ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.137/24
26 Ιανουαρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ε. N. D.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Μ. Παπαλοΐζου, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Α. Κίτσιου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 22/12/23 δι’ επιστολής ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση δια της οποίας «να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας» (Αιτητικό Β).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 06/12/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 27/01/20 (ερ.1-3, 40).
Την 09/11/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.31-39). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 07/12/23 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.104-119).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 22/12/23 στην μητρική του γλώσσα (ερ.120, 3).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής εξαιτίας της αγγλόφωνης κρίσης. Πιο συγκεκριμένα, δήλωσε ότι εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του από ένοπλους άντρες που μπήκαν στο διαμέρισμά του, καταφεύγοντας στο χωριό Big Bekondo. Εκεί οι Ambazonians, εξανάγκαζαν τους νέους να στρατολογηθούν, με αποτέλεσμα όλοι οι νέοι να καταζητούνται από το στρατό. Έτσι, εγκατέλειψε τη χώρα του με προορισμό τις Φιλιππίνες και από εκεί, λόγω των φυσικών καταστροφών, ταξίδεψε στη Δημοκρατία για να είναι ασφαλής, ως αναφέρει.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από το χωριό Bekondo του Νοτιοδυτικού Καμερούν, με τελευταίο τόπο διαμονής τη Kumba, όπου διέμεινε από το 2015, μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα το 2019 για να πάει στις Φιλιππίνες, απ’ εκεί στα κατεχόμενα και μετά στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Ο αιτητής είναι απόφοιτος πανεπιστημίου, με μητρική την αγγλική γλώσσα, άγαμος, άτεκνος και υγιής. Η μητέρα του που διαμένει στη γενέτειρα του και 3 αδέρφια που διαμένουν στην Kumba, ο δε πατέρας του απεβίωσε το 2023.
Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε το Καμερούν ο αιτητής αναφέρθηκε αφενός μεν στην αναγκαστική στρατολόγηση από τους Ambazonians, αφετέρου στο ότι καταζητείται από τον στρατό του Καμερούν. Ειδικότερα, δήλωσε ότι όταν άρχισε η αγγλόφωνη κρίση, το 2016 – 2017, και ενώ διέμενε στην Buea, εξαναγκάσθηκε από ένοπλους άντρες να εγκαταλείψει την εκπαίδευσή του και να επιστρέψει στην Kumba, όπου οι Ambazonians ζητούσαν όλους τους νέους να στρατολογηθούν, κάτι που ο ίδιος δεν επιθυμούσε. Έτσι, υπό το φόβο της αναγκαστικής του στρατολόγησης και της στοχοποίησής του από το στρατό, αλλά και της αδυναμίας του να συνεχίσει τις σπουδές του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.
Ερωτηθείς για τις δηλώσεις του περί αναγκαστικής του στρατολόγησης ο αιτητής δήλωσε ότι το όνομά του ήταν γραμμένο στη λίστα τους, ότι αναζητούσαν νέους σε κάθε σπίτι και πως ο ίδιος διέφυγε τη νύχτα, όταν ήρθαν στην οικία του. Ερωτηθείς για τους λόγους που δεν εγκατέλειψε νωρίτερα τη χώρα καταγωγής, δεδομένου ότι είχε εκδώσει διαβατήριο ήδη από το 2017, δήλωσε ότι το πλάνο του ήταν να σπουδάσει και περίμενε να δει αν θα καλυτερέψει η κατάσταση, ενώ, ερωτηθείς αν αντιμετώπισε κάποιο περιστατικό αυτά τα 2 χρόνια (ήτοι μεταξύ 2017, όταν άρχισε να φοβάται ότι θα στρατολογηθεί, μέχρι το 2019, όταν έφυγε από τη χώρα και ταξίδεψε στις Φιλιππίνες), ο αιτητής απάντησε αρνητικά, επαναλαμβάνοντας πως το 2016 – 2017 εγκατέλειψε την Buea εξαιτίας ένοπλων ανδρών.
Σχετικά με τον στρατό ο αιτητής δήλωσε ότι τον αναζητούσαν επειδή το όνομα του είναι γραμμένο σε λίστα η οποία τοποθετήθηκε σε δημόσια κτήρια του χωριού του, ενώ σχετικά με το τρόπο διαφυγής τους, παρά τη δολοφονία κάποιων φίλων του, ως είχε αναφέρει, δήλωσε ότι εγκατέλειψε την οικία του το βράδυ και κρύφτηκε σε μια εκκλησία για μήνες, μέχρι να οργανωθεί το ταξίδι του. Σχετικά με τον μελλοντικό του φόβο δήλωσε ότι φοβάται ότι θα σκοτωθεί, πεποίθηση που αντλεί από το γεγονός ότι, όπως τον ενημέρωσε ο θείος του τον Ιανουάριο του 2023, καθ’ όλο το διάστημα σκοτώνουν τους φίλους του.
Ερωτώμενος πως κατάφερε να ταξιδέψει αεροπορικώς, παρότι, ως είχε αναφέρει, αυτός καταζητείται από τον στρατό, ο αιτητής δήλωσε πως ήδη είχε κλείσει το εισιτήριο του όταν είδαν το όνομά του στη λίστα και ξεκίνησε η έρευνα και δεν είναι εγκληματίας, συνεπώς μπορούσε να ταξιδέψει νόμιμα. Σχετικά με τη δυνατότητα του να μετεγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή του Καμερούν απάντησε αρνητικά, καθώς θα βρίσκεται σε κίνδυνο.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ισχυριζόμενα προβλήματα από τον στρατό του Καμερούν και τους Ambazonians
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό απέρριψαν όμως τον 2ο ισχυρισμό, καθώς κρίθηκε ότι στερούνταν συνοχής και αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του υπήρξαν αόριστες, στερούμενες λεπτομερειών και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς γιατί, παρότι – ως ανέφερε – τα προβλήματα άρχισαν το 2017 (όταν ένοπλοι τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει την εκπαίδευση του), εντούτοις ο ίδιος έφυγε από το χώρα το 2019, χωρίς στο μεταξύ να συμβεί κάτι περαιτέρω στον ίδιο. Ομοίως, ουδεμία πληροφορία ή λεπτομέρεια ήταν σε θέση να αναφέρει σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι διώκετο από τον στρατό, πέραν του ότι – ως ανέφερε – το όνομα του βρισκόταν σε λίστα αναρτημένη στο χωριό του και ουδέν πειστικό παρέθεσε όταν ρωτήθηκε για το πως κατάφερε να ταξιδέψει ενώ αναζητούνταν από τον στρατό για να στρατολογηθεί, επί του οποίου ανέφερε ότι όταν άρχισε η έρευνα αυτός είχε ήδη κλείσει το εισιτήριο, του – απάντηση που κρίθηκε μη ικανοποιητική. Σε δε ερώτηση πως γνωρίζει ότι θα σκοτωθεί αν επιστρέψει ο αιτητής ανέφερε ότι είναι επειδή σκοτώνουν φίλους του, απάντηση που κρίθηκε μη ικανοποιητική. Σε έρευνα που έγινε σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) εντοπίστηκαν αναφορές για παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αντιμαχόμενες πλευρές (στρατό/αποσχιστές), όμως, δεδομένου ότι τα λεγόμενα του αιτητή, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, και επί τη βάσει του ισχυρισμού που έχει γίνει αποδεκτός, ήτοι ότι του προφίλ του, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Southwest), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, δεδομένου του ότι ο αιτητής είναι ενήλικας, νεαρός, υγιής, με επαρκή μόρφωση και οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής του, χωρίς άλλα στοιχεία ευαλωτότητας, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Στα πλαίσια της προσφυγής καταγράφονται νομικά σημεία, ως γενικές αναφορές σε πλημμέλειες στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, χωρίς να εξειδικεύεται που εντοπίζονται και τι αφορούν αυτές οι πλημμέλειες.
Στα πλαίσια της αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, κάνοντας αναφορές στο οικείο νομικό πλαίσιο, αναφέρει ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα, δεν αξιολογήθηκε ορθά το αφήγημα του, δεν έγιναν επαρκείς ερωτήσεις προς διευκρίνηση τυχόν κενών, δεν εφαρμόστηκαν οι αρχές αξιολόγησης αξιοπιστίας και δεν λήφθηκε υπόψη ότι τυχόν κενά στο αφήγημα είναι δυνατόν να οφείλονται ευλόγως σε αδυναμία μνήμης, ενδεχομένως και λόγω του χρόνου που παρήλθε από όταν υποβλήθηκε η επίδικη αίτηση μέχρι να γίνει συνέντευξη στον αιτητή. Εν συνεχεία, κάνοντας αναφορές στα λεγόμενα του αιτητή κατά τη συνέντευξη και τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση, αναφέρει ότι το αφήγημα του αιτητή έφερε όλα τα χαρακτηριστικά αξιοπιστίας και – περαιτέρω – σύμφωνα και με τις ΠΧΚ τις οποίες οι ίδιοι οι καθ’ ων η αίτηση παραθέτουν στην επίδικη έκθεση, οι οποίες συνάδουν με τα λεγόμενα του αιτητή, θα έπρεπε να γίνει δεκτός ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός. Επί τούτου, με παραπομπή και σε ΠΧΚ που εντόπισε (σελ.13 και 17-18 αγόρευσης) αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες και εκ των οποίων δεικνύεται ότι υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Εκ των ως άνω, ως εισηγείται, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη και δεν αιτιολογείται. Ειδικώς δε σχετικά με την πτυχή της συμπληρωματικής προστασίας αναφέρει ότι εν προκειμένω, σύμφωνα και με σχετικές ΠΧΚ, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει κίνδυνος βλάβης του αιτητή κατά την επιστροφή του. Στα πλαίσια της απάντησης του ο αιτητής εμμένει στα όσα αναφέρονται στην αρχική του αγόρευση.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, σε μια πλούσια και εμπεριστατωμένη αγόρευση, με παραπομπές στην οικεία νομοθεσία, νομολογία και αποσπασμάτων από αποφάσεις του Δικαστηρίου, αντιτάσσει ότι τα ευρήματα τους – τόσο επί της αξιοπιστίας όσο και επί της μη ύπαρξης κινδύνου διώξεως ή και σοβαρής βλάβης είναι εύλογα, ορθά και απολύτως αιτιολογημένα, υπό το φως των ενώπιον τους στοιχείων, η δε επίδικη απόφαση είναι νόμιμη, ορθή επί της ουσίας αλλά και πλήρως αιτιολογημένη. Περαιτέρω - ως αναφέρουν - ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία. Στην επιμέρους επιχειρηματολογία των καθ’ ων η αίτηση θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου τούτο κριθεί σκόπιμο για τους σκοπούς της εξέτασης που ακολουθεί.
Προτού προχωρήσω σημειώνω ότι ουδείς εκ των προωθούμενων ισχυρισμών από τον αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν, παρά την ανάπτυξη τους στα πλαίσια της αγόρευσης του. Η σχετική νομολογία έχει πολύ πρόσφατα επιβεβαιωθεί και στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (κατά την ενάσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του) στην Ε.Δ.Δ. αρ.193/20, Καϊλή κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημ.04/06/25, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Δεν υπάρχει αμφιβολία και παγίως έχει νομολογιακά εδραιωθεί πως οι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να δικογραφούνται με πλήρη αιτιολογία στις έγραφες προτάσεις των διαδίκων (Κ.7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962).
Μάλιστα, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε στη Χριστοδουλίδη ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε.95/12, 6.7.18, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344:
«Η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.»»
Παρά τα ως άνω προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, των λεγομένων του αιτητή κατά τη συνέντευξη, καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά ενδελεχώς αναφέρονται και αναλύονται στα ερ.112-114, ως και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, καταγράφονται.
Αυτό γιατί εν προκειμένω το αφήγημα του αιτητή βρίθει κενών, ασαφειών και ελλείψεων και στερείται σε πολλά και καίρια σημεία αυτού ευλογοφάνειας. Ανατρέχοντας στα όσα καταγράφηκαν στη συνέντευξη, θεωρώ ότι τα λεγόμενα του αιτητή σε σχέση τόσο με τον κατ’ ισχυρισμό εξαναγκασμό του να σταματήσει την εκπαίδευση του από ενόπλους κατά το έτος 2017, το ότι, κατόπιν που μετοίκησε στην Kumba, οι δυνάμεις των αποσχιστών καλούσαν όλους τους νέους να ενταχθούν σ’ αυτούς και το ότι κατ’ ισχυρισμό καταζητείται από τον στρατό και το ότι το όνομα του βρίσκεται σε καταλόγους αμφότερων των ως άνω που αναρτήθηκαν «σε τοίχους» αλλά και η απόκριση του ότι κατάφερε να φύγει νομίμως από τη χώρα παρότι, ως ο ίδιος είχε αναφέρει, καταζητείται από τον στρατό, λόγω του ότι είχε προλάβει να κλείσει το εισιτήριο του στερούνται εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων και στερούνται παντελώς συνοχής, ευλογοφάνειας και χρονικής συνέπειας. Καταλήγω λοιπόν, σε συμφωνία με τους καθ’ ων η αίτηση, ότι το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή στερούνταν καταφανώς αυτού που εύλογα θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει, ήτοι μια πλήρη, συνεκτική, ευλογοφανή παράθεση σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που ο αιτητής παραθέτει. Είναι εκ τούτων που θεωρώ ότι διαβρώνεται σημαντικά και μοιραία η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, σε σημείο που οιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος ευλογοφάνειας, λεπτομερειών και εν γένει συνοχής. Επί των επιμέρους τρωτών σημείων των ισχυρισμών του αιτητή αρκεί η παραπομπή στα όσα επ’ αυτού καταγράφουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, ως και ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσης παρατίθενται, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω και τα οποία υιοθετώ στα πλαίσια επί της ουσίας εξέτασης των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνω βεβαίως ότι δεν παραγνωρίζω ότι από διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες (ΠΧΚ) προκύπτει επιβεβαιώνονται ως φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο Καμερούν τόσο η διώξεις ατόμων για τα οποία υπάρχουν υποψίες ότι συμπράττουν με τους αυτονομιστές όσο και η παραβιάσεις δικαιωμάτων του τοπικού πληθυσμού από δυνάμεις αποσχιστών.
Σχετικώς παρατίθενται τα εξής, τα πλείστα εκ των οποίων εντοπίζονται και καταγράφονται και από τους καθ’ ων η αίτηση, στην επίδικη έκθεση.
Η Διεθνής Αμνηστία και Human Rights Watch κάνουν λόγο για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες και την καταστολή τής δράσης τής Boko Haram στην επαρχία Far North.[1]
Κατά τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[2], ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[3]. Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[4].
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[5]
Σύμφωνα με έκθεση 01/03/23 (R2P Monitor), «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [6]
Έκθεση του Human Rights Watch αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές, εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[7] Βάσει αναφοράς του ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[8], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[9] Άρθρο της The African Observer, του 2023, αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[10]
Εκ των ως άνω επιβεβαιώνεται, ως μπορεί να συναχθεί από το ερ.112 ότι ήταν το σχετικό εύρημα των καθ’ ων η αίτηση, παρότι τούτο δεν καταγράφεται ρητά, ότι όσα αναφέρει ο αιτητής, ήτοι τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πράξεις διώξεως από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές (Αποσχιστές/Στρατός), που έχουν στόχο τοπικό πληθυσμό, ως φαινόμενα που απαντώνται στο Καμερούν, συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.
Όμως στην παρούσα η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Δεν πρέπει επί τούτου να παραγνωρίζεται πως αν η αξιολόγηση γινόταν στη βάση μόνο της εξωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών για τούτο και μόνο τον λόγο, οι οποίοι στερούνται κατά τ’ άλλα εσωτερικής συνοχής και θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση των λεγομένων του. Οι ισχυρισμοί λοιπόν ενός αιτητή και η εσωτερική συνοχή τους θα πρέπει να διατηρούν συνοχή και συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα του, αφού είναι στη βάση αυτών που γίνεται η απαραίτητη σύνδεση των ΠΧΚ με το ιστορικό του αιτητή. Δεν πρέπει δε τέλος να παραγνωρίζεται ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος του αιτητή παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι οι ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Θα συμφωνήσω και μ’ αυτό το συμπέρασμα των καθ’ ων η αίτηση, το οποίο θεωρώ ορθό, καθώς η διαβρωθείσα εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή δεν μπορεί παρά να είναι καταλυτική ως προς την συνολική αξιοπιστία του αφηγήματος του, ως και αμέσως πιο πάνω εξηγώ.
Ενόψει των ως άνω απομένει μια επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Kumba/Southwest).
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Νοτιοδυτική Επαρχία, όπου βρίσκεται τόσο η Kumba, όπου – ως ο ίδιος δήλωσε - διέμενε περί τα 3 χρόνια προτού φύγει από το Καμερούν, καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας (περιλαμβάνει βία κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία εκρήξεις, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 327 θάνατοι. [11] Κατά το ίδιο διάστημα σημειώθηκαν στην Kumba, σημειώθηκαν 11 περιστατικά πολιτικής βίας, χωρίς ανθρώπινη απώλεια. Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων[12], της δε πόλης Kumba περί τις 150.000. [13]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις, δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος του, που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[14] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, με ικανότητα βιοπορισμού, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με ικανοποιητική μόρφωση και διαθέτει στην περιοχή επαρκές οικογενειακό δίκτυο (ερ.35-36).
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)
[2] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019, available at: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[3] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)
[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed on 05/08/2022)
[5] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[6] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).
[7] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (πρόσβαση 12/02/2024)
[8] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/
[9] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (πρόσβαση 12/02/24)
[10] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (πρόσβαση 12/02/24)
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).
[12] City Population, Cameroon, Sud-Ouest Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [ημ. πρόσβασης 14/05/25]
[14] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο