Μ. Ε. R ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ1075/2024, 3/12/2025
print
Τίτλος:
Μ. Ε. R ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ1075/2024, 3/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: Τ1075/2024 

 

03 Δεκεμβρίου 2025

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ: 

      Μ. Ε. R  

Αιτητής

-και- 

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

 Κ. Κουπαρή (κα), για τον Αιτητή  

Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019)

Ο Αιτητής είναι παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.ΠΜε την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 15/10/2024 σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή του κρίθηκε ως απαράδεκτη και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία του Αιτητή ο οποίος εκπροσωπείται από δικηγόρο.  

 

Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου Διοικητικό Φάκελο, πρόκειται για ενήλικα, υπήκοο Καμερούν, ο οποίος, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, στις 11/03/2019 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του με προορισμό τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 26/03/2019 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 04/08/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της EUAA, ο οποίος αυθημερόν συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή κρίνοντας ότι αυτός δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 14/10/2022, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.  

 Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από τον Αιτητή δια χειρός στις 09/11/2022 και εναντίον αυτής υποβλήθηκε η υπ' αρ. 7306/22 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 14/08/2024, καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τελεσίδικη.

 

Στις 15/10/2024, ο Αιτητής συμπλήρωσε μεταγενέστερη αίτηση και την ίδια ημέρα, κατά την εξέτασή της σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε, εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με το οποίο εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί απαράδεκτη. Η προαναφερθείσα εισήγηση εγκρίθηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου στις 15/10/2024, ο οποίος αποφάσισε την απόρριψη ως απαράδεκτη της αίτησης του Αιτητή, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.

 

Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 15/10/2024 κοινοποιήθηκε στον Αιτητή, αυθημερόν.

 

Εμπρόθεσμα, ο Αιτητής καταχώρισε μέσω της συνηγόρου του με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Με τη γραπτή της αγόρευση η συνήγορος για τον Αιτητή προβάλει τη θέση ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα καθώς επίσης δεν αξιολόγησαν ορθά τα υποβληθέντα από τον Αιτητή έγγραφα, με αποτέλεσμα το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή να απορριφθεί αδικαιολόγητα και αναιτιολόγητα. Υποστηρίζει ότι η ιατρική βεβαίωση που προσκόμισε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του αποτελεί νέο στοιχείο και ότι, στα πλαίσια εξέτασης της προηγούμενης αίτησης του, στην απορριπτική απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π στη προσφυγή 7306/22, εσφαλμένα δεν λήφθηκε υπόψη η φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει ο Αιτητής καθότι δεν διευκρινίστηκε, ενώ όφειλε να είχε διευκρινιστεί.

 

Προς επίρρωση του ισχυρισμού της η κ. Κουπαρή παραπέμπει το Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στην προσφυγή υπ’ αριθμό 7221/21 ημερομηνίας 06/09/2024 όπου το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση, εκχώρησε συμπληρωματική προστασία στην Αιτήτρια έχοντας καταλήξει πως στο Καμερούν δεν υπήρχε η φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε στη Κυπριακή Δημοκρατία η εκεί αιτήτρια, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της κατάστασης υγείας της. Αντίστοιχα, καλεί το Δικαστήριο όπως εφαρμόσει και στην υπό εξέταση προσφυγή τα όσα εκεί αποφασίστηκαν. Αναφορικά με το έγγραφο καταγγελίας ημερομηνίας 23/08/2024 προς διεθνή οργανισμό (United Nation Office of High Commissioner of Human Rights), ισχυρίζεται ότι η καταγγελία είναι υπό διερεύνηση και το εν λόγω έγγραφο δεν αξιολογήθηκε καθόλου από τους Καθ’ ων η αίτηση και αποτελεί νέο στοιχείο.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την Ακρόαση της παρούσας, η συνήγορος του Αιτητή, επανέλαβε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τους τα νέα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής, ήτοι ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, στοιχείο που δεν εξετάστηκε στα πλαίσια της προηγούμενης διαδικασίας καθώς και το γεγονός ότι ο Αιτητής αποτάθηκε σε διεθνή οργανισμό, ισχυριζόμενος ότι εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του δεν θα έχει πρόσβαση στη φαρμακευτική αγωγή του, και αναμένετε απόφαση από τον οργανισμό. Ως εκ τούτου, η συνήγορος καταλήγει ότι παραβιάστηκαν οι διαδικασίες από τους Καθ’ ων η αίτηση και εσφαλμένα απέρριψαν την αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)           Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)          νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του/της αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Αντίθετα εάν διαπιστωθεί από τον Προϊστάμενο ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτης, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του/της αιτητή/τριας με την μεταγενέστερη του/της αίτηση ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης ο/η Αιτητής/τρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

Θεωρώ χρήσιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.  

 

Ο Αιτητής στην αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας το 2019 ισχυρίστηκε ότι διέφυγε από το Καμερούν λόγω του πολέμου στις αγγλόφωνες περιοχές και ανέφερε ότι δέχθηκε απειλές με σκοπό να ενταχθεί στους Ambazonians, ωστόσο αρνήθηκε και άρχισαν να τον απειλούν τηλεφωνικώς ότι θα τον σκοτώσουν ή θα τον απαγάγουν, οπουδήποτε τον βρουν στη χώρα. 

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω των απειλών που δέχθηκε από τους μαχητές Ambazonians. Ισχυρίστηκε πώς οι μαχητές εισέβαλαν στο κατάστημά του, πήραν προϊόντα χωρίς να πληρώσουν και τον κατηγόρησαν ότι υποστηρίζει τον στρατό. Παρά τις προσπάθειές του να ζητήσει βοήθεια από τον τοπικό αρχηγό του χωριού, οι αυτονομιστές τον αναζητούσαν συνεχώς, τελικά καταστρέφοντας το κατάστημά του, βάζοντας φωτιά. Κατά την επιστροφή του στο χωριό, συνάντησε ένα άτομο που τον προειδοποίησε να μην επιστρέψει, διότι τον αναζητούσαν. Αμέσως μετά, ο Αιτητής διέφυγε στην Kumba, όπου παρέμεινε για δύο εβδομάδες. Ωστόσο, οι απειλές συνεχίστηκαν, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το Καμερούν για να διασφαλίσει τη ζωή του. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι είναι φορέας HIV,  λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και μεταβαίνει στο Νοσοκομείο της Λάρνακας για αιματολογικές εξετάσεις κάθε 4-6 μήνες, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ονομασία των φαρμάκων.

 

Στη βάση των πιο πάνω και μετά από την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της EUAA, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα του Αιτητή εφόσον κρίθηκε πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί πρόσφυγας ή για να του χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ο Αιτητής υπέβαλε, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, προσφυγή ενώπιον του ΔΔΔΠ η οποία απορρίφθηκε με εμπεριστατωμένη απόφαση ημερομηνίας 14/08/2024.

 

Με την μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του διότι αντιμετωπίζει θέματα υγείας και σε περίπτωση επιστροφής του δεν θα έχει πρόσβαση σε φαρμακευτική αγωγή και φοβάται για τη ζωή του. Επί της αίτησης του επισύναψε αντίγραφο ιατρικής βεβαίωσης, ημερομηνίας 21/08/2024 και έγγραφο με τίτλο “Submission of Information to Special Procedures Report, United Nations Office of the High Commissioner for Human Rights”, ημερομηνίας 23/08/2024.

 

Στην βάση των δηλώσεων του Αιτητή, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στο Σημείωμα /Εισήγηση ημερομηνίας 15/10/2024, εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί απαράδεκτη στη βάση της ακόλουθης ανάλυσης. Ο Αιτητής, με τη μεταγενέστερη του αίτηση, δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους ίδιους. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του είχε ισχυριστεί ότι πάσχει από τον ιό HIV και ότι λαμβάνει ιατροφαρμακευτική αγωγή. Επιπλέον, αναφορικά με τα υποβληθέντα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής προς υποστήριξη των ισχυρισμών του (ερυθρά 126- 125 του διοικητικού φακέλου), ο λειτουργός καταλήγει ότι έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα και ότι οι δηλώσεις του έχουν υποβληθεί ξανά από τον ίδιο και έχουν εξεταστεί.  Με βάση όλα τα πιο πάνω, επομένως, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη.

 

Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η Αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Από τα ενώπιόν μου δεδομένα καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι πράγματι, ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής είναι φορέας του ιού HIV και λαμβάνει ιατροφαρμακευτική αγωγή, είχε ήδη λεχθεί κατά τις προηγηθείσες διαδικασίες (συνέντευξη και προσφυγή), ο οποίος έχει εξεταστεί και απορριφθεί και από το Δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής 7306/22, ως εκ τούτου η σχετική απόφαση απόρριψης του αιτήματος του για διεθνή προστασία να έχει καταστεί τελεσίδικη. Όσον αφορά τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο Αιτητής, ως αυτά καταγράφονται ανωτέρω και αφορούν την κατάσταση της υγείας του Αιτητή, ορθά κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση πως αυτά έχουν μόνο υποστηρικτικό χαρακτήρα των ισχυρισμών που προέβαλε ο Αιτητής ήδη από την προγενέστερη αίτησή του και αξιολογήθηκαν στα πλαίσια αυτής.

 

Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, το Δικαστήριο, αντίθετα στους ισχυρισμούς της κ. Κουπαρή, στα πλαίσια αναθεώρησης της αρχικής αίτησης στη προσφυγή υπ. αρ. 7306/22, σχημάτισε και αξιολόγησε  ως ξεχωριστό ισχυρισμό τον κίνδυνο που θα διατρέξει ο Αιτητής ως φορέας HIV/AIDS σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, απορρίπτοντας τον κατόπιν σχετικής παραπομπής σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζω πως από το προσκομισθέν από τον Αιτητή έγγραφο, ήτοι την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 21/058/2024 διαφαίνεται ότι ο Αιτητής λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή από το έτος 2019, ως εκ τούτου σε όλες τις διεξαχθείσες διαδικασίες που ήγειρε ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα να το παρουσιάσει, ωστόσο δεν το έπραξε.  Σημειώνω, δε επιπλέον, ότι κατά την ακρόαση της παρούσας, η συνήγορος του Αιτητή, αναφορικά με το δεύτερο υποβληθέν έγγραφο εκ μέρους του Αιτητή, προβάλει ότι αποτελεί παράπονο του Αιτητή, για το οποίο αιτείται την γνωμάτευση του εν λόγω διεθνούς οργανισμού κατά πόσο δύναται να συνεχίσει να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή που χορηγείται στη Κυπριακή Δημοκρατία και ότι οι Καθ’ ων η αίτηση σε ουδεμία αναφορά προβαίνουν επί της Έκθεσης τους.

 

Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι τα όσα λέχθηκαν από τη συνήγορο δεν προβλήθηκαν από τον Αιτητή κατά την καταγραφή του αιτήματος του επί της μεταγενέστερης αίτησης, καθώς δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους προσκόμισε το εν λόγω έγγραφο και ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η ιατρική βεβαίωση καθώς και το έγγραφο αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποτελούν νέα στοιχεία εν τη έννοια του Νόμου (ερ. 137 του διοικητικού φακέλου).

 

Τούτων λεχθέντων, ο ισχυρισμός της συνηγόρου περί έλλειψης δέουσας έρευνας απορρίπτεται.  Κρίνω με το ενώπιον μου υλικό ότι οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν δεόντως όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, κατά συνέπεια ορθά απέρριψαν την αίτηση ως απαράδεκτη.

  

Λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και δεδομένων, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Δεν αποδείχθηκαν ισχυρισμοί, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπαγωγή του Αιτητή στις διατάξεις των άρθρων 3 ή 19 του περί Προσφύγων Νόμου και τα όσα κατέγραψε στη μεταγενέστερη αίτηση του δεν πληρούσαν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε η μεταγενέστερη να κριθεί παραδεκτή και η διοίκηση να προβεί σε ουσιαστική εξέταση τους. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ  Δ. ΔΔΔΠ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο