ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Συνεκδικαζόμενες υπ. 7818/21 και 494/24
31 Δεκεμβρίου 2025
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Υποθ. Αρ. 7818/21
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.N
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Υποθ. Αρ. 494/24
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ι. Ν. N and D.J.I., son
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Μ. Μπαγιαζίδου (κα) Δικηγόρος Αιτητών και στις δύο προσφυγές
Χρ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με τις συνεκδικασθείσες προσφυγές τους οι Αιτητές προσβάλλουν αντιστοίχως τις από 18/10/2021 και 23/1/2024 αποφάσεις τις Υπηρεσίας Ασύλου, σύμφωνα με τις οποίες το αίτημά τους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, καλούν δε το Δικαστήριο όπως Α) κηρύξει αυτές άκυρες, αντισυνταγματικές, παράνομες και στερημένες οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, Β) εκδώσει νέα απόφαση επί της ουσίας του αιτήματός τους και Γ) προβεί σε οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει δίκαιη και εύλογη.
Όπως προκύπτει τόσο από τις ενστάσεις, αλλά και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, που αποτελούν τεκμήρια Α και Β στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τις συνεκδικασθείσες προσφυγές είναι τα ακόλουθα:
Οι προσφεύγοντες, υπήκοοι της Δημοκρατίας του Καμερούν (εφεξής Καμερούν), τυγχάνουν οικογένεια, γονείς και ένα ανήλικο τέκνο. Ο Αιτητής, κάτοχος δελτίου ταυτότητας, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, υπέβαλε αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας στις 19/8/2019. Στις 13/9/2021 πραγματοποιήθηκε η προσωπική του συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, και στις 5/10/2021 συντάχθηκε από αρμόδιο λειτουργό των Καθ΄ων η αίτηση εισηγητική έκθεσης υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία γίνεται εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος. Ακολούθως, στις 18/10/2021 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του. Στις 8/11/2021, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, η οποία μαζί με την αιτιολογία της απόφασης κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 9/10/2021. Ακολούθως, στις 17/11/2021 ο Αιτητής κατέθεσε την υπ’ αριθμ. 7818/21 προσφυγή.
Η Αιτήτρια στη προσφυγή υπ’ αριθμό 494/24 (εφεξής Αιτήτρια), σύζυγος του Αιτητή στην προσφυγή 7818/21, κάτοχος διαβατηρίου, υπέβαλε αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας στις 14/01/2021, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στις 13/11/2023 πραγματοποιήθηκε η προσωπική της συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 14/1/2024 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος. Ακολούθως, στις 23/1/2024 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της. Στις 8/2/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, η οποία μαζί με την αιτιολογία της απόφασης κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια αυθημερόν. Ακολούθως, στις 14/2/2024 η Αιτήτρια κατέθεσε την υπ’ αριθμ. 494/2024 προσφυγή, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει δυνάμει του από 7/2/2025 και με ημερομηνία σύνταξης 12/2/2025 Διατάγματος Δικαστηρίου.
Οι ως άνω προσφυγές αποτελούν αντικείμενο της παρούσης διαδικασίας, καθώς κατόπιν της από 4/6/2024 αίτησης του Αιτητή, εξεδόθη το από 12/9/2024 Διάταγμα του παρόντος, με το οποίο αποφασίστηκε η συνεκδίκαση τους λόγω συνάφειας.
Μέσω της γραπτής τους αγόρευσης οι Αιτητές βάλλουν κατά των προσβαλλόμενων πράξεων για λόγους που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας. Αποτελεί θέση τους πως οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης τους, ότι καμία από τις αρχές και πρακτικές που διέπουν τις συνεντεύξεις στο πλαίσιο των διαδικασιών ασύλου, όπως καθορίζονται στο Εγχειρίδιο Κατάρτισης της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών, δεν τηρήθηκε στην περίπτωσή τους. Επικαλούνται εσφαλμένη αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών τους, παραθέτοντας προς τούτο τα σημεία εκείνα της εισηγητικής έκθεσης στα οποία εντοπίζονται εσφαλμένα συμπεράσματα των Καθ’ ων η αίτηση, ισχυριζόμενοι παράλληλα ότι ο αρμόδιος λειτουργός παρέλειψε να ανατρέξει σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί της δίωξης του από τις στρατιωτικές αρχές του Καμερούν. Κατά την θέση τους ο λειτουργός δεν προέβη σε ανεξάρτητη και εξατομικευμένη έρευνα ως προς την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής τους. Ισχυρίζονται παράλειψη υποχρέωσης εξατομικευμένης εξέτασης της αίτησης τους κατά παράβαση τους εδαφίου 3 του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον προωθούν τη θέση ότι δεν λήφθηκε υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου κατά την αξιολόγηση του κινδύνου που θα διατρέξει το ανήλικο τέκνο τους κατά την επιστροφή τους στην χώρα καταγωγής τους. Τέλος, αποτελεί ισχυρισμός τους ότι προσβαλλόμενες αποφάσεις πάσχουν λόγω έλλειψης επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας. H ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών καταλήγει ότι αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να αναγνωρισθεί σε αυτούς καθεστώς πρόσφυγα. Επικουρικά, υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στην χώρα καταγωγής του υπάρχει αυξημένος κίνδυνος να υποστούν πράξεις δίωξης από τις κρατικές αρχές και ο Αιτητής να συλληφθεί και/να υποβληθεί σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση από το στρατό κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Οι Καθ' ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου και είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, καλούν δε το Δικαστήριο όπως απορρίψει τα αιτήματα των Αιτητών και επικυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.
Εκκρεμούσης της διαδικασίας, ο Αιτητής αιτήθηκε την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο εκδίδοντας σχετικό Διάταγμα. Συνεπώς με την από 12/05/2022 Ένορκη Δήλωση του Αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα: α. Αντίγραφο εντάλματος σύλληψης εναντίον του, ημερομηνίας 24 Απριλίου 2019 (Τεκμήριο Α) και β. Αντίγραφο της εφημερίδας The Voice, ημερομηνίας 29 Απριλίου 2019, στη σελίδα 9, της οποίας γίνεται αναφορά στην περίπτωση του και στην κατάσταση που επικρατεί στην χώρα του (Τεκμήριο Β).
Κατά τις διευκρινήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στις 05/06/2025 η συνήγορος των Αιτητών απέσυρε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας και ενέμεινε στους ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας και εσφαλμένης κατάληξης περί αναξιοπιστίας των Αιτητών, καθώς και ότι δεν λήφθηκε υπόψη η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου. Εν συνεχεία τέθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήσεις από το Δικαστήριο σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της, με την τελευταία να αναφέρεται σε προβλήματα που αντιμετώπιζε με τον πατριό της. Κατά δήλωσή της μετά την εξαφάνιση του συζύγου της και τις απειλές που δέχθηκε εναντίον του γιου της, κατέφυγε στο σπίτι του πατριού της, όπου εκείνος εργαζόταν σε έναν παραδοσιακό θεραπευτή. Δήλωσε για πρώτη φορά ότι ο πατριός της, της έβαλε ένα φάρμακο στο σώμα της, με το πρόσχημα της προστασίας, με αποτέλεσμα να λιποθυμήσει και στη συνεχεία να τη βιάσει. Όταν η Αιτήτρια το αντιλήφθηκε, την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει και ότι θα αποκαλύψει τη θέση της στους Amba. Φοβούμενη για τη ζωή της, κατέφυγε στην κουνιάδα της, αφήνοντας τον υιό της υπό την προστασία της μητέρας της, με την οποία ζει μέχρι σήμερα με ασφάλεια. Δήλωσε ότι το τέκνο της επρόκειτο να ταξιδέψει μαζί της και ότι είχαν ετοιμάσει διαβατήρια και για τους δύο. Ωστόσο, στο αεροδρόμιο ενημερώθηκε ότι ο γιος της θα ερχόταν αργότερα. Από τότε έχουν περάσει πέντε χρόνια και, όπως εξήγησε, δεν κατέστη δυνατόν να ταξιδέψει, καθώς δεν είναι εφικτό για εκείνον να εγκαταλείψει τη χώρα. Από την πλευρά τους οι Καθ’ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και γραπτής τους αγόρευσης.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορο των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος των Αιτητών, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτοί προέβαλαν σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός τους, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους από την συνήγορό τους ισχυρισμούς.
Ενόψει του ότι οι πρόκειται για οικογένεια ωστόσο με διαφορετικές αιτήσεις, κρίνω ορθό όπως αρχικά καταγραφούν οι ισχυρισμοί και η αξιολόγηση από τους Καθ’ ων η αίτηση, έκαστου εξ αυτών, ώστε να εξεταστεί ο ουσιαστικός και κύριος ισχυρισμός της κ. Μπαγιαζίδου περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Κατά την καταγραφή της αίτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή, λόγω της εργασίας του στην επισκευή στρατιωτικών οχημάτων, αυτός και η οικογένειά του δέχθηκαν επιθέσεις από τους Ambazonias, κατά τις οποίες σκοτώθηκε ο ανιψιός του, και ότι ο ίδιος αποτελεί στόχο και καταζητείται, η δε Αιτήτρια κατά την καταγραφή της αίτησης της δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της επειδή βρέθηκε στη μέση μιας διαμάχης, δεν μπορούσε να αντέξει το τραύμα.
Στο πλαίσιο της συνέντευξης του ο Αιτητής δήλωσε ως προς το προσωπικό του προφίλ ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείς στην Buea, όπου διέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Είναι έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, το νεότερο τέκνο τους (Αιτητής στην προσφυγή 494/24) βρίσκεται μαζί με την σύζυγό του- Αιτήτρια -στην Κύπρο, ενώ το μεγαλύτερο τέκνο του διαμένει με τη μητέρα της συζύγου του στο Καμερούν. Ως προς την πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι η μητέρα του έχει αποβιώσει και ο πατέρας του ζει στο χωριό Mokowlibe, στην Nguti Sub Division. Συνέχισε ότι έχει 5 αδελφές και έναν αδελφό που πυροβολήθηκε θανάσιμα από τους αποσχιστές, που αργότερα κατά την συνέντευξη του δήλωσε ότι είναι ο ανιψιός του και όχι αδελφός του. Έχει λάβει 14 έτη σχολικής εκπαίδευσης και εργαζόταν στην χώρα καταγωγής του ως μηχανικός οχημάτων/μηχανών στο κατάστημα που διέθετε στην περιοχή διαμονής τους. Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 19 Ιουλίου 2019 αεροπορικώς από την Douala.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή στοχοποιήθηκε τόσο από τους Ambazonians όσο και από τον στρατό. Ανέφερε ότι το 2019, ημέρα Δευτέρα, κατά την περίοδο επιβολής περιορισμού κυκλοφορίας από τους αυτονομιστές, άνδρες του στρατού μετέβησαν στην οικία του και του ζήτησαν να επισκευάσει όχημά τους. Παρότι γνώριζε την απαγόρευση, δεν αρνήθηκε λόγω φόβου. Μετέβη στο συνεργείο του, επισκεύασε το στρατιωτικό όχημα και επέστρεψε στην οικία του. Οι στρατιώτες γνώριζαν τον τόπο διαμονής του, καθώς ένας εξ αυτών ήταν γνωστός του και πελάτης του.
Το ίδιο βράδυ, ένοπλοι Ambazonians, ενδεδυμένοι με πολιτικά, μετέβησαν στην οικία του και τον κατηγόρησαν ότι παραβίασε τους «νόμους» τους, επειδή επισκεύασε στρατιωτικό όχημα και κυκλοφορούσε στην αποκαλούμενη «πόλη-φάντασμα». Ο ανιψιός του, τον οποίο αποκαλεί αδελφό του, επιχείρησε να τον υπερασπιστεί και πυροβολήθηκε με πιστόλι, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ενώπιον της οικογένειας. Οι Ambazonians συνέλαβαν τον Αιτητή, τον μετέφεραν σε δασική περιοχή, τον έδεσαν σε δέντρο και τον κράτησαν αιχμάλωτο για δύο εβδομάδες. Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν υπέστη σωματική κακοποίηση, αλλά δέχθηκε απειλές θανάτου, ενώ ένας εξ αυτών του ανέφερε ότι «το αφεντικό του τον θέλει ζωντανό ή νεκρό». Δεν θυμόταν τον ακριβή αριθμό των ενόπλων.
Κατά την κράτησή του, ως ισχυρίστηκε εξαναγκάστηκε να δώσει το τηλέφωνο της αδελφής του και εικάζει ότι οι απαγωγείς απαίτησαν από αυτήν λύτρα ύψους δύο εκατομμυρίων φράγκων Καμερούν. Μετά την καταβολή των λύτρων, αφέθηκε ελεύθερος και παραδόθηκε σε σημείο όπου συνάντησε την αδελφή του. Δεν επέστρεψε στην οικία του, καθώς η αδελφή του, η οποία είναι ιερέας, τον ενημέρωσε ότι κατά την απαγωγή του ο στρατός μετέβαινε στην οικία τους και τον αναζητούσε, κατηγορώντας τον για συνεργασία με τους αυτονομιστές, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να εξηγήσει πώς εκείνη γνώριζε την πληροφορία.
Φοβούμενη για τη ζωή του, η αδελφή του τον μετέφερε αρχικά σε ξενοδοχείο και στη συνέχεια στο χωριό Bonakanda, όπου κρύφτηκε για τρεις ημέρες στην οικία άγνωστου σε αυτόν άνδρα. Ακολούθως με τη βοήθεια και τις διασυνδέσεις της αδελφής του, εγκατέλειψε τη χώρα από το αεροδρόμιο της Douala. Διευκρίνισε ότι οι λόγοι αναχώρησης της συζύγου του δεν συνδέονται με τη δική του υπόθεση. Επιπλέον, ανέφερε ότι η αδελφή του και η σύζυγός του τον ενημέρωσαν ότι οι Ambazonians μετέβαιναν στην οικία του και τον αναζητούσαν, κατηγορώντας τον για συνεργασία με τον στρατό.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο επιστροφής, δήλωσε ότι κινδυνεύει η ζωή του τόσο από τους Ambazonians όσο και από τον στρατό και ότι δεν θα μπορούσε να διαμείνει με ασφάλεια ούτε σε άλλες περιοχές της χώρας (Yaounde/Douala). Τέλος, ανέφερε ότι σε μεταγενέστερη επικοινωνία με την αδελφή του, μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, εκείνη δεν του ανέφερε νεότερες επισκέψεις του στρατού ή των Ambazonians στην οικία του.
Ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ’ ων η αίτηση, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο Αιτητής, διήκρινε τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς και αφορούν (1) το προσωπικό προφίλ, ταυτότητα και χώρα καταγωγής του Αιτητή, (2) το γεγονός ότι ο Αιτητής απήχθη και δέχθηκε απειλές από τους Amba boys, και (3) το γεγονός ότι ο Αιτητής έλαβε απειλές από το στρατό στο Καμερούν.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ (εκπαίδευση, φυλή, θρήσκευμα, περιοχή συνήθους διαμονής και οικογενειακό προφίλ) κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκείς πληροφοριών, βρίσκουν δε έρεισμα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της Αιτητή.
Ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απαγωγή του από τους ούτω καλούμενους Amba boys επειδή τον είδαν να επισκευάζει ένα στρατιωτικό όχημα. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με χρονική ακρίβεια πότε έλαβε χώρα το ανωτέρω περιστατικό, ενώ θα αναμενόταν να είναι τουλάχιστον σε θέση να θυμάται τον μήνα κατά τον οποίο συνέβησαν τα γεγονότα που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα. Επίσης, υπέπεσε σε αντιφάσεις τις οποίες δεν κατάφερε να επεξηγήσει με πειστικότητα, αναφορικά με την ιδιότητα του άνδρα που πυροβολήθηκε στην προσπάθειά του να τον υπερασπιστεί απέναντι στους Ambazonians. Συγκεκριμένα, κατά την καταγραφή της αίτησής του υπέδειξε ως το εν λόγω πρόσωπο τον ανιψιό του, ενώ κατά τη συνέντευξη του σε ένα σημείο αναφέρθηκε στον αδελφό του όταν κλήθηκε σχετικά, για να ανασκευάσει στη συνέχεια όταν του επισημάνθηκε η ανωτέρω απόκλιση ότι επρόκειτο εν τέλει για τον ανιψιό του, ενώ στην αρχή της συνέντευξης του είχε αναφέρει ότι έχει έναν αδελφό, ο οποίος έχει αποβιώσει, και πέντε αδελφές. Ούτε κατάφερε να συγκεκριμενοποιήσει τις συνθήκες κράτησης του από τους αποσχιστές σε θαμνώδη περιοχή. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν κατάφερε να περιγράψει με λεπτομέρειες τα άτομα που είδε στο σπίτι του όταν του χτύπησαν την πόρτα της οικίας του. Ούτε ήταν σε θέση να παραθέσει πληροφορίες σε σχέση με τις συνθήκες απελευθέρωσης του καθώς και ούτε γνώριζε ποιο μέλος της οικογένειας του κατέβαλε τα λύτρα, θεωρώντας ότι ήταν η αδελφή του, ενώ θα αναμένονταν να γνωρίζει αυτή την πληροφορία λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν συνέχεια με την αδελφή του μετά την απελευθέρωση του. Κρίθηκε επιπλέον ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εισφέρει οιανδήποτε πληροφορία σε σχέση με το πρόσωπο που τηλεφώνησε στην αδελφή του και της είπε ότι δεν είναι ασφαλές να τον αφήσει στο ξενοδοχείο, καθώς και να περιγράψει με λεπτομερή τρόπο το άτομο που τον φιλοξένησε επί τρεις ημέρες στην οικία του στο χωριό Bonakanda. Τέλος, κρίθηκαν ως ασυνεπείς και μη συνεκτικές οι δηλώσεις του Αιτητή σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι Amba boys πήγαιναν στο σπίτι και τον αναζητούσαν, ενώ ούτε κατάφερε να τεκμηριώσει με επάρκεια πληροφοριών και πειστικότητα για ποιο λόγο οι Ambazonias συνέχισαν να τον καταδιώκουν ενώ είχαν καταβληθεί τα λύτρα που είχαν ζητήσει.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ’ ων η αίτηση ανέτρεξε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την δράση των Ambazonians, και τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (απαγωγές, δολοφονίες) στις οποίες οι ανωτέρω προβαίνουν. Ωστόσο, ενόψει της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Ομοίως, απορρίφθηκε και ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή περί απειλών και στοχοποίησης από το στρατό ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει πώς γνωρίζει ότι ο στρατός θα τον σκοτώσει, καθώς περιορίστηκε σε αόριστη αναφορά ότι ο στρατός τον αναζητεί. Περαιτέρω, εντοπίστηκαν ασυνέπειες στις δηλώσεις του σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε ότι ο στρατός τον αναζητεί. Επιπλέον, δεν κατάφερε να περιγράψει με λεπτομερή τρόπο τα γεγονότα της ημέρας κατά την οποία ο στρατός φέρεται να επισκέφθηκε την οικία του και να του ζήτησε να επισκευάσει το όχημά τους. Όταν κλήθηκε να συγκεκριμενοποιήσει το περιεχόμενο των απειλών που δέχθηκε από το στρατό, αποκρίθηκε γενικόλογα ότι ο στρατός πήγαινε σπίτι του και τον κατηγορούσε για συνεργασία με τους Amba boys, πληροφορία που ως δήλωσε έμαθε από την αδελφή του.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, κρίθηκε ότι, εφόσον δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία αυτού και δεν προέκυψαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή που να επιβεβαιώνουν ότι ο στρατός τον απείλησε ή ότι προβαίνει σε απειλές θανάτου κατά πολιτών στο Καμερούν, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ’ων η αίτηση, προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου επί τη βάσει του ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι ταυτότητας, προφίλ και χώρα καταγωγής, Παραθέτοντας πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στο Νοτιοδυτικό Καμερούν από το οποίο προέρχεται ο Αιτητής, κατέληξε ότι συντρέχουν εύλογες πιθανότητες να υποστεί ο Αιτητής μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή του στο Νοτιοδυτικό Καμερούν εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, ωστόσο προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι διαπιστώθηκε ότι εκλείπει το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου και συνεπώς, δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Στη συνέχεια, στα πλαίσια αξιολόγησης του κατά πόσο ο Αιτητής είναι δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου νόμου και εφαρμόζοντας τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ για την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα, έκριναν ότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας με μόνη την παρουσία του Αιτητή στον τόπο συνήθους διαμονής του στην χώρα καταγωγής του, ούτε διαπιστώνουν οιονδήποτε παράγοντα επίτασης κινδύνου βάσει των ατομικών του περιστάσεων. Ως συνέπεια, η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.
Στο ίδιο αποτέλεσμα, [απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας] κατέληξαν εξετάζοντας την αίτηση της συζύγου του Αιτητή, Αιτήτρια στη συνεκδικασθείσα προσφυγή, η οποία κατά την προσωπική της συνέντευξη επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στο χωριό Awut (South West Region), όπου διέμεινε μέχρι το 2009, ενώ στη συνεχεία μετέβη στην Buea, όπου διέμεινε μέχρι το 2019. Το 2019 επέστρεψε στο χωριό της Awut και τον Μάιο του 2019 μετέβη στην Modempa όπου έζησε μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 2020 στο σπίτι της κουνιάδας της. Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της από την Douala, όπου έζησε για πέντε ημέρες προτού εγκαταλείψει την χώρα στις 18/11/2020. Δήλωσε έγγαμη (2017) και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων. Επιβεβαίωσε επιπλέον ότι ο σύζυγός της μαζί με το νεότερο σε ηλικία τέκνο τους βρίσκονται στην Κύπρο, ενώ το μεγαλύτερο τέκνο της διαμένει με την μητέρα της στην Buea. Ως προς την πατρική της οικογένεια δήλωσε ότι αυτή αποτελείται από τη μητέρα της, τον πατριό της και τις ετεροθαλείς αδελφές της. Κατά δήλωσή της απόφοιτη του τμήματος Διοίκησης και Οικονομικών του πανεπιστημίου της Buea (2014-2017) με εργασιακή εμπειρία ως γραμματέας στον ιδιωτικό τομέα. Επεξήγησε ότι το ταξίδι της χρηματοδοτήθηκε από την κουνιάδα της, η οποία την βοήθησε να εκδώσει διαβατήριο και πλήρωσε το εισιτήριό της.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αυτή δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της η Αιτήτρια αναφέρθηκε στα προβλήματα που αντιμετώπισε ο σύζυγός της, τις απειλές κατά της ζωής του τέκνου της από τους Amba boys και στα προβλήματα που αντιμετώπισε από την θεία της, και τον πατριό της, κατά την διάρκεια της κοινής με τον πατριό της συμβίωσης τους από το 2005 έως το 2009.
Σε σχέση με τα προβλήματα του συζύγου της, Αιτητή, δήλωσε ότι τον Μάρτιο του 2019, ημέρα κατά την οποία είχε επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας από τους αυτονομιστές, ένας στρατιωτικός πήγε στο σπίτι τους και ζήτησε από τον σύζυγό της να επισκευάσει ένα όχημα τους. Ο σύζυγός της έφυγε από το σπίτι και πήγε στην εργασία του. Κατά το απόγευμα Ambazonians πήγαν στο σπίτι τους και ζήτησαν από τον σύζυγό της εξηγήσεις επειδή κυκλοφόρησε παρά την απαγόρευση την ημέρα του lockdown. Στην προσπάθειά τους να πάρουν μαζί τους τον σύζυγό της, ο ανιψιός της, που βρισκόταν στο σπίτι, παρενέβη, με αποτέλεσμα ένας εξ αυτών να τον πυροβολήσει θανάσιμα. Στην συνέχεια έφυγαν ενώ είχαν πάρει μαζί τους τον σύζυγό της. Συνέχισε πως την επόμενη ημέρα (Τρίτη) ο στρατός πήγε σπίτι τους και ζήτησε τον σύζυγό της, η Αιτήτρια τους εξήγησε τι είχε συμβεί και ότι οι Ambazonians πήραν μαζί τους τον σύζυγό της. Προσέθεσε ότι η κουνιάδα της έκανε πολλές αναφορές στην αστυνομία ώστε να βρεθεί ο σύζυγός της. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι Ambazonians αναζητούσαν τον σύζυγό της, πήγαν σπίτι της τον Απρίλιο του 2019 και την απείλησαν ότι θα σκοτώσουν το τέκνο της και ότι θα την πάρουν μαζί τους. Επεξήγησε ότι τα μέλη των Ambazonians της ανέφεραν πως αναζητούσαν τον σύζυγό της, επειδή – όπως ισχυρίστηκαν – παρείχε πληροφορίες στον στρατό, καθώς τον είχαν δει να εργάζεται και να επισκευάζει το αυτοκίνητο την ημέρα της απαγόρευσης. Συνέχισε ότι όταν αυτοί επισκέφθηκαν το σπίτι της αρνήθηκαν πως ήταν υπεύθυνοι για την απαγωγή του συζύγου της και τη δολοφονία του ανιψιού του. Επισήμανε ότι οι Amba αποτελούνται από πολλές διαφορετικές ομάδες και ότι, εφόσον δεν τον είχαν πάρει αυτοί, δεν μπορούσε να φανταστεί ποιοι άλλοι θα μπορούσαν να τον είχαν απαγάγει εκείνη την ημέρα. Δήλωσε, τέλος, ότι την απείλησαν πως θα σκοτώσουν τον υιό της και θα την πάρουν μαζί τους, επειδή δεν την πίστεψαν όταν τους διαβεβαίωσε πως ο σύζυγός της είχε απαχθεί από τη δική τους ομάδα και θεωρούσαν πως τον έκρυβε. Φοβούμενη για τη ζωή του τέκνου της επέστρεψε στο χωριό της, όπου κατά την εκεί διαμονής τους, δέχτηκε απειλές από τον πατριό της, ο οποίος ήταν παραδοσιακός/θρησκευτικός ιατρός, ότι θα την καταδώσει στους αυτονομιστές και αποπειράθηκε εκ νέου να την κακοποιήσει σεξουαλικά. Εξαιτίας αυτών η Αιτήτρια μετέβη στην κουνιάδα της στην Modempa, αφήνοντας το τέκνο της στην μητέρα της. Δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα μόνη της χωρίς το τέκνο της παρά τις απειλές που δέχθηκε για τη ζωή του κατόπιν προτροπής της κουνιάδας της η οποία της υποσχέθηκε ότι ο υιός της θα ταξίδευε αργότερα. Κατά δήλωσή της το τέκνο της διαμένει με ασφάλεια με την μητέρα της στην Buea. Δεν γνωρίζει εάν η Ambazonians την αναζητούν ακόμη, το μόνο που γνωρίζει είναι ότι αναζητούν τον σύζυγό της, πληροφορία που της μετέφερε η κουνιάδα της.
Σε σχέση με την κακοποιητική συμπεριφορά του πατριού της δήλωσε ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν η μητέρα της παντρεύτηκε με τον πατριό της το 2005. Σε ηλικία 15 ετών ο πατριός της προσπάθησε να μυήσει την ίδια και τις αδελφές της για την προστασία τους, κόβοντας το δέρμα τους σε διάφορα σημεία του σώματος τους. Συνέχισε ότι, δύο έτη μετά, το 2008, ο πατριός της αποπειράθηκε πολλές φορές να την κακοποιήσει σεξουαλικά. Δεν ανέφερε τίποτα στη μητέρα της επειδή αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας εκείνη την περίοδο. Το 2009 αποφάσισε εξαιτίας της συμπεριφοράς του πατριού της να φύγει από το σπίτι. Μετέβη στην οικία της θείας της στην Buea, η οποία το 2009 την έδιωξε από το σπίτι επειδή αρνήθηκε να εκδίδεται στους πελάτες του καταστήματος της. Όταν έφυγε από το σπίτι της θείας της πήγε να διαμείνει σε μια φίλη της και εν συνεχεία ενοικίασε τη δική της οικία μέχρι το 2017, όταν και παντρεύτηκε με τον σύζυγό της. Δήλωσε ότι καθόλο το ανωτέρω διάστημα εργαζόταν και παράλληλα σπούδαζε. Επεξήγησε ότι εκμυστηρεύτηκε στη μητέρα της τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις που δέχθηκε από τον σύζυγό της [πατριό της] τον Δεκέμβριο του 2022. Ανέφερε, επίσης, ότι η μητέρα της έχει εγκαταλείψει τον πατριό της εδώ και ένα έτος και πλέον διαμένει μόνη της, δηλώνοντας επιπλέον ότι, από τότε που έφυγε από το σπίτι της θείας της, δεν έχει δεχθεί καμία ενόχληση από την τελευταία, ενώ ούτε κατά το χρονικό διάστημα που διέμενε μαζί της την είχε ενοχλήσει ο πατριός της.
Αξιολογώντας τα λεγόμενα της Αιτήτριας, οι Καθ’ων η αίτηση διήκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) ταυτότητα, χώρα καταγωγής, και προσωπικά στοιχεία/προφίλ Αιτήτριας, (β) ισχυριζόμενα προβλήματα διαφυγής λόγω του ότι οι Ambazonians έψαχναν τον σύζυγό της, ο οποίος είχε διαφύγει από το Καμερούν και (γ) ισχυριζόμενα προβλήματα διαφυγής, λόγω των αρνητικών εμπειριών που βίωσε από τον πατριό και τη θεία της.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκείς πληροφοριών, καθώς και αυτές βρίσκουν έρεισμα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής της.
Ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να παραθέσει μια ολοκληρωμένη αφήγηση σχετικά με τα όσα έλαβαν χώρα κατά την επίσκεψη των Ambazonians στο σπίτι τους μετά την απαγωγή του συζύγου της. Επίσης, δεν κατάφερε να αποκριθεί με σαφήνεια όταν κλήθηκε να επεξηγήσει πως γίνεται οι Ambazonians να μην γνώριζαν ότι αυτοί είχαν απαγάγει τον σύζυγό της. Ούτε κατόρθωσε να αποσαφηνίσει τον λόγο για τον οποίο οι Ambazonians επιθυμούσαν να σκοτώσουν τον υιό της, ενώ θα αναμενόταν από την Αιτήτρια να εξηγήσει επαρκώς τόσο την αντίδραση των Ambazonians όσο και τις ενέργειες στις οποίες αυτοί ενδέχεται να προέβησαν, όταν τους ανέφερε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν ο σύζυγός της. Επισημάνθηκε ότι κατά τους ισχυρισμούς της ο υιός της διαμένει με τη μητέρα της εδώ και δύο έτη στην Buea χωρίς να έχει αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, στοιχείο το οποίο ως κρίθηκε αποδυναμώνει τον ισχυρισμό της περί του ότι οι Ambazonians θα μπορούσαν να κάνουν κακό στον υιό της. Επιπλέον, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν επεξήγησε με επαρκή τρόπο τι την έκανε να πιστεύει ότι οι Ambazonians θα την έπαιρναν μαζί τους. Επίσης, υπέπεσε σε ασάφειες όταν κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο η ίδια δεν έφερε τον υιό της μαζί της στην Κύπρο ενώ ισχυρίστηκε ότι οι Ambazonians την απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, κρίθηκε ότι, κατόπιν έρευνας του λειτουργού σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν εντοπίστηκαν αναφορές επιθέσεων ή δολοφονιών κατά τις ημερομηνίες στις οποίες αναφέρθηκε η Αιτήτρια. Επίσης, παρατέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη μεταχείριση συγγενών προσώπων που κατηγορούνται για διασυνδέσεις με τους αυτονομιστές από τον στρατό ή τις αρχές της χώρας. Ωστόσο, ενόψει του ότι δεν θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Ομοίως απορρίφθηκε και ο τρίτος ισχυρισμός της Αιτήτριας περί των αρνητικών εμπειριών που βίωσε στο παρελθόν από τον πατριό και τη θεία της. Επισημάνθηκε ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε την οικία της θείας της το 2011, εν συνεχεία διέμεινε μόνη της μέχρι το 2017, διάστημα κατά το οποίο εργαζόταν και σπούδαζε, ενώ από το 2017 διέμενε με το σύζυγό της. Αναφέρθηκε ότι κατά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ο κύριος λόγος που εγκατέλειψε το Καμερούν ήταν για να επανενωθεί με το σύζυγό της, ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο, φοβούμενη μήπως εξαναγκαστεί να επιστρέψει στον πατριό της. Κατά τον λειτουργό, δεν προκύπτουν ενδείξεις από τις δηλώσεις της Αιτήτριας που να δικαιολογούν το φόβο της Αιτήτριας προς τον πατριό και τη θεία της, καθότι δεν είχε επαφές μαζί τους προτού εγκαταλείψει την χώρα ώστε να επανασυνδεθεί με το σύζυγό της στην Κύπρο. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στην συνέντευξης της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι ανάλυσης των ανωτέρω δεδομένων μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.
Κατά την εξέταση του κινδύνου και στο πλαίσιο των ισχυρισμών που έγιναν δεκτοί, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως επί τη βάσει των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο αγγλόφωνο Καμερούν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην πόλη Buea (South West Cameroon) εξαιτίας της κατάστασης ανασφάλειας στην ανωτέρω περιοχή.
Προχωρώντας, στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση διαπιστώνουν επί τη βάσει των προβαλλόμενων αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας, ότι εκλείπει το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου και συνεπώς, δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ για την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα στα πλαίσια αξιολόγησης του κατά πόσο η Αιτήτρια είναι δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου νόμου, κρίνουν ότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας με μόνη την παρουσία της Αιτήτριας στον τόπο συνήθους διαμονής της στην χώρα καταγωγής της, ούτε διαπιστώνουν οιονδήποτε παράγοντα επίτασης κινδύνου βάσει των ατομικών της περιστάσεων, ήτοι νεαρής έγγαμης γυναίκας, υγιής, με τον σύζυγό της και το ένα τέκνο τους να βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ το δεύτερο τέκνο της βρίσκεται στην Buea με την μητέρα της, με καλό μορφωτικό επίπεδο και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στην χώρα καταγωγής της. Ως συνέπεια, η αίτηση διεθνούς προστασίας της απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.
Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, τόσο η αίτηση του Αιτητή όσο και της συζύγου του, απορρίφθηκαν.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Στ ο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλου και κυρίως το πρακτικό των διενεργηθείσων συνεντεύξεων έκαστου Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και των αντίστοιχων Εκθέσεων των αρμόδιων λειτουργών, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ' ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που οι ίδιοι οι Αιτητές προέβαλαν κατά την συνέντευξή τους, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και την περιοχή καταγωγής τους και δεν κρίνεται σκόπιμη η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου. Άλλωστε οι Αιτητές υπέβαλαν και βρίσκονται εντός των αντίστοιχων διοικητικών φακέλων εθνική ταυτότητα και διαβατήριο έκαστου Αιτητή εκδοθέντα από τις αρχές του Καμερούν.
Ορθή κρίνεται και η αξιολόγηση των λοιπών ισχυρισμών των Αιτητών που αφορούν στα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Αιτητής στην χώρα καταγωγής τους τόσο από τους Ambazonians με την απαγωγή του όσο και από το στρατό στα οποία αναφέρθηκε και η Αιτήτρια και αποτέλεσε τον λόγο εγκατάλειψης της χώρα της.
Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης αρχικά του Αιτητή και μελετώντας αυτό με προσοχή το Δικαστήριο εντοπίζει ορισμένες ασυνέπειες και κενά που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία και τη συνοχή του ισχυριζόμενου φόβου δίωξης. Κατ’ αρχάς ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η αδελφή του τον ενημέρωσε πως, κατά τη διάρκεια της απαγωγής του, ο στρατός επισκεπτόταν επανειλημμένα την οικία του αναζητώντας τον και κατηγορώντας τον για συνεργασία με τους αυτονομιστές. Παρόλα αυτά ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς η αδελφή του απέκτησε αυτή την πληροφορία. Το γεγονός αυτό αποτελεί κενό που αποδυναμώνει την αξιοπιστία του ισχυρισμού περί αναζήτησής του από τον στρατό. Επιπρόσθετα, ο ίδιος ανέφερε αργότερα ότι, μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, η αδελφή του δεν του ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με επισκέψεις του στρατού ή των Ambazonians στο σπίτι του, γεγονός που αντιφάσκει με τον αρχικό του ισχυρισμό ότι εκείνη τον είχε ενημερώσει για τις υποτιθέμενες επισκέψεις.
Επιπλέον, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τόσο οι Ambazonians όσο και ο στρατός τον αναζητούν για συνεργασία με την αντίπαλη πλευρά. Ωστόσο, το περιστατικό που περιγράφει – η επισκευή ενός στρατιωτικού οχήματος – προκύπτει ότι έγινε κατόπιν απαίτησης του στρατού και υπό καθεστώς φόβου, κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως πραγματική «συνεργασία» με τον στρατό από πλευράς αυτονομιστών, ιδιαίτερα όταν ο ίδιος δεν φαίνεται να είχε καμία προϋπάρχουσα σχέση μαζί τους. Ταυτόχρονα, ο ισχυρισμός ότι ο στρατός τον θεωρεί συνεργάτη των αυτονομιστών – παρά το ότι εκείνος προσέφερε υπηρεσίες σε στρατιωτικούς κατ’ εντολή τους – δημιουργεί λογική αναντιστοιχία ως προς τους λόγους για τους οποίους θα τον καταδίωκε ο στρατός.
Παρατηρώ επίσης, ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι οι Ambazonians τον συνέλαβαν, τον κράτησαν δεμένο επί δύο εβδομάδες και απαίτησαν λύτρα. Παρά τη σοβαρότητα των περιστάσεων, ο Αιτητής επιμένει ότι δεν υπέστη σωματική κακοποίηση, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική τέτοιων ομάδων ένοπλων αυτονομιστών και εγείρει ερωτήματα ως προς την πειστικότητα της περιγραφής των συνθηκών κράτησης. Επίσης, δεν είναι σε θέση να περιγράψει ούτε τον αριθμό των δραστών ούτε τα χαρακτηριστικά τους, παρότι οι ισχυριζόμενοι δράστες εισέβαλαν στο σπίτι του, σκότωσαν τον ανιψιό του μπροστά του και τον απήγαγαν.
Επιπλέον, το χρονολογικό πλαίσιο παρουσιάζει ασάφειες. Ο Αιτητής τοποθετεί την επισκευή του οχήματος του στρατού «ένα μήνα πριν εγκαταλείψει τη χώρα», ενώ συγχρόνως περιγράφει τη συγκεκριμένη ημέρα ως την αφετηρία των τραγικών γεγονότων που ακολούθησαν (δολοφονία του ανιψιού, απαγωγή και κράτησή του επί δύο εβδομάδες, κρυφή παραμονή σε άλλα μέρη κ.λπ.). Ο συνολικός χρόνος που απαιτείται για όλα αυτά τα γεγονότα φαίνεται δυσανάλογος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι έφυγε από τη χώρα μόλις ένα μήνα αργότερα.
Τέλος, σημειώνεται ότι ο Αιτητής αρχικά δηλώνει πως η αδελφή του τον μετέφερε σε ξενοδοχείο και ακολούθως σε χωριό όπου έμεινε κρυμμένος για τρεις ημέρες, προτού αναχωρήσει με τη βοήθειά της από το αεροδρόμιο της Douala. Ωστόσο, δεν παρέχει καμία διευκρίνιση για τον άνδρα που τον φιλοξένησε, ούτε πώς η αδελφή του εξασφάλισε την προστασία του σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες, γεγονός που ενισχύει την εντύπωση ασάφειας και έλλειψης συγκεκριμένων λεπτομερειών γύρω από κρίσιμα σημεία της αφήγησής του. Δεν παραγνωρίζω άλλωστε και λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ότι ο Αιτητής αναχώρησε νόμιμα από το αεροδρόμιο της Douala, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα. Αυτό από μόνο του αποδυναμώνει τον ισχυρισμό του περί αναζήτησής του από τις αρχές της χώρας, εφόσον η αναχώρηση του από αεροδρόμιο ήτο νόμιμη.
Τούτων λεχθέντων το Δικαστήριο κρίνει πως οι αντιφάσεις, οι ασάφειες στην αλληλουχία των γεγονότων και η αδυναμία εξήγησης βασικών στοιχείων δημιουργούν ουσιώδη ζητήματα αξιοπιστίας σε σχέση με τους πραγματικούς λόγους φυγής του Αιτητή από τη χώρα καταγωγής του και το εύρος του επικαλούμενου κινδύνου.
Πέραν των πιο πάνω και μεταξύ των δύο αφηγήσεων (Αιτητή – Αιτήτριας) προκύπτουν αντιφάσεις ως προς κρίσιμα σημεία. Διαπιστώνω πως ο Αιτητής αποδίδει τόσο τη δολοφονία του ανιψιού όσο και την απαγωγή του στους Ambazonians, ενώ η Αιτήτρια αναφέρει ότι οι Ambazonians που επισκέφθηκαν την οικία αργότερα αρνήθηκαν την ευθύνη για τα γεγονότα αυτά, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να εμπλέκεται διαφορετική ομάδα· περαιτέρω, ο Αιτητής δηλώνει ότι σε μεταγενέστερη επικοινωνία η αδελφή του δεν του ανέφερε νέες επισκέψεις των Ambazonians, ενώ η Αιτήτρια αναφέρει ότι τον Απρίλιο του 2019 οι Ambazonians μετέβησαν εκ νέου στην οικία και την απείλησαν· επιπλέον, ο σύζυγος της Αιτητής, αναφέρει ότι ενημερώθηκε εμμέσως από την αδελφή του πως ο στρατός τον αναζητούσε κατά τη διάρκεια της απαγωγής του, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει την πηγή της πληροφόρησης, ενώ η Αιτήτρια δηλώνει ότι ο στρατός μετέβη αυτοπροσώπως στην οικία τους την επόμενη ημέρα· τέλος, ο Αιτητής δηλώνει ότι μετά την αναχώρησή του δεν έλαβε πληροφορίες για περαιτέρω αναζητήσεις από τον στρατό ή τους Ambazonians, ενώ η Αιτήτρια αναφέρει ότι, σύμφωνα με την κουνιάδα της, οι Ambazonians εξακολουθούν να τον αναζητούν.
Υπενθυμίζω πως εκκρεμούσης της διαδικασίας ο Αιτητής προσκόμισε προς επίρρωση των ισχυρισμών του ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της έκδοσης της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, χωρίς να παρέχεται η οποιαδήποτε εξήγηση προς τούτο, i). Αντίγραφο εντάλματος σύλληψης εναντίον του, ημερομηνίας 24 Απριλίου 2019 και ii) Αντίγραφο της εφημερίδας The Voice, ημερομηνίας 29 Απριλίου 2019, όπου στη σελίδα 9, γίνεται αναφορά στην περίπτωση του και στην κατάσταση που επικρατεί στην χώρα του, τα οποία θα αξιολογηθούν αμέσως από το Δικαστήριο.
Θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα την απόφαση του ΕΣΔΑ στην από 02/10/2012 απόφασή του επί της υπόθεσης Singh et autres c Belgique, No. 33210/11 σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και των προσκομισθέντων εγγράφων, «δεδομένης της φύσεως του εγγράφου και των περιστάσεων της εκάστοτε υπόθεσης, η Δικαστική αρχή ενδέχεται να έχει την υποχρέωση να εξετάσει εάν το προσκομισθέν έγγραφο είναι γνήσιο».
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάσει τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν υπάρχει υποχρέωση να εξεταστεί εάν το προσκομισθέν έγγραφο είναι γνήσιο, εφόσον οι λοιπές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ήδη εσωτερικά αναξιόπιστες. Επιπλέον από κανένα σημείο της διαδικασίας δεν προκύπτει πώς το εν λόγω έγγραφο έφτασε στη κατοχή του Αιτητή. Από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ωστόσο προκύπτει μεν ότι οι αρχές του Καμερούν αναζητούν πρόσωπα του συγκεκριμένου προφίλ[1], [2] πλην όμως οι αναζητήσεις αφορούν άτομα υψηλού προφίλ ενώ, σε κάθε περίπτωση, βάσει του συνόλου των δηλώσεών του, ο Αιτητής ουδεμία σχέση είχε με τους ένοπλους μαχητές.
Επιπλέον και σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα αναφορικά με την μεταχείριση των ατόμων που θεωρούνται ως υποστηρικτές των αυτονομιστών από το κράτος και ως προς το προφίλ των ατόμων που στοχοποιούνται από τις αρχές του Καμερούν.
Σύμφωνα με έκθεση του USDOS σχετικά με τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν, η οποία καλύπτει το έτος 2024 αναφέρεται ότι η αστυνομία, η χωροφυλακή και άλλοι κυβερνητικοί πράκτορες συνέλαβαν, κράτησαν, επιτέθηκαν σωματικά και εκφόβισαν δημοσιογράφους. Δημοσιογράφοι και εκδότες ανέφεραν περιστατικά παρενόχλησης και εκφοβισμού μέσω τηλεφώνου.[...]Αναφέρεται, ακόμη, ότι η αστυνομία, η χωροφυλακή, στρατιωτικοί και άλλες κυβερνητικές αρχές συνέλαβαν και κρατούσαν πρόσωπα αυθαίρετα, χωρίς ένταλμα, συχνά για παρατεταμένες περιόδους χωρίς κατηγορία ή δίκη και, μερικές φορές, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας. Οι λόγοι για τις συλλήψεις αποκαλύπτονταν εβδομάδες ή μήνες αργότερα. Στις 8 Σεπτεμβρίου, εκατοντάδες άτομα συνελήφθησαν αδιακρίτως στις γειτονιές Nitop, Metta Quarters, Noble Man και Mancho στη Bamenda και κρατήθηκαν στο Κεντρικό Αστυνομικό Τμήμα. Κατηγορήθηκαν ως αυτονομιστές ή συγγενείς αυτών. Τα θύματα ανέφεραν ότι έπρεπε να πληρώσουν 5.000 CFA (≈8 $) για την απελευθέρωση τους.[3]
Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν για το έτος 2024 αναφέρει ότι άτομα επικριτικά προς τις αρχές διώχθηκαν και απειλήθηκαν με περιορισμούς στην ελευθερία μετακίνησής τους, ενώ δημοσιογράφοι υπέστησαν εκφοβισμό από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ηγέτες, ακτιβιστές και δημοσιογράφοι από τις αγγλόφωνες περιοχές, καθώς και μέλη της αντιπολίτευσης, κρατήθηκαν αυθαίρετα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν ο δημοσιογράφος Thomas Awah Junior, οι ηγέτες των διαδηλώσεων Mancho Bibixy, Tsi Conrad και Penn Terence Khan, καθώς και 10 πολιτικοί ηγέτες, μεταξύ των οποίων ο Sisiku Julius Ayuk Tabe. Σαράντα ένας ακτιβιστές και ηγέτες της αντιπολίτευσης παρέμειναν υπό αυθαίρετη κράτηση, αφού καταδικάστηκαν από στρατοδικεία για τη συμμετοχή τους σε πορεία στις 22 Σεπτεμβρίου 2022, που οργανώθηκε από το αντιπολιτευόμενο κόμμα Κίνημα Αναγέννησης του Καμερούν.[4]
Πηγές αναφέρουν πως άμαχοι έχουν κατηγορηθεί για διασυνδέσεις με αυτονομιστές και αυτό φέρεται να οδήγησε σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις.[5] Τον Φεβρουάριο του 2024, το R2P περιέγραψε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει «εξωδικαστικούς φόνους και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν άτομα ύποπτα για δεσμούς με αυτονομιστές σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση» κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.[6] Εξάλλου, έκθεση που καλύπτει τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2023, σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές του Καμερούν από το Κέντρο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία στην Αφρική (CHRDA) επιβεβαίωσε ότι οι κρατικές δυνάμεις του Καμερούν έχουν «αυξήσει την καταστολή» σε «οιονδήποτε ύποπτο για διασυνδέσεις με αυτονομιστές», γεγονός που οδήγησε σε «καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξωδικαστικών φόνων, στοχευμένων εκτελέσεων, αυθαίρετων συλλήψεων, κρατήσεων, εμπρησμό, καταστροφή περιουσίας».[7]
Η ομάδα έρευνας για τις συγκρούσεις του Καμερούν στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ανέφερε τον Ιούνιο του 2023 ότι η κράτηση μελών της οικογένειας φερόμενων αυτονομιστών μαχητών, συγκεκριμένα συζύγων, είχε γίνει «ανησυχητική τάση»: «το υποτιθέμενο «έγκλημα» για το οποίο κατηγορούνται αυτά τα μέλη της οικογένειας είναι η συγγένεια με κάποιον ύποπτο» κατηγορία που δεν ερείδεται στο νόμο.[8] Σε έκθεση του Ιουλίου 2023, η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε «πολλές περιπτώσεις» ατόμων που συνελήφθησαν και κρατήθηκαν αυθαίρετα μόνο με την «απλή υποψία συνεργασίας με ένοπλους αυτονομιστές».[9]
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στοχοποιούνται πιο συχνά – χωρίς να αποκλείεται η βία κατά αμάχων- ακτιβιστές, ιδιαίτερα όσοι συμμετέχουν σε διαδηλώσεις ή κινήματα διαμαρτυρίας· πολιτικοί ηγέτες της αντιπολίτευσης, μέλη ή ηγετικά στελέχη κομμάτων που αμφισβητούν την κυβέρνηση δημοσιογράφοι, ειδικά όσοι επικρίνουν την κυβέρνηση ή αποκαλύπτουν παραβιάσεις και αγγλόφωνοι ηγέτες και ακτιβιστές που συνδέονται με το κίνημα στις αγγλόφωνες περιοχές.
Ως εκ των πιο πάνω ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός ούτε από το Δικαστήριο.
Αξιολογώντας το προσκομισθέν άρθρο από την εφημερίδα Τhe Voice και το τεύχος που προσκόμισε ο Αιτητής επί του οποίου περιλαμβάνεται δημοσίευμα (σελ.9) στο οποίο γίνεται αναφορά στον Αιτητή κατ’ όνομα, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα εκ της οποία κατ’ αρχάς εντοπίστηκε η διαδικτυακή ιστοσελίδα της εφημερίδας «The Voice». Ωστόσο, δεν εντοπίστηκε, το τεύχος της εφημερίδας που προσκόμισε ο Αιτητής, ημερομηνίας 29 Απριλίου 2019, στην ανωτέρω διαδικτυακή σελίδα της εφημερίδας.
Η διαδικτυακή ιστοσελίδα της εφημερίδας The Voice αναφέρει στο τμήμα «About Us» ότι πρόκειται για εφημερίδα με έδρα τη Yaoundé του Καμερούν, η οποία ιδρύθηκε το 2006 και κυκλοφορεί κάθε 15 ημέρες. Η εφημερίδα είναι γενικού ενδιαφέροντος και καλύπτει θέματα πολιτικής, οικονομίας, πολιτισμού, αθλητισμού και ψυχαγωγίας, προσφέροντας ειδήσεις, άρθρα, φωτογραφίες και βίντεο από το Καμερούν, την Αφρική και τον υπόλοιπο κόσμο, με στόχο την ενημέρωση και την ψυχαγωγία των αναγνωστών.[10]
Το προσκομισθέν από τον Αιτητή άρθρο / δημοσίευμα , που βρίσκεται στη σελίδα 9 του έντυπου τεύχους ενώπιον του Δικαστηρίου, φέρει τον τίτλο: «Αρκετοί νέοι βρέθηκαν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά αυτονομιστών και στρατού». Αναφέρει ότι πολλοί αγγλόφωνοι, μεταξύ των οποίων ακτιβιστές και δημοσιογράφοι, βρέθηκαν παγιδευμένοι σε έναν αιματηρό πόλεμο μεταξύ αυτονομιστών και κυβερνητικού στρατού. Ως ενδεικτική περίπτωση αναφέρει τον Itoe Charles Ndeh, ο οποίος κατηγορήθηκε από τους αυτονομιστές ως «black leg» και υπέστη τραύμα στα χέρια τους, ενώ, σύμφωνα με μαρτυρία της οικογένειάς του, εκκρεμεί εις βάρος του ένταλμα από την κυβέρνηση με την κατηγορία συνεργασίας με τους αποσχιστές — κατηγορία που η οικογένειά του αρνείται. Το άρθρο δεν αναφέρει άλλη παρόμοια περίπτωση- μόνη αναφορά στο όνομα του Αιτητή, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του επικεντρώνεται στους νέους και στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από πλευράς στρατού/κυβέρνησης.
Παρατηρώ και λαμβάνω υπόψη κατά την αξιολόγηση του εν λόγω ενώπιον μου εγγράφου, πως υπάρχουν τυπικές διαφορές στη γραμματοσειρά του συγκεκριμένου άρθρου με την υπόλοιπη εφημερίδα. Στο συγκεκριμένο άρθρο τα γράμματα είναι πιο μεγάλα, από τα γράμματα των άρθρων στις υπόλοιπες σελίδες της εφημερίδας. Επίσης διαπιστώνω μια χρονική ασάφεια ως προς το χρόνο που έλαβε χώρα η απαγωγή του Αιτητή. Ο Αιτητής δεν την τοποθέτησε χρονικά, δηλώνοντας πως τα όσα βίωσε έλαβαν χώρα ένα μήνα προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, [Ιούλιος 2019]. Λαμβάνοντας υπόψη την δήλωσή του αυτή, προκύπτει πως τόσο το κατ’ ισχυρισμό ένταλμα σύλληψης όσο και το κατ΄ ισχυρισμό δημοσίευμα εκδόθηκαν ενόσω ο Αιτητής βρισκόταν ακόμα στη χώρα του ωστόσο εγκατέλειψε αυτήν νόμιμα. Όπως λέχθηκε και πιο πάνω, οι ασυνέπειες και αντιφάσεις στο αφήγημά του μαζί με τις πληροφορίες που ήδη αντλήθηκαν δεν οδηγούν σε συμπέρασμα αξιοπιστίας των ισχυρισμών των Αιτητών.
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνεται ορθή η κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση για απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών.
Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας που αφορά στο προβλήματα που αντιμετώπιζε από το πατριό της το Δικαστήριο συμφωνεί με την δοθείσα από τους Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγηση η οποία οδήγησε στην απόρριψη. Σε κάθε περίπτωση ο κατ΄ ισχυρισμό λόγος για τον οποίο η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της όπως η ίδια δήλωση ήταν η επανένωσή της με τον σύζυγό της και κατά δεύτερο λόγο τα κατ’ ισχυρισμό προβλήματα που αντιμετώπιζε με τη θεία και τον πατριό της τα οποία δεν παραγνωρίζω έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2005 - 2009, δηλαδή πολλά χρόνια πριν εγκαταλείψει τη χώρα της. Μάλιστα η ίδια ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η μητέρα της έχει εγκαταλείψει τον πατριό της εδώ και ένα έτος και πλέον διαμένει μόνη της, δηλώνοντας επιπλέον ότι, από τότε που έφυγε από το σπίτι της θείας της, το 2009 δεν έχει δεχθεί καμία ενόχληση από την τελευταία, ενώ ούτε κατά το χρονικό διάστημα που διέμενε μαζί της την είχε ενοχλήσει ο πατριός της. Τούτων λεχθέντων δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παρελθούσα δίωξης της Αιτήτριας είτε από τη θεία της είτε από τον πατριό της.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου που ενδεχομένως να αντιμετωπίσουν οι Αιτητές σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών ήτοι ταυτότητα προφίλ και χώρα καταγωγής κατ’ αρχάς το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Καθ’ων η αίτηση δεν προέβησαν και παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους την ύπαρξη του Αιτητή 2 στη προσφυγή 494/24, ανήλικου τέκνου των Αιτητών. Τούτο όμως δεν οδηγεί προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εφόσον το Δικαστήριο δύναται έχοντας δικαιοδοσία προς τούτο να προχωρήσει και να ερευνήσει το ίδιο τις συνθήκες που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής 2, έχοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Ως εκ τούτου θα αξιολογηθεί κατ’ αρχάς η δυνατότητα του ανηλίκου σε εκπαίδευση και ιατρική περίθαλψη.
Σε σχέση με την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, έκθεση του Bertelsmann Stiftung για το Καμερούν δημοσιευθείσας το 2024 αναφέρει πως το Καμερούν ξοδεύει λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ του στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και απαιτεί την πληρωμή τελών από τους χρήστες αυτών των υπηρεσιών. Προσθέτει πως η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα χωρίς ασφάλιση, δημιουργεί εμπόδια για τους περισσότερους. Οι περισσότεροι Καμερουνέζοι βασίζονται σε άτυπους μηχανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, όπως στις οικογενειακές δομές, στα δίκτυα αλληλεγγύης και σε θρησκευτικά ιδρύματα.[11]
Έκθεση του ΔΟΜ αναφέρει σχετικά με την διαθεσιμότητα υγειονομικών μονάδων και την είσοδο σε αυτές πως «Οι υγειονομικές δομές, είτε είναι δημόσιες, ιδιωτικές, θρησκευτικές ή στρατιωτικές, είναι ανοιχτές σε όλους και η είσοδος είναι δωρεάν. Είναι σημαντικό οι ασθενείς να διαθέτουν βιβλιάριο υγείας και να καταβάλλουν τα απαιτούμενα τέλη (ιατρική εξέταση, διαγνωστικές εξετάσεις, ιατρικές συνταγές, νοσηλεία κ.λπ.). Τα ποσά που καταβάλλει ο ασθενής εξαρτώνται από το είδος της φροντίδας που λαμβάνει και τις παροχές του νοσοκομείου. Το κόστος είναι γενικά υψηλότερο στις ιδιωτικές κλινικές σε σχέση με τα δημόσια νοσοκομεία. Υπάρχουν 5 νοσοκομεία 1ης κατηγορίας, τα οποία βρίσκονται στις μεγάλες πόλεις, Yaoundé και Douala, 7 κεντρικά νοσοκομεία ή νοσοκομεία 2ης κατηγορίας και 11 περιφερειακά νοσοκομεία στις πόλεις Ebolowa, Bafoussam, Bamenda, Bertoua, Buea, Garoua, Maroua, Ngaoundéré, Sangmélima και Edéa».[12]
Σε σχέση με τη διαθεσιμότητα φαρμάκων η ανωτέρω πηγή αναφέρει πως:
«Στο Καμερούν υπάρχουν πάνω από 500 φαρμακεία σε 50 πόλεις και κωμοπόλεις. Εκτός από τα εγκεκριμένα φαρμακεία, κάθε νοσοκομείο ή κέντρο υγείας διαθέτει ένα φαρμακείο, εφοδιασμένο με βασικά και γενόσημα φάρμακα. Τα φάρμακα με εμπορική ονομασία, γνωστά και ως «ειδικά φάρμακα», πωλούνται στα εγκεκριμένα φαρμακεία. Υπάρχει επίσης μεγάλη εξάπλωση των λεγόμενων «φαρμακείων του δρόμου» (που λειτουργούν παράνομα), τα οποία πωλούν φάρμακα αμφίβολης ποιότητας, αλλά προσελκύουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού λόγω των χαμηλών τιμών».[13]
Σύμφωνα με έκθεση της USAID για το Καμερούν επιβεβαιώνεται πως ένα σημαντικό μέρος των υπηρεσιών υγείας -περίπου το 70% - χρηματοδοτείται από τους ίδιους τους ασθενείς, το οποίο δημιουργεί εμπόδια στην πρόσβαση, ειδικά για τις περιθωριοποιημένες κοινότητες. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, έχουν ξεκινήσει πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα Καθολικής Κάλυψης Υγείας (UHC) το οποίο υποστηρίζεται από την USAID. Από τον Αύγουστο του 2024, πάνω από 2,5 εκατομμύρια άτομα έχουν εγγραφεί στο πρόγραμμα, επωφελούμενοι από υπηρεσίες όπως δωρεάν συμβουλευτική για παιδιά (642,090 παιδιά έχουν λάβει δωρεάν συμβουλευτική από τον Απρίλιο του 2023)και οικονομικά προσιτή προγεννητική φροντίδα για γυναίκες[14].
Επίσης, η κυβέρνηση του Καμερούν αποφάσισε να προωθήσει την Καθολική Κάλυψη Υγείας (UHC) σε 3 φάσεις. Η Φάση Ι, η οποία ξεκίνησε το 2023, εφαρμόζεται σε πέντε από τις δέκα περιφέρειες της χώρας. Ωφελούμενος πληθυσμός της Φάσης Ι είναι οι έγκυες γυναίκες και τα παιδιά κάτω των 5 ετών. Η χώρα σχεδιάζει να καλύψει υπηρεσίες γυναικολογικής και μαιευτικής φροντίδας, φροντίδας νεογνών, καθώς και, για τα παιδιά ηλικίας 0-5 ετών, δωρεάν υπηρεσίες για την αντιμετώπιση της ελονοσίας και ιατρικές επισκέψεις.[15]
Σύμφωνα με fact sheet της UNHCR του Ιουλίου 2024 για το Καμερούν καταγράφεται πως 52,000 πρόσφυγες έχουν πλέον πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη μέσω του προγράμματος Καθολική Κάλυψη Υγείας, παρέχοντας δωρεάν ή επιδοτούμενη πρόσβαση σε θεραπεία για την ελονοσία, τον HIV, τη φυματίωση, τη νεφρική ανεπάρκεια και επιδοτούμενη περίθαλψη για τις γυναίκες σε κύηση.[16]
Σε σχέση με την πρόσβαση στην εκπαίδευση από σχετική έρευνα προκύπτει ότι η εκπαίδευση στο Καμερούν παραμένει ένας τομέας σε κρίση, καθώς τα σχολεία συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις σε πολλές περιοχές της χώρας, κυρίως στη βορειοδυτική και η νοτιοδυτική περιοχή ενώ πάνω από 1,4 εκατομμύρια παιδιά συνωστίζονται σε κακοσυντηρημένες και υπερπλήρεις αίθουσες διδασκαλίας.[17] Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Unicef του 2024, στις Βορειοδυτικές (ΒΔ) και Νοτιοδυτικές (ΝΔ) περιοχές, η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε ασταθής το 2024.[18] Οι επιθέσεις στην εκπαίδευση συνεχίστηκαν, με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές να πέφτουν θύματα απαγωγών και να λαμβάνουν χώρα πυρπολήσεις σχολικών κτιρίων[19].
Άρθρο στο Norwegian Refugee Council αναφέρει πως στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, το 41% των σχολείων και των κοινοτικών χώρων μάθησης έχουν κλείσει, δηλαδή συνολικά 6.970 εκπαιδευτικές δομές.[20]
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν για το έτος 2023 αναφέρεται σχετικά με το δικαίωμα στην εκπαίδευση πως μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου, αναφέρθηκαν τουλάχιστον 13 βίαια επεισόδια εναντίον εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της απαγωγής παιδιών και δασκάλων. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδόθηκαν σε ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες. Τον Σεπτέμβριο, ένοπλοι αυτονομιστές επέβαλαν στα σχολεία να κλείσουν για δύο εβδομάδες και σκότωσαν, απήγαγαν ή επιτέθηκαν σωματικά πολλά άτομα επειδή δεν υπάκουσαν στο lockdown, σύμφωνα με το OCHA, το οποίο επικαλείται η ανωτέρω έκθεση. Και στις δύο περιοχές 2.245 σχολεία παρέμειναν κλειστά λόγω της ένοπλης βίας[21]. Επίσης το 2023 το ACLED κατέγραψε περίπου 50 περιστατικά βίας τα οποία στόχευσαν δασκάλους με το 89% των περιστατικών να αποδίδεται σε αυτονομιστές[22].
Σύμφωνα με την έκθεση του USDOS που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2024 και αφορά γεγονότα του 2023, από τα 6.515 σχολεία που αναμενόταν να ανοίξουν κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 2022-2023 στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιφέρειες, μόνο 3.013 λειτούργησαν από τον Ιανουάριο, λόγω της κατάστασης ασφαλείας. Μη κρατικές ένοπλες ομάδες ανακοίνωσαν και επέβαλαν lockdown που καθυστέρησαν την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 2023-24 στις Αγγλόφωνες περιοχές. Η κυβέρνηση ανέφερε ότι παρουσιάστηκαν στις τάξεις μόνο 35.000 μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (8 τοις εκατό) από τους εκτιμώμενους 450.000 μαθητές που κατοικούν στην περιοχή. Μη κρατικές ένοπλες ομάδες επέβαλαν τα lockdowns προβαίνοντας παράλληλα σε βίαιες επιθέσεις σε πολίτες, συμπεριλαμβανομένων δύο δασκάλων δημοτικού σχολείου στις βορειοδυτικές περιφέρειες. Δεν επετράπη στα σχολεία να ανοίξουν ξανά μέχρι τις 19 Σεπτεμβρίου, όταν οι μαθητές επέστρεψαν σταδιακά στο σχολείο.[23]
Επίσης, την 21η Μαρτίου 2025, η UNICEF Καμερούν σε συνεργασία με το ίδρυμα MTN εγκαινίασε το «Connect My School» e‑container στο Δημοτικό Σχολείο Bilongue της Douala. Ο χώρος εξοπλίστηκε με υπολογιστές, διαδραστικούς πίνακες, και σύνδεση στο διαδίκτυο, και έχει σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί 1.200 μαθητές ηλικίας 6–14 ετών και περίπου 20 εκπαιδευτικούς, οι οποίοι έχουν ήδη λάβει εκπαίδευση στις βασικές δεξιότητες πληροφορικής(ICT).[24]
Περαιτέρω, στην ετήσια έκθεση της Unicef του 2023, καταγράφεται ότι για να διασφαλιστεί ότι κάθε παιδί έχει πρόσβαση στην εκπαίδευση, η UNICEF έδωσε προτεραιότητα στην εφαρμογή των δεσμεύσεων που ανέλαβε η κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής για τον Μετασχηματισμό της Εκπαίδευσης που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη το 2022. Σε συνεργασία με άλλους σημαντικούς ενδιαφερόμενους φορείς, ιδίως την UNESCO, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, το WFP και την Παγκόσμια Τράπεζα, η UNICEF παρείχε πολυδύναμη υποστήριξη για την προετοιμασία των μεταρρυθμίσεων διαρθρωτικής πολιτικής. Η στρατηγική του τομέα εκπαίδευσης και κατάρτισης του Καμερούν αναθεωρήθηκε και ευθυγραμμίστηκε με το μακροπρόθεσμο όραμα για το εκπαιδευτικό σύστημα του Καμερούν. Η UNICEF υποστήριξε τη σύνταξη του εθνικού σχεδίου για την εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς στρατηγικής. Σε ανταπόκριση στην υψηλού επιπέδου συνηγορία των μελών της τοπικής ομάδας για την εκπαίδευση υπό την ηγεσία της UNICEF, η κυβέρνηση αποφάσισε να προσλάβει 3.000 εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο πλαίσιο του δημόσιου προϋπολογισμού του 2024 (με αναλογία 1:60 μαθητές). Αυτό θα ωφελήσει άμεσα 180.000 παιδιά της ηλικίας δημοτικού σχολείου.[25]
Περαιτέρω, σύμφωνα με δημοσίευμα του International Plan, το πρόγραμμα επιτάχυνσης της εκπαίδευσης έχει αποδειχθεί ανεκτίμητο στο να παρέχει σε παιδιά και νέους μια δεύτερη ευκαιρία στην εκπαίδευση. Προκειμένου να προωθηθεί η ασφαλής πρόσβαση των παιδιών σε ποιοτική εκπαίδευση, στο πλαίσιο του έργου αναλήφθηκε μια σειρά δραστηριοτήτων σε κοινοπραξία με το Νορβηγικό Συμβούλιο Προσφύγων. Αυτές περιλαμβάνουν εκστρατείες ευαισθητοποίησης για τη δέσμευση της κοινότητας στο πρόγραμμα, την κατασκευή ενός χώρου προσωρινής μάθησης και τη διοργάνωση εκστρατειών "Επιστροφή στο σχολείο" και "Μείνετε στο σχολείο". Έχει επίσης συμμετάσχει στη διανομή σχολικών και διδακτικών πακέτων, στην πρόσληψη, κατάρτιση και παρακίνηση κοινοτικών ηγετών και παρατηρητών. Έχει επίσης αναληφθεί η ανάπτυξη ικανοτήτων για τους εκπαιδευτικούς του επίσημου τομέα, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μαθητές λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση.[26]
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ένα παιδί που έχει γεννηθεί εκτός Καμερούν και επιστρέφει στη χώρα συνοδευόμενο από τους γονείς του έχει, καταρχήν, τη δυνατότητα να ενταχθεί στο εκπαιδευτικό σύστημα και να λάβει εκπαίδευση. Παρά τις σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σύστημα, ιδίως σε περιοχές που πλήττονται από ένοπλη βία, η εκπαίδευση στο Καμερούν εξακολουθούν να λειτουργούν σχολικές μονάδες και παραμένουν ανοικτές σε πολλές περιοχές της χώρας και με την υποστήριξη της κυβέρνησης και διεθνών οργανισμών. Επιπλέον, έχουν αναπτυχθεί μηχανισμοί επανένταξης, όπως προγράμματα επιτάχυνσης της μάθησης, δράσεις «Επιστροφή στο σχολείο» και πρωτοβουλίες για την εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς, οι οποίες στοχεύουν ειδικά σε παιδιά που έχουν διακόψει ή δεν έχουν προηγούμενη σχολική εμπειρία.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών ήδη κρίθηκαν αναξιόπιστοι, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος τους που απορρέει από το σύνολο των δηλώσεών τους κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.
Ως εκ τούτου, από το ιστορικό των Αιτητών όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτοί δεν στοιχειοθέτησαν κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπων ως πρόσφυγες. Αντίθετα στη θέση της κ. Μπαγιαζίδου, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφεραν οι Αιτητές κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός τους, δεν θα μπορούσαν να τους εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στο Καμερούν και δη στην πόλη Buea, τόπο συνήθους διαμονής, οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση του στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει κρίνει ότι συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης, καθώς και στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής και η ύπαρξη εκ προθέσεως επιθέσεων κατά αμάχων[27] Περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφαση Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, αποφάσεις επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, 28.11.2011), διευκρίνισε ότι για τον προσδιορισμό του επιπέδου της αδιάκριτης βίας συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, η χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου που αυξάνουν τον κίνδυνο θυμάτων μεταξύ των αμάχων, καθώς και ο αριθμός των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί ή εκτοπιστεί. Τέλος, όπως έκρινε το ΔΕΕ στην απόφαση Elgafaji (ΔΕΕ, απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie), η «προσωπική» απειλή δύναται να συντρέχει ακόμη και ανεξαρτήτως ατομικών χαρακτηριστικών, όταν το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε και μόνη η παρουσία αμάχου στην οικεία χώρα ή περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ενώ, σύμφωνα με την αρχή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όσο περισσότερο ο αιτών αποδεικνύει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, τόσο μικρότερος είναι ο απαιτούμενος βαθμός αδιάκριτης βίας για τη χορήγηση επικουρικής προστασίας.
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι Αιτητές λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών, ήτοι η πόλη Buea.
Σε πρόσφατη έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect που δημοσιεύθηκε το 2025, αναφέρεται ότι τον Οκτώβριο του 2017, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, αυτό της «Ambazonia» στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, που συνιστούν τις αγγλόφωνες περιοχές. Έκτοτε, στις εν λόγω περιοχές, αυτονομιστές μαχητές και κρατικές δυνάμεις ασφαλείας εμπλέκονται σε συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα εκτεταμένες φρικαλεότητες κατά του άμαχου πληθυσμού.[28]
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας ευθύνονται για την πρόκληση αυθαίρετων δολοφονιών, για τη διάπραξη εκτεταμένων αδικημάτων σεξουαλικής βίας και βίας λόγω φύλου, για την καταστροφή αγγλόφωνων χωριών και για την υποβολή υπόπτων με αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Επιπρόσθετα, ένοπλοι αυτονομιστές ευθύνονται για δολοφονίες και απαγωγές, ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και κατά εργαζομένων στον τομέα παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει κιόλας την κρατική μόρφωση, συχνά επιτίθενται, τρομοκρατούν και απαγάγουν μαθητές και δασκάλους, ενώ καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[29]
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα που εντοπίζεται στην ιστοσελίδα του ACAPS, αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει ποικίλες παρατεταμένες κρίσεις που συνεχίζουν να καθορίζουν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα[30]. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις περιοχές, αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότερους από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, έως τον Φεβρουάριο του 2025[31].
Σε έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2024, αναφέρεται ότι οι πληθυσμοί στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών[32]. Σε άλλη έκθεση του 2025, αναφέρεται ότι η ανθρωπιστική κατάσταση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη συνεχιζόμενη ένοπλη βία και την ανασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων συγκοινωνιακών οδών, οι απαγωγές και οι δολοφονίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό.[33]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 28/11/2025), στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας[34], από τα οποία προκλήθηκαν 327 θανάτοι[35]. Συγκεκριμένα στην πόλη Buea της εν λόγω περιφέρειας, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 10 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκε 1 θάνατος[36]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,098,500 κατοίκους[37].
Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών (ενήλικοι σύζυγοι, με εργασιακή εμπειρία και ικανοί προς εργασία, έχοντας ικανοποιητική μόρφωση, και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής τους), διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτοί, λόγω των προσωπικών τους περιστάσεων, θίγονται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθούν σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με τις πιο πάνω διαπιστώσεις το Δικαστήριο καταλήγει, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στους Αιτητές το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ' ουσίαν εξέταση των αιτήσεων των Αιτητών, ότι αυτοί δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός τους για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ωστόσο και ενόψει της μη διεξαγωγής σχετικής έρευνας αναφορικά με τον Αιτητή 2 στην προσφυγή 494/24, ανήλικο τέκνο των Αιτητών επιδικάζονται μειωμένα έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπερ των Καθ’ ων η αίτηση στο ποσό των €500. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] https://mimimefoinfos.com/cameroonian-soldier-wanted-for-allegedly-selling-ammunition-to-ambazonian-fighters/,(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)
[2] https://www.voanews.com/a/cameroon-officials-say-prominent-traditional-ruler-freed-after-18-months-of-separatist-captivity/7120306.html, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025)
[3] USDOS - US Department of State: 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon, 12 August 2025https://www.ecoi.net/en/document/2128474.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025
[4] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12. 11.2025)
[5] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , σελ. 1, R2P, Cameroon, 29 February 2024, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[6] R2P, Cameroon, 29 February 2024, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[7] 9 CHRDA, The Human Rights Situation Of The North West, South West And Far North Regions Of Cameroon For The Third Quarter (July-September) Of 2023 (Summary Report), 9 December 2023, https://www.chrda.org/wp-content/uploads/2023/12/THIRD-QUARTER-REPORT-FINAL-COPY.pdf σελ.27-28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/11/2025).
[8] University of Oxford, Cameroon Conflict Human Rights Report 2022/23 - From January 2021 to April 2023, 15 June 2023, https://ohrh.law.ox.ac.uk/wp-content/uploads/2023/06/Cameroon-Conflict-Human-Rights-Report-2022_23.pdf , σελ. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/11/2025)
[9] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias - Amnesty International, σελ.42 (ημερομηνία πρόσβασης 11/11/2025)
[10] https://www.thevoicenews.net/about-us/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[11] Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 Μαρτίου 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[12] IOM, Cameroon Country Fact Sheet 2024, https://files.returningfromgermany.de/files/CFS_Cameroon_2024_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[13] IOM, Cameroon Country Fact Sheet 2024, https://files.returningfromgermany.de/files/CFS_Cameroon_2024_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[14] USAID, Supporting Universal Health Coverage in Cameroon, Supporting Universal Health Coverage in Cameroon: The U.S. Government's Impact Through the PEPFAR/USAID RISE Project for Equitable Access to Health Care for All | News | Cameroon | U.S. Agency for International Development (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[15] Social Health Protection Network(SHNP), From aspiration to reality: Cameroon sets the stage for universal health coverage (UHC), 22/11/2023, https://p4h.world/en/case_study/from-aspiration-to-reality-cameroon-sets-the-stage-for-universal-health-coverage-uhc/#:~:text=Roll%2Dout%20of%20universal%20health%20coverage%20(UHC)%20in,and%20children%20under%205%20years%20of%20age. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[16] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, 10 September 2024https://www.ecoi.net/en/file/local/2114940/Factsheet - UNHCR CMR July 2024.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[17] Norwegian Refugee Council, The urgent need to deliver quality education for 1.4 million school-aged children in Cameroon, June 2023, available at: https://reliefweb.int/report/cameroon/urgent-need-deliver-quality-education-14-million-school-aged-children-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[18] Unicef, Cameroon Humanitarian Situation report No.1, UNICEF Cameroon Humanitarian Situation Report No. 1 - January-March 2024.pdf.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[19] Όπ.παραπάνω. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[20] Norwegian Refugee Council, Helping children in Cameroon to tackle trauma, 05 May 2025, https://www.nrc.no/perspectives/2025/helping-children-in-cameroon-to-tackle-trauma (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[21] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2023, 24 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107853.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[22] ACLED - Armed Conflict Location & Event Data Project, GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime: Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024https://www.ecoi.net/en/file/local/2114957/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ.28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[23] USDOS – US Department of State (Author): 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[24] UNICEF, Inauguration of the « Connect My School » e-container at the Bilongue primary school (Douala) Littoral region, E-container pioneering digital education project in Cameroon, 25 March 2025, https://www.unicef.org/cameroon/press-releases/inauguration-%C2%AB-connect-my-school-%C2%BB-e-container-bilongue-primary-school-douala (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[25]Unicef, Country Office Annual Report 2023, available at:https://www.unicef.org/media/152736/file/Cameroon-2023-COAR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[26] Plan International, A second chance at education for out-of-school children, January 2024, available at: https://plan-international.org/cameroon/news/2024/02/17/second-chance-education-out-of-school-children/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/11/2025).
[27] ΔΕΕ, απόφαση της 10.6.2021, C-901/19, CF, DN κατά Bundesrepublik Deutschland, σκ. 43· πρβλ. ΔΕΕ, απόφαση της 30.1.2014, C-285/12, Diakité, σκ. 35)
[28] Global Centre for the Responsibility to Protect, ‘Cameroon - Populations at risk’ (14 November 2025), διαθέσιμο σε https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[29] Ό.π.
[30] ACAPS, ‘Country analysis – Cameroon’ διαθέσιμο σε https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[31] Ό.π.
[32] UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’ σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[33] UN OCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.74’ (February 2025) σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no74-february-2025 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[34] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)
[35] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 28/11/2025), COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest) (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[36] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 28/11/2025), COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest, Buea) (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[37] City population, Cameroon, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο