SUVINTHA NELSON DOMBAWELA PATHIRANNEHELAGE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 660/2023, 23/1/2026
print
Τίτλος:
SUVINTHA NELSON DOMBAWELA PATHIRANNEHELAGE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 660/2023, 23/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 660/2023)

 

                             23 Ιανουαρίου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

  SUVINTHA NELSON DOMBAWELA PATHIRANNEHELAGE

 

                                                                                                Αιτήτρια,

                                       και

 

 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Καθ’ ου η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Κασσάνδρα Κουπαρή, δικηγόρος για την αιτήτρια.

Ν. Νικολάου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

                            Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα Προσφυγή, η αιτήτρια στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 28.3.2023.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, η αιτήτρια, υπήκοος Σρι-Λάνκα, αφίχθηκε για πρώτη φορά στις 17.5.2007 στη Δημοκρατία με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως οικιακής βοηθός σε συγκεκριμένο εργοδότη.

 

Στην αιτήτρια παραχωρήθηκε σχετική άδεια προσωρινής διαμονής και εργασίας μέχρι τις 17.5.2016, η ισχύς της οποίας τύγχανε ανανέωσης στη βάση του ίδιου καθεστώτος μέχρι και τις 16.6.2022.

 

Στις 26.8.2019 η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Στις 15.12.2021 η αιτήτρια υπέγραψε συμφωνία αποδέσμευσης με την μέχρι τότε εργοδότρια της και ακολούθως εξηύρε νέο εργοδότη. Σχετική άδεια παραμονής για σκοπούς απασχόλησης ως οικιακής βοηθού παραχωρήθηκε στην αιτήτρια στις 6.4.2022 με ισχύ μέχρι τις 18.1.2024, η οποία σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, ανανεώθηκε μέχρι τις 18.1.2026.

 

Η πιο πάνω αίτηση της αιτήτριας για πολιτογράφηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 4.1.2023, ο οποίος υιοθέτησε την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού εξέτασης, η oποία περιλαμβάνετo σε σχετική έκθεση που ετοιμάστηκε, μετά από προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας και αφού προηγουμένως, είχαν ληφθεί πληροφορίες από την ΚΥΠ, την Αστυνομία και την Interpol.

 

Η απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 28.3.2023 με το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 26/08/2019 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η πρόθεσή σας να παραμείνετε στη Δημοκρατία σε περίπτωση χορήγησης πιστοποιητικού πολιτογράφησης όπως καθορίζεται από την παράγραφο 1 (δ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν.141(1)/2002, αφού η έρευνα του Τμήματος κατέδειξε ότι δεν έχετε περιουσιακά στοιχεία και οικογενειακούς δεσμούς στη Δημοκρατία, ως εκ τούτου η σχέση σας με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή. Επίσης, δεν έχετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωση σας στη Δημοκρατία και ως εκ τούτου, υπάρχει κίνδυνος να καταστείτε βάρος στα δημόσια οικονομικά. Επιπλέον, δεν έχετε ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο αφού δεν γνωρίζετε την ελληνική γλώσσα και όπως διαφάνηκε κατά την προσωπική συνέντευξη στο Τμήμα μας, αγνοείτε βασικές πληροφορίες της κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας

 

Κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης του καθ΄ου η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Προσφυγή.

 

Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης προβάλλεται από την πλευρά της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης, μη δέουσας έρευνας, ελλιπούς αιτιολογίας και κακοπιστίας. Αποτελεί κύρια θέση της αιτήτριας επί της οποίας εδράζονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί ότι παραγνωρίστηκε ότι η αιτήτρια «εκτός από ότι λαμβάνει ένα σταθερό μηνιαίο μισθό τουλάχιστον 350 ευρώ μηνιαίως εργάζεται και ως μεταφράστρια για την Αστυνομία και πληρώνεται» καθώς και ότι δεν λήφθηκε υπόψη ως περιουσιακό στοιχείο o καταθετικός λογαριασμός της αιτήτριας σε τράπεζα, ο οποίος ανέρχεται σε €3000 ευρώ. Περαιτέρω η πλευρά της αιτήτριας διατείνεται ότι δεν συνιστά προαπαιτούμενο η αιτήτρια να έχει περιουσιακά στοιχεία και να μιλά την ελληνική γλώσσα ενώ η διαπίστωση της λειτουργού ότι η αιτήτρια δεν έχει οικογενειακούς δεσμούς παραγνωρίζει ότι η αιτήτρια «έχει και κουμπάρο κύπριο και έχει ενταχθεί σε τέτοιο βαθμό στην ΚΔ ώστε προσφέρει ανιδιοτελώς για την προστασία των ζώων». Ούτε βεβαίως, συνεχίζει η πλευρά της αιτήτριας, η έτερη διαπίστωση της λειτουργού ότι η αιτήτρια δεν γνωρίζει για την κυπριακή πραγματικότητα είναι ορθή ενώ και το συμπέρασμα της διοίκησης ότι η αιτήτρια δεν έχει δήθεν επαρκείς πόρους και θα καταστεί βάρος στα δημόσια του κράτους είναι αυθαίρετο. Αναιτιολόγητη, υποβάλλεται, είναι και η κρίση ότι η σχέση της αιτήτριας με τη Δημοκρατία είναι καθαρά εργασιακή ενώ ούτε οι εγγυητές ρωτήθηκαν κατά πόσο η αιτήτρια έχει αναπτύξει οποιουσδήποτε κοινωνικούς δεσμούς.

 

Αντίθετα η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Υπουργού Εσωτερικών χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη κατά τη λήψη της. Επισημαίνει δε, η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται δεν εξειδικεύονται κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Τονίζει δε, ότι η πολιτογράφηση αποτελεί εξουσία η όποια ανάγεται στην κυριαρχική φύση του κράτους και ότι η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών είναι η ευρύτερη δυνατή, με μόνο περιορισμό την καλή πίστη και το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας. Επί της ουσίας αποτελεί θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου, την οποία υποστηρίζει με παραπομπή σε σχετικά ερυθρά του διοικητικού φακέλου, ότι ο Υπουργός είχε ενώπιον του όλα τα δεδομένα της αιτήτριας από τα οποία προέκυπτε ότι η αιτήτρια δεν μιλά ελληνικά, αγνοεί βασικές πληροφορίες της Κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας και παρουσιάζει οικονομικούς πόρους μη επαρκείς για τη συντήρηση της καθώς και ότι δεν έχει οικογενειακούς δεσμούς και περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών  φακέλων της υπόθεσης.   

 

Εν πρώτοις δε θα συμφωνήσω με τη θέση του καθ΄ου η αίτηση περί μη επαρκούς δικογράφησης, δεδομένου ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης σαφώς περιλαμβάνονται και εξειδικεύονται στα νομικά σημεία της Προσφυγής και ως εκ τούτου θα τύχουν δικαστικής εξέτασης.

 

Κατά πάγια και διαχρονική νομολογία, το ζήτημα της πολιτογράφησης άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και επομένως η διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των αιτημάτων, με μόνο περιορισμό να ενεργεί με καλή πίστη (EDA HANCER v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.116/20, ημερομηνίας 10/4/25) Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) ISSAE. EALYATIM v. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ.20). Ακόμα δε και η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για πολιτογράφηση δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι ο αιτητής δικαιούται αυτόματα πιστοποιητικό πολιτογράφησης αφού η πλήρωση των τυπικών προσόντων παρέχει μόνο το δικαίωμα για υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση  και όχι δικαίωμα έγκρισης τέτοιας αίτησης και απόκτησης άνευ ετέρου της κυπριακής ιθαγένειας (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307Reyes και Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18). Αντίθετη δε προσέγγιση θα ήταν ασύμβατη με την έννοια κυριαρχίας του κράτους (VARSIK  MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερομηνίας 27/9/23).  

 

Σχετικά είναι τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 2002 (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτό αποτελούσε το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εδώ ενδιαφέρουν:

 

«Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης.»

 

Περαιτέρω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακά δοσμένες αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν στη γραπτή της αγόρευση και καταγράφηκαν ανωτέρω και οι οποίοι είναι συναφείς και αλληλένδετοι, δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται σωρευτικώς και στην ολότητα τους.

 

Ειδικότερα όπως προκύπτει από το έντυπο που συμπληρώθηκε κατά την προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας (ερυθρά 133-126 Τεκμηρίου 2), η αιτήτρια δήλωσε ότι είναι διαζευγμένη και ότι εργάζεται ως οικιακή βοηθός καθώς και ότι διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με το μισό ενοίκιο να καταβάλλεται μηνιαίως από τον εργοδότη της. Ερωτώμενη αναφορικά με τις καθημερινές οικογενειακές της σχέσεις η αιτήτρια ανέφερε ότι «ζει μόνη της». Σε σχέση δε με την οικονομική της κατάσταση και τους δεσμούς της στη Δημοκρατία η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν έχει ούτε ακίνητη ιδιοκτησία αλλά ούτε και επενδύσεις στη Δημοκρατία όπως δεν κατέχει ούτε και εισοδήματα ή περιουσία στο εξωτερικό. Αναφορικά με τυχόν καταθέσεις σε κυπριακές τράπεζες η αιτήτρια ανέφερε ότι διατηρεί καταθέσεις σε συγκεκριμένη τράπεζα ύψους €3000. Σε ερώτηση, η οποία σκοπούσε, ως καταγράφεται στο εν λόγω έντυπο, στο να καταδείξει την ενσωμάτωση της αιτήτριας στη κυπριακή κοινωνία και στην παρουσίαση των κοινωνικών της δεσμών, η αιτήτρια απάντησε ότι «πηγαίνει μεταφράστρια στην αστυνομία και πληρώνεται» καθώς και ότι «της αρέσουν τα ζώα. Σώζει γάτες και διάφορα αδέσποτα». Περαιτέρω και σε αντίστοιχη ερώτηση κατά πόσο διατηρεί φιλίες με κύπριους υπηκόους, η αιτήτρια κατονόμασε μονολεκτικά δυο εκ των εγγυητών της και δυο πρόσωπα χωρίς να προσδιορίζει καν το επώνυμο τους.  Στα πλαίσια δε ερωτήσεων που σκοπούσαν στο να διαπιστωθούν οι βασικές της γνώσεις σχετικά με την κυπριακή ιστορία και πραγματικότητα, η αιτήτρια, μεταξύ άλλων, απάντησε ότι δεν θυμάται ποιος είναι ο Υπουργός Εσωτερικών και η Πρόεδρος της Βουλής και ότι το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Κύπρος είναι «ο πόλεμος στη Ρωσία και Ουκρανία». Ως λόγος που η αιτήτρια επιθυμεί να αποκτήσει την κυπριακή ιθαγένεια, δηλώθηκε εκ μέρους της, ότι η ίδια αγαπά τη δουλειά της, ότι δεν έχει κάποιον να τη περιμένει στη χώρα της και ότι θέλει να πολιτογραφηθεί για να βοηθά αδέσποτα ζώα.

 

Εν προκειμένω όλες οι ανωτέρω καταγραφές και τα ενώπιον του καθ΄ου η αίτηση δεδομένα επιβεβαιώνουν με τρόπο αναντίλεκτο ότι υπήρξε επαρκές έρεισμα για την απορριπτική κατάληξη της αίτησης της αιτήτριας. Ειδικότερα, τα όσα επεξηγούνται με επάρκεια στην έκθεση της αρμόδιας λειτουργού εξέτασης, η οποία εξετάζοντας όλα τα δεδομένα της περίπτωσης της αιτήτριας, υπέβαλε απορριπτική εισήγηση προς τον Υπουργό, υποστηρίζονται πλήρως από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και δη από τα όσα η ίδια η αιτήτρια δήλωσε κατά τη προσωπική της συνέντευξη, καταδεικνύοντας επακριβώς και με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να τύχει έγκρισης η αίτηση της αιτήτριας. Εν προκειμένω, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτούσια τα όσα η αρμόδια λειτουργός καταληκτικά κατέγραψε στην απορριπτική της εισήγηση:

 

«Το υπό αναφορά πρόσωπο δεν έχει ενταχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στην κυπριακή κοινωνία. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια δεν μιλά ελληνικά και αγνοεί βασικές πληροφορίες της κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας. Η αιτήτρια παρουσιάζει χαμηλούς οικονομικούς πόρους μη επαρκείς για τη συντήρηση της. Επιπλέον η σχέσης της με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή και ως εκ τούτου η πρόθεση της για μόνιμη παραμονή στη Δημοκρατία αμφισβητείται. Να σημειωθεί επίσης ότι η αιτήτρια δεν έχει οικογενειακούς δεσμούς και περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία».

 

Δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό ούτε και βεβαίως οτιδήποτε να παραγνωρίστηκε.

 

Η δε θέση της αιτήτριας ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση της ύψους €3000 καταρρίπτεται ευθέως από το ίδιο το σημείωμα της λειτουργού, η οποία ρητώς σημειώνει (ερυθρό 120 Τεκμηρίου 2) ότι η αιτήτρια εργάζεται ως οικιακή βοηθός με μηνιαίο εισόδημα €350 καθώς και ότι «έχει επίσης καταθέσεις €3000 στην Ελληνική Τράπεζα». Ούτε και όμως διαπιστώνεται πλάνη, ως η αιτήτρια εσφαλμένα εισηγείται, περί δήθεν κατοχής εκ μέρους της περιουσιακών στοιχείων, αφού από τα όσα η ίδια δήλωσε και από τα όσα καταγράφονται επί του εντύπου προσωπικής συνέντευξης της, η αιτήτρια δεν διαθέτει οποιοδήποτε επένδυση αλλά και ούτε ακίνητη ιδιοκτησία στη Δημοκρατία. Η δε θέση της αιτήτριας ότι εσφαλμένα δεν συνεκτιμήθηκε η εν λόγω κατάθεση ως περιουσιακό στοιχείο ουδεμία πλάνη καταδεικνύει, αφού ως υποδείχθηκε ανωτέρω,  το εν λόγω δεδομένο καταγράφηκε ρητώς και λήφθηκε υπόψη από την αρμόδια λειτουργό. Η δε πρόσθετη αναφορά της αιτήτριας ότι δεν συνιστά προαπαιτούμενο η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων παραβλέπει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του εκάστοτε αιτητή συνιστούν δεδομένα που εύλογα επιτρέπεται να συνεκτιμώνται κατά τη λήψη απόφασης για πολιτογράφηση καθότι καταδεικνύουν την οικονομική κατάσταση και τους εκάστοτε δεσμούς του αιτούντος με τη Δημοκρατία.

 

Περαιτέρω ούτε και η έτερη αναφορά της αιτήτριας ότι παραγνωρίστηκε το γεγονός ότι η ίδια εργάζεται περιστασιακά ως μεταφράστρια για την Αστυνομία «και πληρώνεται» μπορεί να καταδείξει οποιαδήποτε πλάνη, ως η ίδια εισηγείται. Αν και η αιτήτρια αναφέρθηκε στη προφορική της συνέντευξη ότι καλείται ως μεταφράστρια από την αστυνομία και πληρώνεται εντούτοις δεν φαίνεται να υποβλήθηκαν οποιασδήποτε στοιχεία και αποδεικτικά που να μπορούν να κλονίσουν ως πεπλανημένη τη διαπίστωση του καθ΄ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν διαθέτει χαμηλούς οικονομικούς πόρους μη επαρκείς για τη συντήρηση της, αφού το μόνο που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου είναι η εργασία της αιτήτριας ως οικιακής βοηθού και δη, ως η ίδια παραδέχτηκε, με μηνιαίο εισόδημα €350.

 

Ούτε και όμως το γεγονός ότι έχει κύπριο, ως διατείνεται, κουμπάρο επιμαρτυρεί σφάλμα στην κρίση της διοίκησης περί του ότι η αιτήτρια δεν έχει οικογενειακούς δεσμούς. Τουναντίον η αρμόδια λειτουργός εξέτασης προέβη σε ρητή μνεία ως προς τα στοιχεία που αιτιολογούν την κρίση της αυτή, καταγράφοντας με σαφήνεια ότι η αιτήτρια ζει μόνη της στην Κύπρο, κάτι άλλωστε που η ίδια η αιτήτρια δήλωσε στα πλαίσια ερώτησης αναφορικά με τους οικογενειακούς της δεσμούς στη Δημοκρατία.

 

Ανυπόστατη βεβαίως και συνεπώς απορριπτέα είναι και η γενικόλογη θέση της αιτήτριας ότι είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα ότι η ίδια δεν γνωρίζει για την κυπριακή πραγματικότητα. Επί τούτου αρκεί να υπομνησθεί, ως ήδη υποδείχθηκε ανωτέρω, ότι είναι η ίδια η αιτήτρια που δήλωνε κατά την προφορική της συνέντευξη ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Υπουργός Εσωτερικών και η Πρόεδρος της Βουλής και ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα στη Δημοκρατία είναι ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Επομένως καθόλα στέρεο είναι και το έτερο συμπέρασμα της διοίκησης ότι η αιτήτρια, ως αυτολεξεί καταγράφεται, αγνοεί βασικές πληροφορίες της κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας.

 

Παντελώς αβάσιμη είναι και η αναφορά της αιτήτριας ότι εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη από τον καθ΄ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, αφού κάτι τέτοιο ως διατείνεται δεν είναι προαπαιτούμενο. Αρκεί να υπομνήσω ότι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Reyes και Κυπριακής Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18) λέχθηκαν για τον παράγοντα της ελληνικής γλώσσας κατά την εξέταση αιτήσεων για πολιτογράφηση τα ακόλουθα: «Επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα […]Τα ως άνω δε στοιχεία, εκτιμούνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα.» Εν προκειμένω, απλή ανάγνωση του περιεχομένου του έντυπου προσωπικής συνέντευξης της αιτήτριας καταδεικνύει ότι ήταν η ίδια η αιτήτρια που δήλωσε ότι ομιλεί μόνο την μητρική της γλώσσα και αγγλικά. Τούτο εν προκειμένω διαπιστώθηκε και από την αρμόδια λειτουργό η οποία και στο έντυπο που συμπλήρωσε κατέγραψε ότι η συνέντευξη διενεργήθηκε αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα. Ουδέν μεμπτό εντοπίζω.

 

Πρόσθετα παντελώς αβάσιμη και αστήρικτη είναι και η επίσης αόριστη θέση της αιτήτριας ότι η διοίκηση δεν απευθύνθηκε στα πρόσωπα που υπέγραψαν ως εγγυητές την αίτηση της αιτήτριας προκειμένου να πληροφορηθεί για τους κοινωνικούς δεσμούς της αιτήτριας, αφού ουδεμία τέτοια νομική υποχρέωση της διοίκησης υφίσταται (ISSA E.E. ALYATIM v Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ 496). Άλλωστε, επισημαίνεται, ότι η αιτήτρια κλήθηκε σε προφορική συνέντευξη στα πλαίσια της οποίας είχε κάθε δικαίωμα να θέσει οτιδήποτε η ίδια έκρινε σχετικό προς υποστήριξη του αιτήματος της.

 

Καθοριστικότερο δε όλων παραμένει -και είναι αυτό που παραβλέπουν όλες οι εισηγήσεις της αιτήτριας- ότι το όλο ζήτημα έγκειται στο αποκλειστικό έργο συνεκτίμησης και στάθμισης των στοιχείων τα οποία ήταν ενώπιον του Υπουργού, ο οποίος  και τούτο δεν πρέπει να λησμονείται, ασκεί την ευρεία διακριτική εξουσία του ως έκφανση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν στο έδαφος τηςεξουσία η οποία υπενθυμίζεται ασκείται με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib v Δημοκρατία( Ε.Δ.Δ αρ. 124/21, ημερ. 10/12/25) .


Επί της ουσίας, δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό στην επίδικη κρίση και οι αιτιάσεις της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση φέρει ελλιπή αιτιολογία καθώς και ότι λήφθηκε υπό πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα είναι ολωσδιόλου αβάσιμες. Τουναντίον αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη δεδομένα και ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση της αιτήτριας. Τα όσα δε
η αιτήτρια παραθέτει ουδόλως αντικρούουν τα όσα αδιαμφισβήτητα νομίμως καταγράφονται στο σημείωμα της λειτουργού, το οποίο αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του Υπουργού και το περιεχόμενο του οποίου σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένο με τη ληφθείσα απόφαση και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, συμπληρώνει την αιτιολογία αφού καταδεικνύει αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης(Vassiliou vRepublic (1982)3 C.L.R.220,Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 185Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 Α.Α.Δ. 438).

 

Ούτε όμως-και παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της αιτήτριας- δεν εντοπίζω οποιαδήποτε κατάχρηση ή κακοπιστία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού. Τουναντίον και στη βάση των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Υπουργός Εσωτερικών άσκησε, ως η υποχρέωση του, την ευρύτατη διακριτική του εξουσία με καλή πίστη και η απόφαση του για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον του, στοιχείων. Το Δικαστήριο και με δεδομένο ότι ουδεμία πλάνη ή κακοπιστία έχει καταδειχθεί δεν μπορεί να επέμβει και να αμφισβητήσει την απορριπτική κρίση της διοίκησης, η οποία κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, (Ε.Δ.Δ. 119/2020, ημερ. 25.2.2025) Arakelian ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 130/2020, ημερ. 10.3.2025)

 

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.500 έξοδα εναντίον της αιτήτριας  και υπέρ του καθ’ ου η αίτηση.

 

                                     Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο