ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
(Νομική Αρωγή Αρ. ΝΑ 135/2025)
11 Δεκεμβρίου 2025
[Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ
ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
L.S
Αιτητής
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά
Κ. Χρυσοστόμου (κα) για A. Πάλλη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα
[Παρόντες ο κος Παύλος Χαραλάμπους για πιστή μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά και αντίστροφα και
η κα Lina Waheu για πιστή μετάφραση από Farsi σε αγγλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.: Ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση για παροχή προς αυτόν δωρεάν νομικής αρωγής, έτσι ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο στην καταχωρηθείσα προσφυγή με αριθμό 2015/2025, κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 01/08/2025. Με την εν λόγω απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε δεόντως στον Αιτητή, η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του για χορήγηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, υπέβαλε ένσταση στο αίτημα και καταχώρησε Γραπτό Σημείωμα υποστηριζόμενο από όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα.
Από το ενώπιον μου υλικό προκύπτει ότι πρόκειται για ενήλικα άντρα, υπήκοο Αφγανιστάν. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, σύμφωνα με δική του δήλωση στις 06/09/2022 και μέσω των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου διήλθε παράτυπα στις ελεύθερες περιοχές, υποβάλλοντας αίτημα διεθνούς προστασίας στις 23/06/2025.
Στις 11/07/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου παρέχοντας του δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 15/07/2025, συντάχθηκε και υποβλήθηκε προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετική έκθεση με την οποία γίνεται εισήγηση για την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 24/07/2025, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, εξέτασε την εισηγητική έκθεση και αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 01/08/2025, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε αυθημερόν δια χειρός από τον Αιτητή.
Ο Αιτητής, στις 07/08/2025, καταχώρησε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας την υπ’ αριθμό 2015/25 προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, καταχωρώντας παράλληλα την υπό εξέταση αίτηση νομικής αρωγής.
Αποτελεί θέση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής, καθώς η προσφυγή του Αιτητή δεν έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας. Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη και εκδόθηκε μετά από εκτεταμένη έρευνα όλων όσων ο Αιτητής ανέφερε κατά τη συνέντευξή του αλλά και σε σχέση με τη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υιοθετώντας την εισήγηση του λειτουργού της Υπηρεσίας και επισημαίνοντας τον ενδελεχή έλεγχο της Υπηρεσίας και την αδυναμία θεμελίωσης προσωπικής δίωξης εκ μέρους του Αιτητή, κατέληξε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία παραχώρησης διεθνούς προστασίας δυνάμει των άρθρων 3 και 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το νομικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η παρούσα αίτηση, στηρίζεται στον περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ. 1) του 2003 (3/2003) και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν165(Ι)/2002 ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Η περίπτωση του Αιτητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«6Β.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 8-
[……]
(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
[…...]
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
[.]
υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.» (Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει κατά πόσον η προσφυγή του Αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010). Τούτο χωρίς να αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που καταχώρησε ο Αιτητής. Τονίζεται επίσης πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης δεν επηρεάζει την τελική εκδίκαση της προσφυγής, που έχει ήδη καταχωρήσει ο Αιτητής και εκκρεμεί.
Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα του Αιτητή να ακουστεί, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του, ώστε να μην δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 Αlali Abdulhamid, ημερ. 06/05/2010 και Νομική Αρωγή αρ. 25/2010 Αnthonia Idahor, ημερ. 13/12/2010).
Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα, τη συνέντευξη του Αιτητή, την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τους ισχυρισμούς του Αιτητή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης και γενικά το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου.
Κατά την υποβολή της αίτησής του για την παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για την ασφάλεια του. Κατέγραψε ότι εργαζόταν σε μια υπηρεσία, WAW - Women for Afghan women, η οποία προασπιζόταν τα δικαιώματα των γυναικών στο Αφγανιστάν και αξιωματικοί της υπηρεσίας δέχονταν απειλές από τους Taliban ότι θα τους σκοτώσουν ή θα τους φυλακίσουν. Πρόσθεσε ότι οι Taliban τον προσέγγισαν προκειμένου να συνεργαστεί μαζί τους και σε περίπτωση άρνησης του, η ζωή του θα κινδύνευε. Ο δεύτερος λόγος ήταν πως εργαζόταν σε μια οργάνωση που ήταν εναντίον των Taliban και μετά το περιστατικό εγκατέλειψε την χώρα του. Ως τρίτον λόγο ανέφερε, την επαγγελματική θέση του πατέρα του, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στην Αστυνομία και συγκεκριμένα εργαζόταν στη διαβίβαση φακέλων από την Αστυνομία στο Δικαστήριο για άτομα που θεωρούνταν τρομοκράτες και είχαν φυλακιστεί. Όταν αυτοί οι άνθρωποι αφέθηκαν ελεύθεροι από τους Taliban, άρχισαν να αναζητούν την οικογένειά του Αιτητή και να τους απειλούν, διότι θεωρούσαν τον πατέρα του υπεύθυνο για τη φυλάκισή τους. Ως τέταρτον λόγο κατέγραψε πως, εξαιτίας των αδελφών του, ο ένας εκ των οποίων εργαζόταν στον στρατό σε υψηλή θέση και ο άλλος στην υπηρεσία πληροφοριών της κυβέρνησης (NDA), έλαβαν απειλές κατά της ζωής τους, όπως ο Αιτητής. Τέλος, προβάλλει ότι ήρθε στη Κυπριακή Δημοκρατία για λόγους ασφάλειας και εκπαιδευτικούς.
Κατά τη προσωπική του συνέντευξη ο Αιτητής, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, δήλωσε υπήκοος Αφγανιστάν, με τόπο καταγωγής το χωριό Qasaba στην επαρχία Kapisa. Απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εθνοτικής καταγωγής Tajik και μουσουλμάνος σουνίτης. Η μητέρα του μαζί με 5 αδέλφια του διαμένουν στη Kapisa, ο πατέρας του βρίσκεται στη Τεχεράνη και μία του αδελφή διαμένει στη Kabul. Επιπλέον, έχει δυο αδελφούς που βρίσκονται στη Κυπριακή Δημοκρατία, ως αιτητές ασύλου. Ως προς το εργασιακό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι από το 2019 έως τη κατάρρευση της κυβέρνησης εργαζόταν στο οργανισμό Women for Afghan women, στη περιοχή Kapisa. Ισχυρίστηκε ότι ήταν μέλος και γραμματέας του κινήματος Afghanistan National Movement από το έτος 2018 έως την πτώση της κυβέρνησης, στο παράρτημα Tahar. Αναφορικά με το κίνημα δήλωσε ότι μάχονται εναντίον των Taliban, βοηθούν και συνεργάζονται με τη κυβέρνηση, προστατεύοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα και καθοδηγούν παρελάσεις και υπό τις εντολές της κυβέρνησης η οργάνωση χρησιμοποιούσε βία και όπλα στο πεδίο μάχης εναντίον των Taliban. Όσον αφορά τον ρόλο του δήλωσε ότι ήταν γραμματέας – διοικητικός υπάλληλος (“secretary, administrator”) και ως προς τα καθήκοντα του ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν στο διοικητικό τμήμα, ετοίμαζε ομιλίες για τον Προϊστάμενο, δεν συμμετείχε σε πολεμικές δραστηριότητες, ούτε βρέθηκε σε πεδίο μάχης, ούτε χρησιμοποίησε όπλα. Το παράρτημα αποτελείτο από 30 άτομα και πρόσθεσε ότι έγραφε τις ομιλίες του αρχηγού, διαχειριζόταν διαδηλώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συγκέντρωνε βοήθεια για τις ανάγκες της κοινωνίας και συνεργαζόταν με τους πολίτες. Η συμμετοχή του ήταν εθελοντική, πήγαινε 3-4 φορές την εβδομάδα για 4 ώρες και όταν υπήρχαν πολιτικές διαμαρτυρίες αφιέρωνε περισσότερο χρόνο. Ερωτηθείς πως του ανατέθηκε ο ρόλος, δήλωσε ότι όταν ήταν φοιτητής, ένας συμμαθητής του ήταν βοηθός στο παράρτημα και τον σύστησε στο Προϊστάμενο για να αναλάβει τη θέση. Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε οιονδήποτε πρόβλημα από τη συμμετοχή του στο κίνημα.
Σε σχέση με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του ο Αιτητής δήλωσε πως υπήρχαν τέσσερις λόγοι, πρώτον ότι εργαζόταν σε οργάνωση υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, δεύτερον ότι ήταν μέλος του κόμματος Afghanistan National Movement, τρίτον ότι ο πατέρας του ήταν εισαγγελέας και τέταρτον ότι τα αδέλφια του ήταν αξιωματικοί του Εθνικού Στρατού. Επιπλέον, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του δήλωσε ότι μπορεί να συλληφθεί, βασανιστεί ή σκοτωθεί. Ως προς την εργασία του στη οργάνωση Women for Afghan women, κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν ήταν υπάλληλος της οργάνωσης αλλά εργοδοτείτο για 1 έτος και 8 μήνες, περιστασιακά, από μια ιδιωτική εταιρεία Moore Afghanistan, η οποία παρείχε εξοπλισμό στην οργάνωση, με το Αιτητή να προβαίνει σε καταγραφή του υλικού και κατά πόσο οι γυναίκες ήταν ικανοποιημένες με την ποιότητα των προμηθειών. Ισχυρίστηκε ότι οι Taliban απέστειλαν τρεις απειλητικές επιστολές, στην οικογένεια του στη Kapisa, σε σχέση με την εργοδότηση του και κληθείς να διευκρινίσει πως αντέδρασε δήλωσε ότι συνέχισε να εργάζεται κανονικά και ότι δεν πήγαινε στη πατρική του οικία στη Kapisa. Ο Αιτητής, επιπλέον, αναφέρθηκε στη φύση της εργασίας του πατέρα του και των αδελφών του, δήλωσε ότι ο αδελφός του το έτος 2021 συνελήφθη, για ένα μήνα, από τους Taliban, λόγω του ότι ήταν μέλος του NDS και ότι έχει ουλές στα χέρια. Ερωτηθείς εάν συνέβη οτιδήποτε προσωπικό εναντίον του λόγω της εργασίας των μελών της οικογένειας του απάντησε αρνητικά. Ως προς τις σπουδές του, δήλωσε ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να αποχωρήσει νόμιμα από την χώρα του, παρέμεινε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου για τρία έτη και ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Στη συνέχεια υποβλήθηκαν ερωτήσεις από τον αρμόδιο λειτουργό αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής.
Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε πέντε ουσιώδεις ισχυρισμούς: έναν αναφορικά με την ταυτότητα του, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, δεύτερο, ότι ο Αιτητής στοχοποιήθηκε επειδή εργαζόταν στην οργάνωση Women for Afghan women, τρίτο, ότι ο Αιτητής ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος Afghan National Movement, τέταρτον, ότι ο πατέρας και δυο του αδέλφια εργάζονταν σε κυβερνητικές θέσεις και πέμπτο, ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του για να σπουδάσει. O πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία αυτού. Ο δεύτερος δεν έγινε αποδεκτός ενόψει της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας αυτού. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, οι δηλώσεις του κρίθηκαν γενικόλογες, με ελλείψεις και κενά στις απαντήσεις του και έλλειψη ευλογοφάνειας, οι οποίες αναφέρονται ειδικά στην σχετική εισηγητική έκθεση. Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τα σχετικά έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής, τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά. Ο τρίτος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις του παρέμειναν γενικόλογες, χωρίς λεπτομέρειες, αγνοώντας βασικά στοιχεία με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετηθεί η συμμετοχή του στο εν λόγω κόμμα. Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε το έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό. Ο τέταρτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι παρείχε ικανοποιητικές λεπτομέρειες και πληροφορίες και οι αναφορές του είχαν την απαιτούμενη λογική και χρονική συνοχή. Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τα συναφή έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής, τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά, και περαιτέρω παρέπεμψε σε πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνοντας τη στοχοποίηση μελών οικογενειών πρώην κυβερνητικών υπαλλήλων από τους Ταλιμπάν. Τέλος, ο πέμπτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, των κυβερνητικών θέσεων εργασίας του πατέρα του και των δυο αδελφών του καθώς και το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για να σπουδάσει, και παραθέτοντας πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα για την επαρχία Kapisa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν.
Ως εκ τούτου, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει κίνδυνος δίωξης για τον Αιτητή για έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου (2000 - 2020).
Περαιτέρω, κατά την εξέταση παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός έκρινε ότι δε συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19 (1) (α) ή (β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Ειδικά δε ως προς την πιθανότητα χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19 (1) (γ), παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, κρίθηκε ότι τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία συνήθους διαμονής του, Kapisa, τα οποία προκύπτουν από εσωτερική ένοπλη σύρραξη, δεν είναι τόσο υψηλά και λαμβάνοντας υπόψη τον συνολικό πληθυσμό της επαρχίας και τα ατομικά χαρακτηριστικά του Αιτητή, κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου.
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ο Αιτητής επανέλαβε ότι σπούδασε στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας και αφότου ολοκλήρωσε τις σπουδές του δεν του παρείχαν άδεια παραμονής, η κατάσταση στη χώρα του ήταν χειρότερη και δεν μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Από την πλευρά του, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υιοθέτησε το περιεχόμενο του Σημειώματος της.
Παρατηρώ εκ πρώτης όψεως ότι η Υπηρεσία Ασύλου κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή προέβη σε ορθή αποτύπωση και διερεύνηση αυτών, και δεν θα ήταν συνετό σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο, στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης για παροχή νομικής αρωγής, να υπεισέλθει σε οποιαδήποτε περαιτέρω λεπτομέρεια.
Σημειώνω, ακόμη, πως κατά την παρούσα διαδικασία, ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιοδήποτε επιχείρημα ή επεξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι εσφαλμένη, ώστε να προκύπτουν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρίσει. Δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δε μπορεί να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της προσφυγής του Αιτητή, επισημαίνω ότι τα ανωτέρω δε φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ενισχύουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή περί παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα.
Από όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη και όσα δήλωσε ο Αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνεται, σε αυτό το στάδιο τουλάχιστον, να υπάρχει πραγματική πιθανότητα να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της εκδίκασης προσφυγής, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου λήφθηκε παράνομα ή στη βάση λανθασμένων στοιχείων και/ή αξιολόγησης. Όπως αναφέρθηκε η πιθανότητα θετικής απόφασης είναι προαπαιτούμενο στοιχείο για την έγκριση του αιτήματος για νομική αρωγή.
Για τους λόγους αυτούς και έχοντας υπόψη ότι βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, ο Αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει ότι έχει πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του και χωρίς να αποφασίζεται οριστικά το αποτέλεσμα της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρήσει (Tarrago Durgo Man v Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 278/09, ημερ. 15/07/2009, Nacira Baghour and Maged Ahmad Odeh, Υποθ. Αρ. 10/12, ημερ. 28/03/2012), κρίνω πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή του έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Επαναλαμβάνω ότι το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης δεν επηρεάζει την τελική εκδίκαση της προσφυγής. Τα έξοδα των μεταφραστών καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο