ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 2705/2024
31 Δεκεμβρίου 2025
[Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
V. Μ. T.
Αιτητής
και
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Αίτηση ημερομηνίας 25/04/2025 για προσαγωγή μαρτυρίας
Μ. Μπαγιαζίδου (κα) για τον Αιτητή
Β. Θωμά (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η αίτηση
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 10/07/2024 σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε.
Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής και πριν την συμπλήρωση των αγορεύσεων των μερών, καταχωρήθηκε, την 25/04/2025 από πλευράς Αιτητή, η υπό εξέταση αίτηση για χορήγηση άδειας προσαγωγής μαρτυρίας.
Με την υπό εξέταση αίτηση, ο Αιτητής αιτείται Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να δίδεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης (εφεξής «προτεινόμενη ένορκη δήλωση») ως αυτή επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κ. Ιωακειμίδου που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Ως ισχυρίζεται η ομνύουσα με την προτεινόμενη μαρτυρία η οποία προέρχεται από τον ίδιο τον Αιτητή, επιχειρείται η προσαγωγή μαρτυρίας προς απόδειξη της παραβίασης τρων κατευθυντήριων γραμμών της EASO κατά τη διενέργεια της συνέντευξης του Αιτητή και αφετέρου η περεταίρω τεκμηρίωση ή και απόδειξη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή αναφορικά με την επαγγελματική του ιδιότητα και τους λόγους που αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του.. Ο Αιτητής προτίθεται με την ένορκη δήλωσή του να προσκομίσει τα κάτωθι έγγραφα :
-Ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο των πρακτικών της συνέντευξης μαζί με χειρόγραφες σημειώσεις οι οποίες καταδεικνύουν τις λανθασμένες αναφορές ή/και ελλείψεις στο πρακτικό της συνέντευξης και αφορούν τους ισχυρισμούς του και άρα την ουσία της υπόθεσης.
- Ως Τεκμήριο 2, δέσμη φωτογραφιών που τον απεικονίζουν τον Αιτητή με στρατιωτική στολή, εξοπλισμό και συνάδελφους στρατιωτικούς σε αποστολές ή/και ασκήσεις του στρατού, οι οποίες αποδεικνύουν την ιδιότητά του ως στρατιωτικός
-Ως Τεκμήριο 3, Πιστοποιητικό τεχνικών ικανοτήτων με ημερομηνία έκδοσης 5/12/2019 που αποδεικνύει την ειδίκευσή του ως Κομάντο Πεζικού στον στρατό του Καμερούν
-Ως Τεκμήριο 4, Πιστοποιητικό πρακτικής εφαρμογής συνδυασμένων όπλων από το επιτελείο στρατού με ημερομηνία έκδοσης 06/2019 το οποίο αποδεικνύει την εκπαίδευση που έλαβε ως στρατιωτικός και
- Ως Τεκμήριο 5, Πιστοποιητικό υπηρεσίας του Αιτητή ως στρατιωτικός από το 2019 στη μονάδα του στην Bamenda.
Η αίτηση έφερε την αντίδραση των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν Ένσταση στις 13/06/2025 εισηγούμενοι την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, προβάλλοντας 13 λόγους επί των οποίων στηρίζεται η ένστασή τους. Ωστόσο με την γραπτή τους αγόρευση προωθούν ειδικότερα τη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί δεν αποδεικνύει κανένα λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης, και πως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου είναι γενικά και αόριστα και δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στην αποδοχή αυτής.
Αποτελεί θέση της συνηγόρου του Αιτητή προς υποστήριξη της αίτησής της για προσαγωγή μαρτυρίας, ότι η εν λόγω μαρτυρία θα πρέπει να επιτραπεί καθώς αποδεικνύει την παραβίαση των κατευθυντήριων γραμμών της EUAA κατά τη διενέργεια της συνέντευξης, τεκμηριώνεται περαιτέρω και αποδεικνύεται η αξιοπιστία των ισχυρισμών τόσο αναφορικά με την επαγγελματική του ιδιότητα, ήτοι του στρατιωτικού όσο και αναφορικά με τους λόγους που τον υποχρέωσαν να αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής.
Αναφορικά με το στάδιο της διαδικασίας και το χρόνο κατά τον οποίο καταχωρείται η σχετική αίτηση, υποστηρίζει η κ. Μπαγιαζίδου πως η αίτηση δεν προσκομίζεται σε καθυστερημένο στάδιο καθώς αφενός η υπόθεση δε βρίσκεται στο στάδιο των διευκρινήσεων και αφετέρου δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί η γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η Αίτηση και ως εκ τούτου η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Επιπλέον, αποτελεί θέση της ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε πως δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία κατά τη συνέντευξή του κατά τη διάρκεια των συναντήσεών του με τη συνήγορό του στα πλαίσια της σύνταξης της γραπτής του αγόρευσης και πως όταν το αντιλήφθηκε προέβη στην καταγραφή των λαθών και στην προσκόμιση των σχετικών τεκμηρίων άμεσα.
Σε σχέση με τα τεκμήρια αυτά καθ’ αυτά, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι είναι άμεσα σχετικά και αποδεικτικά της ιδιότητάς του ως στρατιωτικός, ισχυρισμός που αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης και συνδέεται άμεσα με του φόβους δίωξής του, ήτοι το ότι καταζητείται ως λιποτάκτης και ότι διώκεται από τους αυτονομιστές λόγω της στρατιωτικής του ιδιότητας.
Ο Αιτητής προάγει τον ισχυρισμό πως η μαρτυρία είναι άμεσα σχετική με τα επίδικα γεγονότα, καθώς όλα τα έγγραφα και στοιχεία τα οποία επιχειρεί να προσκομίσει αφορούν συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία συγκεκριμενοποιούνται με λεπτομέρεια στην εν λόγω αίτηση. Προτείνει επιπλέον πως τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στον Αιτητή, καθώς καταδεικνύουν πως πράγματι ο Αιτητής επαγγέλλετο στρατιωτικός στην χώρα του και συνηγορούν στην περαιτέρω απόδειξη τόσο του τρίτου όσο και του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού του.
Τέλος, αποτελεί θέση του Αιτητή πως η υποβολή της αίτησης δεν αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεδομένου πως εξηγείται με σαφήνεια ο λόγος για τον οποίο τα στοιχεία προσκομίζονται κατά το συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας και εξηγεί το λόγο για τον οποίο δε θα μπορούσαν να είχαν προσκομιστεί νωρίτερα. Τέλος, ο Αιτητής καταθέτει πως η αίτηση και τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτή είναι συμπληρωματικά της υπόθεσης και θα υποβοηθήσουν το έργο του Δικαστηρίου προς την εξεύρεση της αλήθειας.
Με τη σειρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθώς καταρχάς η μαρτυρία η οποία επιδιώκεται να προσαχθεί δεν επιτελεί κανέναν σκοπό και δεν είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση της υπόθεσης και της εξακρίβωσης των γεγονότων που θεωρούνται σχετικά με αυτήν. Επιπλέον, ο Αιτητής δεν αναφέρει ποιο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύει η μαρτυρία την οποία επιχειρεί να προσκομίσει. Αποτελεί θέση τους πως ο Αιτητής είχε και την ευκαιρία και το χρονικό περιθώριο να προσκομίσει τα έγγραφα που θεωρούσε υποστηρικτικά για το αίτημά του, χωρίς ωστόσο να το πράξει. Προσθέτει δε πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η παράλειψη υποβολής των εν λόγω εγγράφων δεν οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, αλλά και ούτε ανέφερε πότε και πως αυτά περιήλθαν στην κατοχή του.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση επισημαίνουν περαιτέρω ότι η ποιότητα των τεκμηρίων 3, 4 και 5 είναι τέτοια που καθιστούν την εξέτασή τους δυσχερή έως αδύνατη και πως ακόμη και να γίνουν δεκτά, δεν αυξάνουν τις πιθανότητες του Αιτητή να εμπίπτει στο καθεστώς του Πρόσφυγα ή της Συμπληρωματικής Προστασίας, ούτε ενισχύουν οποιοδήποτε επιχείρημα υπέρ οποιουδήποτε λόγου ακύρωσης.
Τονίζεται περαιτέρω πως τα τεκμήρια ανάγονται χρονικά στο έτος 2019 και επιχειρείται να προσαχθούν για πρώτη φορά με την αίτηση ημερομηνίας 25/04/2025, χωρίς να αναφέρεται ο ακριβής λόγος για τον οποίο δεν κατατέθηκαν σε προγενέστερο στάδιο ούτε ο τρόπος με τον οποίον περιήλθαν στην κατοχή του, ούτως ώστε να καταδείξει την ανυπαιτιότητά του στο να προσκομιστούν σε προγενέστερο χρόνο.
Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με το τεκμήριο 1, οι Καθ’ ων η αίτηση υπενθυμίζουν ότι μετά το τέλος της συνέντευξης ασύλου ο Αιτητή επιβεβαίωσε ότι αντιλαμβάνεται τις ερωτήσεις, υπέγραψε κάθε σελίδα επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενό της και επιπλέον στην αρχή της συνέντευξης δήλωσε ότι κατάλαβε και αντιλήφθηκε την όλη διαδικασία που θα ακολουθείτο. Επιπλέον, ρωτήθηκε ρητά αν έχει οποιαδήποτε έγγραφα να υποβάλλει και αποκρίθηκε αποφατικά. Ως εκ των άνω, οι ισχυρισμοί του περί λανθασμένων καταγραφών στα πρακτικά και περί αδυναμίας προσκόμισης των εν λόγω εγγράφων συνιστούν κενοφανείς ισχυρισμούς και όχι μαρτυρία ικανή να προσαχθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας.
Αναφορικά με το τεκμήριο 2, ήτοι το φωτογραφικό υλικό, οι Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν πως αποτελούν φωτοαντίγραφα αμφιβόλου ποιότητας, δυσδιάκριτες και με έντονο το μαύρο χρώμα, με αποτέλεσμα να μη φαίνονται ξεκάθαρα τα πρόσωπα που απεικονίζονται σε αυτές. Ως εκ τούτου, δε μπορούν να εξαχθούν βέβαια συμπεράσματα για την ταυτοποίηση των προσώπων σε αυτά, όπως επίσης δε μπορεί να διαπιστωθεί ο χρόνος λήψης των εν λόγω φωτογραφιών.
Σε σχέση με τα τεκμήρια 3 έως 5, οι Καθ΄ ων η αίτηση τονίζουν ότι πρόκειται για δυσανάγνωστα φωτοαντίγραφα πολύ κακής ποιότητας τα οποία καθιστούν την εξέτασή τους από δυσχερή έως και αδύνατη, με τις σφραγίδες σε αυτά να είναι θολές και να μην προκύπτει ευκρινώς η υπηρεσία που τα εξέδωσε.
Ως εκ των άνω, οι Καθ΄ ων η αίτηση καταλήγουν ότι τα τεκμήρια που επιχειρεί να υποβάλλει ο Αιτητής δεν ενισχύουν τις πιθανότητές του να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα ή/και να του παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία με βάση τα άρθρα 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000.
Κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης, οι συνήγοροι και των δύο πλευρών υιοθέτησαν τις γραπτές του αγορεύσεις, εμμένοντας στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους.
Το δικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας, καθορίζεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας του 2019, όπου σύμφωνα με τον Κανονισμό 8:
«Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις».
Παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992 και Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και με τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται (βλ. K.N.K. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 5787/13, ημερομηνίας 18/10/2019).
Επομένως, για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση (βλ. Ιωσηφίδης v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου,(2006) 3 ΑΑΔ 677). Εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσαχθεί δεν συγκεκριμενοποιείται, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αξιολογηθεί η σχετικότητα της (βλ.υποθ. αρ. 1024/14 FBME Bank Ltd v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ημερομηνίας 18/12/2015).
Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας πως τα γεγονότα που επιδιώκονται να προσαχθούν με μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται με λεπτομέρεια (βλ. Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 591, υπόθεση αρ. 300/03, Χρ. Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, ημερομηνίας 20/11/02). Όλες οι πιο πάνω κατευθυντήριες αρχές επιβεβαιώθηκαν και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420,(2003) 3 ΑΑΔ 507.
Επιπρόσθετα, δεν είναι δυνατόν να προσαχθεί μαρτυρία η οποία διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει τα στοιχεία που η διοίκηση είχε ενώπιον της κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, και Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335).
Όπως ωστόσο προκύπτει από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν.73(Ι)/2018, το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάζει πλήρως τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που άπτονται αίτησης διεθνούς προστασίας. Το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν είχε τεθεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η παράλειψη αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του/της αιτητή/τριας και αδυνατούσε να τα προσκομίσει. Περαιτέρω, όταν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στον/στην αιτητή/τρια, σύμφωνα με τον Κανονισμό 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, ως είχε προ της τροποποίησής του με τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2022.
Έχοντας αναφέρει τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές, κρίνω ορθό και σκόπιμο όπως εξετάσω αυτεπάγγελτα κατά πόσο υπάρχει παρατυπία στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση του Αιτητή, η οποία σε περίπτωση επιτυχίας κρίνει και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης.
Παρατηρώ ότι η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κ. Ιωακειμίδου στην οποία επισυνάπτεται και η προτεινόμενη ένορκη δήλωση του Αιτητή, ως Τεκμήριο 1 συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα και επ αυτής επισυνάπτονται τα υπό προσαγωγή τεκμήρια 1 μέχρι 5 ως αυτά περιγράφονται πιο πάνω.
Ανατρέχοντας στο δικαστικό φάκελο και κυρίως στα παραρτήματα της ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση παρατηρώ ότι ο Αιτητής δήλωσε ως γλώσσα επικοινωνίας την αγγλική και η συνέντευξη του ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση, έγινε επίσης στην αγγλική γλώσσα. Δεν προκύπτει από πουθενά η γνώση του Αιτητή της ελληνικής γλώσσας σε τέτοιο μάλιστα βαθμό και επίπεδο ώστε να προβεί σε ένορκη δήλωση, γεγονός που αφήνει αμφιβολίες για το περιεχόμενο αυτής.
Το θέμα της σύνταξης ένορκων δηλώσεων από άτομα που δεν ομιλούν και κατανοούν την ελληνική γλώσσα, απασχόλησε κατ’ επανάληψη τα Δικαστήρια, και αποτελεί πάγια πλέον νομολογιακή αρχή ότι η ένορκη δήλωση οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή σ' αυτόν και αυτή να συνοδεύεται με τη μετάφραση της, καθώς επίσης και με σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή, δια της οποίας να βεβαιώνει το πιστό και αληθές του περιεχομένου της. Επομένως η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σύμφωνα με το Annual Practice 1995, σελ. 683, περιλαμβάνει την κατάθεση ένορκης δήλωσης μεταφραστή.
Στην υπο εξέταση περίπτωση, έχουμε ένορκη δήλωση συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα από πρόσωπο το οποίο από πουθενά δεν διαφαίνεται ότι γνωρίζει ελληνικά.
Το Εφετείο στην απόφασή του Ε.Κ. ν. D.K. Έφεση 10/22 ημερομηνίας 26/02/2024 αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά, με το υπο εξέταση θέμα, στα οποία παραπέμπω:
«Είναι αυτονόητο ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα και, κατ' επέκταση, η ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά μαρτυρία, θα πρέπει να δίνεται σε γλώσσα κατανοητή στον συγκεκριμένο μάρτυρα. Ως προς μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης, σαφής είναι η νομολογία. Ως εξηγείται στην GANNA MAKOVETSKA-GRYNEVYCH v.SERGII GRYNEVYCH, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε57/2017, ημερομηνίας 4.10.2023:
«Είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εφεσείουσα ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683).
Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772:
«Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321).»
(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Λίγο μετά την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) ακολούθησε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos (2003) 1 Α.Α.Δ. 782, η οποία αφορούσε ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Certiorari, η οποία είχε συνταχθεί στα ελληνικά από μέρους Ολλανδής υπηκόου η οποία δεν γνώριζε ελληνικά. Και σ' εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δε συνιστούσε ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου, επαναλαμβάνοντας τα εξής:
«Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772).»
Το ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Κrishnakanthan (2011) 1 Α.Α.Δ. 7 .. »
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τηρήθηκαν τα πιο πάνω. Ο εφεσίβλητος αναγνώρισε μη καλή αντίληψη της γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η ένορκη δήλωση της μαρτυρίας του, μάλιστα δεν μπορούσε να καταλάβει τι αναφερόταν σε τυχαίο απόσπασμα της ένορκης του δήλωσης. Ο ίδιος, προφανώς αμυνόμενος στις σχετικές ερωτήσεις, παρέπεμψε σε συνομιλίες του, στο παρελθόν, στη ρωσική γλώσσα. Η αναφορά ότι αντιλαμβάνεται αγγλικά σε απλή μορφή δεν απαντά το ζητούμενο, το οποίο πάντοτε είναι η επιβεβαίωση ότι η ένορκη δήλωση/μαρτυρία είναι σε γλώσσα κατανοητή στον μάρτυρα, ώστε τα αναφερόμενα στη μαρτυρία αυτή να είναι προϊόν του μάρτυρα. Κι αυτό, δηλαδή η κατανόηση από τον εφεσίβλητο των όσων καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του, με κάθε σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τας περιστάσεις, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί. Ενώ, υπήρχαν οι δικονομικοί μηχανισμοί, κατά την επανεξέταση, να διαπιστωθεί τέτοια αντίληψη, εφόσον υφίστατο».
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Valentina Stoeva v. Δημοκρατίας, αρ. προσφυγής 1405/09, ημερομηνίας 10/11/09, εξετάζοντας προδικαστική ένσταση σε ενδιάμεση αίτηση, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Η ύπαρξη του πραγματικού υποβάθρου είναι ένα άλλο βασικό προαπαιτούμενο για την προώθηση της αίτησης.
[.]
Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν έχουν σχετική πρόνοια για την αντίκριση περιπτώσεων αναγκαιότητας παροχής ένορκης δήλωσης σε ξένη γλώσσα. Καταφεύγουμε για το σκοπό στην αγγλική πρακτική και ιδιαίτερα στους παλιούς αγγλικούς θεσμούς στο Annual Practice 1995 σελ.683 που περιγράφει την αναγκαία διαδικασία. Αυτή περιλαμβάνει την κατάθεση ουσιαστικά τριών ενόρκων δηλώσεων. Αρχικά την ένορκη δήλωση στη γλώσσα του δηλούντα, στη συνέχεια επισύναψη μετάφρασης της ενόρκου δηλώσεως και τέλος μια ένορκη δήλωση του μεταφραστή. Η διαδικασία αυτή επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ορθή και αναγκαία να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αντιμετώπισης ενόρκων δηλώσεων από άτομα που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, και αναφέρομαι στην υπόθεση Φωτίου κ.α. (2003)1(Β) Α.Α.Δ. 782.» (o τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου)
Υπενθυμίζω την πιο πάνω διαπίστωσή του Δικαστηρίου, ότι από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν προκύπτει πουθενά γνώση του ομνύοντα την προτεινόμενη ένορκη δήλωση της ελληνικής γλώσσας ώστε να είναι σε θέση ο ίδιος να προβεί σε ένορκη δήλωση στα αγγλικά. Η γλώσσα που ομιλεί και επικοινωνεί ο Αιτητής είναι τα αγγλικά και όχι τα ελληνικά. Σύμφωνα με τα όσα αναλύθηκαν πιο πάνω, ένορκη δήλωση που δεν είναι συνταγμένη σε γλώσσα που γνωρίζει ο ομνύοντας δεν συνιστά μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Τούτων λεχθέντων, διαπιθστώνω πως στην υπο εξέταση περίπτωση δεν έχει ακολουθηθεί η σωστή διαδικασία. Περαιτέρω, υπήρξε παράβαση σχετικών πρακτικών και νομολογίας ως προς την υποβολή ένορκων δηλώσεων από άτομα που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, στην οποία δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου προς διόρθωση των όποιων λαθών και παραλήψεων έχουν γίνει από τα μέρη[1], και κατά συνέπεια δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως βάσιμο λόγο για να προχωρήσει το Δικαστήριο σε περαιτέρω εξέταση της αίτησης.
Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη χωρίς έξοδα εφόσον το θέμα δεν εγέρθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ως η υποχρέωσή τους.
Α. ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ
[1][1] Παραπέμπω στην απόφαση του Εφετείου, Εφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ.23/21 ημερομηνίας 17/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A399
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο