IJEOMA JULIET NWANKWO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 670/2026, 30/7/2026
print
Τίτλος:
IJEOMA JULIET NWANKWO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 670/2026, 30/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 670/2026 (Κ))

                                                                                   (i-Justice)       

 

                                30 Ιουλίου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                       IJEOMA JULIET NWANKWO

 

                                                                                                Αιτήτρια,

                                       και

                 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

 1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Ρ. Βραχίμης, για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον αιτητή.

Ν. Κουρσάρης, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 11.6.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, η αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας, η οποία εισήλθε σε άγνωστο χρόνο στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω των κατεχόμενων περιοχών.

 

Στις 22.2.2023, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 19.8.2023.

 

Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε την Προσφυγή αρ.3667/23 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 11.6.2024.

 

Ακολούθως και δη στις 26.1.2026 η αιτήτρια υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου. Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε την Προσφυγή αρ.Τ41/26 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η εκδίκαση της οποίας, ως είναι καθόλα παραδεκτό, εκκρεμεί.

 

Στις 10.6.2026,  η αιτήτρια συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και ακολούθως στις 11.6.2026 εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά της αιτήτριας, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη της αιτήτριας ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής της στη Δημοκρατία από τις 11.6.2024, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, απορρίφθηκε η Προσφυγή της κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 23.6.2026.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Με τη γραπτή της αγόρευση η πλευρά της αιτήτριας ισχυρίζεται ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας, πλάνης και ότι αυτά εκδόθηκαν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας καθώς και ότι παραβιάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΟΗ (5) του Κεφ. 105. Επί της ουσίας, οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αιτήτριας εδράζονται στην κύρια και κεντρική θέση ότι κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων εκκρεμούσε ενώπιον του Υφυπουργού Μετανάστευσης αίτημα της αιτήτριας ημερομηνίας 27.10.2025, το οποίο είχε υποβληθεί από τους τότε δικηγόρους της, δια του οποίου η αιτήτρια αιτείτο να της παραχωρηθεί άδεια παραμονής και απασχόλησης για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, στη βάση του άρθρου 18ΟΗ(4) του Κεφ.105. Εισηγείται δε η αιτήτρια ότι κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων η Διευθύντρια αγνοούσε και δεν είχε πληροφορηθεί για αυτό το ουσιώδες γεγονός ήτοι ότι εκκρεμούσε η εξέταση και η λήψη απάντησης επί του αιτήματος της καθώς και ότι «δεν φαίνεται να είχε προηγηθεί η εξέταση του ενδεχόμενου να μην εκδοθεί απόφαση επιστροφης μεχρι την ολοκλήρωση εξέτασης του αιτήματος της Αιτήτριας από τον Υφυπουργό» ως προνοείται στο άρθρο 18 ΟΗ (5). Είναι δε κατ΄ επίκληση του πιο πάνω γεγονότος που η αιτήτρια στηρίζει και την έτερη θέση της περί ανυπόστατης και εσφαλμένης αιτιολογίας των επίδικων διαταγμάτων καθότι, ως εισηγείται, εκκρεμούσης της εξέτασης του αιτήματος της ημερομηνίας 27.10.2025 η ίδια «συνέχιζε και μετά τις 11/06/2024 να διατηρεί δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία». Περαιτέρω δε  διασυνδέει το εν λόγω αίτημα της με την ύπαρξη του ομοεθνή αρραβωνιαστικού της και του αδελφού της ο οποίος, ως υποστηρίζει, διατηρεί αυτόνομη άδεια παραμονής για σκοπούς φοίτησης, προβάλλοντας πως η διοίκηση όφειλε να προβεί σε επαρκή έρευνα αναφορικά με τις οικογενειακές και προσωπικές της περιστάσεις.

 

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αιτήτριας θα εξεταστούν σωρευτικά.

 

Εν πρώτοις θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η αιτήτρια κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων ήτοι στις 11.6.2026, δεν διέθετε, ως ορθά υποδεικνύει και ο κ. Κουρσάρης, καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Τούτο δε αφού ήδη από τις 11.6.2024, ως ρητώς αναγράφεται και στις προσβαλλόμενες αποφάσεις είχε εκδοθεί απορριπτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή αρ.3667/23 την οποία η αιτήτρια άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Όντας, λοιπόν, παράνομη μετανάστης και μη κατέχοντας άδεια παραμονής στη Δημοκρατία υπέβαλε, ως δεικνύεται και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης στις 27.10.2025 προς τον Υπουργό Εσωτερικών, αίτημα ερειδόμενο επί των διατάξεων του άρθρου 18ΟΗ(4) του Κεφ.105 προκειμένου να της παραχωρηθεί άδεια παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς, με απώτερο δε σκοπό ως αναγράφεται στην ίδια την επιστολή τη νόμιμη απασχόληση της στη Δημοκρατία. Αποτελεί επίσης γεγονός, πως μέχρι και την έκδοση των εδώ προσβαλλόμενων αποφάσεων, δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση επί του αιτήματος αυτού.

 

Στις διατάξεις του άρθρου 18ΟΗ του Κεφ.105, προνοούνται τα ακόλουθα, ως εδώ ενδιαφέρουν:

 

«18ΟΗ.-(1) Ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης εκδίδει απόφαση επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια (2) μέχρι (5). […]

(4) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει, ανά πάσα στιγμή, να χορηγήσει αυτόνομη άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής, για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Στην περίπτωση αυτή –

(α) δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής ∙ ή

(β) εφόσον η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή ανακαλείται ή αναστέλλεται για τη διάρκεια της ισχύος του τίτλου διαμονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής.

(5) Εφόσον εκκρεμεί διαδικασία ανανέωσης άδειας διαμονής ή οποιασδήποτε άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, οποίος παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης εξετάζει το ενδεχόμενο να μην εκδώσει απόφαση επιστροφής έως ότου ολοκληρωθεί η εκκρεμούσα διαδικασία, με την επιφύλαξη του εδαφίου (6).»

 

Δεν θα συμφωνήσω με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Καθίσταται σαφές από τις πιο πάνω διατάξεις και δη από τις πρόνοιες του εδαφίου (4) ότι δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής και/ή η ήδη τυχόν εκδοθείσα απόφαση επιστροφής ανακαλείται ή αναστέλλεται μόνο σε περίπτωση που εκδίδεται θετική απάντηση επί του αιτήματος και χορηγείται άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, κάτι που εν προκειμένω που δεν έχει επισυμβεί στην περίπτωση της αιτήτριας. Περαιτέρω και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (5), ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης εξετάζει το ενδεχόμενο να μην εκδώσει απόφαση επιστροφής σε πρόσωπο που παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία έως ότου ολοκληρωθεί η εκκρεμούσα αυτή διαδικασία παροχής άδειας.

 

Καθίσταται δε περαιτέρω σαφές από τις πιο πάνω διατάξεις ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης η έκδοση σε αλλοδαπό άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και όταν εκκρεμεί διαδικασία εξέτασης τέτοιας άδειας και πάλι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης να μην εκδώσει απόφαση επιστροφής του, έως ότου ολοκληρωθεί η εξέταση του σχετικού αιτήματος του.

 

Ούτε και όμως εξάγεται από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες ότι η υποβολή και μόνο ενός τέτοιου αιτήματος και η απλή εκκρεμότητα αυτού συνεπάγεται άνευ ετέρου την νομιμοποίηση του καθεστώτος της παράνομης παραμονής του αιτητή και/ή την απόκτηση δικαιώματος παραμονής του στη Δημοκρατία. Συνεπακόλουθα και η θέση της αιτήτριας ότι πάσχει η αιτιολογία των επίδικων διαταγμάτων επειδή δήθεν η ίδια εξαιτίας της εκκρεμότητας απάντησης επί του αιτήματος της ημερομηνίας 27.10.2025 συνέχιζε να διατηρεί-και μετά την απόρριψη της Προσφυγής από το Δ.Δ.Δ.Π-δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία καθίσταται παντελώς αβάσιμη (S.M.A.Y και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.238/24(Κ), ημερομηνίας 11/4/24). Άλλωστε τυχόν αποδοχή της θέσης της αιτήτριας θα σήμαινε ότι ο εκάστοτε αιτητής ο οποίος παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας θα μπορούσε ένεκα της εκκρεμότητας εξέτασης τέτοιων αιτημάτων να αποκτά παρανόμως και έξω από τις προβλεπόμενες νομοθετικές διατάξεις δικαίωμα νόμιμης παραμονής, κάτι που προφανώς θα ενθάρρυνε την καταχρηστική υποβολή τέτοιων αιτήσεων.

 

Απορριπτέοι δε κρίνονται και οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδοθήκαν υπό πλάνη και ελλιπή έρευνα επειδή κατά την εισήγηση η Διευθύντρια κατά το χρόνο έκδοσης τους «δεν πληροφορήθηκε» και «αγνοούσε» το ουσιώδες γεγονός ότι εκκρεμούσε η εξέταση του αιτήματος της αιτήτριας ημερομηνίας 27.10.2025 καθώς και ότι δεν φαίνεται να εξετάστηκε κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 18 ΟΗ (5) του Κεφ.105 το ενδεχόμενο μη έκδοσης απόφασης επιστροφης. Τούτο διότι η επιστολή των δικηγόρων της αιτήτριας ημερομηνίας 27.10.2025 δια της οποίας υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα της αιτήτριας, ήταν, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί, ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Μάλιστα δε εντός του διοικητικού φακέλου εντοπίζεται και υπηρεσιακό σημείωμα ημερομηνίας 29.10.2025 προς τη Διευθύντρια δια του οποίου η κα Βλασακάκη ενημερώνει τη Διευθύντρια σχετικά με την ύπαρξη της αίτησης της αιτήτριας καθώς και ότι αυτή θα πρέπει να τύχει σχετικού χειρισμού και να ενημερωθεί ως προς τούτο και ο αρμόδιος Υφυπουργός.

 

Συνεπώς το γεγονός ότι η αιτήτρια είχε υποβάλει σχετική αίτηση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 18 ΟΗ(4) του Κεφ. 105 το οποίο, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί αλλά είναι και καθόλα παραδεκτό, δεν είχε τύχει απάντησης, ήταν ενώπιον της Διευθύντριας. Επομένως σύμφωνα και με το τεκμήριο της κανονικότητας το γεγονός αυτό λήφθηκε κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 18 ΟΗ(5) του Κεφ.105 υπόψη, η δε Διευθύντρια ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια που της παρέχεται, αποφάσισε να προχωρήσει με την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων ήτοι επιστροφής και διαταγμάτων. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό.

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Israel Maweja ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ.14/25, ημερομηνίας 15/9/25) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, δεν συμμεριζόμαστε την άποψη του Εφεσείοντα ότι η Διευθύντρια κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων τελούσε υπό πλάνη. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Εφεσείων ανέφερε στη Διοίκηση τις προσωπικές του συνθήκες κατά τη σύλληψη του, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Εφεσίβλητη, τεκμαίρεται σύμφωνα με το τεκμήριο της κανονικότητας υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, ότι αποτελούσε στοιχείο που λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Σημειώνεται ότι ο Εφεσείων ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, δεν προέβαλε οτιδήποτε ικανό να ανατρέψει το τεκμήριο της κανονικότητας της διοικητικής πράξης και σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εάν από τα ενώπιον του γεγονότα προκύπτει ότι η απόφαση της διοίκησης ήταν εύλογα επιτρεπτή (βλ. Coussoumides ν. Republic (1966) 3 CLR 1).»

 

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση S.I.U v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ.3/26, ημερομηνίας 16/7/26) το Εφετείο υπόμνησε και τα ακόλουθα αναφορικά με το τεκμήριο κανονικότητας:

 

«Η έκθεση ημερ. 30.9.2025 των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αφορούσε την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου Προσφυγή Αρ. 1147/2025 διότι εκπονήθηκε και στάληκε στο Τμήμα Μετανάστευσης πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων ημερ. 7.10.2025.

 

Μάλιστα, οι άνω απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ζητήθηκαν από το Τμήμα Μετανάστευσης (με επιστολή του ημερ. 20.8.2025)[..]

 

Συνάγεται, με βάση το τεκμήριο της νομιμότητας και κανονικότητας, ότι η έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας λήφθηκε υπόψη από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης κατά την (περί την 7.10.2025) εκ νέου κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη και επανέκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, παρότι αυτές οι τρεις διοικητικές πράξεις δεν κάνουν μνεία στην εν λόγω έκθεση.»

Συνεπώς και στη βάση όλων των ανωτέρω οι ισχυρισμοί που ερείδονται επί του υποβληθέντος αιτήματος της αιτήτριας ημερομηνίας 27.10.2025 περί παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 18ΟΗ του Κεφ. 105 και συναφώς περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας, πλάνης, εσφαλμένης αιτιολογίας, παράβασης των αρχών της χρήστης διοίκησης και της αναλογικότητας απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

Ούτε και βεβαίως δύναται η εκκρεμότητα εξέτασης του πιο πάνω αιτήματος  της αιτήτριας να διασυνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ως η αιτήτρια ανεπιτυχώς επιχειρεί, ώστε να καταδείξει παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του άρθρου 15 του Συντάγματος αφού τα όσα η αιτήτρια διατείνεται ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη από τη διοίκηση αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις ουδόλως, ως το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων επιβεβαιώνει, τέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον της διοίκησης και δη ως η αιτήτρια εσφαλμένα ισχυρίζεται σε χρόνο πριν της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Αρκεί να σημειωθεί ότι στο εν λόγω αίτημα της αιτήτριας ημερομηνίας 27.10.2025 δεν υπάρχει καμία αναφορά είτε σε σχέση με τον ομοεθνή αρραβωνιαστικό της αιτήτριας αλλά ούτε και σε σχέση με τον αδελφό της, ο οποίος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κατέχει άδεια διαμονης ως φοιτητής, ούτε και όμως σε σχέση με την εργασία της, ώστε να αποδεικνύονται, ως ισχυρίζεται, οι ισχυροί δεσμοί που αυτή διατηρεί στη Δημοκρατία.

 

Τουναντίον από τα στοιχεία τα οποία ήταν ενώπιον των καθ΄ων η αίτηση κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ως αυτά περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και δη στα ερυθρά 33-34 Τεκμηρίου 1, τα οποία αποτελούν έγγραφα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου επί των οποίων αποτυπώνεται όλο το ιστορικό της αιτήτριας και επί των οποίων το μόνο που καταγράφεται στην οικογενειακή κατάσταση της αιτήτριας είναι «ελεύθερη» και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε καταγραφή στα «μέλη της οικογένειας αιτητή». Άλλωστε από το σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 10.6.2026, το οποίο τέθηκε ενώπιον της Διευθύντριας του Τμήματος προς λήψη των επίδικων αποφάσεων, προκύπτει σαφώς ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη έρευνα περιλαμβανομένων και των προσωπικών περιστάσεων της αιτήτριας. Ως δε ρητώς-και μεταξύ άλλων- καταγράφεται ότι η αλλοδαπή δεν διατηρεί σταθερούς δεσμούς με τη Δημοκρατία καθώς και ότι με την έκδοση των διαταγμάτων «δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης». 

 

Τα όσα δε έχουν καταγραφεί ανωτέρω απαντούν βεβαίως και στους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί παραβίασης του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ.105 και της αρχής της μη επαναπροώθησης και δη στην παντελώς αβάσιμη εισήγηση της αιτήτριας ότι δεν εξετάστηκε η οικογενειακή ζωή της αιτήτριας με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Πέραν του ότι καθίσταται εμφανές ότι στην περίπτωση της αιτήτριας δεν υφίστατο τέτοια υποχρέωση περί αναζήτησης απόψεως των ΥΚΕ, καθοριστικό παραμένει ότι στην υπό κρίση περίπτωση η διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων είχε υπόψη της όλες τις περιστάσεις της αιτήτριας ως αυτές αποτυπώνονταν στα ενώπιον της στοιχεία όπως υπόψη της είχε τεθεί και το γεγονός, ως αυτό ρητώς καταγράφεται στην επιστολή της ΥΑΜ, ότι η Προσφυγή της αιτήτριας κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην αίτηση της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο και η μεταγενέστερη αίτηση της κρίθηκε ως απαράδεκτη. Εν τη απουσία, λοιπόν, οποιουδήποτε άλλου υπαρκτού δεδομένου κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων που να διαφοροποιεί τα πιο πάνω δεδομένα, δεν διαβλέπω πως τίθεται βασίμως ζήτημα ότι παραβιάστηκε η αρχή της μη επαναπροώθησης αφής στιγμής ουδέν άλλο τέθηκε ενώπιον της Διευθυντρίας εκ μέρους της αιτήτριας προς αυτή την κατεύθυνση (ΕΔΔΑ Ν. κ. Φιλανδίας, 26.7. 2005) Dogan v Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ 716) Αίτηση του Rechtbank C-69/21, ημερομηνίας 22/11/22) ΔΕΕ C-663/21 Bundesamt flir Fremdenwesen und Asyl v ΑΑ, ημερ. 6/7/23).

 

Απορριπτέα κρίνεται και η έτερη αναφορά της αιτήτριας ότι πάσχει η αιτιολογία των προσβαλλόμενων αποφάσεων-ήτοι ότι η αιτήτρια παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 11.6.2024- καθότι η αιτήτρια είχε υποβάλει στις 26.1.2026 την πρώτη της μεταγενέστερη αίτηση και στις 10.2.2026 την Προσφυγή αρ.Τ41/26 κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αυτής αίτησης της. Αρκεί να σημειωθεί ότι και πέραν των όσων λέχθηκαν ανωτέρω η αναφορά αυτή, η οποία ουδόλως τεκμηριώθηκε, παραβλέπει ότι ούτε καν η υποβολή πρώτης μεταγενέστερης αίτησης δεν δύναται να προσδώσει στον εκάστοτε αιτητή καθεστώς αιτητή ασύλου ή δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία μέχρι την εξέταση αυτής. Πόσο δε μάλλον στην προκειμένη περίπτωση όπου αυτή απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ως απαράδεκτη και επομένως ό,τι εκκρεμούσε κατά την έκδοση των διαταγμάτων ήταν η εκδίκαση της Προσφυγής της αιτήτριας από το Δ.Δ.Δ.Π, η οποία στρεφόταν κατά της νομιμότητας της απορριπτικής αυτής απόφασης, γεγονός το οποίο σαφώς και δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων (Nsah ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 20/2024, ημερομηνίας 22.10.2024)  (Madber v Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 8/22, ημερομηνίας 17/11/22). Ό,τι έχει σημασία, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ήδη από τις 11.6.2024 -και σαφώς πριν από την έκδοση των επίδικων αποφάσεων- είχε εκδοθεί απορριπτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή αρ.3667/23 που η αιτήτρια άσκησε κατά της  νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 9.10.2025 επί της αρχικής αίτησης της αιτήτριας για χορήγηση διεθνούς προστασίας.

 

Συνεπώς και επί τη βάσει όλων των ανωτέρω και σε πλήρη συμφωνία με τη θέση των καθ’ ων η αίτηση διαπιστώνω ότι η αιτήτρια νομίμως κρίθηκε και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους της διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ.105, απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 11.6.2026 η αιτήτρια αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, από τις 11.6.2024, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, απορρίφθηκε η Προσφυγή της κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Ούτε και όμως ευσταθεί ο έτερος ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η δοθείσα αιτιολογία του διατάγματος κράτησης είναι ανυπόστατη και παραπλανητική. Όπως ρητά αναγράφεται και επεξηγείται και στο ίδιο το διάταγμα κράτησης διαπιστώθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1) (α) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής της αιτήτριας, λόγω του ότι δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και είναι αρνητική στον επαναπατρισμό της, χωρίς να υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Τα όσα η αιτήτρια αναφέρει στη γραπτή της αγόρευση ήτοι ότι δεν ενυπάρχει στο διοικητικό φάκελο απόφαση επιστροφής στην οποία η ίδια δεν συμμορφώθηκε καθώς και ότι η αρνητικότητα της σε επαναπατρισμό οφείλεται στο ότι η ίδια ανέμενε απάντηση επί του αιτήματος καθώς και την εκδίκαση της Προσφυγής της ουδόλως αντικρούουν τα όσα νομίμως καταγράφονται στην ίδια την αιτιολογία του διατάγματος κράτησης και τα οποία επιβεβαιώνονται ευθέως από το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων.

 

Ειδικότερα και αναφορικά με τη θέση της αιτήτριας ότι δεν εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο η απόφαση επιστροφης στην οποία η ίδια δεν συμμορφώθηκε οφείλει να επισημανθεί εκ νέου ότι η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτηση η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου με απόφαση της ημερομηνίας 19.8.2023. Από το Τεκμήριο 2 (ερυθρά 78 και 80) προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου με επιστολή της ημερομηνίας 15.9.2023 πληροφορούσε την αιτήτρια τόσο για την απόρριψη της αίτησης πολίτικου ασύλου την οποία είχε υποβάλει όσο και για την έκδοση απόφασης επιστροφής στη χώρα της, ενώ δια αυτής παρέχετο μάλιστα και χρονικό διάστημα επτά ημερών για οικειοθελή αναχώρηση της. Σημειώνεται δε ότι στη ρηθείσα επιστολή ρητώς κατεγράφετο, ότι η εκδοθείσα απόφαση επιστροφής θα αναστέλετο είτε μέχρι την πάροδο άπρακτης της προαναφερθείσας προθεσμίας για άσκηση Προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου είτε σε περίπτωση καταχώρησης τέτοιας Προσφυγής μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο. Αυτή βεβαίως η απόφαση, δια της οποίας η αιτήτρια διατάσσεται να επιστρέψει στη χώρα της και η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 13 (2) (δ) του Ν. 6(Ι)/2000 από τον Προϊστάμενό της Υπηρεσίας Ασύλου δεν παύει παρά να συνιστά, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στο εν λόγω άρθρο, απόφαση επιστροφής. Συνεπώς ο ισχυρισμός της αιτήτριας απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Ακόμα όμως και αν κρινόταν ότι η αναφορά «σε μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής» ήτο εσφαλμένη τούτο δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου διατάγματος και της διαπίστωσης περί ύπαρξης κινδύνου διαφυγής δεδομένου ότι, ως ήδη υποδείχθηκε, υφίστατο και πρόσθετο αυτοτελές αιτιολογικό έρεισμα που υποστήριζε την κρίση αυτή ήτοι ότι η αιτήτρια ήταν αρνητική στον επαναπατρισμό της, κρίση την οποία η αιτήτρια ουδόλως κατόρθωσε να κλονίσει (βλ. άρθρο 32 του Ν.158(Ι)/99 Unitex Trading Co Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας (1992) 4(Β) ΑΑΔ 1338, 1349-1354, GES και Δημοκρατια (Αν. Έφεση αρ. 135/14, ημερ.7/6/21), ECLI:CY:AD:2021:C237 Δήμος Γεροσκήπου ν Primetel Co Ltd, AE 42/2012, ECLI:CY:AD:2018:C336, ημ. 6.7.18).

 

Επισημαίνεται δε ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς  απέλασης αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του μεταναστευτικού ιστορικού της αιτήτριας, της δηλωθείσας άρνησης της για επαναπατρισμό, η οποία επιβεβαιώνεται αναντίλεκτα από την επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 10.6.26 καθώς και της μη συμμόρφωσης της με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής της αιτήτριας χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων όχι μόνο  δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας, έρευνας ή πλάνης ή παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της. Επομένως το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, (Υπόθεση αρ.1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας  (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).

 

Παρεμβάλλεται δε ότι αν και διενεργείται απλή λεκτική αναφορά στον τίτλο ενός εκ των λόγων ακύρωσης σε παραβίαση του άρθρου 43  του Ν.158(1)/99, εντούτοις απουσιάζει παντελώς οποιαδήποτε επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση ως προς τον τρόπο που αυτό παραβιάζεται, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός να καθίσταται ανεπίδεκτος δικαστικής εξέτασης και να απορρίπτεται.

 

Απορριπτέα κρίνεται και η θέση της αιτήτριας ότι παραβιάστηκε το άρθρο 18 ΟΘ του Κεφ. 105 καθότι δεν δόθηκε στην αιτήτρια κανένα χρονικό περιθώριο για οικειοθελή αναχώρηση από την Δημοκρατία ενέργεια, η οποία κατά τη συνήγορο της αιτήτριας, αποτελεί υποχρέωση των καθ’ ων η αίτηση πριν την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.

 

Καθίσταται σαφές ότι οι καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχεται από τις πρόνοιες της  παραγράφου (4)  του  άρθρου 18ΟΘ του Κεφ.105 να μην χορηγήσουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στην αιτήτρια, εφόσον, όπως νομίμως ήδη κρίθηκε, υπήρχε κίνδυνος διαφυγής της. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:

 

«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»

(η έμφαση προστέθηκε)

 

Υπενθυμίζεται δε ότι η αιτήτρια και μετά την απόρριψη της Προσφυγής της κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου για παραχώρηση διεθνούς προστασίας παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Η αιτήτρια δε συνέχιζε να παραμένει παράνομα μέχρι και τη σύλληψη της και έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, παραμένοντας μάλιστα, ως υποδείχθηκε, αρνητική στον επαναπατρισμό της. Συνεπώς και στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, η κρίση της διοίκησης να μην παραχωρήσει στην αιτήτρια χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση, κρίνεται ορθή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας (G.S.D.A.M και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023(Κ) (i-Justice), ημερομηνίας 9/6/23), V.E.Av Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 583/2023 (i-JUSTICE), ημερομηνίας 2/6/23).

 

Καταληκτικά επισημαίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).

 

Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

                                                   Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο