A.J. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1665/2024, 31/12/2025
print
Τίτλος:
A.J. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1665/2024, 31/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 1665/2024 

31 Δεκεμβρίου 2025

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

A.J. 

Αιτήτριας 

-και- 

 

Κυπριακή Δημοκρατία,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Σ. Σταύρου (κα) για Τ. Μπετίτο (κος), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Α. Κίτσιου (κα) για Χ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η  

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 09/04/2024, κοινοποιηθείσα προς αυτήν μέσω επιστολής ημερομηνίας 02/05/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως εκδώσει απόφαση με την οποία να ακυρώνει την εν λόγω απόφαση, ως το αιτητικό Α της αίτησης ακυρώσεως. Με το αιτητικό Β της αίτησης ακυρώσεως, καλεί το Δικαστήριο να υπαγάγει την Αιτήτρια σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.   

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος Καμερούν, η οποία σύμφωνα με δήλωσή της, στις 18/03/2023, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υπέβαλε στις 28/03/2023 αίτηση διεθνούς προστασίας.  

 

Στις 08/04/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ στη συνέχεια, στις 09/04/2024, συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία, η αρμόδια λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας.

 

Στις 09/04/2024, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 02/05/2024, παραλήφθηκε από την Αιτήτρια αυθημερόν.

 

Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια, μέσω του συνηγόρου της, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο με την γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος της Αιτήτριας, προωθεί ορισμένους εξ αυτών. Ειδικότερα, παραπονείται για παράβαση του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης που συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, καθώς δεν παρασχέθηκε διερμηνεία στην Αιτήτρια στην αγγλική γλώσσα, χωρίς να προκύπτει επιπρόσθετα η ικανότητα του λειτουργού που διεξήγαγε τη συνέντευξη να χειρίζεται την αγγλική γλώσσα, ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο, χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα και κατά παράβαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ λανθασμένα η Αιτήτρια έχει κριθεί αναξιόπιστη ως προς τον πυρήνα του αιτήματός της. Καταληκτικά, επιχειρηματολογεί ότι η Αιτήτρια πρέπει να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας και επικουρικά να της παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση, με την γραπτή αγόρευσης τους, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ' ων η αίτηση έχει ληφθεί από αρμόδιο όργανο, ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ακόμη, αποτελεί θέση τους ότι η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανέναν απολύτως ισχυρισμό, ο οποίος να συνηγορεί προς το γεγονός ότι αυτή εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή συμπληρωματικής προστασίας και καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος για την Αιτήτρια περιόρισε τους νομικούς ισχυρισμούς της στη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, αποσύροντας τους λοιπούς προβαλλόμενους με την γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας ισχυρισμούς. Είναι η θέση της, ότι η Αιτήτρια υποβλήθηκε σε μία τυποποιημένη συνέντευξη, χωρίς να τεθεί επαρκής αριθμός ερωτήσεων ως προς τον φορέα δίωξής της στη χώρα της, προκειμένου να είναι σε θέση να αναπτύξει επαρκώς τους ισχυρισμούς της.

 

Κατά την ίδια δικάσιμο, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας, υποστήριξε ότι σε καμία περίπτωση η συνέντευξη στην οποία υποβλήθηκε η Αιτήτρια δεν ήταν τυποποιημένη, καθώς της τέθηκε επαρκής αριθμός ερωτήσεων και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτή προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους ισχυρισμούς.

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο. Στο χωριό που διέμενε υπήρχαν πολλοί αυτονομιστές μαχητές, οι οποίοι στρέφονται εναντία στα μέλη του στρατού και της αστυνομίας. Ο αρραβωνιαστικός της και πατέρας του παιδιού της που ήταν στρατιωτικός, σκοτώθηκε από τους αυτονομιστές μαχητές και ως εκ τούτου, η ίδια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επιχείρησή της και να διαφύγει στην Douala. Οι αυτονομιστές μαχητές την αναζητούσαν εξαιτίας του αρραβωνιαστικού της, απαιτώντας να τους παρέχει πληροφορίες για εκείνον και τους φίλους του και ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα της για να σωθεί.

 

Στο πλαίσιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στο χωριό Mankon της Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν. Εκεί διέμενε καθόλη τη διάρκεια της ζωής της, εκτός από την τελευταία εβδομάδα προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, όπου διέμενε στην Douala μαζί με φίλους. Είναι Χριστιανή στο θρήσκευμα και ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα. Ως προς το μορφωτικό της υπόβαθρο, ξεκίνησε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να την ολοκληρώσει και ως προς το επαγγελματικό της υπόβαθρο, διέθετε κομμωτήριο για περισσότερο από 10 χρόνια. 

 

Κατά δήλωσή της οι γονείς της διαβιούν στη χώρα καταγωγής της και επιπλέον έχει δύο αδέλφια, το ένα εκ των οποίων, ζει στην Bamenda. Είναι άγαμη, μητέρα μίας θυγατέρας γεννηθείσας τον Σεπτέμβριο του 2010, η οποία διαμένει μαζί με την μητέρα της στην Bamenda.

 

Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, δήλωσε ότι λάμβανε απειλές από τους «Ambas/Ambazonians». Είχαν σκοτώσει τον αρραβωνιαστικό της που ήταν στρατιωτικός και μετέβησαν στο κομμωτήριο της, απειλώντας την με όπλο, προκειμένου να τους αποκαλύψει που διέμενε κάποιος φίλος του αρραβωνιαστικού της. Κατόπιν προτροπής της μητέρας της, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της. 

 

Κατά το στάδιο υποβολής διευκρινιστικών ερωτήσεων, ως προς τον πατέρα της θυγατέρας της, δήλωσε ότι τον είχε γνωρίσει στην Bamenda σε χρόνο που δεν θυμόταν να προσδιορίσει, διέθεταν σχέση για πέντε έτη ωστόσο δεν διέμεναν μαζί. Ερωτηθείσα, πότε είχαν αρραβωνιαστεί, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν απλά σύντροφός της. Δεν γνώριζε για πόσο χρονικό διάστημα ήταν στρατιωτικός και σύμφωνα με πληροφόρηση που είχε λάβει από κάποιον φίλο του όταν την επισκέφθηκε στο κομμωτήριο της, αυτός σκοτώθηκε το 2021 σε χρόνο και τοποθεσία που δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει.

 

Σε σχέση με τις απειλές που λάμβανε από τους Ambazonians, δήλωσε ότι μετέβησαν δύο φορές στο κομμωτήριο της, αναφέροντας της ότι ο αρραβωνιαστικός της είναι νεκρός και έστρεψαν όπλο εναντίον της, καθώς αναζητούσαν τον φίλο του αρραβωνιαστικού της προκειμένου να τον σκοτώσουν. Δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά πότε μετέβησαν στο κομμωτήριο της, πέραν από την αναφορά της ότι ενδεχομένως να ήταν το 2021. Κληθείσα να αναφέρει πως γνώριζαν ποιος είναι ο αρραβωνιαστικός της, δήλωσε ότι κατέχουν πληροφορίες. Ερωτηθείσα, για ποιο λόγο απευθύνθηκαν στην ίδια αφής στιγμής δεν διέμενε μαζί με τον αρραβωνιαστικό της και πως γνώριζαν ότι η ίδια γνώριζε τον φίλο του, δήλωσε άγνοια, προσθέτοντας ότι δεν γνωρίζει περαιτέρω πληροφορίες για το εν λόγω πρόσωπο το οποίο διέφυγε. Επιβεβαίωσε ότι πέραν από τις δύο αυτές φορές που μετέβησαν στο κομμωτήριο της, δεν είχε υποστεί οτιδήποτε περαιτέρω από τους Ambazonians και ερωτηθείσα για ποιο λόγο ανέμενε μέχρι το 2023 για να εγκαταλείψει τη χώρα της, δήλωσε ότι κρυβόταν στο χωριό, εξού και δεν είχε υποστεί οτιδήποτε περαιτέρω.

 

Ως προς το τι φοβάται ότι θα υποστεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε κάτι τέτοιο, καθώς η κρίση συνεχίζεται. Δεν θεωρεί ότι θα μπορούσε να ζήσει σε διαφορετική περιοχή, εξαιτίας των Γαλλόφωνων. Ουδέποτε έχει συλληφθεί ή τεθεί υπό κράτηση στη χώρα της, οι αρχές της οποίας θα της επιτρέψουν να επιστρέψει.  

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση διήκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος σχετικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας και ο δεύτερος σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές που δεχόταν από τους Ambazonians.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις της Αιτήτριας επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επιπλέον, η Αιτήτρια προσκόμισε διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής της.

 

Αντιθέτως ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε. Πιο αναλυτικά, η αρμόδια λειτουργός των Καθ' ων η αίτηση έκρινε ότι δεν στοιχειοθέτηθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας, καθώς οι δηλώσεις της, στερούνταν επαρκών πληροφοριών και λεπτομερειών. Η αρμόδια λειτουργός των Καθ’ ων η αίτηση, παραθέτοντας τις σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας, επισήμανε την αδυναμία της να παραθέσει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες ως προς την φερόμενη δολοφονία του αρραβωνιαστικού της από τους Ambazonians και να προσδιορίσει την τοποθεσία και τον ακριβή χρόνο που αυτός σκοτώθηκε, πέραν από την αόριστη αναφορά της ότι αυτό συνέβη το 2021. Επιπρόσθετα, η λειτουργός σημείωσε την αδυναμία της Αιτήτριας να εξηγήσει πως περιήλθε εις γνώση των Ambazonians η πληροφορία για το ποιος ήταν αρραβωνιαστικός της και πως η ίδια γνώριζε τον φίλο του αρραβωνιαστικού της, με αποτέλεσμα να μεταβούν δύο φορές στο κομμωτήριο της και να την απειλήσουν προκειμένου να τους αποκαλύψει που βρίσκεται. Ακόμη και σε σχέση με τα κατ΄ ισχυρισμόν περιστατικά στο κομμωτήριο της, διαπιστώθηκε ότι δεν θυμόταν να προσδιορίσει πότε επακριβώς έλαβαν αυτά χώρα και ότι είχε αναφέρει ότι ενδεχομένως να ήταν το 2021. Τέλος, η λειτουργός επεσήμανε ως σημείο που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία των λεγόμενων της το γεγονός ότι κατά τους ισχυρισμούς της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της δύο χρόνια αργότερα, χωρίς να έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη, ενώ μάλιστα, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο πιστεύει ότι εξακολουθεί να αναζητείται, η Αιτήτρια δήλωσε άγνοια.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν οποιαδήποτε ανάλυση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου, η αρμόδια λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι των προσωπικών στοιχείων της, έκρινε ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν όπου βρίσκεται η Bamenda στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εξαιτίας της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στην εν λόγω περιφέρεια.

 

Προχωρώντας, στη νομική ανάλυση, επί τη βάσει του προβαλλόμενου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας και της ανάλυσης κινδύνου, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής της σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ' ων η αίτηση αρχικά έκριναν ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις καθώς δεν προκύπτουν στοιχεία στην περίπτωσή της, εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή να υποστεί βασανιστήρια, ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 19, εδάφια (1) και (2) (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας στις πρόνοιες του άρθρου 19, εδάφια (1) και (2)(γ), του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ και εφαρμόζοντας την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακα, κρίθηκε ότι με βάση τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και την κατάσταση που επικρατούσε στις αγγλόφωνες περιοχές και συγκεκριμένα στην Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, ως υποδείκνυαν οι πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν προκύπτει ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην εν λόγω περιοχή, με την παρουσία της και μόνο στην εν λόγω περιοχή, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. 

 

Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή  να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου, αντίθετα στην θέση του συνηγόρου της, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα όλων των ενώπιων τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων. Ανατρέχοντας στο πρακτικό της σύνεντευξης της και μελετώντας αυτό διαπιστώνω πως κατά τη συνέντευξη της Αιτήτριας τέθηκαν σε αυτήν επαρκείς ερωτήσεις ώστε να διευκρινίσει πτυχές της ιστορίας της, από τις οποίες, ενδεχομένως, να προέκυπτε κίνδυνος προσωπικής δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε τα γεγονότα της υπόθεσης, τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της, καθώς και σε αντιστοίχιση του αποδεκτού ισχυρισμού με πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, επεξηγώντας τους λόγους αποδοχής ή απόρριψης κάθε ισχυρισμού αλλά και τον λόγο για τον οποίο εν τέλει απορρίφθηκε το αίτημα της Αιτήτριας.

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης/Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ' ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που η ίδια η Αιτήτρια προέβαλε κατά την συνέντευξή της, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές που δεχόταν από τους Ambazonians, διαπιστώνω ότι ορθώς οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν αναξιόπιστοι καθώς πράγματι οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν περιέχονται από λεπτομέρειες, είναι ασαφείς αλλά και γενικές. Πέραν από τα ευρήματα περί αναξιοπιστίας των Καθ' ων η αίτηση που καταγράφονται στην Έκθεση/Εισήγηση τα οποία κρίνονται ορθά, από τα ενώπιον μου στοιχεία, προκύπτει ότι οι αναφορές της ως προς τις κατ΄ ισχυρισμόν απειλές που δέχθηκε από τους Ambazonians στη χώρα καταγωγής της, που ήταν και ο λόγος που την ώθησε να την εγκαταλείψει, διέπονται από γενικότητα και αοριστία, καθώς δεν ήταν σε θέση να τις συγκεκριμενοποιήσει, ούτε να περιγράψει τα περιστατικά που έλαβαν χώρα στο κομμωτήριο της, ως βιωματικές εμπειρίες τις όποιες έζησε. Ο φόβος και ο κίνδυνος που ισχυρίζεται ότι ένιωθε με αποτέλεσμα να την αναγκάσει να εγκαταλείψει τη χώρα της αφήνοντας μάλιστα πίσω το παιδί της, παρουσιάζεται αντιφατικός με το γεγονός ότι από το 2021 που κατά τα λεγόμενά της έλαβαν χώρα τα περιστατικά με τις απειλές στο κομμωτήριο της, εν τέλει, το 2023 αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, χωρίς να παρέχει κάποια ευλογοφανή εξήγηση για το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, πέραν από την γενικόλογη αναφορά της ότι κρυβόταν εκείνο το διάστημα, με αποτέλεσμα να μην συμβεί οτιδήποτε περαιτέρω.

 

Η αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας πλήττεται άλλωστε και από κάποιες περαιτέρω αντιφάσεις που έχω εντοπίσει στα λεγόμενά της. Ειδικότερα, κατά την καταγραφή του αιτήματος ασύλου της, ισχυρίστηκε ότι αναζητείτο από τους αυτονομιστές μαχητές προκειμένου να τους παρέχει πληροφορίες για τον αρραβωνιαστικό της και τους φίλους του (ερυθρό 3 του διοικητικού φακέλου), πλην όμως από τα λεγόμενά της κατά τη συνέντευξή της, προκύπτει ότι μέλη των αυτονομιστών μαχητών μετέβησαν μόνον δύο φορές στο κομμωτήριο της, απειλώντας την προκειμένου να τους αποκαλύψει που διέμενε ένας συγκεκριμένος φίλος του πατέρα της θυγατέρας της (ερυθρά 38 1x-5x και 39 5x του διοικητικού φακέλου). Σε αντίστοιχη δήλωση, ότι αυτονομιστές είχαν μεταβεί στο κομμωτήριο της απειλώντας την με όπλο και ζητώντας να μάθουν που βρίσκεται ο αρραβωνιαστικός της, προέβη και κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητάς της (ερυθρό 22 του διοικητικού φακέλου). Ουδόλως άλλωστε παραγνωρίζεται και το γεγονός ότι παρόλο που κατά την καταγραφή του αιτήματός της, κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητάς της και αρχικά κατά την συνέντευξής της ως προς την κατ΄ ουσίαν εξέταση του αιτήματός της, προσδιόριζε τον πατέρα της θυγατέρας της, που συνιστούσε και τη γενεσιουργό αιτία των προβλημάτων της, ως αρραβωνιαστικό της, όταν κλήθηκε να αναφέρει πότε είχαν αρραβωνιαστεί, άλλαξε τα λεγόμενά της και όταν τέθηκε υπόψη της η αντίφαση, δήλωσε ότι ήταν απλά σύντροφός της. Ακόμη και μετά την εν λόγω διευκρίνιση, εξακολουθούσε σε διάφορα σημεία της συνέντευξής της, να τον αποκαλεί αρραβωνιαστικό της.

 

Περαιτέρω, η αναφορά της κατά συνέντευξή της ότι διέθετε σχέση με τον πατέρα της θυγατέρας της για διάστημα πέντε ετών, δεν συνάδει χρονικά με την ηλικία της θυγατέρας της που γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2010, σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό της ότι αυτός σκοτώθηκε το 2021 (ερυθρά 39 και 40 του διοικητικού φακέλου). Οι ισχυρισμοί της κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητάς της, ότι το 2020 οι αυτονομιστές απήγαγαν τον αρραβωνιαστικό της από την οικία τους και τον μετέφεραν σε δασώδη περιοχή (ερυθρό 22 του διοικητικού φακέλου), δεν συνάδουν με τις αναφορές της κατά τη συνέντευξή της, σύμφωνα με τις οποίες, η ίδια δεν διέμενε με τον σύντροφό της, ότι αυτός σκοτώθηκε περί το 2021 και ότι την πληροφορία για το θάνατό του την είχε λάβει από κάποιο φίλο του που είχε μεταβεί στο κομμωτήριο της (ερυθρά 39 και 40 του διοικητικού φακέλου).  

 

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, διαπιστώνω ότι πρόκειται για ισχυρισμό προσωπικής φύσεως εκ των οποίων δεν απορρέει κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας. Ως εκ τούτου δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά την ενώπιον μου διαδικασία, η Αιτήτρια, εκπροσωπούμενη δια συνηγόρου παραλείπει να επιχειρήσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχειοθέτηση της υπόθεσής της και να καλύψει τα κενά που οι Καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών της. Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο δε διαθέτει ενώπιον του στοιχεία με βάση τα οποία θα ήταν σε θέση να οδηγηθεί σε διαφορετική κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

 

Ως εκ τούτου, από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτή δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση του συνηγόρου της, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια  κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Περαιτέρω, εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά και αιτιολογημένα, κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν και δη στο χωριό Mankon της Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, που συνιστά την περιοχή καταγωγής της και τον τόπο συνήθους διαμονής της, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται η περιοχή καταγωγής της και ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι το χωριό Mankon στην Bamenda.

 

Σε πρόσφατη έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect που δημοσιεύθηκε το 2025, αναφέρεται ότι τον Οκτώβριο του 2017, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, αυτό της «Ambazonia» στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, που συνιστούν τις αγγλόφωνες περιοχές. Έκτοτε, στις εν λόγω περιοχές, αυτονομιστές μαχητές και κρατικές δυνάμεις ασφαλείας εμπλέκονται σε συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα εκτεταμένες φρικαλεότητες κατά του άμαχου πληθυσμού.[1]

 

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας ευθύνονται για την πρόκληση αυθαίρετων δολοφονιών, για τη διάπραξη εκτεταμένων αδικημάτων σεξουαλικής βίας και βίας λόγω φύλου, για την καταστροφή αγγλόφωνων χωριών και για την υποβολή υπόπτων με αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Επιπρόσθετα, ένοπλοι αυτονομιστές ευθύνονται για δολοφονίες και απαγωγές, ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και κατά εργαζομένων στον τομέα παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει κιόλας την κρατική μόρφωση, συχνά επιτίθενται, τρομοκρατούν και απαγάγουν μαθητές και δασκάλους, ενώ καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[2]

 

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα που εντοπίζεται στην ιστοσελίδα του ACAPS, αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει ποικίλες παρατεταμένες κρίσεις που συνεχίζουν να καθορίζουν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα[3]. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις περιοχές, αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότερους από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, έως τον Φεβρουάριο του 2025[4].

 

Σε έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2024, αναφέρεται ότι οι πληθυσμοί στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών[5]. Σε έτερη έκθεση του 2025, αναφέρεται ότι η ανθρωπιστική κατάσταση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη συνεχιζόμενη ένοπλη βία και την ανασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων συγκοινωνιακών οδών, οι απαγωγές και οι δολοφονίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό[6].

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 12/12/2025), στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν 1,609 περιστατικά πολιτικής βίας[7], από τα οποία προκλήθηκαν 528 θανάτοι[8]. Συγκεκριμένα στην πόλη Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, καταγράφηκαν 45 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 42 θανάτοι[9]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,428,200 κατοίκους[10].

 

Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας (ενήλικη γυναίκα, νεαρή σε ηλικία, υγιής και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, ικανή προς εργασία και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της), διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτή, λόγω των προσωπικών της περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Το Δικαστήριο καταλήγει, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ' ουσίαν εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, ότι η τελευταία δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση[11]. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με  έξοδα στο ποσό των €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Global Centre for the Responsibility to Protect, ‘Cameroon - Populations at risk’ (14 November 2025), διαθέσιμο σε https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 22/12/2025

[2] Ό.π.

[3] ACAPS, ‘Country analysis – Cameroon’ διαθέσιμο σε https://www.acaps.org/en/countries/cameroon#  (ημερομηνία πρόσβασης 22/12/2025)

[4] Ό.π.

[5] UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’ σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 22/12/2025)

[6] UN OCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.74’ (February 2025) σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no74-february-2025  (ημερομηνία πρόσβασης 22/12/2025)

[7] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)

[8] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 12/12/2025), COUNTRY: Cameroon, Nord-Ouest) (ημερομηνία πρόσβασης 22/12/2025)

[9] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 12/12/2025), COUNTRY: Cameroon, Nord-Ouest, Bamenda) (ημερομηνία πρόσβασης 22/12/2025)

[10]  City population, Cameroon, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/  (ημερομηνία πρόσβασης 22/12/2025)

[11] Γρηγορόπουλος κ.α. ν Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414 και Γενεθλίου ν Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο