ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 5645/2022
18 Δεκεμβρίου 2025
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.L.E.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Η Αιτήτρια είναι παρούσα.
[Παρών ο κος Παύλος Χαραλάμπους για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 12/07/2022, κοινοποιηθείσα προς αυτήν μέσω επιστολής ημερομηνίας 08/08/2022, σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως εκδώσει απόφαση με την οποία να ακυρώνει την εν λόγω απόφαση και να υπαγάγει την Αιτήτρια σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, ως το αιτητικό 1 της τροποποιημένης αίτησης ακυρώσεως.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος Καμερούν, η οποία σύμφωνα με δήλωσή της, περί το 2019, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της μεταβαίνοντας με πλοίο στη Νιγηρία, από όπου και ταξίδευσε προς στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υπέβαλε εν τέλει στις 12/09/2019 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 20/06/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, ενώ στη συνέχεια, την 01/07/2022, συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας.
Στις 12/07/2022, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 08/08/2022, παραλήφθηκε από την Αιτήτρια στις 17/8/2022.
Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια καταχώρισε αρχικά αυτοπροσώπως την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προωθώντας πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι νομικά επιχειρήματα για ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί θέση της ότι ούσα δασκάλα στο επάγγελμα η ζωή της θα τεθεί σε κίνδυνο από τους αυτονομιστές μαχητές σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Στη 30/11/2022 η Αιτήτρια εκπροσωπώντας τον εαυτό της καταχώρησε γραπτή αγόρευση, υποστηρίζοντας ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας της κοινωνικοπολιτικής κρίσης στο Καμερούν. Επανέλαβε ότι εργαζόταν ως δασκάλα δημοτικού και λόγω της κρίσης στη χώρα της, η πλειοψηφία των δασκάλων στοχοποιούνται και συνάδελφοί της έχασαν τη ζωή τους. Η ίδια αποτέλεσε θύμα απαγωγής και βιασμού από δύο στρατιωτικούς. Εξαιτίας του επαγγέλματός της και της κατάστασης της υγείας της που καθιστά αναγκαία την λήψη ιατρικής φροντίδας και φαρμακευτικής αγωγής, δεν είναι σε θέση να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με την γραπτή αγόρευσης τους, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης. Αποτελεί θέση τους ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και λήφθηκε κατ’ ορθή ενάσκηση των προβλεπόμενων εκ του νόμου εξουσιών. Περαιτέρω, είναι θέση τους ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, πολιτικούς ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, επικαλούνται δε την νόμιμη έξοδο της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής της, την παραμονή της επί ένα μήνα στη Νιγηρία και την αργοπορία υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας ενώπιων των αρχών της Δημοκρατίας, ως λόγους που συνηγορούν στην αναξιοπιστία του αιτήματός της.
Σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και δη κατά το στάδιο των διευκρινήσεων η Αιτήτρια διόρισε συνήγορο για την περαιτέρω εκπροσώπησή της η οποία μετά από σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου προέβη σε τροποποίηση της αίτησης ακυρώσεως ώστε να περιληφθούν σε αυτή νομικοί ισχυρισμοί για ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και καταχώρηση συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης.
Μέσω της αγόρευσή της η συνήγορος της Αιτήτριας παραπονείται για πλημμελή έρευνα εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, ζητώντας την αναγνώριση της Αιτήτριας ως δικαιούχο διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ισχυρίζεται περί της έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης από τους Καθ’ ων η αίτηση, στο σκέλος που παρά την αποδοχή περί βάσιμου φόβου δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, εκλείπει οποιαδήποτε αιτιολόγηση περί μη πλήρωση των όρων του προσφυγικού καθεστώτος. Επιπλέον, επικαλείται μεταγενέστερες της προσβαλλόμενης πληροφορίες σχετικά με τη μεταχείριση των οροθετικών ατόμων στο Καμερούν, ισχυριζόμενη ότι ανατρέπει τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση, επιχειρηματολογώντας υπέρ της αναγνώρισης της Αιτήτριας ως πρόσφυγα, ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ανάγοντας την απουσία επαρκούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ως δίωξη εκ μέρους του κράτους, καθιστώντας αδύνατη, κατά συνέπεια, την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της. Επικουρικά, προβάλει την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης σε σχέση με τη περίπτωση του άρθρου 19(2)()β του περί Προσφύγων Νόμου, ζητά δε την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας στην Αιτήτρια σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(β) ή (γ).
Εκκρεμούσης της εκδίκασης της προσφυγής, υποβλήθηκε από πλευράς της συνηγόρου της Αιτήτριας, αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία με την σύμφωνο γνώμη των Καθ’ ων η αίτηση, στις 04/06/2024 έγινε αποδεκτή. Μέσω ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 1, Ιατρική Βεβαίωση ημερομηνίας 23/10/2023, συνταχθείσα από την Δρ. Ι. Γ.[1], Ειδική Παθολόγος της Γρηγόρειου Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, η οποία κατά τη λεγόμενά της Αιτήτριας αφορά το πρόσωπό της[2] και σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, είναι φορέας του ιού HIV, παρακολουθείται στην Κλινική και λαμβάνει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, ως αναγράφεται στην εν λόγω βεβαίωση. Ως αναφέρει η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωσή της, τυγχάνει ιατρικής παρακολούθησης και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και από πληροφορίες που έχει εντοπίσει για τη χώρα της, θεωρεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της δεν θα είναι σε θέση να λάβει αγωγή, λόγω του αντίκτυπου που έχει η αγγλόφωνη κρίση στον τομέα της υγείας. Επιπρόσθετα, παραθέτει ορισμένες πληροφορίες σε σχέση με την οικογενειακή της κατάσταση, δηλώνοντας ότι ο πατέρας της απεβίωσε το 2020, πληροφορία που δεν γνωστοποίησε στους Καθ΄ ων η αίτηση καθώς δεν τη θεώρησε σημαντική, ενώ, δεν είναι σε θέση να προσκομίσει το πιστοποιητικό θανάτου του, καθώς η μητέρα της εγκατέλειψε την οικία της λόγω της ασταθούς κατάστασης ασφαλείας. Περαιτέρω, ως προς τα αδέλφια της δήλωσε ότι τα δύο εξ αυτών διαμένουν εκτός της χώρας καταγωγής της, η μία της αδελφή διαμένει στη Yaoundé από το 2015, ενώ με την άλλη αδελφή της δεν έχει επικοινωνία από το 2020, εφόσον δεν γνωρίζει που βρίσκεται. Κατά τις αναφορές της, εργαζόταν στο χωριό Voke κοντά στην περιοχή Muyuka, όπου υπήρχε ένα κτίριο για το προσωπικό στο οποίο οι δάσκαλοι παρέμεναν τις καθημερινές και τα σαββατοκύριακα μετέβαιναν στις οικίες τους και για αυτό το λόγο στη συνέντευξή της, δήλωσε ότι το τελευταίο ενάμιση χρόνο προτού ταξιδέψει στην Κύπρο, βρισκόταν στην περιοχή Muyuka όπου βρισκόταν το σχολείο στο οποίο εργαζόταν (παραπομπή στις σελ. 5 και 7 των πρακτικών της συνέντευξης). Όσον αφορά τα ταξιδιωτικά της έγγραφα, δήλωσε ότι της τα απέστειλε ο πατέρας των παιδιών της, όταν βρισκόταν στη Νιγηρία. Ο πατέρας των τέκνων της ανέλαβε αρχικά την φροντίδα τους και όταν τον Νοέμβριο του 2020 τον ενημέρωσε για την κατάσταση της υγείας της, αυτός εγκατέλειψε τα παιδιά. Έκτοτε, την φροντίδα των τέκνων ανέλαβε αρχικά η αδελφή της που βρίσκεται στη Yaoundé και εν συνεχεία η αδερφή της στη Ρουάντα.
Με την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος της Αιτήτριας, επανέλαβε τη θέση της περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας, επικαλείται παραβίαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου καθώς λανθασμένα οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν λάβει τα απαραίτητα διαβήματα για τη διαπίστωση της κατάστασης της υγείας της ως ευάλωτο πρόσωπο. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια είναι φορέας HIV συνεπεία βιασμού που έχει υποστεί από αποσχιστές όταν την απήγαγαν και από στρατιώτες, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της και σε περίπτωση επιστροφής της, δεν θα είναι σε θέση να λαμβάνει την απαιτούμενη φαρμακευτική αγωγή, ως υποδεικνύουν οι σχετικές πληροφορίες από τη χώρα της, ενώ μάλιστα αναφέρεται και στο στίγμα και την κακομεταχείριση την οποία υπόκεινται πρόσωπα που είναι φορείς του ιού HIV. Παραπέμποντας, σε απόφαση του Δικαστηρίου υπό άλλη σύνθεση, αιτείται κατ΄ αναλογία την παραχώρηση στην Αιτήτρια καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε ότι λανθασμένα έχει κριθεί η Αιτήτρια αναξιόπιστη ως προς τον πυρήνα του αιτήματός της. Επανέλαβε παράλληλα τις θέσεις της περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας και παραβίασης των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, εν τη απουσία αξιολόγησης της ως ευάλωτο πρόσωπο, όπως επίσης και λόγω της παράλειψης αξιολόγησης της κατάστασης της υγείας της και της φαρμακευτικής αγωγής που λαμβάνει. Πέραν τούτου, κατά την συνήγορό της η ιδιότητά της ως δασκάλα, την θέτει σε αυξημένο κίνδυνο, σε περίπτωση επιστροφής της.
Το Δικαστήριο έκρινε απαραίτητη την κατ’ ουσία εξέταση της Αιτήτριας, ως εκ τούτου στις 04/06/2025, τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις στην Αιτήτρια. Σε σχέση με τα τέκνα της δήλωσε ότι αρχικά διέμεναν στην πόλη Limbe και έπειτα στη Yaoundé στην αδερφή της. Έπειτα, η αδερφή της με τέκνα της μετέβησαν στη Ρουάντα, περί το 2020 – 2023, όπου παρέμειναν μέχρι τον Δεκέμβριο του 2024, όταν και επέστρεψαν στη Yaoundé. Διατηρεί συχνή επικοινωνία μαζί τους, δηλώνοντας ότι είναι καλά. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε την εκπαίδευσή της και την εργασία της, δηλώνοντας πως δε θυμάται την περιοχή στη Muyuka που εργαζόταν. Σε σχέση με τον πατέρα των τέκνων της, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται και πως η τελευταία επικοινωνία τους ήταν όταν πήγε στο νοσοκομείο.
Ερωτηθείσα σχετικά με το μελλοντικό της φόβο, δήλωσε ότι φοβάται τους αποσχιστές και τη κυβέρνηση, λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη από αμφότερους, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς περί απαγωγής από τους αποσχιστές και την επέμβαση του στρατού. Ερωτηθείσα για τους λόγους που ο στρατός προέβη σε αυτές τις ενέργειες, δεδομένου ότι επενέβη για να τους προστατέψει, δήλωσε ότι ενώ έπρεπε να τους πάνε στο Tiko, τους πήγαν κάπου άλλου. Έπειτα, δήλωσε ότι τους μετέφεραν στο Tiko, όπου παρέμειναν για 3 ημέρες στη στρατιωτική βάση και μετά τους άφησαν ελεύθερους. Κατά τη παραμονή της στη στρατιωτική βάση, επικοινώνησε με το σύζυγό της ο οποίος την ενημέρωσε ότι την αναζητούν οι αποσχιστές, προτρέποντάς την να μην επιστρέψει και στέλνοντάς της χρήματα για να μεταβεί στη Νιγηρία. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει πως εντόπισαν οι αυτονομιστές την οικεία της στη Buea, δήλωσε ότι πήραν τη ταυτότητα της, όπου αναγραφόταν η πόλη.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι κατά τη παραμονή της στη Νιγηρία, εκδόθηκε η λίστα με τα ονόματα των δασκάλων και ότι αναζητούνταν από τις αρχές, ενώ όταν της επισημάνθηκε ότι δεν το ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, το αρνήθηκε.
Όσον αφορά την επιλογή της να ασχοληθεί με τη διδασκαλία, δήλωσε ότι ξεκίνησε την εκπαίδευση περί το 2015, λόγω της αδυναμίας της να εξεύρει εργασία στον τομέα των οικονομικών, θεωρώντας πως το εν λόγω πεδίο θα τις παρείχε εξασφάλιση. Σε σχέση με το δίπλωμα εκπαίδευσης, δήλωσε ότι όλα της τα έγγραφα τα είχε ο πατέρας της, ο οποίος απεβίωσε και στη συνέχεια δεν μπορούσαν να εντοπιστούν.
Σε σχέση με το διαβατήριο της, δήλωσε ότι της το έστειλε ο πατέρας των τέκνων της, ενώ όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει πως, σε αντίθεση με όλα τα άλλα έγγραφα, αυτό ήταν στην κατοχή της, δήλωσε ότι το είχε εκδώσει τρία χρόνια πριν ταξιδέψει, συμπληρώνοντας ότι κρατούσε και την ταυτότητά της στο πορτοφόλι της. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει την διαφοροποίηση των δηλώσεων της σε σχέση με την κατοχή των εγγράφων της από τον πατέρα της, δήλωσε ότι το διαβατήριο ήταν στην τσάντα της και πως τα τρία έγγραφα που είχε μαζί της, τα είχε ο πατέρας της.
Ερωτηθείσα για το τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της, δήλωσε ότι δεν θα έχει πρόσβαση στην εργασία, ότι έχει στοχοποιηθεί από την κυβέρνηση και τους αποσχιστές, ότι δεν γνωρίζει αν θα έχει πρόσβαση σε φαρμακευτική αγωγή, αναφέροντας παράλληλα τον φόβο της για στιγματισμό λόγω της κατάστασης της υγείας της, καθώς και της θέσης της ως μόνη γυναίκα με τέκνα αλλά και την επιβαρυμένη ψυχολογική της κατάσταση.
Ερωτηθείσα για τις πληροφορίες που λαμβάνει από την αδερφή της σχετικά με τυχόν αναζήτησή της, δήλωσε ότι πλέον δεν συζητούν γι’ αυτό, επικαλούμενη εκ νέου τη λίστα με τους δασκάλους, την οποία έλαβε από την αδερφή της περί τα ένα με δύο χρόνια προηγουμένως. Τέλος, σε σχετική ερώτηση επιβεβαίωσε ότι δεν γνωρίζει τώρα αν την αναζητούν.
Σε σχέση με τη δυνατότητά της να εγκατασταθεί στη Yaoundé μαζί με την οικογένειά της, δήλωσε αρχικά ότι δεν ξέρει αν θα καταφέρει να βρει εργασία, ενώ στη συνέχεια ότι το πρόβλημα είναι ότι μπορεί να αντιμετωπίσει κυρώσεις λόγω της φυγής της από δημόσια θέση χωρίς την άδεια της κυβέρνησης.
Η συνήγορος της Αιτήτριας, ζήτησε την εξέταση τυχόν επαναθυματοποίησης της Αιτήτριας σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της και επανέλαβε της θέσεις της σχετικά με τη δίωξη της Αιτήτριας.
Από τη μεριά της, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση επικαλέστηκε την απόρριψη των ισχυρισμών της Αιτήτριας από την Υπηρεσία Ασύλου ως αναξιόπιστους, επισημαίνοντας ότι οι δηλώσεις της περί σεξουαλικής κακοποίησης από το στρατό, αλλά και επικοινωνίας με τους οικείους της και αποστολής των εγγράφων της στερούνται ευλογοφάνειας. Σε σχέση με τη δυνατότητά της Αιτήτριας να εγκατασταθεί στη Yaoundé, επικαλείται την απουσία φόβου δίωξης στις δηλώσεις της, καθώς αναφέρθηκε μόνον στην αδυναμία να εξεύρει εργασία. Τέλος, και όσον αφορά την κατάσταση της υγείας της, επικαλείται το προσκομισθείσα με τη μαρτυρία ιατρική βεβαίωση, από την οποία προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα στην καθημερινότητά της λόγω του ιού, ενώ επιχειρηματολογεί κατά της εφαρμογής της επικαλούμενης απόφασης, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε περίπτωσης, ήτοι της δυνατότητας πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ανάλογα με την περιοχή του εκάστοτε Αιτητή.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτή προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους από την συνήγορό της ισχυρισμούς.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω των πολιτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα της. Κατά δήλωσή της, η ίδια ήταν δασκάλα δημοτικού στην πόλη Muyuka που βρίσκεται στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, σε σχολείο το οποίο σταμάτησε να λειτουργεί, με τον στρατό να αναγκάζει τους δασκάλους να συνεχίσουν τη διδασκαλία. Η Αιτήτρια και άλλοι συναδέλφοι της, αιχμαλωτίστηκαν από μέλη του στρατού, τα οποία, προέβησαν σε βιασμούς και δολοφονίες ορισμένων από τους συναδέλφους της. Οι αυτονομιστές μαχητές συγκρούοντο με το στρατό και η Αιτήτρια, αφού κατόρθωσε να δραπετεύσει, διέφυγε στην περιοχή Tiko και από εκεί στη Νιγηρία, κατόπιν βοήθειας που έλαβε από φιλικό της πρόσωπο, η οποία την βοήθησε να βρει κατάλυμα και να εκδώσει το διαβατήριό της. Από εκεί μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, όπου παρέμεινε για δύο ημέρες και εν τέλει με τη βοήθεια τρίτου προσώπου εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές.
Στο πλαίσιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στην Buea της Νοτιοδυτικής περιφέρειας και ο τελευταίος τόπος διαμονής της είναι η πόλη Muyuka, της ίδιας περιφέρειας, όπου διαβίωσε περί το ένα έτος και λίγους μήνες πριν εγκαταλείψει τη χώρα της. Φυλετικής καταγωγής Bakweri, χριστιανή καθολική στο θρήσκευμα, ενώ ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα. Κατέχει μεταπτυχιακό στα οικονομικά από πανεπιστήμιο της χώρας της και εξαιτίας της αδυναμίας εξεύρεσης εργασίας, εργαζόταν ως δασκάλα δημοτικού, έχοντας λάβει προηγουμένως σχετική εκπαίδευση.
Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε ότι τέλεσε παραδοσιακό γάμο που δεν έχει εγγραφεί στο δικαστήριο, πλην όμως, είναι πλέον διαζευγμένη, διατηρώντας ωστόσο επικοινωνία με τον πρώην σύζυγό της, με τον οποίο έχει αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας 8 και 10 ετών, τα οποία διαβιούν με τη αδερφή της στη Yaoundé. Η πατρική της οικογένεια αποτελείται από τους γονείς της, οι οποίοι διαμένουν στη Buea και 4 αδέρφια, εκ των οποίων τα τρία βρίσκονται στο εξωτερικό. Σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της, δήλωσε ότι κατά τη παραμονή της στη Κύπρο διαγνώστηκε ως οροθετική, λαμβάνοντας αντιρετροϊκές σταγόνες, αναφέροντας πως η κατάσταση της υγείας της, δεν επηρεάζει τόσο την καθημερινή της ζωή, όσο την ψυχολογία της.
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατά την ελεύθερη αφήγησή της, δήλωσε ότι διέφυγε για να προστατευθεί από τις δολοφονίες των πολιτών και των δασκάλων, αδυνατώντας, εξαιτίας της κρίσης, να επιστρέψει στη γενέτειρα της, λόγω της μεγάλης απόστασης μεταξύ των πόλεων Muyuka και Buea.
Κατά το στάδιο υποβολής διευκρινιστικών ερωτήσεων, αναφέρθηκε και στην κατάσταση της υγείας της, που συνιστά πλέον πρόβλημα, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση επιστροφής της, δεν θα έχει πρόσβαση στη φαρμακευτική της αγωγή, ενώ ανέφερε ότι λόγω της κατάστασης της υγείας της, φοβάται για το πως θα καταφέρει να ζήσει μαζί με τα τέκνα της.
Ως προς το επάγγελμά της ως δασκάλα, διευκρίνισε ότι δίδασκε σε σχολείο σε ένα χωριό στη Muyuka, για διάστημα 1 έτους και 8 μηνών, όπου διαβιούσε μόνη της. Αναφορικά με το όνομα του χωριού, δήλωσε ότι δε το θυμάται, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι επρόκειτο για το χωριό Yoke ή κάτι παρεμφερές. Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τη ζωή της ως δασκάλα, δήλωσε ότι παρακολούθησε την εκπαίδευση των δασκάλων και έπειτα τοποθετήθηκε στη θέση της. Ερωτηθείσα περαιτέρω, δήλωσε ότι είχε πιστοποιητικό προχωρημένου επιπέδου από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει σχετικά έγγραφα καθώς βρίσκονταν στο κινητό της τηλέφωνο που έχει καταστραφεί ενώ σε έντυπη μορφή βρίσκονται στο Καμερούν. Επιπλέον, ανέφερε ότι δίδασκε μαθηματικά και την αγγλική γλώσσα.
Ερωτηθείσα σχετικά με τον τρόπο που η κρίση επηρέασε την ίδια, δήλωσε ότι στο χωριό που δίδασκε, υπήρχε ένα κτίριο ειδικά για το προσωπικό εκτός του σχολικού χώρου και δεν γνώριζαν γενικότερα τι συνέβαινε. Οι κάτοικοι του χωριού, στρέφονταν εναντίον των δασκάλων, καθώς εργοδοτούνταν από την κυβέρνηση. Κληθείσα να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες για την κρίση, ανέφερε ότι οι αυτονομιστές επιθυμούν να διαχωρίσουν το γαλλόφωνο από το αγγλόφωνο τμήμα και ότι αυτή η κατάσταση τους επηρεάζει όλους, πέραν από τους δασκάλους.
Κληθείσα η Αιτήτρια να αναφέρει εάν η ίδια έχει υποστεί οτιδήποτε ενόσω εργαζόταν στην Muyuka, δήλωσε ότι όταν ξεκίνησε η διαμάχη, η κυβέρνηση απέστειλε το στρατό, υποχρεώνοντας τους δασκάλους να συνεχίσουν να διδάσκουν, χωρίς να τους παρέχουν προστασία. Σε χρόνο που δεν θυμάται να προσδιορίσει, αφότου άγνωστα πρόσωπα, που ως διευκρίνισε στη συνέχεια αποτελούσαν αυτονομιστές μαχητές, εισέβαλαν στο χώρο του προσωπικού, απήγαγαν την Αιτήτρια και άλλους συναδέλφους της, μεταφέροντας τους σε δασώδη περιοχή, όπου κρατούνταν για διάστημα δύο - τριών εβδομάδων. Κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, τους προσέφεραν μόνο ψωμί και νερό, υπέστησαν βιασμούς και βασανιστήρια χρησιμοποιώντας μανσέτες για τους άντρες, προκαλώντας μώλωπες στις γυναίκες και σκοτώνοντας δύο από τους συναδέλφους της. Η ίδια υπέστη κατ΄ εξακολούθηση βιασμό από περισσότερα του ενός άτομα, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να λάβει ιατρική φροντίδα. Κατά την κράτησή τους, τους είχε ζητηθεί να επικοινωνήσουν με τις οικογένειές τους, χωρίς ωστόσο να ανταποκρίνονται στο αίτημά τους και ως δήλωσε, δεν είχαν λάβει λύτρα. Σε σχέση με τους λόγους της απαγωγής και της κράτησής τους, δήλωσε ότι οι αυτονομιστές δεν ήθελαν να συνεχίσουν να διδάσκουν, πλην όμως αυτοί δεν είχαν επιλογή, καθώς τους είχε επιβληθεί από την κυβέρνηση. Όταν ρωτήθηκε εάν διατηρεί επικοινωνία με κάποιον από τα πρόσωπα που απήχθησαν, ανέφερε ότι διατηρούσε επικοινωνία με το φιλικό της πρόσωπο από τη Νιγηρία, πλην όμως, δήλωσε ότι έχει απωλέσει το κινητό της τηλέφωνο. Όταν ωστόσο, της αντιπαραβλήθηκε ότι προηγουμένως δήλωσε ότι το κινητό της καταστράφηκε, το επιβεβαίωσε.
Ως προς τις περιστάσεις της διαφυγής της, δήλωσε ότι παρενέβησαν μέλη του στρατού με απώτερο σκοπό τη διάσωσή τους, έστω και εάν τελικά δεν συνέβη κάτι τέτοιο, καθώς είχαν υποστεί επίσης βιασμό εκ μέρους τους. Από εκεί μεταφέρθηκαν στη περιοχή Tiko και έπειτα περί τα τέλη Αυγούστου του 2019 μετέβη με πλοίο στη Νιγηρία, όπου και παρέμεινε για ένα περίπου μήνα. Ως προς τους λόγους που μετέβη στη Νιγηρία αντί της γενέτειράς της, δήλωσε ότι γνώριζαν πλέον που βρίσκεται και από που κατάγεται και ως εκ τούτου, δεν ήταν πλέον ασφαλές για την ίδια, γιατί θα την αναζητούσαν. Ερωτηθείσα για τυχόν αναζήτησή της μετά τη φυγή της, απάντησε καταφατικά, δηλώνοντας ότι την αναζήτησαν οι αυτονομιστές στην οικία της στην Buea. Παρόλο που το αρχικό της πλάνο ήταν να παραμείνει στην Νιγηρία, εξαιτίας της αναζήτησής της στην οικία της αποφάσισε να ταξιδέψει στην Κυπριακή Δημοκρατία χρησιμοποιώντας το διαβατήριο της, το οποίο της το απέστειλαν.
Αναφερόμενη και πάλι στους φόβους της σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της, προσέθεσε ότι η κατάσταση ασφαλείας εξακολουθεί να είναι έκρυθμη. Διευκρίνισε ότι ο ιός HIV, είναι απόρροια του βιασμού που υπέστη, καθώς ούτε ο σύζυγός της, ούτε τα τέκνα της τον φέρουν. Σε διευκρινιστική ερώτηση για το σύζυγό της, δήλωσε ότι χώρισαν ενόσω βρισκόταν στη Δημοκρατία, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς το χρόνο.
Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση διήκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος σχετικά με τη ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, ο οποίος έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος και ο δεύτερος σχετικά με την απειλή που αισθάνθηκε η Αιτήτρια λόγω του επαγγέλματός της ως δασκάλα, η οποία οδήγησε στη φυγή της, ο οποίος απορρίφθηκε.
Ειδικότερα, σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ’ ων η αίτηση, παραθέτοντας τις σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας, επισήμανε την αδυναμία της να προσδιορίσει το χωριό που εργαζόταν, καθώς και την άγνοια της σχετικά με την αγγλόφωνη κρίση, καταλήγοντας ότι στερούνται συνοχής. Περαιτέρω, σε σχέση με την απαγωγή της από τους αποσχιστές, ο λειτουργός σημείωσε την αδυναμία της Αιτήτριας να εξηγήσει τα αίτια της απαγωγής, αλλά και να περιγράψει τόσο τις συνθήκες και το χρόνο που συντελέστηκε, όσο και τις συνθήκες της ίδιας της κράτησής της. Τέλος, ο λειτουργός επισήμανε την ασυνέπεια στις δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με το κινητό της τηλέφωνο, όπου αφενός δήλωσε ότι χάθηκε και αφετέρου ότι καταστράφηκε, καθώς και σχετικά με τα ταξιδιωτικά της έγγραφα, όπου αρχικά δήλωσε ότι μετέβη στη Νιγηρία χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα και εν συνεχεία δηλώνοντας ότι ταξίδεψε με το διαβατήριό της, επεξηγώντας ότι της το έστειλε η οικογένειά της.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, πρωτίστως, ο λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση, εντόπισε την απόσταση μεταξύ της πόλης Muyuka και της Buea, η οποία ανέρχεται σε 26 χιλιόμετρα και αντιστοιχεί σε 36 λεπτά απόσταση με το αυτοκίνητο. Ακολούθως παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με την αγγλόφωνη κρίση στο Καμερούν, από τις οποίες επιβεβαιώθηκαν τόσο οι επιπτώσεις στους δασκάλους και στο εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα, όσο και το γεγονός της τέλεσης εγκλημάτων κατά των πολιτών του αγγλόφωνου Καμερούν, από αμφότερα τα μέρη που συμμετέχουν στη σύγκρουση.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό της Αιτήτριας, σημείωσε μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για μια οικονομικά ανεξάρτητη γυναίκα, που διαθέτει μόρφωση και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, μεταξύ του οποίου τα αδέρφια της, οι γονείς της και ο πρώην σύζυγός της. Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας της, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες προκύπτει ότι η θεραπεία για τον ιό HIV παρέχεται δωρεάν. Περαιτέρω, σε σχέση με το στιγματισμό των οροθετικών, αναφέρεται ότι συχνά δέχονται κοινωνικό αποκλεισμό, λόγω της έλλειψης εκπαίδευσης του πληθυσμού σχετικά με τον ιό, σημειώνοντας ωστόσο ότι είναι ένα φαινόμενο που έχει υποχωρήσει. Τέλος, εξετάζοντας πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στο αγγλόφωνο Καμερούν, ο λειτουργός κατέληξε ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας σχετιζόμενης με την αγγλόφωνη κρίση.
Προχωρώντας, στη νομική ανάλυση, επί τη βάσει του προβαλλόμενου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας και της ανάλυσης κινδύνου, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής της σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ' ων η αίτηση αρχικά έκριναν ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις καθώς δεν προκύπτουν στοιχεία στην περίπτωσή της, εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή να υποστεί βασανιστήρια, ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το Άρθρο 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19, εδάφια (1) και (2) (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου).
Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας στις πρόνοιες του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19, εδάφια (1) και (2)(γ), του περί Προσφύγων Νόμου), λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ και εφαρμόζοντας την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακα, κρίθηκε ότι με βάση τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και την κατάσταση που επικρατούσε στις αγγλόφωνες περιοχές και συγκεκριμένα στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, ως υποδείκνυαν οι πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν προκύπτει ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην εν λόγω περιοχή, με την παρουσία της και μόνο στην εν λόγω περιοχή, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης/Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ' ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που η ίδια η Αιτήτρια προέβαλε κατά την συνέντευξή της, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και την περιοχή καταγωγής της Αιτήτριας. Aπό την εισηγητική έκθεση, προκύπτει ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση εξέλαβαν ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας την πόλη Buea που βρίσκεται στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, που συνιστά και την γενέτειρά της, έστω και εάν ισχυρίστηκε ότι διέμενε σε συγκεκριμένο χωριό στην πόλη Muyuka της ίδιας περιφέρειας για πέραν του ενός έτους. Ως αναλύεται και κατωτέρω, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια αδυνατούσε να προσδιορίσει επακριβώς που διέμενε και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι και στα μετέπειτα στάδια της διαδικασίας υπέπεσε σε επιπλέον αντιφατικές αναφορές, ορθώς αξιολογήθηκε η πόλη Buea ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της, που συνιστά και την γενέτειρά της. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι και οι δύο τοποθεσίες εμπίπτουν στην ίδια γεωγραφική περιφέρεια.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του, ως προς το ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε το Καμερούν εξαιτίας της απειλής που αισθάνθηκε, λόγω του επαγγέλματός της ως δασκάλα, διαπιστώνω ότι ορθώς οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν αναξιόπιστοι για τους ακόλουθους λόγους. Ειδικότερα, από τις δηλώσεις της προκύπτει ότι ξεκίνησε να ασκεί το επάγγελμα της δασκάλας μετά από εκπαίδευση που είχε λάβει στη χώρα της ωστόσο κληθείσα να προσκομίσει το αναφερόμενο πιστοποιητικό δήλωσε ότι αδυνατεί να προσκομίσει την έντυπη μορφή του καθότι αυτό βρίσκεται στο Καμερούν. Αν και δήλωσε ότι είχε το σχετικό πιστοποιητικό σε ηλεκτρονική μορφή στο κινητό της, επίσης δεν ήταν σε θέση να το προσκομίσει, δηλώνοντας ότι το κινητό της καταστράφηκε. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της ακρόασης ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου να δικαιολογήσει την αδυναμία προσκόμισης του εν λόγω εγγράφου, η Αιτήτρια δήλωσε ότι βρισκόταν στην κατοχή του πατέρα της που απεβίωσε και ακολούθως δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί το εν λόγω έγγραφο. Σε κανένα σημείο της συνέντευξής της δεν αναφέρθηκε στην εν λόγω πληροφορία, έστω και εάν έλαβε χώρα μετά τον κατ΄ ισχυρισμό θάνατο του πατέρα της, το 2020. Το δε γεγονός του θανάτου του πατέρα της προβλήθηκε για πρώτη φόρα μέσω της ένορκης της δήλωση, έστω και εάν συνιστούσε γεγονός που προηγήθηκε της διεξαγωγής της συνέντευξής της. Ουδόλως άλλωστε, παραγνωρίζεται και το γεγονός ότι σε άλλο σημείο της συνέντευξής της ανέφερε ότι απώλεσε το κινητό της τηλέφωνο και μόνον όταν της επισημάνθηκε η αντίφαση στα λεγόμενά της, έσπευσε να επιβεβαιώσει ότι αυτό καταστράφηκε.
Επιπρόσθετα, από τα πρακτικά της συνέντευξής της, προκύπτει ότι αρχικά δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει το χωριό στο οποίο βρισκόταν το σχολείο το οποίο εργαζόταν, ωστόσο μετά από σχετική διευκρινιστική ερώτηση, επεσήμανε ότι πρόκειται για το χωριό με την ονομασία Yoke ή κάτι παρεμφερές. Στην δε ένορκη δήλωσή της, αναφερόμενη και πάλι στο χωριό το οποίο εργαζόταν, δήλωσε ότι ονομάζεται Voke. Κληθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου να αναφέρει το εν λόγω μέρος, η Αιτήτρια δήλωσε αρχικά ότι δεν το θυμάται και μόνον όταν της επισημάνθηκε από το Δικαστήριο, έσπευσε να το επιβεβαιώσει. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι κατά τους ισχυρισμούς της διέμενε και εργαζόταν στο εν λόγω χωριό για πέραν του ενός έτους, δημιουργεί εντύπωση η αδυναμία της να το προσδιορίσει με ακρίβεια, υποπίπτοντας σε αντιφάσεις ως προς αυτό. Ακόμη και οι αναφορές της ως προς το χρονικό διάστημα που διέμενε και δίδασκε στο χωριό στην Muyuka, δεν είναι ακριβείς και παρουσιάζουν κάποιες διαφοροποιήσεις[3]
Αντιφάσεις εντοπίζονται στο αφήγημά της, σε σχέση με το περιστατικό της απαγωγής της και του βιασμού της. Ειδικότερα από τα όσα καταγράφονται στην αίτηση ασύλου της, προκύπτει ότι αυτή και άλλοι συνάδελφοι της αιχμαλωτίστηκαν από μέλη του στρατού, τα οποία είχαν προβεί και σε βιασμούς. Κατά τη συνέντευξή της, παρουσίασε κατά διαφορετικό τρόπο το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, ήτοι ότι αρχικά απήχθησαν από αυτονομιστές μαχητές και κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, επενέβησαν μέλη του στρατού. Κατά τη συνέντευξή της, ισχυρίστηκε επιπλέον ότι έπεσε θύμα βιασμού τόσο από τους αυτονομιστές μαχητές, όσο και από μέλη του στρατού. Παρόλο που η εν λόγω πληροφορία καταγράφεται και στην απαντητική της γραπτή αγόρευση και επιβεβαιώνεται και από τις διευκρινίσεις που έλαβαν χώρα στις 04/06/2025, εντούτοις, στην γραπτή της αγόρευση που καταχώρησε αυτοπροσώπως στις 30/11/2022, γίνεται αναφορά σε βιασμό που υπέστη από στρατιώτες.
Όπως διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, παρατηρώ ότι οι αναφορές της ως προς το τι βίωσε κατά τη διάρκεια της κράτησής της, τόσο από τους αυτονομιστές, όσο και από το στρατό, αλλά και ως προς τις περιστάσεις της διαφυγής της, διέπονται από γενικότητα και στερούνται λεπτομερειών. Παρά τις πολλαπλές ευκαιρίες που είχε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε για πρώτη φορά σε περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες για τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη χώρα τους, ήτοι για την κράτησή της σε στρατιωτική βάση, ότι κατόπιν επικοινωνίας που είχε με τον πρώην σύζυγό της ενόσω βρισκόταν εκεί ενημερώθηκε ότι αναζητείτο από τους αποσχιστές αφού προηγουμένως πήραν την ταυτότητά της στην οποία αναγράφεται η περιοχή καταγωγής της, όπως επίσης και για το γεγονός ότι το όνομά της συμπεριλαμβανόταν στη λίστα που είχε συνταχθεί από τις κρατικές αρχές με τα ονόματα των δασκάλων που αναζητούνταν για να επιστρέψουν προκειμένου να διδάξουν. Πέραν του ότι στερείται ευλογοφάνειας η αναφορά της ότι κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί από τους αυτονομιστές ο τόπος διαμονής της επειδή αναγραφόταν στην ταυτότητά της η πόλη στην οποία διέμενε, σημειώνω ότι από τα λεγόμενά της κατά της συνέντευξή της δεν πρόβαλε συγκεκριμένα την εν λόγω πληροφορία, πέραν από την γενικόλογη αναφορά της ότι γνωρίζουν οι αυτονομιστές τον τόπο διαμονής τους. Ακόμη και όταν της επισημάνθηκε κατά τις διευκρινίσεις ότι ουδέποτε κατά τη συνέντευξή της αναφέρθηκε στο γεγονός της αναζήτησής της από τις αρχές της χώρας της λόγω της λίστας που είχε ετοιμαστεί, η Αιτήτρια έσπευσε να το διαψεύσει, γεγονός που πλήττει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της. Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά της ότι δεν γνωρίζει εάν εξακολουθεί να αναζητείται επειδή σταμάτησε να συζητά το εν λόγω ζήτημα με την αδελφή της, κρίνεται αντιφατική με τον κίνδυνο που ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής της.
Αντιφατικές και μη ευλογοφανείς κρίνονται οι αναφορές της, ότι αφενός μέλη του στρατού, επενέβησαν στο μέρος όπου κρατούνταν αιχμάλωτοι από τους αποσχιστές προκειμένου να τους σώσουν, αλλά ταυτόχρονα προέβησαν και σε βιασμούς προσώπων, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας. Παρόλο που κλήθηκε σχετικά, δεν ήταν σε θέση να προβάλει κάποια ευλογοφανή εξήγηση, πέραν από την γενικόλογη αναφορά της ότι ενδεχομένως να κρατούνταν από τον στρατό για σκοπούς προστασίας τους.
Ομοίως αντιφατικές υπήρξαν οι αναφορές της κατά τη συνέντευξή της, ως προς το πότε εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς αρχικά δήλωσε ότι ήταν τον Ιούλιο του 2019, και μετέπειτα σε διευκρινιστική ερώτηση, ανέφερε ότι ήταν περί τα τέλη Αυγούστου του 2019 (ερυθρό 40 2x του διοικητικού φακέλου). Τέλος, η αναφορά της ότι μετά τη διαφυγή της δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει στη γενέτειρά της λόγω της μεγάλης απόστασης μεταξύ του χωριού στο οποίο εργαζόταν στην Muyuka και της Buea, που απέχουν περίπου δύο ώρες με το αυτοκίνητο, στερείται ευλογοφάνειας και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Περαιτέρω, εντοπίζονται αντιφάσεις στα λεγόμενά της σε σχέση με το ποιος ανέλαβε τη φροντίδα των τέκνων της και με ποιο διαβιούσαν αφότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Ειδικότερα, στην ένορκη δήλωσή της κατέγραψε ότι από το 2020, χρόνος κατά τον οποίο τα τέκνα εγκαταλείφθηκαν από τον πατέρα τους, την φροντίδα αυτών ανέλαβε αρχικά η αδελφή της που βρίσκεται στη Yaoundé και εν συνεχεία η αδερφή της στη Ρουάντα, ωστόσο ενώπιον του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι ζούσαν μαζί με την αδελφή της, η οποία αρχικά βρισκόταν στην Yaoundé και μετέπειτα μετακόμισε στην Ρουάντα. Επιπλέον, ενώ κατά τη συνέντευξή της που έλαβε χώρα το 2022, δήλωσε ότι τη φροντίδα των τέκνων της, την έχει αναλάβει ο πατέρας τους και η αδελφή της, στην ένορκη δήλωσή της, αναφέρει ότι ο πατέρας των παιδιών της ανέλαβε αρχικά την φροντίδα τους και όταν τον Νοέμβριο του 2020 τον ενημέρωσε για την κατάσταση της υγείας της, τα εγκατέλειψε. Πέραν τούτων, και πάλιν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε δύο διαφορετικά σημεία, υπέπεσε σε αντιφατικές αναφορές ως προς το κατά πόσον γνωρίζει που βρίσκεται πλέον ο πρώην σύζυγός της/σύντροφός της. Οι εν λόγω αντιφάσεις, δεν σχετίζονται αυτές καθ΄ αυτές με τον πυρήνα του αιτήματός του ως προς τον κίνδυνο που ισχυρίζεται ότι διατρέχει, πλην όμως αφορούν την γενικότερη αξιοπιστία των ισχυρισμών της και δεν μπορούν να παραγνωριστούν.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, παρά τον εντοπισμό πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς τις επιπτώσεις που προκαλεί η αγγλόφωνη κρίση στους δασκάλους και στο εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ΄ ων η αίτηση των οποίων η αξιολόγηση κρίνεται ορθή, διαπιστώνω ότι πρόκειται για ισχυρισμό προσωπικής φύσεως που αφορά προσωπικού χαρακτήρα περιστατικά τα οποία δεν είναι δυνατόν να εντοπισθούν και να επιβεβαιωθούν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται.
Προχωρώντας, στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού που αφορά τα προσωπικά της στοιχεία, περιλαμβανομένης της κατάστασης της υγείας της, γεγονός το οποίο η συνήγορος της υπερτονίζει, το Δικαστήριο προχώρησε σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την πρόσβαση και τη διαθεσιμότητα σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη χώρα καταγωγής της από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (World Health Organization, WHO), αν και ο ιός HIV εξακολουθεί να αποτελεί μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας, πρόσφατες ενθαρρυντικές εξελίξεις περιλαμβάνουν μείωση κατά 50% της επικράτησης του HIV μεταξύ ατόμων ηλικίας 15 έως 64 ετών τα τελευταία 14 χρόνια, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη Έρευνα Δημογραφίας και Υγείας του 2018 (DHS), καθώς και η επικράτηση του ιού μειώθηκε από 5,4% το 2004, σε 4,3% το 2011 και 2,7% το 2018[4].
Άρθρο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (World Health Organization, WHO), που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2023, αναφέρεται στην πρόοδο που εμφανίζει το Καμερούν στον αγώνα κατά του HIV και ειδικά στην επίτευξη του παγκόσμιου στόχου «95-95-95»: το 95% των ατόμων με HIV να γνωρίζουν την κατάστασή τους, το 95% όσων γνωρίζουν την κατάστασή τους να λαμβάνουν θεραπεία, και το 95% όσων λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή να έχουν κατεσταλμένο ιικό φορτίο. Σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Διαχείρισης του AIDS, τα ποσοστά από το 2022 ήταν 95,8%, 92,3% και 89,2% αντίστοιχα[5]. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει υποστηρίξει το Καμερούν στις προσπάθειες καταπολέμησης του HIV, μέσω της εκπαίδευσης εργαζομένων στον τομέα της υγείας και πλέον, όπως σημειώνεται, οι πάροχοι υπηρεσιών υγείας είναι πλέον καλύτερα εξοπλισμένοι, παρέχοντας τις υπηρεσίας υγείας με μεγαλύτερη σιγουριά[6].
Σε έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας του 2025, αναφέρεται ότι «το Καμερούν εκτιμάται ότι φιλοξενούσε 490.484 άτομα που ζούσαν με HIV το 2023, συμπεριλαμβανομένων 27.960 (5,7%) παιδιών κάτω των 15 ετών και 317.108 (66,8%) γυναικών. Το 2023, το Καμερούν σημείωσε κάποια πρόοδο στην αντιμετώπιση του HIV/AIDS. Μεταξύ άλλων, ο αριθμός των νέων μολύνσεων μειώθηκε κατά 26% σε σύγκριση με το 2022 και ο αριθμός των θανάτων που σχετίζονται με το AIDS μειώθηκε κατά 16%.»[7].
Σε εθνική αναφορά του Καμερούν στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, καταγράφονται συγκεκριμένες ενέργειες προς την προαγωγή του τομέα της υγείας στην χώρα, ενώ γίνεται και ειδική αναφορά στην ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και καταπολέμηση των διακρίσεων σε βάρος των ατόμων που ζουν με HIV/AIDS στη χώρα[8]. Ως προς το τελευταίο, καταγράφεται (μεταξύ άλλων) συγκριμένα ότι: «Η ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη είναι εγγυημένη. Ο Ποινικός Κώδικας τιμωρεί τις διακρίσεις λόγω κατάστασης υγείας (διάταξη 242). Η καταπολέμηση των διακρίσεων περιλαμβάνεται στο Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Ελέγχου του HIV/AIDS και των ΣΜΝ (2021-2023). Οι προκλήσεις που σχετίζονται με τον στιγματισμό και τις διακρίσεις βασικών πληθυσμών στις δομές υγείας οδήγησαν στο άνοιγμα κέντρων 'Drop-in', τα οποία προσφέρουν μια σειρά από υπηρεσίες πρόληψης και προσυμπτωματικού ελέγχου. Προκειμένου να προωθηθούν οι βέλτιστες πρακτικές με έμφαση στην καταπολέμηση του στιγματισμού και των διακρίσεων, το υγειονομικό προσωπικό και οι επιθεωρητές εργασίας ευαισθητοποιούνται και εκπαιδεύονται στις ηθικές και νομικές προκλήσεις που σχετίζονται με το HIV/AIDS».[9]
Σε έκθεση της UNHCR του Ιουλίου 2024 για το Καμερούν καταγράφεται πως 52,000 πρόσφυγες έχουν πλέον πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη μέσω του προγράμματος Καθολική Κάλυψη Υγείας, παρέχοντας δωρεάν ή επιδοτούμενη πρόσβαση σε θεραπεία για την ελονοσία, τον HIV, τη φυματίωση, τη νεφρική ανεπάρκεια και επιδοτούμενη περίθαλψη για τις γυναίκες που κυοφορούν[10].
Σε πρόσφατο δημοσίευμα που εντοπίζεται στην ιστοσελίδα του UNAIDS, αναφέρεται ότι το Υπουργείο Υγείας του Καμερούν έχει αναπτύξει ένα σύνολο μέτρων μετριασμού, προκειμένου να διασφαλίσει τη συνέχιση των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών σε σχέση με τον ιό HIV σε άτομα που είναι φορείς και σε ευάλωτους πληθυσμούς που θα μπορούσαν να επηρεαστούν από την αναστολή της σχετικής χρηματοδότησης που λαμβανόταν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών σε σχέση με τον HIV[11]. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, το Υπουργείο εξέδωσε εγκύκλιο προς όλους τους αντιπροσώπους και τους διευθυντές των νοσοκομείων για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνέχιση των υπηρεσιών, μεταξύ άλλως και για τον ιό HIV[12].
Επίσης, κατόπιν εξειδικευμένης έρευνας που διεξήχθη στην βάση δεδομένων (MedCOI portal) του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) εντοπίστηκε η υπόθεση με αριθμό ACC 8121[13], με ημερομηνία απάντησης 27/03/2025, για την οποία ζητήθηκαν πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη κυβερνητικού προγράμματος που να καλύπτει τον HIV και την φυματίωση. Σύμφωνα με την απάντηση που δόθηκε, κατόπιν επικοινωνίας με ιατρό από το Καμερούν, ένα κυβερνητικό πρόγραμμα βρίσκεται σε εφαρμογή που καλύπτει τον HIV και τη φυματίωση στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση παρέχει δωρεάν θεραπεία και φάρμακα για αυτές τις ασθένειες χωρίς να απαιτείται η εκπλήρωση οποιασδήποτε προϋπόθεσης εκ των προτέρων. Η πολιτική αυτή εφαρμόζεται εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια. Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι μετά την ανακοίνωση της προσωρινής αναστολής της χρηματοδότησης της κυβέρνησης των Η.Π.Α., το Υπουργείο Υγείας του Καμερούν στις 14 Μαρτίου 2025, επιβεβαίωσε τη δέσμευση της κυβέρνησης ότι οι θεραπείες για τον HIV θα παραμείνουν δωρεάν σε όσους τις χρειάζονται.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι μέσω της ένορκης δήλωσής της ημερομηνίας 03/07/2024, η Αιτήτρια, προσκόμισε ως Τεκμήριο 1, Ιατρική Βεβαίωση ημ. 23/10/2023, η οποία κατά τη λεγόμενά της Αιτήτριας, αφορά την ίδια και σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας, λαμβάνει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή που αναφέρεται στην βεβαίωση. Κατόπιν μελέτης της εν λόγω βεβαίωσης, παρατηρώ ότι δεν αναγράφεται ολογράφως το όνομα της Αιτήτριας, τουναντίον, αναγράφεται μόνο το μικρό όνομα της Αιτήτριας και πέραν τούτου, η αναγραφόμενη ως ημερομηνία γέννησης της Αιτήτριας, διαφέρει από αυτήν που αναγράφεται στην ταυτότητά της. Η εν λόγω διαπίστωση ουδόλως επηρεάζει την κατάληξη ότι η Αιτήτρια είναι φορέας του ΗIV, καθώς πρόκειται για στοιχείο που επιβεβαιώνεται και από τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων της Αιτήτριας που περιέχονται στο διοικητικό φάκελο. Πλην όμως, οι ελλιπείς και οι λανθασμένες πληροφορίες που περιέχονται στην εν λόγω βεβαίωση και οι οποίες σχετίζονται με την ταυτοποίηση της Αιτήτριας, δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών και αναμφισβήτητων συμπερασμάτων ως προς την φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει η Αιτήτρια σε συνάρτηση με πληροφορίες για τη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων φαρμάκων στη χώρα καταγωγής της. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο προέβη σε εξειδικευμένη έρευνα στη βάση δεδομένων (MedCOI portal) του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) σχετικά με τη διαθεσιμότητα του φαρμάκου Dolutegravir ανευρέθηκαν οι υποθέσεις AVA 18075[14] και AVA 19681[15], ημερομηνίας απάντησης 17/04/2024 και 14/08/2025 αντιστοίχως, από τις οποίες προκύπτει ότι το ανωτέρω φάρμακο διατίθεται στο Νοτιοδυτικό τμήμα του Καμερούν, στο επαρχιακό νοσοκομείο της Kumba, καθώς και στη Yaoundé, στο ομώνυμο γενικό Νοσοκομείο.
Ως προς τις επιπτώσεις της αγγλόφωνης κρίσης στον τομέα της υγείας και τη δυνατότητα πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στις αγγλόφωνες περιοχές, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι οι συχνές επιθέσεις κατά του ιατρικού προσωπικού και των ιατρικών εγκαταστάσεων έχουν καταστήσει ακόμη πιο δύσκολη την αποτελεσματική παροχή, αλλά και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη.[16] Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, σε έκθεση του Μαΐου 2023, περιέγραψε περαιτέρω ότι η ανασφάλεια ώθησε σε αρκετές περιπτώσεις το ιατρικό προσωπικό σε φυγή επιβαρύνοντας περαιτέρω το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.[17] Σύμφωνα με έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs), η ανασφάλεια στις περιοχές του Νοτιοδυτικού και του Βορειοδυτικού τμήματος της χώρας, συνεχίζει επίσης να επιδεινώνει την ήδη περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας[18].
Σε έτερη δημοσίευση που βρίσκεται δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών, αναφέρεται πως περισσότερες από 210 εγκαταστάσεις υγείας στις περιοχές του Νοτιοδυτικού και του Βορειοδυτικού τμήματος της χώρας δεν είναι πλέον λειτουργικές, είτε επειδή έχουν καταστραφεί, είτε επειδή έχουν εγκαταλειφθεί από το υγειονομικό προσωπικό[19]. Εντούτοις, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, στις περιοχές όπου πλήττονται από την κρίση, στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, έχουν αναπτυχθεί κινητές κλινικές για την παροχή βασικών υπηρεσιών υγείας σε πληθυσμούς που αντιμετωπίζουν εμπόδια σε πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη[20]. Σε έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών για το Νοέμβριο του 2024, καταγράφεται για το Νοτιοδυτικό και Βορειοδυτικό Καμερούν, πως 2.682 άτομα προσέγγισαν υπηρεσίες υγείας μέσω κινητών κλινικών[21].
Από τις ανωτέρω παρατεθείσες πληροφορίες, προκύπτει ότι παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει γενικότερα το σύστημα υγείας του Καμερούν εξαιτίας και της αγγλόφωνης κρίσης, υφίσταται πρόγραμμα για τη διαχείριση του HIV, παρέχοντας εδώ και πολλά χρόνια πρόσβαση σε δωρεάν φαρμακευτική αγωγή σε οροθετικά άτομα. Αξιοσημείωτη κρίνεται άλλωστε και η πολύ πρόσφατη δέσμευση του Υπουργείου Υγείας της χώρας σε σχέση με τη συνέχιση της παροχής δωρεάν αγωγής και θεραπείας για τον HIV. Συνεπώς, ως η ανωτέρω καταγραφή, στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, είναι προσβάσιμη και διαθέσιμη η ιατρική περίθαλψη σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της, παρόλες τις δυσκολίες που υπάρχουν.
Σε σχέση με την κοινωνική μεταχείριση όσων νοσούν από HIV/AIDS, έκθεση του USDOS για την χώρα που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024 και η οποία καλύπτει το έτος 2023, αναφέρει πως τα άτομα με HIV συχνά υπέφεραν κοινωνικές διακρίσεις και απομόνωση από τις οικογένειές και την κοινωνία, εν μέρει λόγω έλλειψης εκπαίδευσης σχετικά με την ασθένεια[22]. Όπως και το προηγούμενο έτος (2022), ενώ δεν βρέθηκαν διαθέσιμες αναφορές/καταγγελίες για διακριτική μεταχείριση στην εργασία, αναφορές που δεν έχουν εκδοθεί και τις οποίες επικαλείται η ανωτέρω έκθεση, έδειξαν ότι σημειώθηκαν κάποιες διακρίσεις στο τομέα της εργασίας όσον αφορά την κατάσταση του HIV, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα[23]. Άλλη πηγή αναφέρει πως το στίγμα τείνει να είναι ισχυρότερο στις αγροτικές κοινότητες, όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν επίσης περιορισμένη πρόσβαση σε εξετάσεις/tests[24]. Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2023, διαπίστωσε ότι «οι κοινωνικές ανησυχίες που σχετίζονται με κουτσομπολιά ή απώλεια φίλων ήταν, η μεγαλύτερη ανησυχία μεταξύ των ατόμων που ζουν με HIV»[25]. Ομοίως, σε άρθρο του WHO και σε έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung για την χώρα, που εκδόθηκε το 2024 και η οποία καλύπτει το έτος 2023, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη κοινωνικού στίγματος κατά ατόμων με HIV[26].
Ο κοινωνικός στιγματισμός και οι διακρίσεις που υφίστανται οι φορείς ΗΙV όπως προκύπτουν από τις ανωτέρω πηγές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανέρχονται σε επίπεδο σοβαρότητας το οποίο να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως δίωξη ή απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση. Λαμβάνοντας υπόψη και το προφίλ της Αιτήτριας ως προκύπτει από τα ενώπιον μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι πρόκειται για νεαρή γυναίκα, με πλήρως ικανοποιητικό μορφωτικό υπόβαθρο καθώς κατέχει μεταπτυχιακό στον τομέα των οικονομικών, το οποίο παρουσιάζεται ως ανεξάρτητο άτομο που εργαζόταν προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής και που έχει επίσης τη δυνατότητα να εργαστεί σε περίπτωση επιστροφής της, διαθέτει δε ευρή υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί της ήδη κρίθηκαν αναξιόπιστοι, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος της Αιτήτριας που απορρέει από το σύνολο των δηλώσεών της κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.
Ως εκ τούτου, από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτή δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της κ. Κουπαρή, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν και δη στην πόλη Buea, τόπο συνήθους διαμονής, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι η πόλη Buea.
Σε πρόσφατη έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect που δημοσιεύθηκε το 2025, αναφέρεται ότι τον Οκτώβριο του 2017, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, αυτό της «Ambazonia» στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, που συνιστούν τις αγγλόφωνες περιοχές. Έκτοτε, στις εν λόγω περιοχές, αυτονομιστές μαχητές και κρατικές δυνάμεις ασφαλείας εμπλέκονται σε συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα εκτεταμένες φρικαλεότητες κατά του άμαχου πληθυσμού.[27]
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας ευθύνονται για την πρόκληση αυθαίρετων δολοφονιών, για τη διάπραξη εκτεταμένων αδικημάτων σεξουαλικής βίας και βίας λόγω φύλου, για την καταστροφή αγγλόφωνων χωριών και για την υποβολή υπόπτων με αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Επιπρόσθετα, ένοπλοι αυτονομιστές ευθύνονται για δολοφονίες και απαγωγές, ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και κατά εργαζομένων στον τομέα παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει κιόλας την κρατική μόρφωση, συχνά επιτίθενται, τρομοκρατούν και απαγάγουν μαθητές και δασκάλους, ενώ καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[28]
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα που εντοπίζεται στην ιστοσελίδα του ACAPS, αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει ποικίλες παρατεταμένες κρίσεις που συνεχίζουν να καθορίζουν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα[29]. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις περιοχές, αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότερους από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, έως τον Φεβρουάριο του 2025[30].
Σε έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2024, αναφέρεται ότι οι πληθυσμοί στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών[31]. Σε έτερη έκθεση του 2025, αναφέρεται ότι η ανθρωπιστική κατάσταση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη συνεχιζόμενη ένοπλη βία και την ανασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων συγκοινωνιακών οδών, οι απαγωγές και οι δολοφονίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό[32]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 28/11/2025), στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας[33], από τα οποία προκλήθηκαν 327 θανάτοι[34]. Συγκεκριμένα στην πόλη Buea της εν λόγω περιφέρειας, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 10 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκε 1 θάνατος[35]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,098,500 κατοίκους[36].
Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας (ενήλικη γυναίκα, ικανή προς εργασία, έχοντας ικανοποιητική μόρφωση, με δυνατότητα να λάβει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για το θέμα υγείας που αντιμετωπίζει και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της), διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτή, λόγω των προσωπικών της περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο καταλήγει, αντίθετα στη θέση της συνήγόρου της Αιτήτριας, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ' ουσίαν εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, ότι η τελευταία δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται έξοδα στο ποσό των €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Το όνομα της Ιατρού παρατίθεται ανωνυμοποιημένο.
[2] Στην εν λόγω βεβαίωση γίνεται αναφορά μόνο στο μικρό όνομα της Αιτήτριας
[3] (βλ. ερυθρό 44 3x του διοικητικού φακέλου, παράγραφος 17 της ένορκης δήλωσής της και ακροαματική διαδικασία ημ. 04/06/2025).
[4] World Health Organization - WHO, ‘Cameroon making progress in the fight against HIV’ (04 December 2023) διαθέσιμο σε https://www.afro.who.int/countries/cameroon/news/cameroon-making-progress-fight-against-hiv; World Health Organization - WHO, published by ReliefWeb, ‘Cameroon: Public Health Situation Analysis (PHSA) (06 February 2025)’ (6 February 2025) διαθέσιμο σε
https://reliefweb.int/attachments/c0e1aab8-6713-497f-8287-b6d97dc8ded6/PHSA%20Cameroon%20060225.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[5] World Health Organization - WHO, ‘Cameroon making progress in the fight against HIV’ (04 December 2023) διαθέσιμο σε https://www.afro.who.int/countries/cameroon/news/cameroon-making-progress-fight-against-hiv (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[6] Ό.π.
[7] World Health Organization - WHO, published by ReliefWeb: ‘Cameroon: Public Health Situation Analysis (PHSA) (06 February 2025)’ (6 February 2025) διαθέσιμο σεhttps://reliefweb.int/attachments/c0e1aab8-6713-497f-8287-b6d97dc8ded6/PHSA%20Cameroon%20060225.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[8]United Nations General Assembly - Human Rights Council: Working Group on the Universal Periodic Review, Forty-fourth session (6-17 November 2023), National report submitted pursuant to Human Rights Council resolutions 5/1 and 16/21 - Cameroon (4 September 2023) διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2099180/G2318007.pdf (βλ. ενότητες IV. Promotion and protection of human rights - B. Economic, social and cultural rights - 2. Right to health - (a) Promotion of the Health Sector / (b) Equal access to healthcare and combating discrimination against persons living with HIV-AIDS' -σελ. 8-9) (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[9] Ό.π. σελ.9
[10] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee, (July 2024) σελ. 10
διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2114940/Factsheet+-+UNHCR+CMR+July+2024.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[11] UNAIDS, ‘Government mitigation measures in Cameroon’ (09 February 2025) διαθέσιμο σε https://www.unaids.org/en/resources/presscentre/featurestories/2025/february/20250209_pepfar-impact-Cameroon (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[12] Ό.π.
[13] EUAA MedCOI, ‘Question & Answer ACC 8121, 27 March 2025’ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[14] EUAA MedCOI, ‘AVA 18085 [source: Local MedCOI expert], 17 April 2024’ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[15] EUAA MedCOI, ‘AVA 19681 [source: Local MedCOI expert], 14 August 2025’ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[16] UNICEF, ‘Humanitarian Situation Report No. 2 - Reporting Period 1 January to 30 June 2023’ (22 August 2023) σελ. 3 διαθέσιμο σε https://www.unicef.org/media/144176/file/Cameroon-Humanitarian-SitRepMid-Year-2023.pdf; Insecurity Insight, published by ReliefWeb, ‘Cameroon: Violence Against Health Care in Conflict 2023’ (5 September 2024) σελ. 4 διαθέσιμο σε
https://reliefweb.int/attachments/a1da45d1-ef5a-46c1-873e-1b3ff4f81bac/2023-SHCC-Cameroon.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[17] UNSC, ‘Protection of civilians in armed conflict, Report of the Secretary-General’ (12 May 2023) σελ. 5 διαθέσιμο σεhttps://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/SG%20report.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[18] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs – UN OCHA, ‘HUMANITARIAN NEEDS OVERVIEW - CAMEROON’ (April 2024) σελ. 21 διαθέσιμο σεhttps://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-humanitarian-needs-overview-2024-february-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[19] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs – UN OCHA, ‘Cameroon: Crisis causes health-care challenges’ (1 April 2024) διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/news/cameroon-crisis-causes-health-care-challenges-0 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[20] Omam LA et al., ‘Mobile clinics in conflict-affected communities of North West and South West regions of Cameroon: an alternative option for differentiated delivery service for internally displaced persons during COVID-19’ (14 December 2021) διαθέσιμο σε https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC8669421/; United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs – UN OCHA, ‘Cameroon: Crisis causes health-care challenges’ (1 April 2024) διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/news/cameroon-crisis-causes-health-care-challenges-0 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[21] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs – UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 71 (November 2024)’ διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-71-november-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[22] USDOS - US Department of State, ‘2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon’ (23 April 2024) σελ. 49 διαθέσιμο σεhttps://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[23] Ο.π.
[24] TheBodyPro, ‘Overcoming Barriers to HIV Testing in Rural Cameroon’ (21 June 2023) διαθέσιμο σε https://www.thebodypro.com/article/overcoming-barriers-hiv-testing-rural-cameroon (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[25] Parcesepe, A. M. et al., ‘HIV-Related Stigma, Social Support, and Symptoms of Mental Health Disorders Among People with HIV Initiating HIV Care in Cameroon’ (March 2023) διαθέσιμο σε National Library of Medicine, https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC10024262/ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[26] World Health Organization - WHO, ‘Cameroon making progress in the fight against HIV’ (04 December 2023) διαθέσιμο σε https://www.afro.who.int/countries/cameroon/news/cameroon-making-progress-fight-against-hiv; Bertelsmann Stiftung, ‘BTI 2024 Country Report Cameroon’ (19 March 2024) σελ. 23
διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/12/2025)
[27] Global Centre for the Responsibility to Protect, ‘Cameroon - Populations at risk’ (14 November 2025), διαθέσιμο σε https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[28] Ό.π.
[29] ACAPS, ‘Country analysis – Cameroon’ διαθέσιμο σε https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[30] Ό.π.
[31] UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’ σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[32] UN OCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.74’ (February 2025) σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no74-february-2025 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[33] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)
[34] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 28/11/2025), COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest) (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[35] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 28/11/2025), COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest, Buea) (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[36] City population, Cameroon, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο