση της αρχικής τους απόφασης, ημερομηνίας 2.12.2021, σύμφωνα με το άρθρο 54 του Νόμου 158(Ι)/1999, το δε ανακλητικό αποτέλεσμα δεν συναρτάται αναγκαστικά προς τη χρήση ρητής σχετικής διατύπωσης στην ανακλητική πράξη, αλλά μπορεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν (Πορίσματα Νομολογίας Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 199, Ιωαννίδου ν Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 100). Αυτή ήταν και η προσέγγιση του παρόντος Δικαστηρίου στην GME GANG MIDDLE EAST (PRODUCTIONS) LIMITED ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 598/2021, ημερ. 16.12.2024 (βλ. και ICELINE (CYPRUS) LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5655/2013, ημερ. 17.10.2017, η οποία επικυρώθηκε στη συνέχεια από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στην Δημοκρατία ν. ICELINE (CYPRUS) LTD, Ε.Δ.Δ. Αρ. 103/17, ημερ. 22.4.2024). Παρομοίως, και στην υπό εξέταση υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση που περιέχεται στην επιστολή της Διευθύντριας προς τον αιτητή, ημερομηνίας 6.7.2023, αποτελεί πράξη ανάκλησης της αρχικής της απόφασης, ημερομηνίας 2.12.2021, και τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 54 του Νόμου 158(Ι)/1999.

 

Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και παραμέτρων που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση, κρίνω ότι το διάστημα του ενός χρόνου και επτά περίπου μηνών που μεσολάβησε μεταξύ της αρχικής απόφασης και της επίδικης ανακλητικής απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, δεν συνιστά διάστημα που εκφεύγει του εύλογου χρόνου για τη λήψη της επίδικης απόφασης, εφόσον η πιο πάνω χρονική περίοδος δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπέρμετρη με κανένα κριτήριο. Συναφώς, όπως ορθώς παρατηρεί και ο συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη στην κρίση επί του υπό συζήτηση ζητήματος, ο μεγάλος αριθμός αιτήσεων (για διάφορες παροχές) που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εξέτασης και θα πρέπει να εξεταστούν από τους καθ’ ων η αίτηση. Επιπρόσθετα, εντός του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος των 19 μηνών, εμπίπτει και ο χρόνος επανεξέτασης της αίτησης του αιτητή, εφόσον, προδήλως, της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 6.7.2023 είχε προηγηθεί η απαιτούμενη έρευνα από τους καθ’ ων η αίτηση. Ας σημειωθεί ότι στο Νόμο (σχετικό είναι το άρθρο 68 που ρυθμίζει τις περιπτώσεις επιστροφής παροχών που λήφθηκαν παράνομα) δεν προσδιορίζεται το τι συνιστά εύλογο χρόνο.

 

Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμα και να μπορούσε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι είχε παρέλθει ο εύλογος χρόνος για την ανάκληση της αρχικής απόφασης, και πάλι η ανάκληση της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση θα ήταν σύννομη και επιτρεπτή σύμφωνα με το άρθρο 54(2) του Νόμου 158(Ι)/1999, το οποίο προβλέπει ότι «Η ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης επιτρέπεται και μετά παρέλευση εύλογου χρόνου, αν αυτή εκδόθηκε έπειτα από δόλια ή απατηλή ενέργεια του ενδιαφερομένου ή αν ο ενδιαφερόμενος ήταν ενήμερος της παρανομίας της πράξης κατά το χρόνο της έκδοσής της ή για λόγους δημόσιου συμφέροντος.» (η έμφαση έχει προστεθεί). Σε πλήρη συμβατότητα και η ημεδαπή νομολογία, η οποία πολλάκις έχει τονίσει ότι η ανάκληση δοικητικής πράξης αποτελεί σύμφυτη εξουσία της αρχής ή του οργάνου που την εκδίδει και παρέχεται ευρεία ευχέρεια ανάκλησης παράνομης διοικητικής πράξης, η δε διαρροή του χρόνου δεν αποτελεί κώλυμα για την ανάκληση όπου η παράνομη διοικητική πράξη αντιστρατεύεται το δημόσιο συμφέρον (Hawaii Hotels Limited v. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1995) 4 Α.Α.Δ. 2835). Εν προκειμένω, οι καθ’ ων η αίτηση υπείχαν υποχρέωση αναζήτησης του επιδόματος που παρανόμως και/ή εσφαλμένα καταβλήθηκε στον αιτητή προς συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις τους και/ή προς αποκατάσταση της νομιμότητας και/ή χάριν του δημόσιου συμφέροντος, το οποίο έχει κοινωνικό χαρακτήρα, εξελίσσεται με βάση τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες και βεβαίως συνδέεται με την έννομη τάξη και την αρχή της νομιμότητας (Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος I, Δωδέκατη Έκδοση). Η δε αναζήτηση του ποσού που εσφαλμένα είχε καταβληθεί στον αιτητή, άπτεται άμεσα των δημόσιων οικονομικών της χώρας και των συμφερόντων της. Σχετική με το ζήτημα είναι η απόφαση στην Δημοκρατία ν. JOANNOU & PARASKEVAIDES (OVERSEAS) Ltd, Α.Ε. 197/2010, ημερ. 12.9.2016, στην οποία τονίστηκε ότι η διασφάλιση των δημοσίων εσόδων και η είσπραξη των νόμιμων οφειλών προς το κράτος, εμπίπτει στις περιπτώσεις εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και δικαιολογεί τη μετέπειτα αναζήτηση κάθε οφειλής, η οποία παραμένει ανείσπρακτη από λάθος της Διοίκησης. Τονίστηκε επίσης, ότι δεν υπήρχε ανάγκη παροχής περαιτέρω αιτιολογίας, αφού η ανάκληση είχε ως μόνο λόγο την αποκατάσταση της νομιμότητας.

 

Συναφώς, και σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, κρίνω ότι ορθώς οι καθ’ ων η αίτηση, ακριβώς προς αποκατάσταση της νομιμότητας, επιδίωξαν την ανάκτηση του αρχικώς καταβληθέντος ποσού στον αιτητή, λαμβάνοντας προς τούτο την ανακλητική απόφαση ημερομηνίας 6.7.2023, δεδομένου ότι, πράγματι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της αρχικής εξέτασης της αίτησής του και έκδοσης της απόφασης ημερομηνίας 2.12.2021, ο αιτητής δεν ενέπιπτε στους δικαιούχους επιδόματος ασθενείας σύμφωνα με το άρθρο 31 του Νόμου, όπου προβλέπεται ότι (η έμφαση έχει προστεθεί)-

 

«[.] ασφαλισµένο πρόσωπο δικαιούται επίδοµα ασθενείας για κάθε ηµέρα ανικανότητας προς εργασία, η οποία αποτελεί µέρος διακοπής της απασχóλησης, και επίδοµα ανεργίας για κάθε ηµέρα ανεργίας, η οποία αποτελεί µέρος τέτοιας περιόδου, εάν την ηµέρα αυτή ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και είναι ηλικίας µεταξύ δεκαέξι (16) και εξήντα πέντε (65) ετών και δεν δικαιούται θεσµοθετηµένη σύνταξη:».

 

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα ενώπιον μου τεθέντα και δη τον οικείο διοικητικό φάκελο και τα στοιχεία των Υπηρεσιών, ο αιτητής κατά το χρόνο λήψης της αρχικής απόφασης, ημερομηνίας 2.12.2021, ήταν ήδη δικαιούχος θεσμοθετημένης σύνταξης. Όπως αναφέρεται, ενώ αυτός είχε καταστεί δικαιούχος από το 63ο έτος της ηλικίας του, επέλεξε να πληρωθεί από το 65ο έτος, χωρίς μείωση. Περαιτέρω δε, σε συμβατότητα με το άρθρο 68 του Νόμου, οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς ενήργησαν και έλαβαν την επίδικη ανακλητική απόφαση ημερομηνίας 6.7.2023. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο (η έμφαση προστέθηκε)-

 

«68(1) Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι ένα πρόσωπο έλαβε οποιοδήποτε ποσό υπό µορφή παροχής, χωρίς να το δικαιούται, το πρόσωπο αυτό οφείλει να επιστρέψει το ποσό που εισέπραξε, εάν αυτό του καταβλήθηκε λόγω αποσιώπησης ή ψευδούς παράστασης ουσιώδους γεγονότος, είτε η αποσιώπηση ή η ψευδής παράσταση ήταν δόλια ή όχι.

 

(2) Το οφειλόµενο ποσό δύναται να παρακρατηθεί από οποιαδήποτε παροχή που οφείλεται µεταγενέστερα, χωρίς όµως να αποκλείεται η διεκδίκηση του εν λόγω ποσού µε οποιοδήποτε άλλο µέσο:

 

Νοείται ότι, όταν πρόσωπο, που έλαβε οποιοδήποτε ποσό υπό µορφή παροχής χωρίς να το δικαιούται, αποδεικνύει ότι το έλαβε µε καλή πίστη και χωρίς να γνωρίζει ότι δεν το δικαιούται, το ποσό επιστρέφεται αµέσως ή παρακρατείται από οποιαδήποτε παροχή που οφείλεται µεταγενέστερα, εάν δεν παρήλθε εύλογος χρόνος.».

 

Ενόψει των πιο πάνω, η ανακλητική απόφαση κρίνεται σύννομη και ορθή. Ούτε και μπορεί να έχει έρεισμα ο ισχυρισμός του αιτητή ότι τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ο Τροποποιητικός Νόμος 150(Ι)/2022, ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό του, συνηγορεί υπέρ της θέσης περί καταβολής του επιδόματος ασθενείας. Κατά το χρόνο έκδοσης της αρχικής απόφασης, ημερομηνίας 2.12.2021, ίσχυε το άρθρο 31 του Νόμου, ως αυτό έχει παρατεθεί πιο πάνω. Συνεπώς, οι καθ’ ων η αίτηση, ορθώς κατά την έκδοση της νέας, κατόπιν ανακλήσεως, απόφασής τους, ημερομηνίας 6.7.2023, βασίστηκαν, ως άλλωστε όφειλαν, στο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της αρχικής απόφασής τους. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Αννίτα Φιλιππίδου ν. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Υποθ. Αρ. 975/2014, ημερ. 13.1.2016, ECLI:CY:AD:2016:D13, «Η διοίκηση υποχρεούται όπως μετά την ακύρωση ή ανάκληση προβεί σε νέα κρίση και εκδώσει νέα απόφαση, η οποία έχει αναδρομική ισχύ και αρχίζει από το χρονικό σημείο της έναρξης της ισχύος της πράξης που ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε». Και όπως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, με βάση το εν λόγω άρθρο 31, ο αιτητής δεν είχε δικαίωμα σε καταβολή επιδόματος ασθενείας κατά την 2.12.2021, εφόσον ήταν δικαιούχος θεσμοθετημένης σύνταξης. Η όποια δε τροποποίηση του Νόμου επήλθε μεταγενέστερα, ουδόλως επηρεάζει το σύννομο και την ορθότητα της απόφασης των καθ΄ων η αίτηση, ημερομηνίας 6.7.2023.

 

Ούτε και απαιτείτο οποιαδήποτε περαιτέρω αιτιολόγηση εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση για την απόφασή τους αυτή, ως ο αιτητής αβάσιμα διατείνεται, εφόσον η ανάκληση είχε ως μόνο λόγο την αποκατάσταση της νομιμότητας μέσω της ορθής ερμηνείας των επίδικων νομοθετικών διατάξεων (JOANNOU & PARASKEVAIDES (OVERSEAS), ανωτέρω).

 

Συνακόλουθα, και η απόφαση του Υπουργού επί της Ιεραρχικής Προσφυγής του αιτητή, κρίνεται ορθή και νόμιμη. Δεν εντοπίζεται ούτε ελλιπής έρευνα, ούτε κενό αιτιολογίας, αλλ’ ούτε εμφιλοχώρηση πλάνης στην τελική, επίδικη, κρίση. Ο Υπουργός υιοθέτησε και/ή συμφώνησε με την εισήγηση που υποβλήθηκε δια του Υπηρεσιακού Σημειώματος της Λειτουργού Ε.Κ., ημερομηνίας 7.12.2023 (παράρτημα 10 στο δικόγραφο της ένστασης) και απέρριψε την Ιεραρχική Προσφυγή του αιτητή. Όπως αναφέρεται στην επίδικη απόφασή του, ο Υπουργός έλαβε αυτήν μετά από εξέταση της υπόθεσης και αφού έλαβε υπόψη του τα στοιχεία που βρίσκονται στον φάκελο του αιτητή, επικυρώνοντας την απόφαση της Διευθύντριας ημερομηνίας 6.7.2023. Πριν από την λήψη της επίδικης απορριπτικής του απόφασης, ο Υπουργός έλαβε υπόψη του σχετική Έκθεση Γεγονότων που τέθηκε ενώπιον του, ημερομηνίας 7.12.2023 (επίσης παράρτημα 10 στο δικόγραφο της ένστασης), καθώς και το προαναφερθέν Υπηρεσιακό Σημείωμα, στα οποία καταγράφονται τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, το νομικό πλαίσιο, οι λόγοι λήψης της αρχικής και ανακλητικής απόφασης της Διευθύντριας, καθώς και η εισήγηση επί της υποβληθείσας Ιεραρχικής Προσφυγής του αιτητή. Επιπρόσθετα, όπως αναφέρεται στην επιστολή που εστάλη στον αιτητή, ημερομηνίας 13.12.2023, για τη διαμόρφωση της επίδικης κρίσης λήφθηκαν υπόψη και τα επιχειρήματα που αυτός είχε θέσει δια της Ιεραρχικής του Προσφυγή. Στη βάση των πιο πάνω, λήφθηκε η απόφαση του Υπουργού. Δεν εντοπίζεται κενό έρευνας, αλλ’ ούτε και εφιλοχώρηση πλάνης στην κρίση των καθ’ ων η αίτηση και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτητή κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Παρομοίως, ούτε κενό αιτιολογίας εντοπίζεται. Εν προκειμένω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης καταγράφεται με επάρκεια στην επιστολή των καθ’ ων η αίτηση προς τον αιτητή, ημερομηνίας 13.12.2023. Στην εν λόγω επιστολή, περιέχονται οι νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η Ιεραρχική Προσφυγή του αιτητή και κρίθηκε ορθή η απόφαση της Διευθύντριας. Συνεπώς, από το περιεχόμενο της ίδιας της επίδικης απόφασης που περιέχεται στην εν λόγω επιστολή, προκύπτει με σαφήνεια τόσο η νομική βάση αυτής, αλλά και η υπό των καθ' ων η αίτηση υπαγωγή σε αυτήν των γεγονότων της υπόθεσης και, γενικότερα, το σκεπτικό που ακολουθήθηκε από το αποφασίζον όργανο, κατά τρόπο που καθίσταται ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου που είναι και το ζητούμενο (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Σύμφωνα με το άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999, «η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης πρέπει να είναι σαφής, ώστε να μην αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης» Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της απόφασης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, από τα παραρτήματα της ένστασης και το σύνολο του διοικητικού φακέλου (Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371), κατά τρόπο που να παρέχονται στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εκείνα, ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία, που να οδηγούν στη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Πρόκειται για στοιχεία που υπάρχουν στο διοικητικό φάκελο και τα οποία σαφώς και μπορούν να ληφθούν υπόψη. Εξάλλου, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί η υπόθεση κρίνεται από τον διοικητικό φάκελο (Δημοκρατία ν. Μ.Ε. ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, Ε.Δ.Δ. 57/2018, ημερ. 9.2.2024, Δημοκρατία ν. Δ. Αυλωνίτης και Υιοί Λτδ (2000) 3 Α.Α.Δ. 137). Αυτό που απαιτείται, είναι όπως τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία γίνεται παραπομπή, είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση, έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση (Συμεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, Σωτήρη Χρ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 37/2016, ημερ. 6.6.2023).  

 

Συνεπώς, και ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί ελλιπούς και/ή πάσχουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω δαπιστώσεων, στερούνται ερείσματος και οι ισχυρισμοί περί παραβίασης των αρχών της ανάκλησης, της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Δεδομένης της ύπαρξης συγκεκριμένου πλαισίου (διατάξεων του Νόμου), εντός του οποίου ενήργησαν οι καθ’ ων η αίτηση, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει, ωστόσο, και δεν μπορεί να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191).

 

Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί παρέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1500 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο