ΕΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ, Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 1396/2017 και 586/18, 29/5/2026
print
Τίτλος:
ΕΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ, Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 1396/2017 και 586/18, 29/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

                   (Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 1396/2017 και 586/18)

 

                            29 Μαΐου 2026

                               [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

      ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

(Υπόθεση αρ. 1396/2017)

 

                           ΕΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

 

Αιτήτρια,

                                         και

        ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση

__________________________________

(Υπόθεση αρ. 586/2018)

                          ΕΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

 

Αιτήτρια,

                                         και

 

                              ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ

                                                                                 Καθ’ ου η αίτηση

__________________________________

Κ. Δαμιανός με Κ. Μελά, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για την αιτήτρια

Φ. Χριστοφίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

                           Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των ενώπιον μου διοικητικών φακέλων και του προσωπικού φακέλου της αιτήτριας, η αιτήτρια ήταν μόνιμη Αξιωματικός του Σώματος Υλικού Πολέμου του Στρατού Ξηράς του Στρατού της Δημοκρατίας. Κατά το έτος 1992 προκηρύχθηκαν κενές θέσεις για πρόσληψη μόνιμων Αξιωματικών στο Στρατό της Δημοκρατίας σε διάφορους βαθμούς (Λοχαγού, Υπολοχαγού και Ανθυπολοχαγού) διαφόρων ειδικοτήτων για την κάλυψη αναγκών της Εθνικής Φρουράς, μεταξύ των οποίων και θέση Χημικού. Η αιτήτpια, κάτοχος πανεπιστημιακού διπλώματος στη Χημεία, κατόπιν επιτυχίας σε σχετικό διαγωνισμό, διορίστηκε ως Αξιωματικός στο Στρατό της Δημοκρατίας στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού από την 1.2.1993. Από την ημερομηνία αυτή αποσπάστηκε για υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά.

Η αιτήτρια με το διορισμό της, ως είναι εκατέρωθεν παραδεκτό αλλά ως εμφαίνεται και από το ίδιο το περιεχόμενο των ενώπιον μου διοικητικών φακέλων (π.χ ερυθρό 49 Τεκμήριο 3 Β) εντάχθηκε στο Σώμα Υλικού Πολέμου, του Στρατού Ξηράς στο οποίο και παρέμεινε μέχρι την υποχρεωτική αφυπηρέτηση της. Ανελίχθηκε δε σε διάφορους βαθμούς της στρατιωτικής ιεραρχίας και κατείχε από τις 22.12.2006 το βαθμό του Ταγματάρχη.

 

Το έτος 2012, λόγω δεσμεύσεων, όπως επεξηγούν οι καθ΄ων η αίτηση, που απέρρεαν από την υιοθέτηση των δημοσιονομικών μέτρων εξυγίανσης, στο πλαίσιο της καταρχήν συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τρόικα, το Υπουργείο Άμυνας προέβη σε αναπροσαρμογή των τότε υφιστάμενων νομοθετικών ρυθμίσεων που περιλαμβάνονταν στην περί του Στρατού της Δημοκρατίας Νομοθεσία, ώστε αυτές να συνάδουν με τις ανάλογες ρυθμίσεις που επρόκειτο να ισχύσουν για όλους τους κρατικούς υπαλλήλους. Μια από αυτές ήταν και η επέκταση του ορίου υποχρεωτικής αφυπηρέτησης των μελών του Στρατού της Δημοκρατίας κατά δύο ηλικίες (έξι μήνες το χρόνο) εκτός αυτών που βρίσκονταν σε προαφυπηρετική άδεια. Τα προαναφερόμενα ρυθμίστηκαν με τη θέσπιση του περί των Μελών του Στρατού της Δημοκρατίας (Αφυπηρέτηση και Συναφή Θέματα) (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου του 2012 (Ν.215(Ι)/2012).

 

Ακολούθως, στο πλαίσιο της προσπάθειας του Υπουργείου Άμυνας για εκσυγχρονισμό των διαφόρων νομοθετημάτων αναφορικά με τη λειτουργία του Στρατού της Δημοκρατίας καθώς και για την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε το μόνιμο προσωπικό του, τέθηκαν σε ισχύ από τις 2.12.2016 ο περί των Μελών του Στρατού της Δημοκρατίας (Αφυπηρέτηση και Συναφή Θέματα) (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016 (Ν. 125(Ι)/2016) και οι περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμοί του 2016 Κ.Δ.Π.351/2016 (εφεξής οι «Κανονισμοί») οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 2016, Ν.36(Ι)/2016.

 

Με το Ν.125(Ι)/2016, καταργήθηκε το άρθρο 4 του Ν. 215(Ι)/2012, το οποίο καθόριζε την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης μόνιμου Αξιωματικού του Στρατού της Δημοκρατίας ενώ με τους Κανονισμούς καθορίστηκαν, μεταξύ άλλων, νέα μειωμένα ηλικιακά όρια υποχρεωτικής αφυπηρέτησης. 

 

Σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο Κανονισμό 43 (1) των Κανονισμών (ΚΔΠ 351/2016) η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης Αξιωματικού στο βαθμό του Ταγματάρχη (βαθμός που εδώ ενδιαφέρει)  είναι η ηλικία των 55 ετών. Σύμφωνα δε με  την παράγραφο (2)(β) του Κανονισμού 43 η οποία, ως ρητώς αναφέρεται, τυγχάνει εφαρμογής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της προαναφερθείσας παραγράφου (1), η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης Ταγματάρχη ο οποίος συμπληρώνει την ηλικία των πενήντα επτά (57) ετών:-

 

«(i) μέχρι την 30η Απριλίου 2017, της ημερομηνίας αυτής συμπεριλαμβανομένης, είναι η ηλικία των πενήντα επτά (57) ετών

(ii) μεταξύ της 1ης Μαΐου 2017 και της 31ης  Δεκεμβρίου 2017, και των δύο αυτών ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, είναι η ηλικία των πενήντα έξι (56) ετών και έξι (6) μηνών

(iii) μεταξύ της 1ης Ιανουάριου 2018 και της 31ης Αυγούστου 2018, και των δύο αυτών ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, είναι η ηλικία των πενήντα έξι (56) ετών

(iv) μεταξύ της 1ης Σεπτεμβρίου 2018 και της 30ης Απριλίου 2019, και των δύο αυτών ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, είναι η ηλικία των πενήντα πέντε (55) ετών και έξι (6) μηνών».

 

Επισημαίνεται ότι ανεξαρτήτων των όσων ισχύουν ανωτέρω, στην παράγραφο 4 του Κανονισμού 43 παρατίθενται αναφορικά με τους Αξιωματικούς των Κοινών Σωμάτων και το όριο ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης τους άλλες ειδικές ρυθμίσεις.

 

Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, το Υπουργείο Άμυνας απέστειλε στην αιτήτρια επιστολή ημερομηνίας 8.8.2017 δια της οποίας την πληροφορούσε ότι με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού 43 των Κανονισμών, την ημερομηνία γέννησης της ήτοι 28.11.1962 και το βαθμό που κατείχε, η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της ήταν η ηλικία των 55 ετών, την οποία η αιτήτρια θα συμπλήρωνε, ως αναγράφετο, στις 28.11.2017. Κατά συνέπεια, ενημερώνετο ότι η ημερομηνία αφυπηρέτησης της, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 12 (6) των περί Συντάξεων Νόμων του 1997 έως (Αρ.2) του 2012, είναι η 1η Δεκεμβρίου 2017. Σημειώνετο δε περαιτέρω στη ρηθείσα επιστολή ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του εδάφιου (2) του άρθρου 40 των περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμων του 2016, η αφυπηρέτηση μέλους του Στρατού, λόγω συμπλήρωσης της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της, είναι υποχρεωτική.

 

Κατά της νομιμότητας της απόφασης αυτής η αιτήτρια καταχώρησε την Προσφυγή αρ. 1396/17 επιζητώντας την ακόλουθη θεραπεία:

 

«Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Καθ’ ων η αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 24.08.2017 με επιστολή των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 08.08.2017, (αντίγραφο επισυνάφθηκε ως Παράρτημα «Α» στην παρούσα) και με την οποία πληροφόρησαν την Αιτήτρια ότι με βάση τον Κανονισμό 43 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές Και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και το άρθρο 12(6) των περί Συντάξεων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 2) του 2012, η ημερομηνία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της είναι η 01.12.2017 και ότι η αφυπηρέτησή της είναι υποχρεωτική, είναι άκυρη και/ή στερείται οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος».

 

Ακολούθως με επιστολή ημερομηνίας 29.11.2017 ήτοι μια ημέρα αργότερα από την συμπλήρωση της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της αιτήτριας, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Άμυνας πληροφόρησε την αιτήτρια ότι ο Υπουργός Άμυνας βάσει του άρθρου 40 (1) (α) των περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμων του 2016 αποφάσισε την αφυπηρέτηση της λόγω του ότι στις 28.11.2017, συμπλήρωσε την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης.

 

Η νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης αποτελεί το αντικείμενο της Προσφυγής αρ. 568/18.

 

Οι πιο πάνω υποθέσεις συνεκδικάστηκαν δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.10.2018. Σημειώνεται ότι μετά την έκδοση σχετικού διατάγματος για τροποποίηση των Προσφυγών καταχωρήθηκε μια ενιαία τροποποιημένη αγόρευση.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης καθώς και του προσωπικού φακέλου της αιτήτριας.

 

Προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης που ηγέρθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση για κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Κατά την εισήγηση, ως αυτή τίθεται, η αιτήτρια καταχράται δικαστικές διαδικασίες αφού με τις δυο Προσφυγές που καταχώρησε εγείρει τα ίδια επίδικα θέματα κι επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα και σκοπό ήτοι την ανατροπή της απόφασης για αφυπηρέτηση της από 1.12.2017.  Συνεπώς καταλήγει η εισήγηση η δεύτερη Προσφυγή αρ.586/2018 εγέρθηκε και προωθείται καταχρηστικά.

 

Η πλευρά της αιτήτριας επί της ουσίας ανταπάντησε ότι ουδεμία κατάχρηση υφίσταται εκ μέρους της αιτήτριας αφού, κατά την εισήγηση, η αιτήτρια «κατεχώρησε δυο προσφυγές εναντίον δυο πράξεων, οι οποίες μάλιστα έχουν και χρονική απόσταση μεταξύ τους και κατά τον χρόνο έκδοσης τους είχαν στοιχεία εκτελεστότητας». Μάλιστα ως ισχυρίζεται το καθοριστικότερο όλων είναι ότι η ίδια η αιτήτρια αιτήθηκε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων ακριβώς για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατάχρησης και αντιφατικών αποφάσεων.

 

Εν προκειμένω, ως υποδείχθηκε ανωτέρω με την Προσφυγή αρ.1396/17 προσβάλλεται η απόφαση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 8.8.2017, με την οποία οι καθ΄ων η αίτηση καλούμενοι να εφαρμόσουν τους Κανονισμούς γνωστοποίησαν στην αιτήτρια την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της, την οποία, ως την ενημέρωναν, συμπλήρωνε στις 28.11.2017 και επομένως ότι η αιτήτρια αφυπηρετούσε την 1.12.2017.

 

Η δε δεύτερη Προσφυγή αρ.586/18 στρέφεται κατά της απόφασης του Υπουργού Άμυνας, η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 29.11.2017, να αποφασίσει την αφυπηρέτηση της δυνάμει του άρθρου 40 (1) (α) του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου ένεκα του γεγονότος ότι στις 28.11.2017 η αιτήτρια συμπλήρωσε την ηλικία υποχρεωτικής της αφυπηρέτησης.

 

Αν και πράγματι οι δυο (τροποποιημένες) αιτήσεις ακυρώσεως και δη τα νομικά σημεία που αυτές περιλαμβάνουν είναι επακριβώς όμοια εξού και η πλευρά της αιτήτριας προέβηκε στην καταχώρηση μιας ενιαίας αγόρευσης προβάλλοντας ουσιαστικά κοινούς λόγους ακύρωσης εντούτοις και με δεδομένο ότι με τις υπό κρίση Προσφυγές προσβάλλεται η νομιμότητα δυο διαφορετικών πράξεων, η πρώτη εκδοθείσα δυνάμει του Κανονισμού 43 της ΚΔΠ 351/2016 και η δεύτερη δυνάμει του άρθρου 40 του Ν.36 (Ι)/2016  το όλο ζήτημα, δεν μπορεί να ιδωθεί ότι συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας η οποία ως έχει οριστεί από την παγία νομολογία συνίσταται στο ότι αιτητής δεν μπορεί να προωθεί ταυτόχρονα δυο διαδικασίες με τις οποίες να επιζητεί την ίδια θεραπεία (Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217) και  Beogradska Banka D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 872) .

 

Η πιο πάνω διαπίστωση δεν αναιρεί ωστόσο την ανάγκη διακρίβωσης του παραδεκτού των Προσφυγών και δη της εκτελεστότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.

 

Προς αυτή τη σκοπιά, το Δικαστήριο έθεσε ρητώς ζήτημα επιζητώντας τη θέση των διαδίκων. Κατά τη δικάσιμο της 2.12.2014 η πλευρά της αιτήτριας δήλωσε ότι προτίθεται να αποσύρει τη δεύτερη χρονολογικά καταχωρηθείσα Προσφυγή, πράγμα που εν τέλει δεν έπραξε. Κατά το δε στάδιο των διευκρινήσεων δηλώθηκε ότι εκτελεστή πράξη και δη ως προς τις έννομες συνέπειες που αυτή επιφέρει, συνιστά η προσβαλλόμενη με τη δεύτερη χρονικά καταχωρηθείσα Προσφυγή απόφαση ήτοι την Προσφυγή αρ.586/18. Υποβλήθηκε δε ότι μέχρι την έκδοση της πιο πάνω απόφασης η απόφαση που προσβάλλεται με την Προσφυγή αρ. 1396/17 συνιστούσε και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη.  Παρά την πιο πάνω θέση της, η πλευρά της αιτήτριας δεν προχώρησε στην απόσυρση της Προσφυγής αρ.1396/17.

 

Καταρχάς τονίζεται ότι σε σωρεία αποφάσεων αποτέλεσε αντικείμενο -και συνεπώς εξετάστηκε πάντοτε ως εκτελεστή διοικητική πράξη- η νομιμότητα της απόφασης που προσβάλλεται με την πρώτη χρονολογικά καταχωρηθείσα Προσφυγή, ήτοι η απόφαση με την οποία οι καθ΄ων η αίτηση κατ’ εφαρμογή των Κανονισμών κοινοποιούν στον εκάστοτε αιτητή την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης και συνεπώς και την ημερομηνία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης (βλ. Πιερή Πιερη  v Δημοκρατίας ( Υπόθεση αρ. 1163/23, ημερομηνίας 5/2/26, Δημητρίου κ.α v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 243/17, ημερομηνίας 13/11/18). Αυτή άλλωστε ήταν και η τοποθέτηση της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση στο ερώτημα του Δικαστηρίου.

 

Στην απόφαση της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου Μιχαήλ κ.α v Δημοκρατίας ( Υπόθεση αρ. 107/17, ημερομηνίας 11/12/17), η οποία επικυρώθηκε και κατ΄ έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.112/17, ημερομηνίας 19/3/19, η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου τόνισε ότι ορθά απεσύρθη σχετική προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση περί του ότι οι προσβαλλόμενες εκεί πράξεις, όμοιες με αυτή που προσβάλλεται στα πλαίσια της πρώτης Προσφυγής, δια των οποίων επίσης καθοριζόταν η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης  για έκαστο εκ των εκεί αιτητών, δεν αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, αλλά πράξεις πληροφοριακού χαρακτήρα. Βεβαίως σε όλες τις νομολογιακά ανευρισκόμενες περιπτώσεις, παρατηρώ ότι ουδέποτε προσεβλήθη η απόφαση του Υπουργού Άμυνας δια της οποίας αποφασίζεται έστω και κατά δέσμια αρμοδιότητα η αφυπηρέτηση λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης και δια της οποίας διαρρηγνύεται κατά τρόπο τελειωτικό ο ειδικός δεσμός της αιτήτριας με τις τάξεις του Στρατού και επέρχεται πλέον η απώλεια της ιδιότητας του στρατιωτικού κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 40(1) του του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου.

 

Είναι δε σαφές από ανάγνωση του άρθρου 40 (1) (α) του Ν. 36 (Ι)/2016 ότι με τη συμπλήρωση της ηλικίας της υποχρεωτικής αφυπηρέτησης, ως αυτή καθορίζεται στους Κανονισμούς, ο Υπουργός δεσμίως και υποχρεωτικώς αποφασίζει την αφυπηρέτηση της αιτήτριας. Αυτό βεβαίως, ήτοι το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε κατά δέσμια αρμοδιότητα, ουδόλως αναίρει την εκτελεστή φύση της (Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd (1994) 3 Α.Α.Δ. 26) Δημοκρατία v Βασίλη Χριστοφή (Αναθ. Έφεση αρ.104/15, ημερομηνίας 4/7/22), ECLI:CY:AD:2022:C279 Δημοκρατία ν. Αγαθαγγέλου και Άλλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 198, 201).

 

Έπεται ότι η με την Προσφυγή αρ. 1369/17 προσβαλλόμενη απόφαση συγχωνεύθηκε στην τελική απόφαση στην οποία απολήγει η όλη διαδικασία.

 

Αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή ότι σε περιπτώσεις σύνθετης διοικητικής ενέργειας, ως η παρούσα, μόνο η τελική διοικητική πράξη μπορεί να προσβληθεί και παραδεκτώς συμπροσβάλλονται και συνελέγχεται η νομιμότητα των προπαρασκευαστικών πράξεων, οι οποίες έχουν συγχωνευθεί στη τελική απόφαση (Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 884, Φάκας v Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ 714) Δημοκρατία ν. Μυροφόρα Αλεξάνδρου (1997) 3 Α.Α.Δ. 540). Στην προκειμένη περίπτωση, η τελική απόφαση, στην οποία απολήγει η όλη διαδικασία, είναι η απόφαση κατά της οποίας, ως παρατηρώ, πράγματι στρέφεται η αιτήτρια δια της αιτούμενης θεραπείας της Προσφυγής της αρ.586/18.

 

 Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νεοκλής Αγαθαγγέλου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 120), ο δικαστικός λόγος της οποίας υιοθετήθηκε διαχρονικά από τη νομολογία λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία ισχύουν κατ’ αναλογία:

 

«Ανάλυση της απόφασης, η οποία αποτελεί το αντικείμενο αναθεώρησης σ’ αυτή την υπόθεση, της τρίτης κατά σειρά στην αλληλουχία των αποφάσεων που οδήγησαν στην προαγωγή των ενδιαφερομένων προσώπων αποκαλύπτει ότι:

(α) Η απόφαση είναι η τελευταία από τις τρεις ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

(β) Η απόφαση η οποία προσβάλλεται συναρτάται άμεσα με τις δύο αποφάσεις που προηγήθηκαν. Δεν διαχωρίζεται από αυτές εφόσον δεν μπορούσε να ληφθεί στην απουσία τους. Αποτελεί στην κυριολεξία την επωδό των αποφάσεων που προηγήθηκαν.

(γ) Συμπλέκονται, οι αποφάσεις που προηγήθηκαν, στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων τα οποία επέφερε η απόφαση η οποία προσβάλλεται.

(δ) Το γεγονός ότι η δεύτερη από τις τρεις πράξεις, πράξεις (η κρίση των αξιωματικών), είναι αφεαυτής εκτελεστή δεν την αποταυτίζει από την τελική πράξη την οποία και προοιώνιζε.

(ε) ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...”

Κρίθηκε πως η διαδικασία απέληξε στην υπουργική απόφαση για προαγωγές, που θεωρήθηκε η τελική πράξη της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, η οποία μπορούσε παραδεκτά να προσβληθεί:

“Η τελική πράξη, η οποία αποτελεί το τέρμα σύνθετης διοικητικής ενέργειας, επάγεται τη συγχώνευση των εκτελεστών πράξεων που προηγούνται. Εφόσον προσβληθεί, η τερματική απόφαση, “παραδεκτώς προσβάλλονται και λόγοι αναγόμενοι εις τας μερικωτέρας και συγχωνευθείσας πράξεις, η διαπίστωσις δε της ακυρότητος τινός εξ αυτών επιφέρει την ακυρότητα των ακολουθησασών μερικωτέρων πράξεων, διά την έκδοσιν των οποίων η κριθείσα ως παράνομος αποτελεί νόμιμον προϋπόθεσιν.” Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 244. Βλ. επίσης Αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας Σ.Ε. 655 (42), 75(45), 1336(50), 1163(56), 1882(57), 1987(58), 564(32), 1064(36).».

 

Συνεπώς και επί τη βάσει των ανωτέρω η Προσφυγή αρ. 1396/17 απορρίπτεται ως μη παραδεκτή.

 

Τούτο ωστόσο δεν έχει καμία πρακτική σημασία ως προς τους λόγους ακύρωσης που προωθούνται αφού με δεδομένο ότι η αιτήτρια έχει καταχωρήσει την Προσφυγή αρ.586/18 το κατά πόσον ορθά ή μη διαπιστώθηκε ότι επήλθε η συμπλήρωση της ηλικίας για υποχρεωτική αφυπηρέτηση στη βάση των Κανονισμών, το οποίο συνιστά ως ήδη επισημάνθηκε το επίδικο ζήτημα στην Προσφυγή αρ.1369/17,  εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας Προσφυγής, δεδομένου ότι τούτο αποτέλεσε και το υπόβαθρο για την έκδοση της τελικής απόφασης υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της αιτήτριας λόγω ηλικίας. Με άλλα λόγια εάν κριθεί ότι η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της αιτήτριας ως αυτή της κοινοποιήθηκε με την επιστολή 8.8.2017 ήταν εσφαλμένη, ως παράνομη συμπαρασύρεται και η απόφαση για υποχρεωτική αφυπηρέτηση της.

 

Σημειώνεται ότι η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση εγείρει γενικά ζήτημα μη ορθής δικογράφησης των εκ των προβαλλόμενων από την αιτήτρια λόγων ακυρώσεως. Το ζήτημα όμως αυτό θα εξεταστεί ακολούθως κατά την εξέταση έκαστου προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης. 

 

Προχωρώ επομένως να εξετάσω όλους τους λόγους ακύρωσης, οι οποίοι βάλλουν κατά της νομιμότητας του καθορισμού και υπολογισμού της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της αιτήτριας. Επί τούτου δε προέχει η επί μέρους εισήγηση της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφυπηρέτησης δεν εξεδόθη από τον Υπουργό Άμυνας ως προνοείται στο άρθρο 40 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 2016 και τούτο διότι  το προσχέδιο της επιστολής ημερομηνίας 8.8.2017 δια της οποίας η αιτήτρια ενημερώθηκε ότι αφυπηρετεί την 1.12.2017 λόγω ορίου ηλικίας, αποστάληκε για έγκριση στο Γενικό  Διευθυντή και όχι στον Υπουργό. Συνεπώς εισηγείται η αιτήτρια «η επιστολή ημερομηνίας 08.08.2017 που ακολούθησε (προσβαλλόμενη με Πρ. Αρ. 1396/17) με την οποία για πρώτη φορά η Αιτήτρια πληροφορήθηκε την αφυπηρέτηση της, δεν ήταν προϊόν απόφαση του αρμόδιου οργάνου ήτοι του Υπουργού Άμυνας, αλλά απλώς υπηρεσιακών λειτουργών του Υπουργείου Άμυνας».

 

Ο πιο πάνω ισχυρισμός σαφώς διαπιστώνω ότι περιλαμβάνεται στα νομικά σημεία της Προσφυγής.

 

Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν οι πρόνοιες του άρθρου 40 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου, ως εδώ ενδιαφέρουν:

 

 «40.-(1) Ο Υπουργός αποφασίζει για την αφυπηρέτηση ή, ανάλογα µε την περίπτωση, τον τερµατισµό της υπηρεσίας οποιουδήποτε µέλους του Στρατού στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 (α) Όταν συµπληρώνεται η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησής του που καθορίζεται στους σχετικούς Κανονισµούς που εκδίδονται δυνάµει του παρόντος Νόµου·

[..]

(2) Η αφυπηρέτηση µέλους του Στρατού στις περιπτώσεις των παραγράφων (α) και (γ) του εδαφίου (1) είναι υποχρεωτική ».

 

Ο ισχυρισμός της αιτήτριας δεν με βρίσκει σύμφωνη. Καθίσταται σαφές ότι δεν απαιτείτο για σκοπούς καθορισμού και κοινοποίησης της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση ή έγκριση του Υπουργού Άμυνας. Τούτη δε η πράξη σαφώς και δεν συνιστά την απόφαση που λαμβάνεται στα πλαίσια του άρθρου 40 του Νόμου από τον Υπουργό για υποχρεωτική αφυπηρέτηση ένεκα της συμπλήρωσης της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης αλλά προηγείται και συνιστά το υπόβαθρο για να εκδοθεί μετέπειτα η προβλεπόμενη από το άρθρο 40 του Ν. 36 (Ι)/2016 απόφαση.

 

Τουναντίον το ζήτημα τούτο ρυθμίζεται στο Κανονισμό 43(5) όπου προβλέπεται ότι: «Οι προβλεπόμενες στις παραγράφους (1),(2),(3) και (4) του παρόντος Κανονισμού αφυπηρετήσεις γνωστοποιούνται στον ενδιαφερόμενο Αξιωματικό με έγγραφο του Υπουργείου Άμυνας τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης για την περίπτωση του ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης ».

 

Εν προκειμένω, ως υποδείχθηκε, το Υπουργείο Άμυνας κλήθηκε να εφαρμόσει, κατά δέσμια αρμοδιότητα, τους Κανονισμούς και να ενημερώσει, σχετικά, την αιτήτρια, για τα νέα δεδομένα σε ό,τι αφορούσε την αφυπηρέτηση της.

 

Εξού άλλωστε και κατ΄ εφαρμογή του πιο πάνω Κανονισμού κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια, ήτοι τρεις μήνες νωρίτερα, επιστολή ημερομηνίας 8.8.2017 δια της οποίας πληροφορείτο ότι η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της είναι η ηλικία των 55 ετών, την οποία συμπλήρωνε στις 28.11.2017 και ως εκ τούτου η ημερομηνία αφυπηρέτησης της ήταν η 1.12.2017. Η δε μη συμμετοχή του Υπουργού στην απόφαση αυτή δεν επιφέρει οιοδήποτε πρόβλημα αφού δεν προκύπτει να προαπαιτείται σε τούτο το στάδιο οποιαδήποτε ενέργεια ή λήψη απόφασης απο μέρους του.

 

Προτού όμως προχωρήσω στην εξέταση των λοιπών ισχυρισμών της αιτήτριας κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η αιτήτρια στη γραπτή της αγόρευση- και υπό την ενότητα γεγονότα- κατέγραψε μακροσκελώς διαφορά γεγονότα, στα οποία η αιτήτρια παραπέμπει στα πλαίσια ανάπτυξης των διάφορων ισχυρισμών της.  Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η αιτήτρια, πτυχιούχος χημικός, μαζί με άλλα 28 άτομα, όλοι κάτοχοι πανεπιστημιακών διπλωμάτων, διορίστηκαν στον Στρατό της Δημοκρατίας για εκτέλεση καθηκόντων της ειδικότητας τους ως Ανθυπολοχαγοί καθώς και ότι η αιτήτρια τοποθετήθηκε μεν σε μάχιμο σώμα ήτοι στο Σώμα του Υλικού Πολέμου και δη στη Διεύθυνση Υλικού Πολέμου αλλά τον περισσότερο καιρό της υπηρεσίας της είχε αποσπαστεί και υπηρετούσε εκτός του Σώματος Υλικού Πολέμου, όπως για παράδειγμα στο Γενικό Χημείο του Κράτους για τις αναλύσεις Τροφίμων της Εθνικής Φρουράς, ώστε να εκτελεί γραφειακά καθήκοντα σύμφωνα με την ειδικότητα της. Σημειώνεται δε ότι η αιτήτρια απαλλάχθηκε από την υποχρέωση να αποκτά χρόνο διοίκησης σε μάχιμες μονάδες για να δικαιούται προαγωγής. Περαιτέρω η πλευρά της αιτήτριας και αφού σημειώνει ότι «η Αιτήτρια αναγκάζεται να απαντήσει στα όσα καταγράφονται στην ένσταση παρά το γεγονός ότι πλείστοι είναι άσχετοι με τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση θέματα» υποβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι στην αρχική προκήρυξη της θέσης της αναφέρετο ότι εκείνοι που θα διοριστούν θα τοποθετηθούν σε διάφορες Διοικήσεις/Διευθύνσεις/Υπηρεσίες του ΓΕΕΦ για την εκτέλεση καθηκόντων της ειδικότητας τους, ότι η ίδια υπέβαλε την παραίτηση της με σκοπό να διοριστεί ως χημικός αλλά εν τέλει και μετά από παράκληση του τότε Υπουργού Άμυνας αποδέχτηκε να παραμείνει ως αξιωματικός και αποσπάστηκε, ως της είχε λεχθεί, στο Γενικό Χημείο του Κράτους για να εκτελεί καθήκοντα της ειδικότητας αρχικά για περίοδο δύο χρόνων από 10/9/2001, η οποία έτυχε ανανέωσης για ακόμη δυο έτη. Αναφορικά δε με τη μετάθεση της αιτήτριας που ακολούθησε στη Διεύθυνση Υλικού Πολέμου στο ΓΕΕΦ καθώς και σε σχέση με άλλες μεταθέσεις της αιτήτριας που μεσολάβησαν στην ίδια Διεύθυνση, όπου ως η ίδια η αιτήτρια καταγραφεί υπηρέτησε 11 χρόνια στη Διεύθυνση αυτή χωρίς να της επιτρέπεται να εξασκεί τα καθήκοντα της ειδικότητας της, η πλευρά της αιτήτριας αναφέρει ότι η αιτήτρια προέβηκε σε σωρεία παραπόνων και αναφορών καθώς και σε καταχώρηση Προσφυγών, οι οποίες πλην μιας δεν εκδικάστηκαν ποτέ διότι μεσούσης αυτών μετατίθετο αλλού όπου εκτελούσε καθήκοντα της ειδικότητας της.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση, καταγράφοντας, μεταξύ πολλών άλλων, τη θέση τους τόσο στην ένσταση όσο και στη γραπτή τους αγόρευση επί των πιο πάνω αναφερομένων γεγονότων, υποβάλλουν ότι στην επιστολή διορισμού και στους όρους υπηρεσίας της αιτήτριας, τους οποίους η αιτήτρια αποδέχθηκε, καταγραφόταν ότι η αιτήτρια «θα εκτελεί τα συνήθη καθήκοντα του βαθμού του Ανθυπολοχαγού, καθήκοντα ειδικότητας Χημικού και οποιαδήποτε άλλα σχετικά καθήκοντα της ανατεθούν»[..] καθώς και ότι «Τα θέματα αφυπηρέτησης και συνταξιοδότησης του διοριζόμενου καλύπτονται από τους περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμους και τους Κανονισμούς που έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν με βάση τους Νόμους αυτούς». Πέραν τούτου υποδεικνύουν οι καθ’ ων η αίτηση ότι η μοναδική Προσφυγή η οποία και εκδικάστηκε και με την οποία η αιτήτρια επιζητούσε ακύρωση της μετάθεσης της από τη Διεύθυνση Υγειονομικού στη Διεύθυνση Υλικού Πολέμου του ΓΕΕΦ απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Προσφυγή αρ. 1815/12, ημερομηνίας 16/7/14) στα πλαίσια της οποίας, ως τονίζεται, κρίθηκε ότι τα καθήκοντα και οι ευθύνες της θέσης στην οποία διορίστηκε η αιτήτρια στο Στρατό της Δημοκρατίας συγκαταλέγονται ακόμα και τα στρατιωτικά καθήκοντα (γενικά) που απορρέουν από το βαθμό και τη θέση της καθώς και ότι δεν είναι δυνατόν ένας υπάλληλος ή ακόμα περισσότερο ένας αξιωματικός, όπως η αιτήτρια, να αποδέχεται θέση της οποίας τα καθήκοντα είναι γενικά και όχι περιορισμένα και στη συνέχεια να διαμαρτύρεται κάθε φορά που η Υπηρεσία επιθυμεί να της αναθέσει καθήκοντα μη αρεστά στην ίδια, αλλά εμπίπτοντα στο σχέδιο υπηρεσίας της. Αποτέλεσε δε κύρια και επαναλαμβανομένη θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι καθοριστικό παραμένει το γεγονός ότι η αιτήτρια μετά τον διορισμό της τοποθετήθηκε στο Σώμα Υλικού Πολέμου του Στρατού Ξηράς, στο οποίο ανήκε μέχρι την ημερομηνία αφυπηρέτησης της με συναφή επισήμανση ότι «όλοι οι Αξιωματικοί που ανήκουν στο Σώμα Υλικού Πολέμου όπως και η Αιτήτρια συγκαταλέγονται στους Αξιωματικούς οι οποίοι αποτελούν την πλειοψηφία στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς και έχουν την ευθύνη της διοίκησης και της οργάνωσης των μάχιμων στρατιωτικών τμημάτων σε όλα τα επίπεδα της δομής και της ιεραρχίας τους στρατεύματος.» Τούτο δε και με παραπομπή στο υπόμνημα που κατατέθηκε στην Επιτροπή Άμυνας της Βουλής για σκοπούς ψήφισης των Κανονισμών. 

 

Προκειμένου να αποσαφηνιστούν ακριβώς οι πραγματικές και νομικές περιστάσεις που περιβάλλουν την περίπτωση της αιτήτριας, κρίνω ότι προέχει να εξεταστεί ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά προϊόν μη δέουσας έρευνας και ελλιπούς αιτιολογίας επειδή, κατά την εισήγηση, «οι καθ΄ων η αίτηση κατέταξαν την αιτήτρια στους αξιωματικούς που ασκούν επιχειρησιακά καθήκοντα, χωρίς τούτο να προκύπτει από τα καθήκοντα που αυτή εκτελούσε και χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε αιτιολογία για την κατάταξή της και συνεπεία αυτής,  εφάρμοσαν για τη δική της περίπτωση, τις διατάξεις του Κανονισμού 43(1)(δ) που είχε ως αποτέλεσμα την αφυπηρέτησή της σε ηλικία ενωρίτερη και τη μη κατάταξή της στη κατηγορία των διατάξεων του Κανονισμού 43(4)(γ)(iv)(εε) των σχετικών Κανονισμών». Σημειώνεται δε εξαρχής ότι ο εν λόγω ισχυρισμός συσχετίζεται και με τα όσα προωθούνται περί παράβασης της αρχής της ισότητας.

 

Ειδικότερα εισηγείται η αιτήτρια ότι η ίδια προσέφερε τις υπηρεσίες της λόγω της επιστημονικής της κατάρτισης, ότι ουδέποτε άσκησε επιχειρησιακά καθήκοντα παρά μόνο γραφειακά/επιστημονικά καθήκοντα και δεν ήταν «μάχιμη» καθώς και ότι δεν άσκησε χρόνο διοίκησης και αποτελούσε αξιωματικό γραφείου.

 

Παρεμβάλλεται ότι τα  πιο πάνω δεν μπορούν να μην συναρτηθούν με τα γεγονότα που η αιτήτρια κατέγραψε στην απαρχή της αγόρευσης της.

Ο ισχυρισμός της αιτήτριας, ο οποίος παρατηρώ δικογραφείται δεόντως στα νομικά σημεία της Προσφυγής,  δεν ευσταθεί.

 

Στο άρθρο 8 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου Ν. 36(Ι)/2016, ως αυτός ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, αναφέρεται ρητώς ότι: «ο Στρατός συντίθεται από τρεις (3) Κλάδους, ήτοι το Στρατό Ξηράς, το Ναυτικό και την Αεροπορία, καθώς και από τα Κοινά Σώµατα»

 

Το άρθρο 9 προνοεί τα ακόλουθα:

« (1) Τα µέλη του Στρατού διακρίνονται, κατά Κλάδο και Κοινά Σώµατα, όπως καθορίζεται στα εδάφια (2), (3), (4) και (5).

(2) Τα µέλη του Στρατού Ξηράς, µε βάση την εκπαίδευση, τα προσόντα και τις ειδικές γνώσεις τους, διακρίνονται σε –

(α) Μέλη των Όπλων· και

 (β) µέλη των Σωµάτων του Στρατού Ξηράς, ήτοι του Τεχνικού (ΤΧ), του Εφοδιασµού και Μεταφορών (Ε.Μ) και του Υλικού Πολέµου (Υ.Π).

[…]

(5) Τα µέλη των Κοινών Σωµάτων, µε βάση την εκπαίδευση, τα προσόντα και τις ειδικές γνώσεις τους, διακρίνονται ως ακολούθως:

(α) Οι Αξιωµατικοί διακρίνονται σε –

(i)     Υγειονοµικού:

(αα) Ιατροί·

(ββ) κάτοχοι τίτλου σπουδών Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύµατος διαφόρων ειδικοτήτων, στους οποίους περιλαµβάνονται οι Οδοντίατροι, Κτηνίατροι, Φαρµακοποιοί, Ψυχολόγοι, Νοσηλευτές και Βιοχηµικοί·

 (γγ) ∆ιοικητικοί

(ii)       Αµυντικής ∆ιπλωµατίας·

(iii)      Πληροφορικής - Μηχανογράφησης·

(iv)      (iv) Στρατολογικού·

(v)       Οικονοµικού·

(vi)      ∆ικαστικού·

(vii)    Μουσικού

[..]

(6) Η διαδικασία διάκρισης και κατανοµής των µελών του Στρατού, κατά Κλάδο και Κοινά Σώµατα, καθώς και η µετάταξή τους ρυθµίζεται µε Κανονισµούς, που εκδίδονται δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Νόµου.»

 

Στο δε άρθρο 37 (2) του Νόμου ορίζεται ότι, τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου (3), η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης των µελών του Στρατού ρυθμίζεται µε Κανονισμούς, που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Βάσει της εξουσίας που παρέχεται από το άρθρο 76 του Νόμου, τέθηκαν σε ισχύ οι περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμοί, Κ.Δ.Π. 351/2016.

 

Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν οι διατάξεις του Κανονισμού 43 της Κ.Δ.Π. 351/2016, στις οποίες ρυθμίζεται το ζήτημα αφυπηρέτησης αξιωματικών λόγω ορίου ηλικίας και οι οποίες προνοούν, ως εδώ ενδιαφέρουν, τα ακόλουθα:

 

«43-(1) Τηρούμενων των προνοιών των παραγράφων (2), (3) και (4) του παρόντος Κανονισμού, Αξιωματικός ο οποίος σε σχέση με το βαθμό του συμπληρώνει την κατωτέρω καθοριζόμενη ηλικία αφυπηρετεί υποχρεωτικά

Βαθμός Αξιωματικού    Έτη ηλικίας

[..]

(δ) Ταγματάρχης                    55

[…]

(2) Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της παραγράφου (1) και τηρουμένων των προνοιών της παραγράφου (4) του παρόντος Κανονισμού, η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης-

(β) Ταγματάρχη ο οποίος συμπληρώνει την ηλικία των πενήντα επτά (57) ετών-

(i) μέχρι την 30η Απριλίου 2017, της ημερομηνίας αυτής συμπεριλαμβανομένης, είναι η ηλικία των πενήντα επτά (57) ετών

(ii) μεταξύ της 1ης Μαΐου 2017 και της 31ης Δεκεμβρίου 2017, και των δύο αυτών ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, είναι η ηλικία των πενήντα έξι (56) ετών και έξι (6) μηνών

(iii) μεταξύ της 1ης Ιανουάριου 2018 και της 31ης Αυγούστου 2018, και των δύο αυτών ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, είναι η ηλικία των πενήντα έξι (56) ετών

(iv) μεταξύ της 1ης Σεπτεμβρίου 2018 και της 30ης Απριλίου 2019, και των δύο αυτών ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, είναι η ηλικία των πενήντα πέντε (55) ετών και έξι (6) μηνών [...]

 

 (4) Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της παραγράφου (1) του παρόντος Κανονισμού, ισχύουν τα ακόλουθα

(α) Τηρουμένων των υποπαραγράφων (β) και (γ), η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης των Αξιωματικών των Κοινών Σωμάτων, πλην των Διοικητικών του Υγειονομικού Σώματος είναι το εξηκοστό τρίτο (63ο) έτος της ηλικίας τους ανεξαρτήτως βαθμού [...]

(γ) Η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης Αξιωματικών των Κοινών Σωμάτων Αμυντικής Διπλωματίας, Πληροφορικής-Μηχανογράφησης, κατόχων τίτλου σπουδών Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος διαφόρων ειδικοτήτων του Υγειονομικού Σώματος, Στρατολογικού, Οικονομικού, Δικαστικού και Μουσικού είναι κατά βαθμό ως ακολούθως [...]

(iv) Για Ταγματάρχη ο οποίος συμπληρώνει την ηλικία των πενήντα επτά (57) ετών- [...]

(ββ) μεταξύ της 1ης Μαΐου 2017 και της 31ης Δεκεμβρίου 2017, και των δύο αυτών ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, είναι η ηλικία των πενήντα επτά (57) ετών και έξι (6) μηνών[…..]

(εε) μεταξύ της 1ης Μαΐου 2019 και της 31ης Δεκεμβρίου 2019, και των δύο αυτών ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, είναι η ηλικία των πενήντα εννέα (59) ετών».

 

 

Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι αντιμετωπίστηκε ως «επιχειρησιακή» αξιωματικός χωρίς τούτο να προκύπτει από τα καθήκοντα που εκτελούσε και έως εκ τούτου υπό ελλιπή έρευνα και αναιτιολόγητα εφαρμόστηκαν για την περίπτωση της οι διατάξεις του Κανονισμού 43(1)(δ) και όχι οι διατάξεις του Κανονισμού 43(4)(γ)(iv) με αποτέλεσμα να αφυπηρετήσει στα 55 έτη, δεν ευσταθεί.

 

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο παραδέχεται ευθέως η πλευρά της αιτήτριας και το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης ότι η αιτήτρια  με το διορισμό της στο Στρατό της Δημοκρατίας ως αξιωματικός κατατάχθηκε στο Σώμα του Υλικού Πολέμου, του Στρατού Ξηράς.

 

Ως περαιτέρω προκύπτει από τα ενώπιον μου έγγραφα και δη από το έγγραφο με τίτλο «Συνοπτικά Στοιχεία εκ του φακέλου Μόνιμου Αξιωματικού  Τχη (ΥΠ) Κωνσταντινίδου Έλενας» η αιτήτρια υπηρέτησε από το 1993-2001 στη Διεύθυνση Υλικού Πολέμου ΓΕΕΦ και ακολούθως από το 2011-2007 στο Κρατικό Χημείο του κράτους. Επανήλθε δε στη Διεύθυνση Υλικού Πολέμου από το 2007-2008 ενώ κατά το 2008 υπηρέτησε και στην Κεντρική Υπηρεσία Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτων Αναγκών. Από το 2008-2010 υπηρέτησε στο 106 ΣΝΕ και ακολούθως από το 2010-2012 στη Διεύθυνση Υγειονομικού. Μετατέθηκε εκ νέου στη Διεύθυνση Υλικού Πολέμου για περίοδο 2 ετών ήτοι από το 2012-2014 και από το 2014 μέχρι την αφυπηρέτηση της το 2017 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Υγειονομικού. Ως επίσης προκύπτει από το ίδιο έγγραφο η αιτήτρια εκπαιδεύτηκε στη Σχολή Εκπαίδευσης Μόνιμων Αξιωματικών με βαθμό Πολύ Καλά.

 

Εν προκειμένω αν και πράγματι η αιτήτρια ασκούσε για αρκετά χρόνια γραφειακά καθήκοντα και κατά καιρούς καθήκοντα που συνδέονταν με την ειδικότητα της ως χημικού εκτός της Διεύθυνσης Υλικού Πολέμου στην οποία υπηρέτησε για 11 πλέον έτη, η αιτήτρια ουδέποτε μετατάχθηκε σε άλλο Σώμα. Η όλη εισήγηση της αιτήτριας παραβλέπει ότι η όποια διάκριση κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό 43(1)(δ) και 43(4)(γ)(iv)- στις πρόνοιες του οποίου η αιτήτρια επιζητεί να υπαχθεί- αναφορικά με την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης διενεργείται αποκλειστικά και μόνο στη βάση του εάν οι αξιωματικοί έκαστης περίπτωσης είναι ενταγμένοι ή μη σε Κοινά Σώματα, ως αυτά κατονομάζονται στον εν λόγω Κανονισμό και τα οποία συνίστανται στα Κοινά Σώματα Αμυντικής Διπλωματίας, Πληροφορικής-Μηχανογράφησης, κατόχων τίτλου σπουδών Ανώτατου Εκπαιδευτικού  Ιδρύματος διαφόρων ειδικοτήτων του Υγειονομικού Σώματος, Στρατολογικού, Οικονομικού, Δικαστικού και Μουσικού.

 

Είναι δε σαφές ότι η διάκριση την οποία η αιτήτρια επιχειρεί να εισάγει με αναφορά στο ότι η ίδια ασκούσε γραφειακά καθήκοντα και καθήκοντα της ειδικότητας της με σκοπό να πείσει ότι δεν ήταν «επιχειρησιακή»  εκφεύγει αφενός του κανονιστικού πλαισίου το οποίο ουδεμία αναφορά εμπεριέχει σε αξιολόγηση καθηκόντων που επιτελεί διαχρονικά έκαστος ξεχωριστά αξιωματικός, αφετέρου δε ουδόλως μπορεί να ανατρέψει το καθοριστικό δεδομένο ήτοι ότι η αιτήτρια άνηκε εξαρχής και μέχρι την αφυπηρέτηση της στο Σώμα Υλικού Πολέμου του Στρατού Ξηράς, καθεστώς το οποίο -και παρά τις διάφορες Προσφυγές, αναφορές και παράπονα τα οποία υπέβαλε κατά της νομιμότητας των μεταθέσεων της στη Διεύθυνση Υλικού Πολέμου- ουδέποτε αμφισβήτησε αλλά και ουδέποτε μετατάχθηκε σε άλλο Σώμα. Η δε Προσφυγή αρ.1815/12  της αιτήτριας η οποία πράγματι εκδικάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στη μετάθεση της και η οποία απορρίφθηκε ουδόλως αφορά ή συσχετίζεται με την απόφαση για ένταξη της στο Σώμα Υλικού Πολέμου στο οποίο εξ υπαρχής τοποθετήθηκε. Έπεται ότι δεν παρέχεται περιθώριο για αναψηλάφηση του καθεστώτος της αιτήτριας, με βάση τα καθήκοντα που κατά καιρούς η ίδια εκτελούσε στα διάφορα τμήματα/διευθύνσεις στα οποία υπηρέτησε, αφού μια τέτοια προσέγγιση θα σήμαινε ρύθμιση έξω από το γράμμα του Κανονισμού.

 

Άλλωστε ως ο κος Χριστοφίδης τόνισε κατά τις διευκρινήσεις της υπόθεσης  ότι το Σώμα Υλικού Πολέμου του Στρατού Ξηράς σε αντίθεση με τα Κοινά Σώματα είναι επιχειρησιακό Σώμα. Τούτο δε  με παραπομπή στο υπόμνημα του Υπουργού Άμυνας το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή στα πλαίσια θέσπισης των νέων Κανονισμών όπου επεξηγείται η αναγκαία διάκριση για σκοπούς διαφοροποίησης των ορίων ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης μεταξύ επιχειρησιακών αξιωματικών και αξιωματικών, οι οποίοι σύμφωνα με την ειδικότητα τους εκτελούν κυρίως γραφειακά καθήκοντα, παρέχοντας υπηρεσίες υποστήριξης προς εκπλήρωση της της αποστολής της Εθνικής Φρουράς, διαφοροποίηση η οποία ως ορθά παρατηρεί ο κος Χριστοφίδης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον «Πίνακα 1» που επισυνάπτεται στο σχετικό υπόμνημα και στον οποίο ο ίδιος ο Υπουργός παραπέμπει προς επεξήγηση. Από αυτόν, λοιπόν, τον Πίνακα προκύπτει ότι «επιχειρησιακοί» είναι οι αξιωματικοί, για τους οποίους καθορίζονται μικρότερα και συγκεκριμένα κατά βαθμό (ως εδώ ενδιαφέρει του Ταγματάρχη)όρια ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης ενώ τους Αξιωματικούς οι οποίοι σύμφωνα με την ειδικότητα τους εκτελούν κυρίως γραφειακά καθήκοντα και για τους οποίους προτείνονται αυξημένα όρια ηλικίας, για τους λόγους που επίσης επεξηγούνται, συνιστούν, ως ρητώς καταγράφεται, οι Αξιωματικοί Ιατροί και οι Αξιωματικοί των Κοινών Σωμάτων Αμυντικής Διπλωματίας, Πληροφορικής-Μηχανογράφησης, Υγειονομικού (κάτοχοι τίτλου σπουδών διαφόρων ειδικοτήτων: Οδοντίατροι, Κτηνίατροι, Φαρμακοποιοί, Ψυχολόγοι, Νοσηλευτές και Βιοχημικοί)Στρατολογικού, Οικονομικού, Δικαστικού και Μουσικού.

 

Είναι δε σαφές ότι ο όποιος επηρεασμός της αιτήτριας προήλθε από την αρχική ένταξη της αιτήτριας στο Σώμα Υλικού Πολέμου. Η δε μετέπειτα υπαγωγή κάποιων σωμάτων ως Κοινά Σώματα μέσω Κανονισμών, τη νομιμότητα των οποίων η αιτήτρια ουδέποτε αμφισβήτησε, δεν διαφοροποίησε με οποιοδήποτε τρόπο τα δεδομένα της αιτήτριας. Έπεται ότι το καθεστώς της αιτήτριας για σκοπούς του Κανονισμού 43 ήταν αποσαφηνισμένο και δεν θα μπορούσε να επανακαθοριστεί με τον τρόπο που αυτή εισηγείται. Οτιδήποτε άλλο δε θα σήμαινε αντιμετώπιση έξω από το κανονιστικό πλαίσιο και τούτο ουδόλως επιτρέπεται.

 

Παρεμβάλλεται ότι το γεγονός ότι η αιτήτρια είχε χαρακτηριστεί ως αξιωματικός γραφείου ουδόλως αναιρεί ή διαφοροποιεί το καθοριστικό δεδομένο ότι η αιτήτρια είναι στο Σώμα Υλικού Πολέμου του Στρατού Ξηράς που παρέμεινε ενταγμένη. Ούτε όμως και ο Κανονισμός παρέχει, ως παρατηρώ, τη δυνατότητα να διενεργηθεί τέτοια διάκριση με παροχή μεγαλύτερου ηλικιακού ορίου υποχρεωτικής αφυπηρέτησης στους αξιωματικούς γραφείου. Άλλωστε ουδέν έχει υποδειχθεί από την αιτήτρια προς αυτή την κατεύθυνση, το οποίο μάλιστα να συναρτάται με οποιαδήποτε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη.

 

Ούτε όμως και τα όσα προβάλλει η αιτήτρια διαμαρτυρόμενη περί του ότι «ενώ είχε διορισθεί την 1η Φεβρουαρίου 1993 για να εκτελεί καθήκοντα ειδικότητας Χημικού παρά ταύτα είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Υλικού Πολέμου του Σώματος Υλικού Πολέμου στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΔΥΠ/ΓΕΕΦ) αντί του Σώματος Εφοδιασμού Μεταφοράς όπως ήταν και η δημοσίευση της θέσης, για εκτέλεση γραφειακών καθηκόντων ασχέτων με τα καθήκοντα ειδικότητας για τα οποία είχε διορισθεί για να εκτελεί» δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης και να αναθεωρηθούν από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας Προσφυγής. Ουσιαστικό παραμένει και δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι στους όρους υπηρεσίας της (έγγραφο με τίτλο «Όροι υπηρεσίας που αφορούν διορισμό αξιωματικού με το βαθμό του ανθυπολοχαγού στο Στρατό της Δημοκρατίας)» τους οποίους ως προκύπτει η αιτήτρια ρητώς αποδέχτηκε με επιστολή της ημερομηνίας 26.1.1993 ξεκάθαρα -και πέραν του ότι ειρήσθω εν παρόδω ρητώς προνοείτο ότι «ο διοριζόμενος δυνατό να κληθεί να φοιτήσει σε Στρατιωτική/ές Σχολή/ές εσωτερικού ή εξωτερικού»-αναγραφόταν ότι:«Τα θέματα αφυπηρέτησης και συνταξιοδότησης του διοριζόμενου καλύπτονται από τους περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμους και τους Κανονισμούς που έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν με βάση τους Νόμους αυτούς».

 

Συνεπώς δεν εντοπίζεται ελλιπής έρευνα αφού οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς διέγνωσαν ότι η αιτήτρια δεν ανήκει σε κανένα από τα Κοινά Σώματα  και εφάρμοσαν καθόλα ορθά για την περίπτωση της τις πρόνοιες του Κανονισμού 43(1)(δ) και όχι τον Κανονισμό 43(4)(γ)(iv). Αφ΄ης στιγμής οι καθ΄ων η αίτηση ενήργησαν κατά δέσμια αρμοδιότητα, κατ’ εφαρμογή, δηλαδή, των ισχυουσών κανονιστικών διατάξεων δεν τίθεται ούτε και ζήτημα περαιτέρω αιτιολόγησης της απόφαση τους (Μιχαήλ κ.α v Δημοκρατίας (2019) 3 Α.Α.Δ 173) αφού αυτή σε κάθε περίπτωση  συμπληρώνεται ευθέως από τα έγγραφα που περιέχονται εντός των διοικητικών φακέλων και τα οποία επιβεβαιώνουν ότι η αιτήτρια, ως το ζητούμενο για την ορθή εφαρμογή του Κανονισμού στην περίπτωση της, ανήκε στο Σώμα Υλικού Πολέμου και όχι σε Κοινό Σώμα (Δημοκρατία ν. Σταύρου (1993) 3 Α.Α.Δ. 71, Ε.Δ.Δ. 38/2016) Σκυλλουριώτη ν. Δήμου Λευκωσίας, ημερομηνίας 1.7.2022, Α.Ε. 37/2016).

 

Στην υπόθεση Κυριακίδου  v ΡΙΚ ( 2010) 3 Α.Α.Δ 547 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόμνησε σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Με δεδομένο ότι οι τροποποιητικοί Κανονισμοί δημοσιεύτηκαν κατά την 30ην Μαρτίου 2007, αυτό σημαίνει ότι για να επωφελείτο η εφεσείουσα από εκείνη την τροποποίηση θα έπρεπε να συμπλήρωνε το 60ο έτος της ηλικίας της μεταξύ 30.3.2007-30.6.2008. Όμως, κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε αφού η εφεσείουσα συμπλήρωσε το 60ο έτος της ηλικίας της στις 28.3.2007, δηλαδή δύο μόνο μέρες πριν τη δημοσίευση των νέων κανονισμών και την έναρξη της περιόδου εντός της οποίας θα έπρεπε να συμπλήρωνε το 60ο έτος για να μπορούσε να επωφεληθεί.

 

Όσο και αν αυτό ηχεί υπέρμετρα αυστηρό, η εφεσείουσα δεν μπορούσε να ενταχθεί στην τάξη των υπαλλήλων κατ’ εφαρμογή του νέου Κανονισμού. Αυτό ήταν το καθαρό αποτέλεσμα της εφαρμογής του λεκτικού του Κανονισμού και της γραμμής που ήθελε να τραβήξει και δεν μπορούσε με καμιά ερμηνεία ή άλλο τρόπο να εφαρμοστεί ο Κανονισμός ώστε να καλύψει την εφεσείουσα.»

 

Περαιτέρω η πλευρά της αιτήτριας,  στα πλαίσια μιας ενιαίας ενότητας, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ακύρωσης τους οποίους αναπτύσσει απο κοινού (αυτούσια παράθεση):

 

«Η επίδικη απόφαση είναι άκυρη και στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος για τους ακόλουθους ή οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

1)     Είναι αντισυνταγματική ως προσκρούουσα στο Άρθρο 28 του Συντάγματος και/ή ως «φωτογραφική» καθότι, μεταξύ άλλων, αποστερεί  από την Αιτήτρια σε αντίθεση με άλλους αξιωματικούς τελούντες υπό τα αυτά και/ή παρόμοια πραγματικά και νομικά χαρακτηριστικά με την Αιτήτρια, από αντίστοιχα εργασιακά και/ή συνταξιοδοτικά ωφελήματα.

2)     Παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και/ή καθιέρωσε διαδικασία που όπως εφαρμόστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση οδηγεί σε άδικη μεταχείριση και/ή σε μεταχείριση βάσει υποκειμενικής επιλογής.

 

3)         Είναι αντίθετη προς την αρχή της ισότητας ως αυτή κατοχυρώνεται στο 12ο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συνθήκης περί Προασπίσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το Νόμο 13(ΙΙΙ)/2002 και/ή τα άρθρα 2 και/ή 26 του Διεθνούς Συμφώνου Περί Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το Νόμο 14/1969, και/ή τα άρθρα 13 και/ή 177 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και/ή τα άρθρα  6 και/ή 7 και/ή 11 και/ή 49 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και/ή το τροποποιηθέν Άρθρο 1Α του Συντάγματος που καθιερώνει την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου.

 

4)       Η προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση βασίζεται σε Κανονισμούς, ιδία δε αλλά όχι αποκλειστικά  στον Κανονισμό 43 των Περί Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 2016 (εφεξής οι Κανονισμοί του 2016), που είναι αντίθετοι και/ή ασύμφωνοι με το Σύνταγμα και/ή έχουν εκδοθεί καθ’ υπέρβαση εξουσίας (ultra vires).

 

5)         Είναι παράνομη, ως ληφθείσα και/ή προσκρούουσα στις διατάξεις του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(Ι)/99), ιδία δε αλλά όχι αποκλειστικά, το άρθρο 38. »

 

Σημειώνεται ότι οι πιο πάνω λόγοι ακύρωσης, είναι αυτοί που αυτούσια περιλαμβάνονται και στα νομικά σημεία της τροποποιημένης αίτησης ακυρώσεως της Προσφυγής αρ.568/18. Περαιτέρω σημειώνεται ότι η αιτήτρια με την απαντητική της γραπτή αγόρευση ρητώς ανέφερε ότι δεν έχει αναπτύξει με τη γραπτή της αγόρευση λόγο ακύρωσης περί του ότι οι επίμαχοι Κανονισμοί έχουν εκδοθεί κατά παράβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης.

 

Τους πιο πάνω ισχυρισμούς της, η αιτήτρια τους στήριξε στη θέση ότι «η Αιτήτρια, εξαιτίας της εφαρμογής των Κανονισμών του 2016 και ιδίως του πιο πάνω Κανονισμού 43 έτυχε άνισης μεταχείρισης έναντι συναδέλφων της αξιωματικών, οι οποίοι τελούσαν υπό τα αυτά και/ή παρόμοια πραγματικά και νομικά χαρακτηριστικά με την Αιτήτρια.» Προέβηκε δε σε ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αξιωματικών, στις οποίες αναφορά θα γίνει κατωτέρω, ισχυριζόμενη ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας ήταν η μόνη που αφυπηρέτησε στα 55 έτη ενώ οι υπόλοιποι αξιωματικοί οι οποίοι κατά την  αιτήτρια τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες και/ή παρόμοια πραγματικά και νομικά χαρακτηριστικά «θα αφυπηρετήσουν πολύ μεταγενέστερα της Αιτήτριας, εφόσον είτε θα προαχθούν σε επόμενο βαθμό και άρα θα διασταλεί ο χρόνος εργοδότησής τους είτε κατά την θέση σε ισχύ των Κανονισμών του 2016 είχαν τέτοια ηλικία που τους επέτρεπε να παραμείνουν στην υπηρεσία και να λάβουν προαγωγή». Τούτο δε, ως εισηγείται, παρά το γεγονός ότι εν λόγω αξιωματικοί όπως και η αιτήτρια είναι απόφοιτοι πανεπιστημίων και όχι στρατιωτικών σχολών και διορίσθηκαν για να εκτελούν καθήκοντα της ειδικότητας τους. Καταλήγει δε η αιτήτρια ότι «οι προσβαλλόμενες με τις παρούσες Προσφυγές πράξεις και οι Κανονισμοί βάσει του οποίου οι Καθ’ ων εξέδωσαν τις επίδικες διοικητικές πράξεις αντίκεινται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος που προστατεύει την αρχή της ισότητας» καθώς και ότι η επίδικη απόφαση θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη μόνο σε περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί πειστική ανάγκη.

 

Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντέτεινε ότι ουδόλως προκύπτει ζήτημα άνισης μεταχείρισης και δυσμενούς διάκρισης της αιτήτριας «εφόσον με την Κ.Δ.Π. 351/2016 έγινε διάφορος νομοθετική ρύθμιση περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες». Επί της ουσίας οι καθ΄ων η αίτηση και αφού σχολιάζουν τις επιμέρους περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η αιτήτρια υποβάλλουν ότι σύμφωνα με τις κανονιστικές διατάξεις  η υποχρεωτική αφυπηρέτηση της αιτήτριας στον βαθμό που κατείχε ήταν τα 55 χρόνια και η ημερομηνία υποχρεωτικής αφυπηρέτησής της η 1.12.2017. Είναι δε η θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι το ζητήματα αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να εγείρονται με τη δέουσα λεπτομέρεια και να εξειδικεύονται επαρκώς στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως, κάτι που δεν συμβαίνει εν προκειμένω καθώς και ότι δεν αρκεί η απλή επίκληση ενός άρθρου του Συντάγματος.

 

Καταρχάς και σε σχέση με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 28 του Συντάγματος και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός παραβλέπει ότι το όλο ζήτημα ρυθμίζεται από σαφείς, ρητές και ειδικές κανονιστικές πρόνοιες, βάσει των οποίων ενήργησαν οι καθ’ ων η αίτηση. Εν προκειμένω οι καθ’ ων η αίτηση με τη διαπίστωση ότι συντρέχουν οι προβλεπόμενες υπό του Κανονισμού 43 της ΚΔΠ. 351/16  προϋποθέσεις, όφειλαν να υπολογίσουν την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης των μελών του Στρατού και στην ουσία να λάβουν απόφαση συγκεκριμένου περιεχομένου ως αυτή προκαθορίζετο από το συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο (Perim Leyla Vefkioglu Hakki και Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ.22/21, ημερομηνίας 24/10/25).

 

Η αιτήτρια ακολούθως προβαίνει σε καταγραφή δεδομένων αριθμού αξιωματικών εισηγούμενη ότι η ίδια αντιμετωπίστηκε με άνισο τρόπο έναντι τους. Συγκεκριμένα η αιτήτρια αναφέρεται σε σειρά ταγματαρχών (τα ονόματα των οποίων επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα Δ της Προσφυγής) οι οποίοι ως η αιτήτρια το θέτει «τοποθετήθηκαν στα Κοινά Σώματα δηλαδή στα Στρατολογικά Γραφεία ή στο Δικαστικό (όπως οι πτυχιούχοι νομικής οι οποίοι μάλιστα τοποθετήθηκαν και στο Υπουργείο Άμυνας), στο Διπλωματικό-πρώην Μεταφραστικό του ΓΕΕΦ (κάτοχοι πτυχίου ξένων γλωσσών) στο οικονομικό του ΓΕΕΦ (πτυχιούχοι οικονομικών) και στο Υγειονομικό (βιοχημικοί) οι οποίοι αφυπηρετούν σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία σε μεγαλύτερη ηλικία». Εύλογα ωστόσο προκύπτει ότι στην περίπτωση των εν λόγω αξιωματικών εφαρμόσθηκαν τα προνοούμενα στον Κανονισμό 43 (4) (γ) (iv), αφού ως υποδείχθηκε και ανωτέρω οι εν λόγω αξιωματικοί και σε αντίθεση με την αιτήτρια ανήκαν σε διαφορετική με την αιτήτρια κατηγορία ήτοι στα Κοινά Σώματα, σε σχέση με τα οποία ο Κανονιστικός νομοθέτης επέλεξε αυξημένα όρια ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης. Ως προς δε την ειδικότερη αναφορά της αιτήτριας στη βιοχημικό Μ. Καραμιχάλη, η οποία, ως ισχυριζεται, βάσει των Κανονισμών αφυπηρετεί στα 57 1/2 έτη αρκεί να σημειωθεί ότι η εν λόγω ταγματάρχης, ως και η ίδια η αιτήτρια με σαφήνεια παραδέχεται στη σελ. 3  της γραπτής της αγόρευσης ανήκει στο Υγειονομικό Σώμα, το οποίο εμπίπτει στα Κοινά Σώματα και επομένως και για αυτή εφαρμόζονται τα όσα προνοούνται στον Κανονισμό 43 (4) (γ) (iv), σε σχέση πάντοτε με την ημερομηνία γέννησης αυτής. Σε αντίθεση δε με την αιτήτρια η οποία αν και χημικός ήταν και παρέμεινε μέχρι και την αφυπηρέτηση της τοποθετημένη στο Σώμα Υλικού Πολέμου.

 

Συνεπώς είναι καθόλα ορθή η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι οι Αξιωματικοί, στους οποίους αναφέρεται η αιτήτρια, έχουν διορισθεί ανάλογα με τα προσόντα τους ως ιατροί και/ή οικονομολόγοι και/ή νομικοί και/ή μεταφραστές και υπάγονται στα Κοινά Σώματα και ως εκ τούτου τα όρια υποχρεωτικής αφυπηρέτησης τους διαφοροποιούνται σε σχέση με αυτά της αιτήτριας.

 

Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται άλλωστε από σχετικό Πίνακα (ερυθρό 47 του Τεκμηρίου 2) ο οποίος ετοιμάστηκε από το Υπουργείο Άμυνας και στον οποίο συγκαταλέγονται ονομαστικά όλοι οι αξιωματικοί των Κοινών Σωμάτων για τους οποίους ως καταγράφεται τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Κανονισμού 43(4) (γ) σε σχέση με την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης τους με ειδική μάλιστα αναφορά στην ημερομηνία γέννησης τους, την ημερομηνία συμπλήρωσης του ορίου υποχρεωτικής αφυπηρέτησης τους και την υπολογιζόμενη στη βάση του Κανονισμού ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης τους.

 

Η δε απλή αναφορά της αιτήτριας ότι όλοι οι αξιωματικοί ιατροί αφυπηρετούν τουλάχιστον στα 63 έτη και πολλοί εξ’ αυτών είναι αποσπασμένοι σε μάχιμα σώματα, χωρίς οποιαδήποτε συγκριτική αναφορά στα δεδομένα της αιτήτριας τα οποία διαφοροποιούνται και πάλι παραβλέπει ότι σε σχέση με τους ιατρούς οι οποίοι ανήκουν στο Υγειονομικό Σώμα (Κοινό Σώμα) εφαρμόζονται οι ειδικότερες  ρυθμίσεις του Κανονισμού 43(2) (β).

 

Ούτε όμως και η έτερη αναφορά της αιτήτριας ότι κάποιοι αξιωματικοί όπως για παράδειγμα ο Τχης Παύλου Κλείτος, ο Τχης (ΤΧ) Σπανός Σωτήρης ο Τχης (ΤΧ) Αναστασιάδης Γεώργιο και η χημικός  Τχης (ΣΜ) Χατζηαντωνίου Αγάθη «σύμφωνα με τους Κανονισμούς 2016 θα αφυπηρετούσαν στα 55 χρόνια επειδή είναι τοποθετημένοι σε Μάχιμα Σώματα όπως και η Αιτήτρια, αλλά τους δίδεται τελικά η ευκαιρία λόγω νεαρότερης (της αιτήτριας) ηλικίας τους να προαχθούν και να παραταθεί ακόμα περισσότερο» μπορεί να γίνει δεκτή. Η  αναφορά αυτή είναι καθόλα γενική και αόριστη αφού η αιτήτρια αναφέρεται σε αξιωματικούς χωρίς όμως να παραπέμπει στην ημερομηνία γέννησης τους ενώ, ως παρατηρώ, οι εν λόγω αξιωματικοί δεν περιλαμβάνονται ούτε στους σχετικούς Πίνακες που ετοιμάστηκαν από το Υπουργείο Άμυνας (Τεκμήριο 2).  Σε κάθε δε περίπτωση καθοριστικό παραμένει ότι η εισήγηση της αιτήτριας παραβλέπει σωρεία επιφυλάξεων που τίθενται στην παράγραφο 2 του Κανονισμού 43 δυνάμει των οποίων επανακαθορίζεται το όριο ηλικίας, ανάλογα με τα δεδομένα εκάστης ρυθμιζόμενης περίπτωσης. Ειδικώς προβλέπονται  τα ακόλουθα:

 

«Νοείται ότι, σε περίπτωση που με βάση τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου Αξιωματικός συμπληρώνει την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης σε ημερομηνία προγενέστερη από την αντίστοιχη ημερομηνία του αμέσως γηραιότερου από αυτόν ομοιόβαθμού του Αξιωματικού, η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης του νεότερου σε ηλικία Αξιωματικού παρατείνεται κατά τόσες ημέρες μέχρι την ημερομηνία που ο αμέσως γηραιότερος ομοιόβαθμός του Αξιωματικός συμπληρώνει την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησής του και επιπλέον μία μέρα

 

Νοείται περαιτέρω ότι η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης Αξιωματικού ο οποίος με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες της παρούσας παραγράφου και της πρώτης επιφύλαξης αυτής αφυπηρετεί στο βαθμό που κατέχει-

(α) εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών είναι κατά έξι (6) μήνες μεγαλύτερη από την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης που καθορίζεται στις πρόνοιες αυτές

(β) στο χρονικό διάστημα μεταξύ τριών (3) μηνών και μίας ημέρας έως έξι (6) μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών είναι κατά τρεις (3) μήνες μεγαλύτερη από την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης που καθορίζεται στις πρόνοιες αυτές

 

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης Αξιωματικού με βάση τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου και των δύο πρώτων επιφυλάξεων αυτής είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη ηλικία κατά βαθμό που προβλέπεται στον περί των Μελών του Στρατού της Δημοκρατίας (Αφυπηρέτηση και Συναφή Θέματα) (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμο του 2012, ως ίσχυε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών, η εν λόγω ηλικία αφυπηρέτησης του Αξιωματικού προσαρμόζεται, ώστε να είναι ίση με την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης που προβλέπεται στον προαναφερθέντα Νόμο, ως ίσχυε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών

(3)Αναφορικά με Αξιωματικούς για τους οποίους τυγχάνει εφαρμογής η παράγραφος (2) και οι υποπαράγραφοι (β) και (γ) της παραγράφου (4) του παρόντος Κανονισμού ισχύουν τα ακόλουθα

(α) Η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης ενός εκάστου ανάλογα με το βαθμό που κατέχει κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών υπολογίζεται και κοινοποιείται στον καθένα εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών και δεν τροποποιείται λόγω πιθανών μεταβολών στην υπηρεσιακή κατάσταση γηραιότερου από αυτόν ομοιόβαθμού του Αξιωματικού

(β) Η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης ενός έκαστου επανακαθορίζεται και κοινοποιείται στον επηρεαζόμενο Αξιωματικό σε περίπτωση προαγωγής του εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της εν λόγω προαγωγής και δεν τροποποιείται λόγω πιθανών μεταβολών στην υπηρεσιακή κατάσταση γηραιότερου από αυτόν ομοιόβαθμού του Αξιωματικού ».

 

Η δε θέση της αιτήτριας ότι οι προαγωγές διενεργήθηκαν σε χρόνο που άλλα πρόσωπα πλην της αιτήτριας κατάφεραν να προαχθούν και να παραμείνουν, σε αντίθεση με την αιτήτρια, στο στράτευμα, ουδόλως μπορεί να καταδείξει παράβαση της αρχής της ισότητας. Καθοριστικό δε παραμένει- και σε συμφωνία με την εισήγηση των καθ΄ων η αίτηση- ότι οι  συγκεκριμένοι αξιωματικοί έλαβαν προαγωγή προτού συμπληρώσουν την καθοριζομένη ηλικία για υποχρεωτική αφυπηρέτηση ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής στη δική τους περίπτωση τα καθοριζόμενα στις επιφυλάξεις του Κανονισμού 43(2) και επομένως να μην είναι δυνατή η οποιαδήποτε εξίσωση της αιτήτριας με τα πρόσωπα αυτά. Άλλωστε δεν υφίστατο κανένα κεκτημένο δικαίωμα της αιτήτριας για προαγωγή παρά μόνο απλή προσδοκία για προαγωγή όταν αυτή θα κρινόταν και αναλόγως πάντοτε της προγενέστερης απόφασης για κατανομή των κενών θέσεων (Stavrou & Another v. Republic (1987) 3 C.L.R. 276).

 

Έπεται ότι τα όσα η αιτήτρια αναφέρει σε καμία περίπτωση δεν επαρκούν για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που η ίδια φέρει και σε καμία περίπτωση δεν δύνανται να τεκμηριώσουν παραβίαση της αρχής της ισότητας. 

 

Εν προκειμένω  καθίσταται σαφές ότι η πλευρά της αιτήτριας αν και παραπέμπει σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις εντούτοις  δεν υποδεικνύει οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη περίπτωση που να τελεί υπό τα ίδια δεδομένα με την αιτήτρια και η οποία να έτυχε διαφορετικής μεταχείρισης από τους καθ΄ων η αίτηση. Αντιθέτως τα όσα καταγράφονται αφορούν σε περιπτώσεις με διαφορετικά από την αιτήτρια δεδομένα αφού οι περιπτώσεις των οποίων γίνεται επίκληση είτε αφορούν αξιωματικούς οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί στα Κοινά Σώματα είτε αξιωματικούς νεότερους σε ηλικία από την αιτήτρια είτε αφορούν σε περιπτώσεις που δεν ανήκαν στα Κοινά Σώματα πλην όμως ετύγχαναν εφαρμογής οι επιφυλάξεις του Κανονισμού 43(2). 

 

Υπενθυμίζεται δε ότι για να μπορέσει να υποστηριχθεί παράβαση της αρχής της ισότητας, επιβάλλεται η ομοιογένεια των αντικειμένων και υποκειμένων του δικαίου, αποκλείοντας την εξίσωση μεταξύ των ανόμοιων και την διάκριση μεταξύ των ομοίων (Apostolides and Others v. Republic (1982) 3 C.L.R. 928, Σεργίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 1 Α.Α.Δ. 119, Θεοχαρίδης v. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 63, Ζίζιρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 631, Δημοκρατία ν. Κωνσταντίνου (2002) 3 Α.Α.Δ. 534).

 

Εδραιωμένη δε αρχή είναι επίσης πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στους λόγους σκοπιμότητας, ούτε διερευνά τη σοφία του νομοθετήματος (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.1), (1989) 3Γ Α.Α.Δ. 1490, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορές 2/2018 και 3/2018, 6.2.2019). Συναφώς, ως παρατηρώ, στο σχετικό Υπόμνημα του Υπουργού Άμυνας γίνεται αναφορά σε διάφορους λόγους όπως ο εκσυγχρονισμός και η ποιοτική αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς και η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και επιχειρησιακής ικανότητας των μελών αυτής, οι οποίες επέβαλαν δια της θέσπισης Κανονισμών την αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας αφυπηρέτησης των Αξιωματικών.

 

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές  ότι  οι καθ΄ ων η αίτηση ενήργησαν μέσα στα πλαίσια των κανονιστικών προνοιών που προεκτάθηκαν και υπολόγισαν την ημερομηνία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της αιτήτριας δυνάμει των όσων εκεί προκαθορίζονται σύμφωνα με την ημερομηνία γέννησης της αιτήτριας και το βαθμό που αυτή κατέχει, ως αξιωματικό η οποία δεν άνηκε στα Κοινά Σώματα. Περαιτέρω δε καθίσταται φανερό ότι αυτό για το οποίο η αιτήτρια εν τέλει παραπονείται είναι για τα όσα οι ίδιες οι κανονιστικές διατάξεις ρητώς προνοούν, για έκαστη συγκεκριμένη περίπτωση. Αφής στιγμής οι καθ’ ων η αίτηση είναι τα προβλεπόμενα στους Κανονισμούς που εφάρμοσαν δεν μπορεί να εισηγείται η αιτήτρια ότι η εφαρμογή των όσων προνοούνται στους σχετικούς Κανονισμούς συνιστά παράβαση της αρχής της ισότητας.

 

Αυτό που αναφύεται, επομένως, ως κρίσιμο ερώτημα, για να μπορεί να εξεταστεί, υπό τις περιστάσεις τέτοιο ζήτημα ανισότητας είναι να διαφανεί εάν πράγματι έχει τεθεί από την πλευρά της αιτήτριας ζήτημα ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις του Κανονισμού 43 αντίκεινται στο άρθρο 28 του Συντάγματος.

Η απάντηση είναι αρνητική. Η αιτήτρια αν και με τη γραπτή της αγόρευση αναφέρει έστω και γενικά ότι οι Κανονισμοί βάσει του οποίου οι καθ’ ων η αίτηση εξέδωσαν τις επίδικες διοικητικές πράξεις αντίκεινται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, εξέταση των νομικών σημείων της Προσφυγής δεικνύει ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως έχει δικογραφηθεί με την αναγκαία επάρκεια, λεπτομέρεια και σαφήνεια στα νομικά σημεία της Προσφυγής, ως άλλωστε επιβάλλεται από τις πρόνοιες του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 και την πάγια επί του θέματος νομολογία.

 

Εν προκειμένω στο νομικό σημείο 16 της Προσφυγής, εντοπίζεται η γενική αναφορά ότι «διαζευκτικώς και άνευ επηρεασμού του υπό (14) νομικού ισχυρισμού, η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή απόφαση βασίζεται σε Κανονισμούς, ιδία δε αλλά όχι αποκλειστικά  στον Κανονισμό 43 των Περί Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 2016 (εφεξής οι Κανονισμοί του 2016), που είναι αντίθετοι και/ή ασύμφωνοι με το Σύνταγμα και/ή έχουν εκδοθεί καθ’ υπέρβαση εξουσίας (ultra vires)». Τούτο όμως, ως ήδη υποδείχθηκε, δεν είναι αρκετό για να εξεταστεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας (Μιχαήλ κα.v Δημοκρατίας ( 2019) 3 Α.ΑΔ. 173).

 

Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Μαρίζα Καϊλή, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του ανίκανου προσώπου Άλκη Κυριάκου κ.α v  Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ. 193/20, ημερομηνίας 4/6/25). Τα παραθέτω:

 

«Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι στην Αίτηση Ακυρώσεως τους προβάλλονται σαφώς θέματα που αφορούσαν το Σύνταγμα και δη τα Άρθρα 35 και 28 (για την αρχή της ισότητας) και ως εκ τούτου, λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το θέμα. Δεν αμφιβάλλουμε βεβαίως ότι οι προσφεύγοντες είχαν εγείρει θέμα που αφορά την αρχή της ισότητας, η οποία κατοχυρώνεται πρωταρχικά από το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Γι’ αυτό, άλλωστε τον λόγο, ασχολήθηκε εκτεταμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την επικαλούμενη παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όμως, όπως εύστοχα παρατηρείται και πρωτοδίκως, η δικογράφηση σε κανένα της σημείο δεν έθεσε ζήτημα αντισυνταγματικότητας του επίδικου Νόμου ή του επίδικου Άρθρου. Σαφώς και οφείλουν οι προσφεύγοντες – εάν επιθυμούν να θέσουν τέτοιο ζήτημα – να αιτιολογήσουν με επάρκεια και να το προβάλλουν ευθύς εξ αρχής στην Προσφυγή τους – και όχι βέβαια μόνο στην αγόρευση τους. (Βλ. Latomia Estate Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 3Β Α.Α.Δ.672 και Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.112/17, 19.3.19).

 

Αυτό το κενό εντόπισε ακριβώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο, επισημαίνοντας:

 

«Δεδομένου ότι η πλευρά των αιτητών εγείρει ζήτημα άνισης μεταχείρισης και δυσμενούς διάκρισης, απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου, ως ρητά προβάλλει στην αγόρευσή του ο συνήγορός τους, όφειλε να στραφεί δια των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως κατά της νομιμότητας και/ή συνταγματικότητας της ίδιας της νομοθετικής διάταξης και όχι κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εφάρμοσε και την υπό αναφορά διάταξη. Κρίνω δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους λόγους που έχω προαναφέρει, λήφθηκε κατ' ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων του Νόμου αλλά και του περί Συντάξεων Νόμου (Ν.97(Ι)/1997), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ και οι ισχυρισμοί περί εφιλοχωρήσασας πλάνης δεν ευσταθούν και καθίστανται απορριπτέοι.»

 

Είναι φανερό, κατά την κρίση μας, πως εκείνο που επιδιώκετο να πληγεί διά της Προσφυγής είναι ο τρόπος εφαρμογής του επίδικου άρθρου ή νόμου στην περίπτωση των Εφεσειόντων.

 

Όπως χαρακτηριστικά ετέθη στη Δημοκρατία ν. Πογιατζή (1992) 3 Α.Α.Δ.196:

«Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η  πραγματικότητα  αυτή  αναγνωρίστηκε  στην  The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou (1967) 1 C.L.R.167. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν.»[..]Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη των Εφεσειόντων πως η παράλειψη ένστασης των Εφεσίβλητων επί του περιεχομένου της αγόρευσης των Εφεσειόντων που περιείχε κάποια ανάλυση θέσεων αντισυνταγματικότητας του επίμαχου Άρθρου σε συνάρτηση με το Άρθρο 28 του Συντάγματος οδηγούσε άνευ ετέρου σε ενός είδος υποχρέωση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει το θέμα. Τέτοια ερμηνεία θα αντιστρατεύετο την πάγια νομολογία των Δικαστηρίων μας για την υποχρέωση δικογράφησης και τη σημασία αυτής.

 

Δεν υφίσταται νομιμοποίηση στην έγερση νομικών σημείων για πρώτη φορά στις αγορεύσεις (Χ΄Χάννας ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ.655).[..]

 

Είναι καλά θεμελιωμένο ότι ζητήματα συνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται στα δικόγραφα και στην περίπτωση του διοικητικού δικαίου στην αίτηση ακυρώσεως. Ως ουσιαστικό θέμα, το θέμα της συνταγματικότητας, θα πρέπει επίσης να δικογραφείται με σαφήνεια και λεπτομέρεια. Στην προκείμενη περίπτωση το ζήτημα της συνταγματικότητας του Νόμου ηγέρθη μόνο στο στάδιο των αγορεύσεων των συνηγόρων των αιτητών.»

 

Περαιτέρω ισχυρίζεται η πλευρά της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 25 του Συντάγματος εφόσον κατά τον ισχυρισμό δια αυτής ανατρέπεται το επί μακρόν δικαίωμα της αιτήτριας σε εργασία, δικαίωμα το οποίο, δοθείσας της ηλικίας της αιτήτριας, δεν θα μπορεί πλέον να ασκεί και χωρίς η ανατροπή αυτή να επιτρέπεται για οποιονδήποτε από τους λόγους που η παράγραφος 2 του Άρθρου 25 του Συντάγματος προβλέπει. Κατά την αιτήτρια από την επίδικη απόφαση απουσιάζει οποιαδήποτε αιτιολογία που να συνάδει με τις προϋποθέσεις του εδαφίου 2 του Άρθρου 25 Συντάγματος και ως εισηγείται «για την αιτήτρια, η οποία εκτελεί υπηρεσίες γραφείου κάθε άλλο παρά η ηλικία της είναι κριτήριο που επιβαρύνει την αποτελεσματικότητα ή την πνευματική της ικανότητα αλλά αντιθέτως επαυξάνει ως ήδη αναφέρθηκε την πείρα της». Υποβάλλει δε ότι «οι επίδικες πράξεις είναι αποτέλεσμα Κανονισμών οι οποίοι εξεδόθησαν όχι στη βάσει πραγματικά αντικειμενικών κριτηρίων αλλά στη βάση προφανώς λογικής «τακτοποίησης ημετέρων» και κατά τρόπο αντισυνταγματικό.» Πρόσθετα δε ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας αφού δεν τηρείται η δίκαιη ισορροπία και η δίκαιη στάθμιση μεταξύ των διακυβευόμενων συμφερόντων καθώς και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

 

Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση ανταπαντώντας στα ανωτέρω υπέβαλε ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια άσκησης δέσμιας αρμοδιότητας, η οποία εκπηγάζει από το σχετικό Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς και συνεπώς η νομιμότητα της μπορεί να ελεγχθεί μόνο σε σχέση με το κατά πόσον τηρήθηκαν ή μη οι συγκεκριμένες κανονιστικές πρόνοιες. Περαιτέρω η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση και με παραπομπή σε σειρά παραγόντων, οι οποίοι καταγράφονται στο κατατεθέν στη Βουλή υπόμνημα του Υπουργού και οι οποίοι κατεδείκνυαν τους λόγους για τους οποίους επιβάλετο η αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας αφυπηρέτησης των Αξιωματικών, εισηγείται ότι έχουν εξειδικευθεί οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επέβαλαν τη θέσπιση των επίδικων Νομοθετημάτων, με τα οποία περιορίσθηκε θεμιτά και εύλογα, το δικαίωμα της εργασίας. Μεταξύ άλλων, σημειώνεται ο εκσυγχρονισμός και η ποιοτική αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς, η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και επιχειρησιακής ικανότητας των μελών αυτής, η ανανέωση/αποσυμφόρηση της ιεραρχίας της, η τόνωση του ηθικού και φρονήματος, στοιχεία απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία του στρατεύματος, η παράνομη κατοχή εδαφών της Δημοκρατίας και η καίριας σημασίας αποστολή της Εθνικής Φρουράς για την άμυνα της η οποία καθιστά απόλυτα αναγκαία την ύπαρξη ενός σύγχρονου και ετοιμοπόλεμου στρατού. Περαιτέρω δε υποβάλλεται ότι τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας κάτι που προκύπτει από την κλιμακωτή και σταδιακή μείωση του ορίου ηλικίας αλλά και από την προνοούμενη μεταβατική περίοδο στις θεσπιζόμενες πρόνοιες της Κ.Δ.Π 351/2016.

 

Ο ισχυρισμός της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί. Ως έχει υποδειχθεί και ανωτέρω το ζήτημα υποχρεωτικής αφυπηρέτησης των αξιωματικών λόγω συμπλήρωσης ορίου ηλικίας διέπεται από συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο. Αφ΄ης στιγμής, οι καθ΄ων η αίτηση εφάρμοσαν τις εν λόγω κανονιστικές διατάξεις, δεν δύναται η αιτήτρια να ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 25 του Συντάγματος. Είναι από την εφαρμογή των καθοριζόμενων στον Κανονισμό που προκύπτει ο επηρεασμός της αιτήτριας και επομένως το  ζητούμενο έγκειτο στο κατά πόσο οι συγκεκριμένες επίμαχες πρόνοιες του Κανονισμού παραβιάζουν ή μη το άρθρο 25 του Συντάγματος.

 

Η αιτήτρια  αν και επικαλείται τα προνοούμενα στο άρθρο 25 (2) του Συντάγματος με αναφορά στους όρους και περιορισμούς οι οποίοι τίθενται προς εξυπηρέτηση ενός ή περισσοτέρων σκοπών που εξειδικεύονται σ΄αυτό, εντούτοις ως παρατηρώ και τούτο είναι το καθοριστικό δεν έχει δικογραφήσει στα νομικά σημεία της Προσφυγής της ζήτημα αντισυνταγματικότητας των εν λόγω κανονιστικών διατάξεων σε σχέση με το άρθρο 25 του Συντάγματος, ώστε τα όσα εισηγείται να μην μπορούν να τύχουν δικαστικής εξέτασης. Σημειώνεται δε ότι η αναφορά στα νομικά σημεία 4 και 7 αντιστοίχως της τροποποιημένης Προσφυγής αρ.568/18 ότι η επίδικη απόφαση «είναι αντισυνταγματική ως προσκρούουσα στο άρθρο 25 του Συντάγματος εφόσον δια αυτής ανατρέπεται το επί μακρόν δικαίωμα της Αιτήτριας σε εργασία, δικαίωμα το οποίο, δοθείσας της ηλικίας της Αιτήτριας, δεν θα μπορεί πλέον να ασκηθεί» και ότι η επίδικη απόφαση «παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς τη Διοίκηση» δεν επαρκεί σύμφωνα και με την πάγια επί του θέματος νομολογία ώστε να παρέχεται έδαφος για ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα της συνταγματικότητας των επίμαχων κανονιστικών διατάξεων και δη με το κατά πόσο αντιβαίνουν ή μη στο άρθρο 25 του Συντάγματος, αφού προφανώς ελλείπει ό,τι εν προκειμένω απαιτείται ήτοι ο επακριβής προσδιορισμός της σχετικής διάταξης του Κανονισμού,  η οποία, κατ’ ισχυρισμό, προσκρούει στο συγκεκριμένο Άρθρο του Συντάγματος (Δημητριάδου ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 178/20, ημερ. 12.06.2025).

 

Συναφώς και ως απόρροια των ανωτέρω ούτε το κατά πόσον οι τιθέμενοι ηλικιακοί περιορισμοί είναι αναγκαίοι και αναλογικοί προς την προαγωγή του επιδιωκόμενου σκοπού μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης, αφού κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο εάν το ζήτημα συνταγματικότητας είχε λεπτομερώς και με σαφήνεια δικογραφηθεί. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι εφαρμόστηκαν τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό 43 δεν διαπιστώνεται ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

 

Σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι ως η πάγια νομολογια επιτάσσει (Ιωακείμ v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ. 190/19, ημερομηνίας 28/1/22) κάθε νομοθέτημα τεκμαίρεται  συνταγματικό και επομένως ο επίδικος ηλικιακός περιορισμός του δικαιώματος  που κατοχυρώνει το άρθρο 25 του Συντάγματος τεκμαίρεται ότι εμπίπτει στους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 αυτού. Το βάρος απόδειξης είναι πάντοτε στους ώμους έκαστου αιτητή να πείσει, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι τέτοιος ηλικιακός περιορισμός δεν ήταν απόλυτα αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού που προάγει, δεν συσχετιζόταν με αυτό και δεν συνέβαλε στην ευόδωση του.

 

Άλλωστε ως λέχθηκε και στην Δημητρίου κ.α v Δημοκρατίας ( Υπόθεση αρ. 243/17, ημερομηνίας 13/11/18): «Αντίθετα, από την εξιστόρηση του νομοθετικού καθεστώτος, προκύπτει ότι ο νομοθέτης επέτρεπε (τουλάχιστον από το 1990) στην εκτελεστική εξουσία να καθορίζει με Κανονισμούς την ηλικία αφυπηρέτησης με εξαίρεση το Νόμο 215(Ι)/2012 που πρόβλεπε ηλικία αφυπηρέτησης «ανεξάρτητα από τις διατάξεις» των εν ισχύ τότε Κανονισμών. Το μέλος του Στράτου όπως και οι δημόσιοι υπάλληλοι αφυπηρετούν στην ηλικία που καθορίζουν οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις σε ισχύ κατά την συμπλήρωση της ηλικίας αφυπηρέτησης. Δεν υπάρχει προστατευόμενο από το Σύνταγμα δικαίωμα αφυπηρέτησης σε ορισμένη ηλικία. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σχετικές είναι οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2007), 3 ΑΑΔ, 267 (Πλήρης Ολομέλεια), που αφορούσε επέκταση της ηλικίας αφυπηρέτησης και Ραφτόπουλου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 3/2012, ημερ. 10/10/2017.»

 

Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της καλής πίστης. Σε συνάρτηση με τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω, αρκεί μόνο να υπομνησθεί, ως υποδείχθηκε και στη Καϊλή κ.α (ανωτέρω) το αυτονόητο, πως αφ’ ης στιγμής υφίσταται συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο οι καθ΄ων η αίτηση όφειλαν να ενεργήσουν, κάτι που εν προκειμένω έπραξαν, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα παραβίασης των εν λόγω αρχών οι οποίες δεν υπερφαλαγγίζουν την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης και της αρχής της Νομιμότητας (βλ. Κεντρική Τράπεζα ν. Τσιακκουρή κ.ά(2016) 3 Α.Α.Δ.712 και Φεσά κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Α.Ε.10/16, ημερομηνίας 1.3.23) O Lykos Services and Security Systems-Private Investigators Ltd και Άλλου ν. Δημοκρατίας (ΕΔΔ 1/16, ημ. 20.7.21).

 

Παρεμβάλλεται ότι παρά το γεγονός ότι στα νομικά σημεία της Προσφυγής τίθεται με γενικό τρόπο ότι η επίδικη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 43 του Ν. 158(Ι)/99 και οι καθ΄ων η αίτηση επιχειρηματολόγησαν επί τούτου εντούτοις, ως παρατηρώ, ουδεμία σχετική επιχειρηματολογία αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση της αιτήτριας. Επομένως το ζήτημα αυτό αφού δεν προωθήθηκε περαιτέρω ούτε και αναπτύχθηκε θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί (Ιάκωβος Κιρακοσιάν  v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ. 134/21, ημερομηνίας 2/4/26).

 

Πρόσθετα διατείνεται η αιτήτρια ότι η προσβαλλόμενη πράξη προσκρούει στον περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμο του 2004 (Ν. 58(I)/2004) καθότι εισάγει διακριτική μεταχείριση της αιτήτριας λόγω της ηλικίας της χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τη φύση και τα καθήκοντα της εργασίας της, ως προνοείται στα άρθρα 6 και 8 του Νόμου. Συναφώς υποβάλλεται ότι η αιτήτρια δεν ήταν επιχειρησιακή και συνεπώς η φύση και τα καθήκοντα της εργασίας δεν δικαιολογούν τον καθορισμό της ηλικίας αφυπηρέτησης της ενώ «η ίδια η Διοίκηση έχει τοποθετηθεί υπέρ της συνέχισης της υπηρεσίας των αξιωματικών με καθήκοντα επιστημονικά/γραφείου ως η Αιτήτρια».

 

Και αυτός ο ισχυρισμός είναι έκθετος σε απόρριψη. Το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει αποσπασματικά και απομονωμένα από το γράμμα του Κανονισμού 43 τη συμβατότητα της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση  δια της οποίας καθορίστηκε η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της αιτήτριας. Τούτο δε, αφού ως πολλάκις έχει σημειωθεί ανωτέρω, η πράξη αυτή των καθ’ ων η αίτηση δεν συνιστά τίποτα άλλο παρά πράξη δέσμιας αρμοδιότητας και εφαρμογής των προβλεπόμενων στον Κανονισμό 43 της ΚΔΠ 351/16, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 76 του εξουσιοδοτόντος Νόμου ήτοι του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 2016. Υπενθυμίζεται δε ότι στο  άρθρο 37(2) του Ν. 36(Ι)/2016 προνοείται ότι «η  ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης των μελών του Στρατού ρυθμίζεται με Κανονισμούς, που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου». Οι καθ΄ ων η αίτηση ορθά εφάρμοσαν την εν λόγω εν ισχύ κανονιστική πρόνοια αφού είναι γνωστό ότι μια κανονιστική πράξη θα πρέπει να εφαρμόζεται από τη διοίκηση μέχρι την ανάκληση ή ακύρωση της (Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών v Κωνσταντίνου (1990) 3 Α.Α.Δ 3303).

 

Η αιτήτρια ωστόσο περιστρέφεται γύρω από τα δικά της δεδομένα που την περιβάλλουν ήτοι ότι παρά το γεγονός ότι ήταν ενταγμένη στο Σώμα Υλικού Πολέμου ασκούσε γραφειακά καθήκοντα χωρίς όμως να θέτει ζήτημα συμβατότητας του εφαρμοσθέντος στην περίπτωση της Κανονισμού 43 με τις πρόνοιες του Ν. 58(I)/2004.

 

Στη Ραφτόπουλος v Δημοκρατίας (2017) 3Β Α.Α.Δ 759 στην οποία τονίζεται ότι αποτέλεσε αντικείμενο το κατά πόσο οι εκεί επίμαχες πρόνοιες του περί Συντάξεων Νόμου–και όχι η εκεί προσβαλλόμενη απόφαση- προσέκρουαν στην Οδηγία 2000/78/ΕΚ και στο Ν. 58(Ι)/2004 λέχθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα ακόλουθα[1]:

 «Στην κρινόμενη υπόθεση, με την επίμαχη διάταξη ο Νόμος ρυθμίζει τρεις ξεχωριστές κατηγορίες υπαλλήλων για σκοπούς υπολογισμού του καταβαλλόμενου κατά την αφυπηρέτηση εφ’ άπαξ ποσού. Ο εφεσείων ανήκε στην κατηγορία της υποπαραγράφου (α) του Άρθρου 8(1) δηλαδή σε αυτούς οι οποίοι κατά την αφυπηρέτηση έχουν συμπληρωμένο το 61ο έτος της ηλικίας τους και 412 ή περισσότερους μήνες συντάξιμης υπηρεσίας και για τους οποίους ο νομοθέτης προέβλεψε το αντίστοιχο σύστημα υπολογισμού του καταβλητέου ποσού. Οι πρόνοιες των υποπαραγράφων (β) και (γ) ρυθμίζουν διαφορετικές κατηγορίες υπαλλήλων, αυτών που αφυπηρετούν έχοντας συμπληρώσει το 62ο και 63ο έτος με συνολική συντάξιμη υπηρεσία 424 και 436 μηνών αντίστοιχα. Επομένως τα αντικείμενα της ρύθμισης ήταν ανομοιογενή και η διαφοροποίηση που έγινε με την υιοθέτηση κλιμακωτού ηλικιακού ορίου και διαφορετικού συντελεστή ανά κατηγορία ήταν εύλογη και, όπως εξηγήθηκε, δικαιολογημένη πάνω στη βάση του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος.

 

Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω, ο ισχυρισμός ότι οι επίμαχες διατάξεις απολήγουν σε δυσμενή διάκριση ή/και λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Για τους ίδιους λόγους απορρίπτονται και οι εισηγήσεις του εφεσείοντα αναφορικά με τη συμβατότητα των επίμαχων προνοιών με την Οδηγία 2000/78/ΕΚ, το Ν. 58(Ι)/2004, το Άρθρο 14 της ΕΣΔΑ και το 12ο Πρωτόκολλο της (2ος και 3ος λόγος έφεσης). Με την πρόσθετη επισήμανση ότι ούτε η Οδηγία, ούτε και ο εναρμονιστικός αυτής Νόμος είναι συναφής με τα γεγονότα της υπόθεσης, δεδομένου ότι στην ίδια την Οδηγία (Προοίμιο αρ. 13 και 14) διευκρινίζεται ότι αυτή δεν εφαρμόζεται σε σχέση με τις πάσης φύσεως αμοιβές «που καταβάλλει το κράτος με στόχο την πρόσβαση στην απασχόληση ή την παραμονή σε αυτήν» και δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδότησης. Επιπρόσθετα, στο Άρθρο 6(1) της Οδηγίας προβλέπεται ότι μια εθνική ρύθμιση με την οποίαν εφαρμόζεται διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, δεν συνιστά διάκριση εφόσον αυτή δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από ένα θεμιτό σκοπό, «ιδίως δε από θεμιτούς σκοπούς στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης». Αλλά και στο Άρθρο 6(2) της Οδηγίας, παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη-μέλη να χρησιμοποιούν ηλικιακά κριτήρια για σκοπούς αναλογιστικών υπολογισμών στο πλαίσιο, μεταξύ άλλων, και παροχών συνταξιοδότησης, νοουμένου ότι η εν λόγω διαφοροποίηση δεν θα καταλήγει σε διάκριση λόγω φύλου. Στο δε Άρθρο 8(1) του Ν. 58(Ι)/2004 ορίζεται ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν συνιστά διάκριση κατά την έννοια του Άρθρου 6, εφόσον δικαιολογείται αντικειμενικά και λογικά από ένα θεμιτό στόχο, ιδίως αναφορικά με την πολιτική στον τομέα της απασχόλησης και τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Συνεπώς και αν ακόμα θεωρηθεί ότι το αντικείμενο της ρύθμισης της επίμαχης πρόνοιας του Άρθρου 8(1) του Νόμου, ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και του εναρμονιστικού της Ν. 58(Ι)/2004 όπως ισχυρίζεται ο εφεσείων, η περίπτωση θα ενέπιπτε στις εξαιρέσεις όπου δικαιολογείται διαφορετική ηλικιακή μεταχείριση αποσκοπούσα σ’ ένα θεμιτό και δικαιολογημένο στόχο στον τομέα της απασχόλησης».

 

Εν πάση περιπτώσει θα πρόσθετα ότι στο άρθρο 8(1) του Ν. 58(Ι)/2004 ορίζονται οι περιπτώσεις όπου διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν συνιστά διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 6. Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητώς ότι: «Οι διατάξεις του άρθρου 6 σε σχέση με την ηλικία δεν εφαρμόζονται στις ένοπλες δυνάμεις, στο βαθμό που ο καθορισμός ορίου ηλικίας δικαιολογείται από τη φύση και τα καθήκοντα της εργασίας».

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 43 της ΚΔΠ 351/2016 αξιωματικοί που συμπληρώνουν την καθορισμένη ηλικία κατά βαθμό αφυπηρετούν υποχρεωτικά. Ως ήδη υποδείχθηκε στην παράγραφο 2 και 3 του εν λόγω Κανονισμού τέθηκαν ρητές επιφυλάξεις καθώς και μεταβατικές ρυθμίσεις. Με την παράγραφο 4 ρητώς προβλέφθηκαν αυξημένα ηλικιακά όρια για τους αξιωματικούς των Κοινών Σωμάτων. Οι δε λόγοι για την  ηλικιακή διαφοροποίηση και αναπροσαρμογή των υφιστάμενων ορίων ηλικίας επεξηγήθηκαν από το αρμόδιο Υπουργείο στο κατατεθέν υπόμνημα, με αναφορά στη διάκριση των επιχειρησιακών με των αξιωματικών των Κοινών Σωμάτων και δη ως αναφέρονται ιατρών και λοιπών σωμάτων. Τούτο δε μάλιστα σε συνάρτηση με συγκριτική αναφορά, μεταξύ άλλων, στο όριο αφυπηρέτησης, που ισχύει για αξιωματικούς Ενόπλων Δυνάμεων άλλων κρατών κυρίως ευρωπαϊκών.  Σκοπός δε  μεταξύ άλλων ήταν η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, η ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου υλικού του στρατεύματός  και  η λειτουργία ενός σύγχρονου στρατού που θα έχει τα εχέγγυα για την απαιτούμενη επιχειρησιακή ικανότητα.

 

Επομένως οι επί μέρους θέσεις της αιτήτριας ότι και παρά το γεγονός ότι η ίδια ήταν ενταγμένη στο Σώμα Υλικού Πολέμου του Στρατού Ξηράς,  ασκούσε άλλα καθήκοντα γραφειακά δεν αποτελεί ζήτημα που μπορεί να καταστήσει και στη βάση των ανωτέρω τον Κανονισμό 43 και επομένως και τη προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατά δέσμια αρμοδιότητα εκδόθηκε δυνάμει αυτού,  ασύμβατο με τις πρόνοιες του 6 και 8 του Ν. 58(Ι)/2004.

 

Απέμεινε μόνο ένα ζήτημα το οποίο βάλλει κατά του τελικού σταδίου της σύνθετης αυτής διαδικασίας. Εισηγείται, λοιπόν, η αιτήτρια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφυπηρέτησης της αιτήτριας δεν εξεδόθη από τον Υπουργό Άμυνας ως προνοείται στο άρθρο 40 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 2016 και τούτο διότι ουδεμία απόφαση του Υπουργού εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο.

 

Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν εκ νέου οι πρόνοιες του άρθρου 40 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου Ν. 36(Ι)/16:

 

«40.-(1) Ο Υπουργός αποφασίζει για την αφυπηρέτηση ή, ανάλογα µε την περίπτωση, τον τερµατισµό της υπηρεσίας οποιουδήποτε µέλους του Στρατού στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 (α) Όταν συµπληρώνεται η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησής του που καθορίζεται στους σχετικούς Κανονισµούς που εκδίδονται δυνάµει του παρόντος Νόµου·

[..]

(2) Η αφυπηρέτηση µέλους του Στρατού στις περιπτώσεις των παραγράφων (α) και (γ) του εδαφίου (1) είναι υποχρεωτική. »

Ισχυρίζεται, λοιπόν,  η αιτήτρια ότι και παρά την αναφορά στην επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου ημερομηνίας 29.11.2017 με την οποία η αιτήτρια ενημερώνετο ότι ο Υπουργός βάσει του άρθρου 40(1 )(α) των περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμων του 2016, αποφάσισε την αφυπηρέτηση της από τις τάξεις του Στρατού της Δημοκρατίας λόγω του ότι στις 28.11.2017 συμπλήρωσε την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης, τέτοια απόφαση του Υπουργού δεν εντοπίζεται στο φάκελο και επομένως αυτή δεν εξεδόθη σύμφωνα με τα όσα προνουνται στο άρθρο 40 του Νόμου.

 

Ο κ. Χριστοφίδης δήλωσε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ότι στους φακέλους που κατατέθηκαν δεν εντοπίζεται απόφαση του Υπουργού, πλην όμως τόνισε ότι τούτο ουδεμία επίπτωση έχει διότι επρόκειτο περί πράξεως δέσμιας αρμοδιότητας. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο των κατατεθειμένων φακέλων και πράγματι τέτοια απόφαση δεν φαίνεται να περιλαμβάνεται σ΄ αυτούς.

 

Ωστόσο δεδομένης της πιο πάνω διαπίστωσης ήτοι ότι ο υπολογισμός της συμπλήρωσης της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης και συνεπώς και η καθορισθείσα ημερομηνία αφυπηρέτησης της αιτήτριας ήταν καθόλα νόμιμη και διενεργήθηκε επί τη βάσει των όσων δεσμίως προνοούνται και επιτάσσονται στις σχετικές κανονιστικές πρόνοιες, με προβλημάτισε το κατά πόσο η αιτήτρια θα είχε πράγματι για το λόγο αυτό (ήτοι της μη παρουσίασης της απόφασης του Υπουργού) οποιαδήποτε ωφέλεια από την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Αναφύεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο η αιτήτρια εγείρει λυσιτελώς τον υπό αναφορά λόγο ακύρωσης, δοθέντος ότι ο Υπουργός ακόμα και σε περίπτωση τυχόν ακύρωσης της πράξης για το λόγο αυτό, θα υποχρεούται κατά την επανεξέταση, στη βάση της δέσμιας αρμοδιότητας που οι ρητές πρόνοιες του  άρθρου 40 του Νόμου του αποδίδουν, να εκδώσει απόφαση υποχρεωτικής αφυπηρέτησης. Τούτο δε  αφ΄ης στιγμής έχει συμπληρωθεί, ως εν προκειμένω ήδη διαπιστώθηκε, η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης της αιτήτριας. Υπενθυμίζεται δε η πάγια νομολογημένη αρχή ότι όχι μόνο η Προσφυγή αλλά και οι λόγοι ακύρωσης πρέπει να προβάλλονται μετ΄ εννόμου συμφέροντος (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 27, Αναστασίου ν. Δήμου Παραλιμνίου, (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 2510, ημ.17/5/2000) και Σωτήρης Χατζηγεωργίου ν Κυπριακής Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση Αρ.132/09, ημ.26/2/2013).

 

Έχω την άποψη ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προβάλλεται λυσιτελώς.

Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου  Λουκά v Δημοκρατία (Ε.Δ.Δ αρ.213/19, ημερομηνίας 11/11/24) υπομνήσθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:

 

 «[..]Το συμφέρον, ως υποκειμενική προϋπόθεση παραδεκτού της Προσφυγής, πρέπει να είναι έννομο, προσωπικό, άμεσο, ενεστώς και συγκεκριμένο (βλ. Παπαδόπουλος κ.ά. ν. ΡΙΚ (1996) 3 ΑΑΔ 1).

 

Αποτελεί, περαιτέρω, βασική αρχή του Διοικητικού Δικαίου ότι η λυσιτέλεια, όπως και το έννομο συμφέρον για την άσκηση ένδικου μέσου, αποτελούν προϋποθέσεις του παραδεκτού, οι οποίες θεσπίζονται από το νόμο, συνάπτονται με την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης και δεν αναιρούν το δικαίωμα στην παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

 

Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη (ως αλυσιτελής) διότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον, όταν ο αιτητής δεν θα είχε καμιά ωφέλεια από την ακύρωση της πράξης, αφού δεν νοείται να ακυρωθεί μια διοικητική απόφαση, προς χάρη προσώπου που δεν έχει κατά νόμω, τίποτε να ωφεληθεί από την ακύρωση αυτή. Το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου των Ε. Π. Σπηλιωτοπούλου και Β. Θ. Κονδύλη, Τόμος 2, 16η Έκδοση σελ. 109, είναι σχετικό:

 

«Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη (ως αλυσιτελής), διότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον, όταν ο αιτών δεν θα είχε καμία ωφέλεια από την ακύρωση της πράξης, όπως όταν το όργανο που την εξέδωσε δεν έχει αρμοδιότητα για να εκδώσει πράξη που ικανοποιεί τον αιτούντα (ΣΕ 376/1986, 994/1987), ή διότι δεν συνέτρεχαν οι νομικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτούντος (ΣΕ 2888/2008, 3179/2008), ή η βλάβη προέρχεται από μεταγενέστερη ή προγενέστερη πράξη ή από την ακύρωση ωφελείται άλλο πρόσωπο και όχι ο αιτών»

 

Σύμφωνα με το ίδιο Σύγγραμμα, σελ. 158:

«Επίσης, η μη νόμιμη συγκρότηση του συλλογικού οργάνου που έχει αποφασιστική αρμοδιότητα το καθιστά αναρμόδιο.»

……………………………………………………………………………

«Λόγος ακυρώσεως για αναρμοδιότητα είναι αλυσιτελής στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά δέσμια αρμοδιότητα, όταν ο αιτών δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά και το δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η πράξη είναι παράνομη με το περιεχόμενο που αξιώνει ο αιτών, δεδομένου ότι σε περίπτωση ακυρώσεως η Διοίκηση δεν έχει την ευχέρεια να εκδώσει νέα πράξη, βάσει του ίδιου νομικού και πραγματικού καθεστώτος, με το περιεχόμενο που αξιώνει ο αιτών (ΣΕ 3984/2005).»

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκδόθηκε από την Εφεσίβλητη κατά δέσμια αρμοδιότητα, αφού δεν συνιστά ατομική ρύθμιση επακριβώς προκαθοριζόμενη από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου. Αντίθετα, πρόκειται για ατομική διοικητική πράξη που εκδόθηκε βάσει διακριτικής ευχέρειας της Εφεσίβλητης, στη βάση Κανόνων Δικαίου που δεν προκαθορίζουν επακριβώς τη ρυθμιστική ενέργεια της ως διοικητικό όργανο, αλλά της αφήνουν ένα περιθώριο δράσης, ώστε να επιλέξει μια από τις περισσότερες ρυθμίσεις που επέτρεπε η εφαρμογή των Κανόνων που προβλέπουν την ατομική ρύθμιση.

 

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εφεσίβλητης ότι ο Εφεσείων καμιά ωφέλεια δεν θα έχει από τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω παράνομης συγκρότησης της Εφεσίβλητης, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Τούτο γιατί σε τέτοια περίπτωση, η ωφέλεια που θα έχει ο Εφεσείων, συνίσταται στην προσδοκία του ως κατάλληλος υποψήφιος για επιλογή, να συμμετάσχει, στα πλαίσια επανεξέτασης, σε διαδικασία ενώπιον νόμιμα πλέον συγκροτημένης Εφεσίβλητης. Και αυτό, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Εφεσίβλητης, η οποία έχει αρμοδιότητα να εκδώσει ενδεχομένως, πράξη που να ικανοποιεί τον Εφεσείοντα, με δεδομένο ότι η σύσταση του Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, ουδόλως δεσμεύει την Εφεσίβλητη. Συνεπώς, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, η Εφεσίβλητη έχει την ευχέρεια να εκδώσει ενδεχομένως νέα πράξη προς όφελος του Εφεσείοντα, βάσει του ίδιου νομικού και πραγματικού καθεστώτος, με αυτό που αξιώνει ο Εφεσείων.»

( η έμφαση προστέθηκε)

 

Με δεδομένο, το γεγονός ότι η αιτήτρια βάσει και των διαπιστώσεων που έχουν ανωτέρω προηγηθεί συμπλήρωνε πράγματι την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησής της στις 28.11.2017, είναι σαφές στη βάση των ρητών προνοιών του αρθρου 40 (1) (α) και (2) του Ν. 36(Ι)/16 ότι η απόφαση του Υπουργού για αφυπηρέτηση συνιστά επακριβώς προκαθοριζόμενη υποχρεωτική ενέργεια χωρίς να αφήνεται οποιοδήποτε περιθώριο αντίθετης δράσης στον Υπουργό. Συνεπώς η τυχόν ακύρωση της επίδικης απόφασης για τον τυπικό αυτό λόγο δεν θα μπορούσε να ωφελήσει την αιτήτρια αφού αφενός η βλάβη της προήλθε από τον ορθό υπολογισμό της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης, αφετέρου δε καθοριστικό παραμένει ότι- ακόμα και σε περίπτωση επανεξέτασης- ο Υπουργός στη βάση των προνοιών του άρθρου 40 του Νόμου  δεν θα έχει την ευχέρεια να εκδώσει νέα πράξη, βάσει του ίδιου νομικού και πραγματικού καθεστώτος, που να ικανοποιεί την αιτήτρια.

 

Στη βάση των ανωτέρω και για τους λόγους που εξηγήθηκαν οι Προσφυγές αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Επιδικάζονται έξοδα €1900 εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Σημειώνεται ότι η ενσωμάτωση της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και στην εργασία διενεργήθηκε με τη ψήφιση του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμο του 2004 (Ν. 58(I)/2004).

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο