C.K.J. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4235/2023, 19/12/2025
print
Τίτλος:
C.K.J. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4235/2023, 19/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 4235/2023  

19 Δεκεμβρίου 2025 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

 

Μεταξύ: 

C.K.J. 

Αιτητής 

-και- 

 

Κυπριακή Δημοκρατία,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου 

 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Π. Κ. Γιαννακάς (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Χ’’Ιωσήφ (κα) για Β. Θωμά (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής παρών

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιήσας σε αυτόν μέσω επιστολής ημερομηνίας 18/10/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αναγνωρίζοντας τον Αιτητή ως πρόσφυγα ή εναλλακτικά, δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας. Με τρίτη αιτούμενη θεραπεία, καλείται το Δικαστήριο όπως εκδώσει απόφαση με την οποία να ακυρώνει την απόφαση επιστροφής που περιέχεται στην απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, ως παραβιάζουσα την αρχή της μη επαναπροώθησης, αφού σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παραβιαστεί το δικαίωμα του Αιτητή στη ζωή ή/και να υποβληθεί σε βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική ή/και εξευτελιστική τιμωρία ή/και μεταχείριση, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Δημοκρατίας της Νιγηρίας (εφεξής Νιγηρία), ο οποίος σύμφωνα με δήλωσή του, στις 09/10/2022 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως, στις 31/10/2022 εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας εν τέλει στις 14/11/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 18/09/2023 διενεργήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ στη συνέχεια, την 21/09/2023, συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.

 

Στις 29/09/2023, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της Έκθεσης/Εισήγησης, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στη Νιγηρία. 

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 18/10/2023, παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν και ακολούθησε η εμπρόθεσμη υποβολή της παρούσας προσφυγής.

 

Με την αίτηση ακυρώσεως, ο Αιτητής προβάλλει αριθμό νομικών ισχυρισμών προς υποστήριξη του αιτήματός του για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, πλην όμως με την αγόρευση του συνηγόρου του, προωθούνται εν τέλει ορισμένοι μόνο από αυτούς.

 

Με την πολυσέλιδη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος για τον Αιτητή, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας, ότι συνιστά αποτέλεσμα πραγματικής και νομικής πλάνης και ότι παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης. Είναι η θέση του ότι δεν είχαν τεθεί στον Αιτητή περαιτέρω διερευνητικές ερωτήσεις ως προς τους ισχυρισμούς του που σχετίζονται με τον πυρήνα του αιτήματός του, αλλά και για τον κίνδυνο που διατρέχει εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα του, της εθνοτικής του καταγωγής και του επαγγέλματός του ως δημοσιογράφος. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι δεν τηρήθηκαν οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου, έλαβαν χώρα πλημμέλειες κατά τη διεξαγωγή της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή και ότι αυτή λήφθηκε από λειτουργό που δεν είναι καταρτισμένος και δεν κατέχει τα απαραίτητα προσόντα. Επιπλέον ο κ. Γιαννακάς προβάλει ισχυρισμό περί λανθασμένης και ελλιπούς έρευνας ως προς το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για συμπληρωματική προστασία και παραθέτοντας γενικές πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής κινδυνεύει σε περίπτωση επιστροφής του, ενώ δεν κρίνεται ως εύλογη και ασφαλής, ούτε η μετεγκατάσταση του σε διαφορετική περιοχή.  

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ' ων η αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, χωρίς να εμφιλοχωρήσει καμία πλάνη στη λήψη της, είναι αποτέλεσμα επαρκούς αιτιολογίας και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει από το Νόμο. Ακόμη, αποτελεί θέση τους ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανέναν απολύτως ισχυρισμό, ο οποίος να συνηγορεί προς το γεγονός ότι αυτός εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή συμπληρωματικής προστασίας και καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι των μερών, υιοθέτησαν τους εκατέρωθεν προωθούμενους ισχυρισμούς τους, με τον κ. Γιαννακά ωστόσο να μην αμφισβητεί ουσιαστικά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αφορούν σε ιδιωτικής φύσεως διαφορά που αντιμετώπιζε στην χώρα καταγωγής του.

 

Κατ΄ αρχήν παρατηρώ ότι πλείστοι από τους ισχυρισμούς του Αιτητή που περιέχονται στην αίτηση ακυρώσεως είναι γενικοί, αόριστοι και χωρίς την απαιτούμενη εξειδίκευση, κυρίως όμως δεν προωθούνται, εξειδικεύονται και αναπτύσσονται στην γραπτή του αγόρευση, κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά απόφασης του ΔΔΔΠ 29/21, ΑΝΤΙΚ ν Δημοκρατίας ημερ. 04/10/2021 όπου γίνεται ανασκόπηση ως προς την εμβέλεια του κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Ακολουθώντας την ισχύουσα νομολογία, οι ισχυρισμοί του Αιτητή οι οποίοι περιέχονται στην αίτηση ακυρώσεως θα εξεταστούν στο βαθμό που αυτοί προωθούνται και εξειδικεύονται στην γραπτή του αγόρευση. Σε σχέση με τους λοιπούς ισχυρισμούς, κρίνω ότι αυτοί θα πρέπει να απορριφθούν και απορρίπτονται.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των μερών και πρωτίστως, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο λειτουργός που διεξήγαγε την συνέντευξη δεν είναι κατάλληλα καταρτισμένος και δεν κατέχει τα απαραίτητα προσόντα, παρατηρώ ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία και σε κάθε περίπτωση ο συνήγορος του Αιτητή δεν έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο, τέτοια στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να ανατρέψουν το τεκμήριο κανονικότητας που περιβάλλει τις πράξεις και αποφάσεις της Διοίκησης, ως εκ τούτου ο ισχυρισμός δε δύναται να εξεταστεί περαιτέρω και απορρίπτεται.

 

Δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

  

Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε πως η σύντροφός του απεβίωσε κατά τη γέννα, με αποτέλεσμα να κατηγορείται από την οικογένειά της για το θάνατό της και να λάβει απειλές θανάτου. Φοβούμενος για τη ζωή του, δεν προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.

 

Στο πλαίσιο της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννηθείς στην πόλη Awarra της πολιτείας Imo, όπου έζησε μέχρι την ηλικία των δέκα ετών. Ακολούθως, έζησε για διάστημα πέντε ετών στην πολιτεία Lagos και μετέπειτα επέστρεψε στην πόλη Awarra, όπου παρέμεινε μέχρι την ηλικία των δεκαεννέα ετών. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκε στην πόλη Owerri της πολιτείας Imo, που συνιστά και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του πριν την αναχώρησή του από τη χώρα του.

 

Κατά δήλωσή του χριστιανός πεντηκοστιανός ανήκον στην φυλή Igbo, άγαμος και άτεκνός. Η πατρική του οικογένεια αποτελείται από τους γονείς του και τα τέσσερα αδέλφια του όλοι διαμένοντες στην πόλη Owerri της πολιτείας Imo, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κατέχει δίπλωμα δημοσιογραφίας, με εργασιακή εμπειρία δύο ετών στον τομέα της ενημέρωσης, διαφήμισης και διανομής εφημερίδων στην πόλη Owerri της πολιτείας Imo.

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση με την θυγατέρα του εργοδότη του, η οποία στις 16/02/2022, απεβίωσε μαζί με το τέκνο τους, εξαιτίας επιπλοκών κατά τον τοκετό. Μετά το θάνατό της, οι γονείς της συντρόφου του, ξεκίνησαν να τον κατηγορούν ότι αυτός ευθύνεται για το θάνατό της, αναζητώντας τον καθημερινά στην οικία του εξαπολύοντας απειλές εναντίον του. Μία εβδομάδα μετά το θάνατό της συντρόφου του, μετακόμισε στην οικία της αδελφής του που βρίσκεται στην πολιτεία Lagos δηλώνοντας πως ενόσω ζούσε εκεί, δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Παρόλα αυτά, φοβόταν ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο από την οικογένειά της αποβιώσασας συντρόφου του, και ως εκ τούτου, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του.

 

Κατά την υποβολή διερευνητικών ερωτήσεων στον Αιτητή, δήλωσε ότι εξαρχής τα μέλη της οικογένειας της συντρόφου του γνώριζαν για την σχέση τους και όσον αφορά την αντίδρασή τους, όταν ενημερώθηκαν για την εγκυμοσύνη, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς της είχαν αποδεχτεί το γεγονός και τους είχε υποσχεθεί ότι θα παντρευτεί την θυγατέρα τους μετά τη γέννηση του τέκνου τους.

 

Ο Αιτητής δεν ήταν παρών στο νοσοκομείο κατά τον τοκετό και ενημερώθηκε για το τι είχε συμβεί από τους γονείς της. Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο κατηγορείτο για το θάνατο της συντρόφου του, έστω και εάν ήταν εμφανές ότι απεβίωσε εξαιτίας επιπλοκών κατά τον τοκετό ενόσω βρισκόταν στο νοσοκομείο όπου μπορούσε να της παρασχεθεί η κατάλληλη ιατρική φροντίδα, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας της επιζητούσε εκδίκηση γιατί πιστεύει ότι ο Αιτητής ευθύνεται για το θάνατο της μοναχοκόρης του, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο για αυτή του την πεποίθηση. Κατά τα λεγόμενά του, πέντε ημέρες μετά το θάνατό της, ξεκίνησαν να του επιρρίπτουν ευθύνες για ό,τι είχε συμβεί και για αυτό το λόγο μετακόμισε στην πολιτεία Lagos.

 

Προτού αποχωρήσει για την πολιτεία Lagos, έτυχε να συναντήσει μόνο τον αδελφό της αποβιώσας συντρόφου του στην αγορά, ζητώντας του να ηρεμήσει τους γονείς του. Μετά την κηδεία της συντρόφου του, που έλαβε χώρα δύο ημέρες μετά το θάνατό της, δεν είχε συναντήσει ξανά τους γονείς της, ούτε και είχε οποιαδήποτε περαιτέρω επικοινωνία με οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς της, μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα του. Ωστόσο υποστηρίζει πως προτού εγκαταλείψει τον τόπο διαμονής του στην πόλη Owerri, έτυχε μέλη της οικογένειας της συντρόφου του, να επισκεφθούν την οικογενειακή του οικία αλλά αυτός απουσίαζε και ακολούθως, αφότου μετέβη στην πολιτεία Lagos, μετέβαιναν περιστασιακά κάθε μήνα στην οικογενειακή του οικία, αναζητώντας τον και εξαπολύοντας απειλές που τον αφορούσαν. Οι απειλές εναντίον μελών της οικογένειάς του σε σχέση με τον Αιτητή, συνεχίστηκαν και αφότου εγκατέλειψε τη χώρα του.

 

Ουδέποτε, προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία, εξαιτίας του φόβου που ένιωθε, καθώς ο πατέρας της αποβιώσασας συντρόφου του, τον οποίο και κατονόμασε, διέθετε διασυνδέσεις. Σύμφωνα με τις αναφορές του, είναι επιχειρηματίας, γνωστός στην περιοχή διαμονής του και διαθέτει ένα μικρό κατάστημα, όπου ο Αιτητής τον βοηθούσε με την πώληση τροφίμων. Κληθείς να εξηγήσει την αναφορά του ότι κατείχε διασυνδέσεις και τους λόγους για τους οποίους φοβόταν να ζητήσει τη συνδρομή των αρχών της χώρας του, ο Αιτητής, δήλωσε ότι διαθέτει εγκληματίες («gangsters»), η οικογένειά του τον προέτρεψε να εγκαταλείψει τη χώρα του για να σωθεί και ότι πέραν των όσων παρέθεσε, δεν γνωρίζει περαιτέρω πληροφορίες για το εν λόγω πρόσωπο.

 

Ερωτηθείς για ποιο λόγο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του τον Οκτώβριο του 2022, παρόλο που από τα τέλη Φεβρουαρίου του 2022 που διέφυγε στην πολιτεία Lagos, δεν είχε επικοινωνία με κανένα μέλος της οικογένειας της αποβιώσασας συντρόφου του, ούτε αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα, ο Αιτητής δήλωσε ότι ζούσε υπό τον φόβο και εάν παρέμενε στη χώρα του, θα τον σκότωναν. Σε περίπτωση που επιστρέψει, φοβάται ότι θα σκοτωθεί από την οικογένεια της αποβιώσασας συντρόφου του και ότι θα φυλακιστεί διά βίου, εξαιτίας της επιρροής που κατέχει ο πατέρας της. Τέλος, δεν πιστεύει ότι θα μπορούσε εγκατασταθεί για να ζήσει σε διαφορετική περιοχή, καθώς η ζωή του εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο από την οικογένεια της αποβιώσασας συντρόφου του.

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διήκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ, την περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό του ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του, καθώς τον θεωρούσαν υπεύθυνο για το θάνατό της κατόπιν επιπλοκών κατά τη διάρκεια του τοκετού του τέκνου τους.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επιπλέον, ο Αιτητής προσκόμισε διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής του.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος. Πιο αναλυτικά, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν στοιχειοθέτηθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή, καθώς οι δηλώσεις του, στερούνταν επαρκών πληροφοριών και λεπτομερειών. Σύμφωνα με τον αρμόδιο λειτουργό των Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής αδυνατούσε να παράσχει συνεκτικές και επαρκείς εξηγήσεις για να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι κατηγορείτο για το θάνατο της συντρόφου του, καθώς, κατά τις αναφορές του, αφενός οι γονείς της ήταν ενήμεροι εκ των προτέρων για τη σχέση τους και είχαν αποδεχτεί την εγκυμοσύνη της και αφετέρου, η πρώην σύντροφός του απεβίωσε εξαιτίας επιπλοκών κατά τη διάρκεια του τοκετού στο νοσοκομείο όπου μπορούσε να τύχει της απαραίτητης ιατρικής φροντίδας. Κρίθηκε ότι κατά τρόπο γενικόλογο και αόριστο ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της εν λόγω κοπέλας ήθελε να πάρει εκδίκηση θεωρώντας τον υπεύθυνο για το θάνατό της, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω ως προς τους λόγους για τους οποίους είχε αυτή την πεποίθηση. Κατά δήλωσή του, μετά τον θανάτου της πρώην συντρόφου του, μέλη της οικογένειάς της τον αναζητούσαν στην οικία του και εξαπέλυαν απειλές εναντίον του, πλην όμως από τα τέλη Φεβρουαρίου που εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής του και διέφυγε στην πολιτεία Lagos, δεν είχε ξανά επικοινωνία μαζί τους, δεν είχε οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα, ούτε έχει υποστεί γενικότερα οτιδήποτε μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, με αποτέλεσμα να μην παρατίθεται οποιαδήποτε επαρκής εξήγηση που να δικαιολογεί την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα του τον Οκτώβριο του 2022, πέραν από την γενικόλογη αναφορά του ότι φοβόταν για τη ζωή του. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει με επαρκή τρόπο τους λόγους για τους οποίους δεν προέβη σε σχετική καταγγελία και δεν αιτήθηκε τη συνδρομή των αρχών της χώρας του ως προς τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι λάμβανε, ενώ οι αναφορές του για το αίσθημα φόβου που ένιωθε λόγω των διασυνδέσεων και της επιρροής του πατέρα της πρώην συντρόφου του κρίθηκαν γενικές και ανεπαρκείς.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε πληροφορίες από εξωτερική πηγή πληροφόρησης που υποδηλώνουν περιπτώσεις όπου λαμβάνονται ενέργειες από συγγενείς ενός προσώπου που απεβίωσε υπό συνθήκες τις οποίες εκλαμβάνουν ως ασαφείς, καταλήγοντας ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή δεν τεκμηριώθηκε και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων και του προφίλ του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του που βρίσκεται στην πολιτεία Imo στη Νιγηρία, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση κρίθηκε ότι από τα στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, τις δηλώσεις του και την ανάλυση κινδύνου δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, προσθέτοντας ότι δεν προέκυψε κίνδυνος σοβαρής βλάβης ούτε στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης του Αιτητή στο άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα η πολιτεία Imo στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή  να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο αιτητής  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξή του ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του αιτητή, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης/Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ' ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που ο ίδιος ο Αιτητής προέβαλε κατά την συνέντευξή του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ, την περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του, ως προς το ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του, καθώς τον θεωρούσαν υπεύθυνο για το θάνατό της κατόπιν επιπλοκών κατά τη διάρκεια του τοκετού του τέκνου τους, ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης, διαπιστώνω ότι πράγματι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή, χαρακτηρίζονται από γενικότητες, αοριστίες και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Ειδικότερα, παρόλο που ο Αιτητής δήλωσε ότι ο θάνατος της συντρόφου του οφείλεται σε επιπλοκές που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του τοκετού ενόσω βρισκόταν στο νοσοκομείο, εντούτοις, κατά τρόπο γενικό και αόριστο ισχυρίστηκε ότι κατηγορείται από την οικογένειά της ότι αυτός ευθύνεται για το θάνατό της, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει να λαμβάνει απειλές και να αναγκαστεί εν τέλει να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ακόμη και όταν κλήθηκε να εξηγήσει πως είναι δυνατόν να κατηγορείται για το θάνατό της, ο Αιτητής αδυνατούσε να παραθέσει κάποια ευλογοφανή εξήγηση για να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του, πέραν από τις γενικόλογες αναφορές του ότι ο πατέρας της ήθελε να εκδικηθεί επειδή τον θεωρούσε υπεύθυνο, μη γνωρίζοντας ωστόσο τον λόγο για τον οποίο έχει αυτή την πεποίθηση.

 

Εξίσου γενικόλογες και καθόλου βιωματικές κρίνονται και οι αναφορές του ως προς τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι προέρχονταν από μέλη της οικογένειάς της αποβιώσασας συντρόφου του, ενώ από τα λεγόμενά του, προκύπτει ότι λάμβαναν μόνον την μορφή λεκτικών απειλών, χωρίς να έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη. Από τα τέλη περίπου του Φεβρουαρίου του 2022 που εγκατέλειψε την οικογενειακή του οικία και διέφυγε στην πολιτεία Lagos, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2022 που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, επιβεβαίωσε ότι δεν είχε συναντήσει ή επικοινωνήσει ξανά με οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας της αποβιώσασας συντρόφου του, ούτε είχε αντιμετωπίσει οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα που να συνδέεται με το θάνατο της τελευταίας. Παρά τον κίνδυνο που ισχυρίζεται ότι διέτρεχε, ουδέποτε προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για τις απειλές που λάμβανε, προτού λάβει την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα του. Οι εξηγήσεις που παρέθεσε για να δικαιολογήσει την εν λόγω απόφασή του δεν κρίνονται επαρκείς, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη του γεγονότος ότι οι σχετικές του αναφορές για τον πατέρα της αποβιώσασας συντρόφου του, την επιρροή και τις διασυνδέσεις που κατέχει, όπως επίσης και του φόβου που του προκαλούσε το γεγονός αυτό, ήταν γενικές και αόριστες, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. Σημειώνεται άλλωστε ότι παρά τον ισχυρισμό του ότι απειλές συνεχίστηκαν ακόμη και μετά την αποχώρησή του από τη χώρα του, εντούτοις, δεν παρατέθηκαν από τον Αιτητή οποιεσδήποτε πληροφορίες που να υποδηλώνουν ότι η οικογένειά του, που εξακολουθεί να βρίσκεται στη χώρα του, έχει υποστεί οτιδήποτε από την οικογένεια της αποβιώσας συντρόφου του.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι πρόκειται για ισχυρισμό προσωπικής φύσεως που αφορά προσωπικού χαρακτήρα περιστατικά τα οποία δεν είναι δυνατόν να εντοπισθούν και να επιβεβαιωθούν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά την ενώπιον μου διαδικασία, ο Αιτητής, εκπροσωπούμενος δια συνηγόρου, παραλείπει να επιχειρήσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχειοθέτηση της υπόθεσής του και να καλύψει τα κενά που οι Καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών του, προωθώντας και πάλιν ότι όφειλαν οι Καθ’ ων η αίτηση να υπέβαλλαν στον Αιτητή επιπρόσθετες ερωτήσεις, χωρίς ωστόσο να συγκεκριμενοποιείται ο ισχυρισμός τους αυτός . Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο δε διαθέτει ενώπιον του στοιχεία με βάση τα οποία θα ήταν σε θέση να οδηγηθεί σε διαφορετική κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.

 

Σε σχέση με τον ισχυρισμό που προβάλλεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας περί πλημμελούς έρευνας ως προς τον κίνδυνο που διατρέχει ο Αιτητής εξαιτίας του επαγγέλματός του ως δημοσιογράφος και της εθνοτικής του καταγωγής, σημειώνονται τα ακόλουθα. Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής κατέχει δίπλωμα δημοσιογραφίας και έτυχε να εργαστεί στη χώρα του για περίοδο δύο ετών στα τμήματα διαφημίσεων και διανομής εφημερίδων. Σε κανένα σημείο ωστόσο της συνέντευξής του, δεν προβλήθηκε από πλευράς του Αιτητή ισχυρισμός ότι διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο εξαιτίας της εθνοτικής του καταγωγής ή/και του επαγγελματικής του δραστηριότητας που να συνδέεται με τον πυρήνα του αιτήματός του, ώστε να καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω διερεύνησή του. Άλλωστε, πληροφορίες που εντοπίζονται σε εξωτερική πηγή πληροφόρησης, καταδεικνύουν ότι η φυλή του Αιτητή (Igbo), η οποία κυρίως εμφανίζεται στα ανατολικά, αποτελεί μία εκ των τριών κύριων φυλών στη χώρα του[1]. Ενόψει των πιο πάνω αναφερομένων και λαμβανομένης υπόψη της αοριστίας με την οποία προβάλλεται ο σχετικός ισχυρισμός και της μη προσκόμισης περαιτέρω στοιχείων που να υποδηλώνουν ότι διατρέχει εξατομικευμένα κάποιο κίνδυνο, ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται.

 

Μελετώντας τον διοικητικό φάκελο, διαπιστώνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και, στη βάση αυτών, εξέδωσαν αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, ορθά κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του N.6(I)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, ήτοι στη Νιγηρία και δη στην πολιτεία Imo της Νιγηρίας.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην πόλη Owerri της πολιτείας Imo, που συνιστά κατά τις δηλώσεις του Αιτητή τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του πριν την αναχώρησή του από τη χώρα του.

 

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία είναι αναμεμειγμένη σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συρράξεις ενάντια στις μη κρατικές ένοπλες ομάδες Boko Haram και ISWAP (Islamic State in West Africa Province).[2]

 

Σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρεται ότι η Νιγηρία συνεχίζει να αντιμετωπίζει ένα πρωτοφανές κύμα αλληλεπικαλυπτόμενων κρίσεων, όπου οι ληστείες, η εγκληματικότητα και οι απαγωγές, οι εξτρεμιστικές εξεγέρσεις, οι αποσχιστικές ταραχές, η τρομοκρατία και οι συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων, είναι μερικές από τις προκλήσεις που επηρεάζουν την ασφάλεια και την προστασία των υπηκόων της χώρας[3]. Δολοφονίες, απαγωγές και βίαιες επιδρομές από τις λεγόμενες συμμορίες ληστών («bandit gangs»), συνέχισαν να μαστίζουν τη βορειοδυτική[4] και βορειοκεντρική[5] περιοχή της χώρας, ενώ οι ένοπλες ομάδες Boko Haram και ISWAP, εξακολουθούσαν να παραμένουν ενεργές και να δραστηριοποιούνται στα βορειοανατολικά κατά τη διάρκεια του 2024[6]. Σύμφωνα με έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect, οι ομάδες Boko Haram και ISWAP έχουν κλιμακώσει τις εκστρατείες τους το 2025, εξαπολύοντας καθημερινά επιθέσεις εναντίον αμάχων και δυνάμεων ασφαλείας[7]. Ύποπτοι αντάρτες της Boko Haram, παραμένουν ενεργοί στα προπύργιά τους, στις πολιτείες Yobe και Borno[8].

 

Η βία μεταξύ των κτηνοτρόφων και αγροτών συνεχίστηκε στη βορειοκεντρική περιοχή της Νιγηρίας, κατά τη διάρκεια του έτους 2024[9]. Ανάμεσα στους κύριους δρώντες που εμπλέκονται στις εντάσεις στη νοτιοανατολική περιοχή της χώρας, στην οποία εμπίπτει και ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή[10], είναι οι άγνωστοι ένοπλοι[11] και αυτονομιστικές παρατάξεις[12], συμπεριλαμβανομένης και της αποσχιστικής ομάδας με την ονομασία Indigenous People of Biafra (IPOB)[13].

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 07/11/2025), στην πολιτεία Imo καταγράφηκαν 81 περιστατικά πολιτικής βίας[14], από τα οποία προκλήθηκαν 158 θανάτοι[15].  Συγκεκριμένα στην πόλη Owerri της εν λόγω πολιτείας, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 6 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 4 θανάτοι[16]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Imo, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2022, ανερχόταν στα 5,459,300 κατοίκους[17].

 

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην εν λόγω περιοχή, που θα μπορούσαν να θέσουν υπό απειλή την ζωή ενός πολίτη από την παρουσία του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, υπό την έννοια του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Εφόσον από τις αντληθείσες πληροφορίες δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του Νόμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» όπως αυτή προνοείται από τη νομολογία του ΔΕΕ. Ωστόσο, εκ του περισσού, σημειώνω ότι πρόκειται για ενήλικα υγιή άνδρα, νεαρό σε ηλικία, μορφωμένο, ικανό προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με οικογενειακό/υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του.

 

Κρίνω, υπό τις περιστάσεις και στη βάση του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε πλήρως, η δε απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη. Ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Δεδομένης της κατ’ ουσία εξέτασης της αίτησης του Αιτητή, παρέλκει η εξέταση οποιοδήποτε άλλου λόγου ακύρωσης. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την ΚΔΠ 145/25 η Νιγηρία συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης ως ο ισχυρισμός του Αιτητή.

 

Με βάση τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: ecoi.net, ‘Nigeria - Country Briefing’ (2 April 2024) διαθέσιμο σεhttps://www.ecoi.net/en/countries/nigeria/briefing/ (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[2]  RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης,  https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-nigeria (Last updated 2nd March 2023) (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[3] European Union, ‘2024 Human Rights and Democracy in the World (country reports)’ σελ. 132 διαθέσιμο σε https://www.eeas.europa.eu/sites/default/files/2025/documents/2024%20Human%20Rights%20and%20Democracy%20in%20the%20World%20%28country%20reports%29.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[4] Human Rights Watch, ‘World Report 2025 – Nigeria’ (16 January 2025) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/nigeria (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[5] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO), ‘Nigeria - Country Focus’ (July 2024) σελ. 19 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-07/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[6] Amnesty International, ‘THE STATE OF THE WORLD’S HUMAN RIGHTS’ (24 April 2024) σελ. 285 διαθέσιμο σε https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2024/04/WEBPOL1072002024ENGLISH.pdf; Human Rights Watch, ‘World Report 2024 – Nigeria’ (11 January 2024) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/nigeria; ACLED, ‘A Decade After Chibok: Assessing Nigeria’s Regional Response to Boko Haram’ (16 April 2024) διαθέσιμο σε https://acleddata.com/report/decade-after-chibok-assessing-nigerias-regional-response-boko-haram (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[7] Global Centre for the Responsibility to Protect, ‘Nigeria’ (15 July 2025) διαθέσιμο σε https://www.globalr2p.org/countries/nigeria/ (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[8] Ό.π.

[9] Human Rights Watch, ‘World Report 2025 – Nigeria’ (16 January 2025) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/nigeria (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[10] European Union, ‘2024 Human Rights and Democracy in the World (country reports)’ σελ. 45 διαθέσιμο σε https://www.eeas.europa.eu/sites/default/files/2025/documents/2024%20Human%20Rights%20and%20Democracy%20in%20the%20World%20%28country%20reports%29.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 13/11.2025)

[11] Amnesty International, ‘Amnesty International Report 2023/2024 – Nigeria’ (24 April 2024) σελ. 285 διαθέσιμο σε https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2024/04/WEBPOL1072002024ENGLISH.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[12] Institute for Security Studies, ‘Nigeria’s military mistakes cost the country its civilians’ (13 December 2023) διαθέσιμο σε https://issafrica.org/iss-today/nigerias-military-mistakes-cost-the-country-its-civilians (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[13] Human Rights Watch, ‘World Report 2025 – Nigeria’ (16 January 2025) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/nigeria (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[14] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)

[15] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 07/11/2025), COUNTRY: Nigeria, Imo) (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[16] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 07/11/2025), COUNTRY: Nigeria, Imo, Owerri) (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)

[17]  City population, Nigeria Imo State, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 13/11/2025)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο