Ε.Β.Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.153/2023, 29/1/2026
print
Τίτλος:
Ε.Β.Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.153/2023, 29/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.153/2023

29 Ιανουαρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Ε.Β.Ε.,

από Καμερούν

                                               Αιτήτρια

                                    

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου,

                                                           Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Π. Αλεξοπούλου (κα) για Γιώτα Μιλτιάδους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Α. Παπαδοπούλου (κα) για Μ. Καρπούζη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 24.11.2022 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξετασθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 17.09.2019 κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της, και αφίχθηκε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 08.10.2019, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στις 10.10.2019 και στις 02.09.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») ο οποίος υπέβαλε στις 10.11.2022 εισηγητική έκθεση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 24.11.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 20.12.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ιδίας ημερομηνίας. Με την υπό εξέταση προσφυγή η Αιτήτρια αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η Αιτήτρια υποστηρίζει, δια των συνηγόρων της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη, καθότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας, ενώ λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και με πλάνη περί τα πράγματα. Καταληκτικά επισημαίνουν ότι η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, θα αντιμετωπίσει τεράστιες συνέπειες, καθότι προέρχεται από μια περιοχή όπου οι διώξεις και η βία εναντίον του Αγγλόφωνο πληθυσμού είναι καθημερινό φαινόμενο.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας, υποβάλλοντας ότι αυτή είναι ορθή και νόμιμη,  λήφθηκε κατόπιν πλήρους και/ή δέουσας έρευνας, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο η ίδια φέρει στους ώμους της, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου. 

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Εκ προοιμίου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, μολονότι το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας εξετάστηκε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και καταγράφεται στην εισηγητική έκθεση του Λειτουργού ως «Αιτητής 2», εντούτοις δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ούτε συμπεριλήφθηκε ως διάδικος στο δικόγραφο της παρούσας προσφυγής. Υπό το φως της πάγιας αρχής ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εκτείνεται αποκλειστικά εντός των ορίων της προσφυγής όπως αυτή έχει κατατεθεί, το ανήλικο τέκνο δεν δύναται να θεωρηθεί αιτητής στην παρούσα διαδικασία, καθόσον δεν έχει τυπικώς περιληφθεί ως διάδικος (βλ. ενδεικτικώς Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος ΙΙ, 15η Έκδ., σελ. 45).

 

Η ανωτέρω διαπίστωση, ωστόσο, δεν αποκλείει το Δικαστήριο από το να συνεκτιμήσει, στο πλαίσιο της εξέτασης των ισχυρισμών της Αιτήτριας, πραγματικά στοιχεία που αφορούν το ανήλικο τέκνο της, στο μέτρο που τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν από την ίδια προς θεμελίωση του αιτήματός της για διεθνή προστασία και συνδέονται άμεσα με τους επικαλούμενους κινδύνους επιστροφής. Τα δεδομένα που αφορούν το τέκνο δεν εξετάζονται αυτοτελώς ούτε θεμελιώνουν ανεξάρτητο δικαίωμα προστασίας, αλλά λαμβάνονται υπόψη επικουρικά, ως μέρος της συνολικής αξιολόγησης της προσωπικής κατάστασης της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εξετάζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης μόνον καθ’ ο μέρος αφορά την Αιτήτρια, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που αφορούν το ανήλικο τέκνο της αποκλειστικά στο πλαίσιο της εκτίμησης των συνεπειών που τυχόν επιστροφή της θα είχε για την ίδια και την οικογενειακή της κατάσταση.

 

 

Έχοντας συνεκτιμήσει τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως που προβάλλει η Αιτήτρια διά της αγόρευσής της, διαπιστώνω ότι, κατ’ ουσίαν, αυτοί περιστρέφονται γύρω από τη θέση περί έλλειψης δέουσας έρευνας και κατ’ επέκταση πλάνης περί τα πράγματα καθώς και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι ισχυρισμοί αυτοί, ως έχουν διατυπωθεί, είναι άμεσα διαπλεκόμενοι με την ουσία της υπόθεσής του, την οποία εν πάση περιπτώσει οφείλει το παρόν Δικαστήριο να ελέγξει, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσιαστικής ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[1].

 

Θα προχωρήσω συνεπώς να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση και με τους ισχυρισμούς αυτούς.

 

Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[2]

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής της και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της επικρατούσας πολιτικής αστάθειας και της γενικευμένης βίας, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών και πυρπολήσεων κατοικιών. Ειδικότερα, κατέγραψε ότι το εστιατόριο της μητέρας της, το οποίο εξυπηρετούσε τόσο τον τοπικό πληθυσμό όσο και την αστυνομία και τους αυτονομιστές μαχητές «Αμπαζόνιανς», δέχθηκε επίθεση και πυρπολήθηκε, με αποτέλεσμα η μητέρα της να χάσει τη ζωή της. Πρόσθεσε δε, ότι και το σπίτι του πατέρα της πυρπολήθηκε. Περαιτέρω, λόγω του γεγονότος ότι η ίδια εργαζόταν στο εν λόγω εστιατόριο, θεωρήθηκε ύποπτη, με συνέπεια η ζωή της να τεθεί σε κίνδυνο. Συνελήφθη και της δόθηκε εντολή να παρουσιαστεί ενώπιον δικαστηρίου. Ωστόσο, καθ’ οδόν προς το δικαστήριο, το όχημα στο οποίο επέβαινε δέχθηκε επίθεση από αγνώστους ενόπλους, κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν πυροβολισμοί (βλ. ερυθ. 1 του δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον του Λειτουργoύ , η Αιτήτρια ανέφερε σχετικά με τα προσωπικά της στοιχεία ότι είναι υπήκοος του Καμερούν γεννηθείσα στην πόλη Kumba Southwest Region, στο Καμερούν. Σε ηλικία δέκα ετών μετοίκησε στην περιοχή Ekondo Titi, Southwest Region, για ένα έτος, και στη συνέχεια, μετέβη στη πόλη Limbe, Southwest Region, όπου παρέμεινε έως την ηλικία των δεκαεπτά ετών. Ακολούθως, δήλωσε ότι μετακινήθηκε στην πόλη Buea, Southwest Region, για να σπουδάσει, ενώ σε ηλικία δεκαοκτώ ετών επέστρεψε και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην πόλη Kumba. Ως προς το θρήσκευμα της, δήλωσε χριστιανή καθολική. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση προέβαλε ότι είναι άγαμη και ότι έχει αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο (γένους θηλυκό), το οποίο γεννήθηκε το έτος 2020 στην Δημοκρατία της Κύπρου. Ως προς τον πατέρα του ανηλίκου τέκνου της, δήλωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν και διαμένει στην Σουηδία. Περαιτέρω, δήλωσε ότι  οι γονείς της έχουν αποβιώσει. Πρόσθεσε ότι η μικρότερη αδελφή της διαμένει στη περιοχή Mamfe, Southwest Region, στο Καμερούν. Ως προς το εκπαιδευτικό της επίπεδο η Αιτήτρια προέβαλε ότι είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Buea στο Καμερούν, ωστόσο δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές της. Ομιλεί oroko καθώς και την αγγλική και λίγο την γαλλική γλώσσα. Τέλος, ως προς την εργασιακή της εμπειρία, δήλωσε ότι πραγματοποίησε την πρακτική της άσκηση για ένα χρόνο ως βοηθός αποθήκης (βλ. ερυθρά 55 - 51 του Δ.Φ.).

 

Ως προς το ταξίδι της στην Κυπριακή Δημοκρατία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, αφού εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής της, έφθασε σε μια εκκλησία στο Καμερούν, όπου γνώρισε έναν άνδρα, τον οποίο όλοι αποκαλούσαν «πάστορα». Ανέφερε ότι ο άνδρας αυτός ήταν τουρκικής καταγωγής, ότι επικοινωνούσαν στην αγγλική και ότι ήταν πάστορας στην εν λόγω εκκλησία. Σύμφωνα με τη δήλωσή της, ο εν λόγω άνδρας της ανέφερε ότι, εάν μεταβεί στην Κύπρο, θα εργαστεί εκεί και ότι ένας πράκτοράς του στην Κύπρο θα αναλάβει να κανονίσει όλα τα σχετικά ζητήματα. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν συμφώνησε σε οτιδήποτε άλλο και ότι δεν υπήρξε συμφωνία για πληρωμή, παρά μόνο ότι, μετά την άφιξή της, θα εργαζόταν στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ του άνδρα αυτού και του πράκτορα στην Κύπρο. Ως προς το είδος της εργασίας, δήλωσε ότι της είχε ειπωθεί πως θα μπορούσε να εργαστεί ως οικιακή βοηθός ή στη διδασκαλία και ότι θα μπορούσε να επιλέξει η ίδια. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι το ταξίδι διευθετήθηκε εξ ολοκλήρου από τον πράκτορα και όχι από την ίδια, δηλώνοντας περαιτέρω ότι ούτε την διαμονή της διευθέτησε η ίδια, καθώς, ως της λέθχηκε, υπήρχε πράκτορας που θα την παραλάμβανε κατά την άφιξή της και θα φρόντιζε για τη διαμονή της.

 

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι, κατά την άφιξή της στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, την ανέμενε ο πράκτορας, ο οποίος μιλούσε την τουρκική γλώσσα και του οποίου δεν γνώριζε το όνομα ούτε την εθνικότητα. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι όταν έφθασε στον πράκτορα, εκείνος της είπε ότι έπρεπε να ξεκινήσει να εργάζεται. Όταν μετέβη στον χώρο όπου της υποδείχθηκε ότι θα εργαζόταν, της είπε ότι όφειλε να παρέχει σεξουαλικές υπηρεσίες. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι αρνήθηκε να το πράξει, και τότε ο πράκτορας άρχισε να της δημιουργεί προβλήματα, πέταξε τα προσωπικά της αντικείμενα και της είπε ότι είχε δαπανήσει πολλά χρήματα για να έρθει και ότι έπρεπε να κάνει ό,τι της ζητούσε. Ερωτηθείσα σχετικά, δήλωσε ότι δεν οφείλει κάποιο χρηματικό ποσό. Τέλος, δήλωσε ότι η ίδια κατάφερε να ξεφύγει να διαφύγει. Καθώς περπατούσε στον δρόμο, συνάντησε δύο άτομα, τα οποία τη βοήθησαν. (βλ. ερυθ. 49 – 47 δ.φ.)

 

Ως προς την ουσία του αιτήματός της, η Αιτήτρια δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω του πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη στη χώρα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η μητέρα της διατηρούσε εστιατόριο, στο οποίο προσέρχονταν άτομα από τις ένοπλες ομάδες που ελέγχουν την περιοχή, γνωστές ως «Ambazonians», προκειμένου να προμηθευτούν φαγητό και, σε περίπτωση άρνησης, προέβαιναν σε καταστροφές του χώρου και σε ξυλοδαρμούς. Όταν οι στρατιωτικές δυνάμεις αντιλήφθηκαν την κατάσταση, προσήλθαν στο εστιατόριο, επισημαίνοντας στη μητέρα της ότι δεν είχε δικαίωμα να παρέχει τροφή σε αυτά τα άτομα.

 

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της προσπάθησε να εξηγήσει στους στρατιωτικούς τις συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούσε το εστιατόριο. Ωστόσο, οι αυτονομιστές μαχητές «Ambazonians» προσήλθαν απαιτώντας εκ νέου τροφή. Όταν η μητέρα της Αιτήτριας αρνήθηκε να τους παρέχει, ξέσπασε διαμάχη και προκλήθηκαν εκτεταμένες καταστροφές. Η Αιτήτρια δήλωσε περαιτέρω ότι το αστυνομικό τμήμα βρισκόταν σε κοντινή απόσταση και ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις επενέβησαν, κατηγορώντας τη μητέρα της ότι παρείχε τροφή στους «Ambazonians» επί μακρό χρονικό διάστημα, γεγονός που οδήγησε σε ανταλλαγή πυρών μεταξύ των «Ambazonians» και του στρατού.

 

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, η μητέρα της τραυματίστηκε θανάσιμα από πυροβολισμό. Η Αιτήτρια, όπως δήλωσε, έτρεξε προς το σημείο όπου βρισκόταν η μητέρα της πεσμένη στο έδαφος και εκείνη της είπε να μην κοιτάξει πίσω, αλλά να φύγει και να αναζητήσει τη μικρότερη αδελφή της, οπότε και απομακρύνθηκε από το σημείο. Κατά την αποχώρησή της, συνελήφθη από τις στρατιωτικές δυνάμεις, και της ζήτησαν να τους υποδείξει το μέρος όπου η μητέρα της προμήθευε τους «Ambazonians» με τρόφιμα. Η ίδια ανέφερε ότι τους είπε πως δεν γνώριζε κάποιο τέτοιο μέρος, πλην όμως οι στρατιωτικοί δεν την πίστεψαν και τη μετέφεραν σε άλλη τοποθεσία. Εκεί την κράτησαν κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο για περίπου μία ημέρα και την απείλησαν ότι, εάν δεν συνεργαζόταν, θα της προκαλούσαν κακό και θα τη σκότωναν, ενώ την υπέβαλαν σε ανάκριση.

 

Στη συνέχεια, ανέφερε ότι ο ξάδελφός της, ο οποίος βρισκόταν στην περιοχή Mato και κατείχε τη θέση του αρχηγού («general») στους Ambazonians, πληροφορήθηκε ότι η ίδια κρατείτο σε στρατόπεδο. Το επόμενο πρωί, κατά τον χρόνο που οι στρατιωτικές δυνάμεις επρόκειτο να τη μεταφέρουν σε άλλο στρατόπεδο, ο ξάδελφός της, μαζί με άλλα άτομα, παρενέβησαν, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ανταλλαγή πυρών. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, η Αιτήτρια κατάφερε να πηδήξει από το όχημα στο οποίο βρισκόταν, παρά το γεγονός ότι τα χέρια της ήταν δεμένα. Ένα από τα άτομα που συμμετείχαν στην παρέμβαση τη βοήθησε, τραβώντας την και κόβοντας το υλικό με το οποίο ήταν δεμένα τα χέρια της. Στη συνέχεια, σύρθηκε στο έδαφος μέχρι να εντοπίσει δρόμο, μέσω του οποίου κατόρθωσε να διαφύγει. Ακολούθως, έφθασε σε μικρό χωριό, το οποίο φαινόταν εγκαταλελειμμένο, όπου συνάντησε οδηγό μοτοσικλέτας και του ζήτησε να τη μεταφέρει σε σημείο επαρκώς απομακρυσμένο, προκειμένου να συνεχίσει πεζή εκτός της περιοχής Kumba. Ο οδηγός την μετέφερε σε σχετικό σημείο και από εκεί συνέχισε μόνη της. Δήλωσε ότι περπάτησε επί αρκετές ημέρες, κοιμήθηκε στον δρόμο και ότι, κατά τη διάρκεια της διαδρομής, συνάντησε άτομα που την ενημέρωσαν πως η περιοχή δεν ήταν ασφαλής, γεγονός που την ώθησε να συνεχίσει μέχρις ότου βρήκε καταφύγιο σε εκκλησία. (βλ. ερυθ. 47 – 46 δ.φ.)

 

Ακολούθως, ερωτηθείσα από τον Λειτουργό εάν έχει ολοκληρώσει την αφήγησή της, η Αιτήτρια πρόσθεσε ότι η μικρότερη αδελφή της εξακολουθεί να υφίσταται παρενόχληση. Ειδικότερα, ανέφερε πως κατά την επέμβαση για την απελευθέρωση της ίδιας της Αιτήτριας, ο ξάδελφός της συνοδευόταν από ένα άτομο το οποίο σκοτώθηκε. Στη συνέχεια, οι συγγενείς του θανόντος δήλωσαν ότι έπρεπε να υπάρξει ανταπόδοση για τον θάνατό του και απαίτησαν η μικρότερη αδελφή της να δοθεί ως παιδί σε αντικατάσταση εκείνου που σκοτώθηκε. Ο ξάδελφός της, κατέχοντας την θέση του αρχηγού (‘general’) στους «Ambazonians» προσπάθησε να αποτρέψει τα γεγονότα αυτά. Ωστόσο, ένα άτομο φέρεται να δωροδοκήθηκε για να τον πυροβολήσει, με αποτέλεσμα τη δολοφονία του. Καταλήγοντας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, μετά τον θάνατο του ξαδέλφου της, δεν υπάρχει κανείς να βοηθήσει τη μικρότερη αδελφή της (βλ. ερυθ. 46 δ.φ.).

 

Ερωτηθείσα ως προς το τί θεωρεί ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια προέβαλε πως άτομα που επιδιώκουν εκδίκηση, συγκεκριμένα οι αυτονομιστές μαχητές «Ambazonians» θα την σκοτώσουν. Επιπλέον, εξέφρασε την πεποίθηση ότι θα οδηγηθεί στη φυλακή, καθότι διέφυγε και οι στρατιωτικές αρχές θεωρούν ότι η ίδια ειδοποίησε τα άτομα που παρενέβησαν κατά το περιστατικό της απελευθέρωσής της. Σχετικά με το ανήλικο τέκνο της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το παιδί της δεν θα έχει πρόσβαση σε επαρκή εκπαίδευση.

 

Ο Λειτουργός υπέβαλε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων σε σχέση με τα στοιχεία που ανέφερε η Αιτήτρια κατά την ελεύθερη αφήγησή της. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι το εστιατόριο της μητέρας της ήταν γνωστό με την επωνυμία «Lya Corner». Ανέφερε ότι στο εν λόγω εστιατόριο προσέρχονταν αρχηγοί των αυτονομιστών μαχητών «Ambazonians», χωρίς η ίδια να τους γνωρίζει προσωπικά. Σε σχέση με τη χρονική διάρκεια της παρουσίας τους, δήλωσε ότι οι συγκεκριμένες ομάδες προσέρχονταν συστηματικά, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει από πότε. Κατά το χρονικό διάστημα που η ίδια εργαζόταν στο εστιατόριο, ανέφερε ότι οι «Ambazonians» το επισκέπτονταν περίπου μία έως δύο φορές την εβδομάδα, προκειμένου να προμηθευτούν φαγητό. Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αναγνώριζε ότι επρόκειτο για μέλη των «Ambazonians» από την εμφάνιση και την ενδυμασία τους.

 

Αναφορικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα όταν ο στρατός αντιλήφθηκε ότι η μητέρα της παρείχε τρόφιμα στους «Ambazonians», δήλωσε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα εν λόγω άτομα προειδοποιούσαν τη μητέρα της για την ημέρα και την ώρα που θα προσέρχονταν στο εστιατόριο, προκειμένου να τους δοθεί τροφή. Κατά το επίμαχο περιστατικό, ανέφερε ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις μετέβησαν στο εστιατόριο και, όταν κατέφθασαν οι «Ambazonians», εμφανίστηκαν ταυτόχρονα και οι στρατιωτικοί. Σύμφωνα με τη δήλωσή της, ακολούθησαν ταραχές, με αποτέλεσμα ο κόσμος να τραπεί σε φυγή. Η μητέρα της ξέσπασε σε κλάματα και η ίδια προσπάθησε να την απομακρύνει και να διαφύγουν μαζί. Τότε, ένας από τους στρατιωτικούς την άρπαξε προκειμένου να τη μεταφέρει στο αστυνομικό τμήμα. Κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πυρών μεταξύ των «Ambazonians» και των στρατιωτικών, η μητέρα της τραυματίστηκε από σφαίρα, η οποία τη διαπέρασε (βλ. ερυθ. 45 3χ).

 

Κατόπιν περαιτέρω ερωτήσεων, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι τον Σεπτέμβριο του 2019 ο στρατός μετέβη αρχικά στο εστιατόριο και ζήτησε από τη μητέρα της να παύσει τη διανομή τροφίμων προς τους «Ambazonians». Στη συνέχεια, ανέφερε ότι οι «Ambazonians» προσήλθαν στο εστιατόριο, οπότε η μητέρα της αρνήθηκε να τους εξυπηρετήσει, επικαλούμενη την εντολή που είχε λάβει από τους στρατιωτικούς να μην τους παρέχει τρόφιμα, καθώς και την προειδοποίηση ότι σε αντίθετη περίπτωση θα αντιμετώπιζε προβλήματα. Η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι γνωρίζει μόνο πως οι «Ambazonians» εμφανίστηκαν εκείνη την ημέρα ζητώντας φαγητό και ότι η παρουσία τους σημειώθηκε σύντομα μετά την αποχώρηση του στρατού, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα εάν είχαν ενημερωθεί για τη συνομιλία της μητέρας της με τους στρατιωτικούς. Τέλος, ανέφερε ότι το εν λόγω περιστατικό έλαβε χώρα επίσης τον Σεπτέμβριο του 2019, περίπου μία έως δύο εβδομάδες μετά το προηγούμενο συμβάν, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια την ημερομηνία.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια περιέγραψε ότι οι «Ambazonians» δήλωσαν στη μητέρα της πως είχαν μεταβεί στο εστιατόριο προκειμένου να λάβουν τρόφιμα. Η μητέρα της απάντησε ότι δεν μπορούσε να τους παράσχει φαγητό, καθώς ο στρατός της είχε ζητήσει να σταματήσει. Εκείνοι της ανέφεραν ότι όφειλε να τους δώσει τρόφιμα, άλλως θα κατέστρεφαν τα πάντα. Ακολούθησε έντονη λογομαχία, κατά τη διάρκεια της οποίας η μητέρα της επέμενε ότι δεν μπορούσε να συμμορφωθεί και προσπαθούσε να τους μεταπείσει. Κατά το επεισόδιο, ένα από τα άτομα εξοργίστηκε και άρχισε να προκαλεί φθορές στον χώρο, δηλώνοντας ότι θα την εξανάγκαζαν να εγκαταλείψει την περιοχή εάν δεν τους παρείχε τρόφιμα. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι, κατά το εν λόγω περιστατικό, από την πλευρά των «Ambazonians» προσήλθαν περίπου δέκα άτομα, μεταξύ των οποίων ένα πρόσωπο που αποκαλούνταν «στρατηγός», καθώς και οι σωματοφύλακές του. Από την πλευρά του στρατού, ανέφερε ότι οι στρατιωτικοί κατέφθασαν με φορτηγό όχημα, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει τον ακριβή αριθμό τους.

 

Αναφορικά με τη συνομιλία που ακολούθησε με τους στρατιωτικούς, δήλωσε ότι της ζήτησαν να τους υποδείξει το σημείο όπου κρύβονταν οι «Ambazonians», υποστηρίζοντας ότι, εφόσον η μητέρα της τούς παρείχε τρόφιμα, η ίδια γνώριζε το μέρος στο οποίο βρισκόταν το στρατόπεδό τους. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν είχε γνώση σχετικών πληροφοριών, πλην όμως οι στρατιωτικοί την κατηγόρησαν ότι ψεύδεται και την απείλησαν ότι, σε περίπτωση που δεν τους παρείχε τις ζητούμενες πληροφορίες, θα της έκαναν κακό (βλ. ερυθ. 43 δ.φ.).

 

Σύμφωνα με τη δήλωσή της, στη συνέχεια την έκλεισαν σε ένα δωμάτιο και της ανέφεραν ότι δεν θα της επιτρεπόταν να αποχωρήσει εάν δεν μιλούσε. Σε σχετική ερώτηση, διευκρίνισε ότι το αίτημα να τους υποδείξει το στρατόπεδο των «Ambazonians» προήλθε από στρατιωτικό, τον οποίο δεν γνώριζε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι κρατήθηκε από τον στρατό για χρονικό διάστημα περίπου μίας ημέρας και μίας νύχτας και ότι αποχώρησε το επόμενο πρωί. Ανέφερε ότι εκείνο το πρωί την οδήγησαν προς τον στρατιωτικό σταθμό, όπου, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, την υπέβαλλαν σε ερωτήσεις και της δήλωναν ότι θα συνέχιζε να κρατείται εάν δεν παρείχε τις ζητούμενες πληροφορίες (βλ. ερυθ. 43 δ.φ.).

 

Διευκρινίζοντας τι εννοούσε με τον όρο «ανάκριση», η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι στρατιωτικοί εισέρχονταν στο δωμάτιο, χτυπούσαν το τραπέζι, την τραβούσαν από το αυτί και της απηύθυναν απειλές, ρωτώντας την εάν κάποιο από τα άτομα αυτά ήταν σύντροφός της, ενώ την απειλούσαν ότι θα τη σκότωναν σε περίπτωση που δεν απαντούσε.

 

Αναφορικά με την απόδρασή της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, κατά τη μεταφορά της, το όχημα κινήθηκε για χρονικό διάστημα περίπου πέντε έως δέκα λεπτών, δεδομένου ότι ο σταθμός βρισκόταν στα περίχωρα. Τη στιγμή που οι παρεμβαίνοντες πήδηξαν έξω από το όχημα, κατάφερε και η ίδια να εξέλθει. Ανέφερε ότι ένα άτομο την τράβηξε έξω και έκοψε το υλικό με το οποίο ήταν δεμένα τα χέρια της. Σε σχετική ερώτηση ως προς το πώς κατόρθωσε να εξέλθει από το όχημα ενώ τα χέρια της ήταν δεμένα, δήλωσε ότι σηκώθηκε από το δάπεδο, κάθισε στο κάθισμα και, στη συνέχεια, ένα άτομο την τράβηξε από πίσω προς τα έξω. Ως προς την ταυτότητα του ατόμου αυτού, δήλωσε ότι δεν το γνώριζε και ότι επρόκειτο για φίλο του ξαδέλφου της.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι σύρθηκε στο έδαφος και, αφού κόπηκε το υλικό με το οποίο της είχαν δέσει τα χέρια και ενώ συνεχιζόταν η ανταλλαγή πυρών, απομακρύνθηκε έρποντας μέχρι να φτάσει σε σημείο από το οποίο μπορούσε να σηκωθεί όρθια.

 

Σε ερώτηση σχετικά με το πώς ο ξάδελφός της πληροφορήθηκε ότι κρατείτο, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος τον ενημέρωσε. Αναφορικά με το πώς γνωρίζει ότι ο ξάδελφός της και οι φίλοι του ήταν αυτοί που παρενέβησαν στο όχημα του στρατού, δήλωσε ότι το πληροφορήθηκε από τη μικρότερη αδελφή της. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η αδελφή της τής διηγήθηκε πως, πριν από τον θάνατό του, ο ξάδελφός τους τής είχε πει ότι ήταν εκείνος που παρενέβη στο περιστατικό, εκφράζοντας παράπονα ότι η Αιτήτρια τον είχε ήδη φέρει σε μπελάδες και ότι επρόκειτο να τον μπλέξει εκ νέου. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι έλαβε τις ανωτέρω πληροφορίες μέσω τηλεφωνικής συνομιλίας με την αδελφή της, η οποία έλαβε χώρα περίπου ένα έτος πριν (βλ. ερυθ. 42 2χ δ.φ.).

 

Αναφορικά με τη θέση του ξαδέλφου της ως αρχηγού στην ομάδα των «Ambazonians», η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο ξάδελφός της διέμενε στην πόλη Yaoundé και ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο, επέστρεψε στη νοτιοδυτική περιοχή. Ανέφερε ότι κάποια ημέρα μετέβη σε εκκλησία, όπου αποκάλυψε σε έναν προφήτη ότι είναι μέλος των «Ambazonians» και ότι, μετά το γεγονός αυτό, δεν μπορούσε πλέον να αποχωρήσει, καθώς διαδόθηκαν πληροφορίες ότι ανήκε στους «Ambazonians», δεδομένου ότι το είχε δηλώσει ενώπιον του προφήτη.

 

Ως προς τον ρόλο του ως «αρχηγού» των «Ambazonians», δήλωσε ότι, κατά την αντίληψή της, ήταν επικεφαλής της ομάδας, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει τι ακριβώς καθήκοντα ασκούσε. Σε σχετική ερώτηση, δήλωσε ότι την πληροφορία περί της ιδιότητάς του αυτής τής τη μετέφερε η μικρότερη αδελφή της. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει πότε ξεκίνησε ή πότε έληξε η ιδιότητά του, καθώς της γνωστοποιήθηκε απλώς ότι κατείχε τη συγκεκριμένη θέση, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες (βλ. ερυθ. 41 1χ δ.φ.).

 

Αναφορικά με το γεγονός ότι, παρά την εμπλοκή του ξαδέλφου της στους «Ambazonians», τα μέλη της ομάδας απείλησαν τη μητέρα της στο εστιατόριο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αυτό συνέβη επειδή η μητέρα της αρνήθηκε να τους παρέχει τρόφιμα. Πρόσθεσε ότι ο ξάδελφός της δραστηριοποιείτο στην περιοχή Mato και όχι στην Kumba.

 

Περαιτέρω, σε σχέση με την παρενόχληση της μικρότερης αδελφής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο άνδρας, του οποίου ο αδελφός σκοτώθηκε κατά την επέμβαση, παρενοχλεί την αδελφή της και απαιτεί από αυτήν να γεννήσει παιδί, προκειμένου να αντικατασταθεί ο αποβιώσας αδελφός του. Ανέφερε ότι ο εν λόγω άνδρας δεν την αντιμετωπίζει ως σύζυγο, αλλά την εξαναγκάζει να συνευρίσκεται με πολλούς άνδρες με σκοπό τη συλλογή χρημάτων. Δήλωσε ότι η αδελφή της έχει ήδη γεννήσει ένα παιδί, πλην όμως ο άνδρας αυτός αρνείται την πατρότητα, επικαλούμενος το γεγονός ότι πολλοί άνδρες είχαν συνευρεθεί μαζί της. Σε ερώτηση σχετικά με την ταυτότητά του, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν τον γνωρίζει προσωπικά και ότι πρόκειται για τον αδελφό του ατόμου που σκοτώθηκε. Ανέφερε ότι η αδελφή της τής είπε πως ο εν λόγω άνδρας είναι ιδιαίτερα βίαιος και ότι κάθε φορά που προσπαθεί να διαφύγει, την απειλεί ότι θα σκοτώσει το παιδί.

 

Αναφορικά με τον θάνατο του ξαδέλφου της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αυτός σκοτώθηκε ενώ επρόκειτο να μεταβεί σε αποστολή και ότι ο άνδρας που κρατά τη μικρότερη αδελφή της κατέβαλε χρηματικό ποσό σε τρίτο πρόσωπο για τον σκοπό αυτό. Ανέφερε ότι πληροφορήθηκε τον θάνατο του ξαδέλφου της από τη μικρότερη αδελφή της, η οποία, σύμφωνα με όσα της είπε, ενημερώθηκε μέσω φημών που κυκλοφορούσαν (βλ. ερυθ. 40 δ.φ.).

 

Περαιτέρω, αναφορικά με την κάρτα που υπέβαλε από ομάδα που δραστηριοποιείται στην Κύπρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι πρόκειται για ομάδα των «Ambazonians» στην Κύπρο, η οποία επιδιώκει να φέρει σε επαφή Νοτίους Καμερουνέζους, με σκοπό τη συλλογική συνεισφορά και την παροχή βοήθειας σε άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση εκτοπισμού. Δήλωσε ότι είναι μέλος της εν λόγω ομάδας και ότι, στο πλαίσιο της συμμετοχής της, συνδράμει σε όποιες ανάγκες προκύπτουν, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών συνεισφορών (βλ. ερυθ. 40 3χ δ.φ.).

 

Τέλος, αναφορικά με τη δυνατότητα μετεγκατάστασής της σε άλλη περιοχή του Καμερούν, όπως στην πόλη Douala, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν υφίσταται τέτοια δυνατότητα, καθώς ο στρατός θα μπορούσε να την εντοπίσει.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε πέντε ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, και αυτός έγινε αποδεκτός καθώς κρίθηκε πως στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και η εξωτερική του αξιοπιστία.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων.  Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον Λειτουργό, καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ήταν αρκετά γενικές όσον αφορά τις διευθετήσεις που έκανε για το ταξίδι της, καθώς και αναφορικά με τα γεγονότα κατά τα οποία κρατήθηκε για μερικές ώρες με σκοπό τη σεξουαλική της εκμετάλλευση.

 

Ειδικότερα, η Αιτήτρια ανέφερε αόριστα ότι ένας πάστορας διευθέτησε το ταξίδι της, χωρίς να εξηγεί πώς ακριβώς έκανε αυτές τις διευθετήσεις. Ομοίως αόριστες κρίθηκαν οι δηλώσεις της όσον αφορά το άτομο που τη βοήθησε με το ταξίδι της, καθώς και οι δηλώσεις της αναφορικά με την άφιξής της στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Αναφορικά με το πρόσωπο που την παρέλαβε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να το περιγράψει ούτε να παρέχει το όνομά του. Κληθείσα να επεξηγήσει πώς κατάφερε να διαφύγει, η Αιτήτρια παρέμεινε ασαφής, χωρίς να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες, αναφέροντας μόνο ότι εκείνος φώναζε και πετούσε «πράγματα» προς το μέρος της και εκείνη άνοιξε την πόρτα και έφυγε.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός καταγράφει πως δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν τα συγκεκριμένα γεγονότα που  παρουσίασε η αιτήτρια. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής που αναφέρουν ότι γυναίκες από το Καμερούν είναι συχνά θύματα εμπορίας με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, κάτι που ουσιαστικά περιέγραψε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της. Σύμφωνα με τον λειτουργό,  παρόλο που εξωτερικές πηγές δείχνουν ότι υπάρχουν πράγματι δεδομένα που υποδηλώνουν ότι η εμπορία ανθρώπων λαμβάνει χώρα, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας δεν τεκμηριώθηκε.

 

Ο τρίτος ισχυρισμός αφορούσε ότι η μητέρα της Αιτήτριας δέχτηκε πυροβολισμό κατά τη διάρκεια διαμάχης στο εστιατόριό της μεταξύ του στρατού και αυτονομιστών μαχητών τον Σεπτέμβριο 2019. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον Λειτουργό , καθότι κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τις δηλώσεις της σχετικά με το συγκεκριμένο περιστατικό, καθώς δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες και ένα ακριβές χρονολόγιο των γεγονότων.  

 

Ως συγκεκριμένα καταγράφηκε στην έκθεση του Λειτουργού, η Αιτήτρια κλήθηκε να αναφέρει από πότε έως πότε οι αυτονομιστές μαχητές πήγαιναν στο εστιατόριο για να φάνε και εκείνη δήλωσε γενικά ότι «έρχονταν κάθε φορά» και στη συνέχεια πρόσθεσε μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλήφθηκε την ταυτότητά τους, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ακριβείς πληροφορίες.

 

Επιπλέον, κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκείς λεπτομέρειες τί συνέβη όταν ο στρατός πήγε στο εστιατόριο της μητέρας της. Αλλά και τα γεγονότα που ακολούθησαν όταν οι «Αμπαζόνιανς» πήγαν στο εστιατόριο. Ομοίως, σχετικά με τη διαμαχη που ακολούθησε, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να την παρουσιάσει με λεπτομέρειες, καθώς απλώς ανέφερε ότι η μάχη ήταν έντονη, ότι οι «Αμπαζόνιανς» πετούσαν πέτρες, ότι ο στρατός άρχισε να πυροβολεί, ενώ η μητέρα της σκοτώθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, κρίθηκε ότι παρόλο που οι δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με τη συγκεκριμένη μάχη που περιέγραψε δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές, οι ισχυρισμοί της σχετικά με την παρουσία αυτονομιστών μαχητών στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν τεκμηριώνονται από εξωτερικές πηγές. Ωστόσο, η εσωτερική αξιοπιστία δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί και, ως εκ τούτου, η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας σχετικά με αυτόν τον ισχυρισμό δεν έχουν τεκμηριωθεί.

 

Ο τέταρτος ισχυρισμός αφορούσε ότι η Αιτήτρια συνελήφθη από τον στρατό κατά τον Σεπτέμβριο 2019 και διέφυγε με τη βοήθεια του ξαδέλφου της, γεγονός που οδήγησε στην απαγωγή της αδελφής της. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον Λειτουργό, καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της δεν ήταν επαρκώς λεπτομερείς και συνεκτικές, ώστε να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας,

 

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τί συνέβη μετά τη σύλληψή της από τον στρατό. Κληθείσα να περιγράψει λεπτομερώς τον χρόνο που πέρασε αιχμάλωτη για μιάμιση ημέρα, η Αιτήτρια παρείχε ασυνάρτητες απαντήσεις. Αναφορικά με τα γεγονότα που ακολούθησαν κατά τη μεταφορά της Αιτήτριας από τον στρατό, η ίδια δήλωσε, χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες, ότι πληροφορήθηκε από την αδελφή της πως ο ξάδελφός της, ο οποίος ήταν μαχητής των «Ambazonians», είχε σχεδιάσει να σταματήσει το στρατιωτικό όχημα εκείνη την ημέρα. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τον ισχυρισμό ότι λόγω του θανάτου ενός φίλου του ξαδέλφου της, η αδελφή της συνελήφθη από τον αδελφό του ατόμου που σκοτώθηκε, ο οποίος σκότωσε επίσης τον ξάδελφο της Αιτήτριας.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να εξηγήσει επαρκώς τα τρέχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αδελφή της εξαιτίας του εν λόγω άνδρα, πέραν της αναφοράς ότι «την δίνει σε πολλούς ανθρώπους για να κοιμούνται μαζί της προκειμένου να συλλέγει χρήματα» και ότι είναι πολύ βίαιος. Αναφορικά με τον θάνατο του ξαδέλφου της, η Αιτήτρια ομοίως δήλωσε μόνο ότι ο άνδρας που πήρε την αδελφή της πλήρωσε κάποιον για να τον σκοτώσει και ότι η ίδια ενημερώθηκε από την αδελφή της.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κρίθηκε ότι παρότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αναφέρονται σε προσωπική εμπειρία, υπάρχουν πράγματι εξωτερικές πηγές που αναφέρουν βία κατά αμάχων από τον στρατό του Καμερούν στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας, οι οποίες κατηγορούν τους πολίτες ότι συνεργάζονται με αυτονομιστές μαχητές.

 

Ο  πέμπτος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια είναι μέλος μιας κυπριακής κοινότητας που ονομάζεται Southern Cameroons. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από το Λειτουργό καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν επαρκώς λεπτομερείς και συνεπείς.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, η Αιτήτρια προσκόμισε πρωτότυπη  κάρτα μέλους της ομάδας ‘Southern Cameroons Κύπρου, εκδοθείσα στις 15/10/2021. Ως προς το έγγραφο κρίθηκε ότι η αυθεντικότητα του δεν αμφισβητείται, ενώ η ομάδα της κοινότητας στα μέσα κονωνικής δικτύωσης «Facebook» εντοπίστηκε σε εξωτερικές πηγές.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:

 

Πρωτότυπο πιστοποιητικό γέννησης του ανηλίκου τέκνου της, εκδοθέν την 01.06.2021 από το Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας (βλ. ερυθ. 36)· Πρωτότυπη κάρτα μέλους της οργάνωσης Southern Cameroons Community, παράρτημα Κύπρου, εκδοθείσα την 15.10.2021 (βλ. ερυθ. 31–30)· Πρωτότυπο δίπλωμα, εκδοθέν από το Υπουργείο Ανώτερης Εκπαίδευσης, το οποίο πιστοποιεί ότι η Αιτήτρια ολοκλήρωσε τις σπουδές της στον τομέα της διοίκησης εφοδιαστικής αλυσίδας και διαχείρισης μεταφορών (βλ. ερυθ. 28)· Αντίγραφο πιστοποιητικού γέννησής της, εκδοθέν την 09.02.2018 από το Ληξιαρχικό Κέντρο της Περιφέρειας Kumba (βλ. ερυθ. 29).

 

Κατά την εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου της Αιτήτριας και του ανηλίκου τέκνου της σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν στη βάση των δύο ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί κατά το στάδιο αξιολόγησης αξιοπιστίας και υπό το φως του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί των προσωπικών της στοιχείων, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ο Λειτουργός προχώρησε σε έρευνα αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην περιοχή Kumba, Southwest Region του Καμερούν καθώς και σε έρευνα αναφορικά με την αντιμετώπιση των μόνων γυναικών με ανήλικο τέκνο στο Καμερούν. Έπειτα από παράθεση σχετικών πηγών πληροφόρησης και λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ της Αιτήτριας, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστούν οι Αιτήτριες συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν. Περαιτέρω, όσον αφορά τον αποδεκτό ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια είναι μέλος μιας κυπριακής κοινότητας που ονομάζεται Southern Cameroons, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν εξέφρασε κάποιον μελλοντικό της φόβο ως προς αυτό, ενώ δήλωσε ότι είναι απλώς μέλος. Ομοίως, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστούν συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν, λόγω της συμμετοχής της Αιτήτριας στην εν λόγω ομάδα.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως οι Αιτήτριες, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας τους στις αγγλόφωνες περιοχές, καθώς και του γεγονότος ότι οι Αιτήτριες δεν απέδειξαν ότι οι προσωπικές τους περιστάσεις αυξάνουν την πιθανότητα να εκτεθούν σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και ατομικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους και ειδικότερα στην Kumba, λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας λοιπόν  τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Διαπιστώνω καταρχάς ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας, όπως διαχωρίστηκαν και αξιολογήθηκαν από τον Λειτουργό, δεν απομονώθηκαν με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο, καθόσον ορισμένοι εξ αυτών αντιμετωπίστηκαν ως αυτοτελείς, ενώ στην πραγματικότητα συγκροτούν μία ενιαία και αδιάσπαστη αλληλουχία γεγονότων. Ειδικότερα, τα περιστατικά που αφορούν τη δράση των αυτονομιστών μαχητών στο εστιατόριο της μητέρας της, την επέμβαση του στρατού, τον θανάσιμο τραυματισμό της μητέρας της και τη μεταγενέστερη σύλληψη, κράτηση και απόδραση της ίδιας της Αιτήτριας συνδέονται άμεσα χρονικά και αιτιωδώς και συνιστούν τον πυρήνα του ισχυρισμού περί δίωξης, ο οποίος θα έπρεπε να εξεταστεί ως ένας ενιαίος ουσιώδης ισχυρισμός, και όχι αποσπασματικά, προκειμένου να αποφευχθεί η κατακερματισμένη αξιολόγηση και ο κίνδυνος κυκλικής απόρριψης της συνολικής αφήγησης.

 

Έχοντας διαπιστώσει τα πιο πάνω, το Δικαστήριο προχωρεί στην απομόνωση των ουσιωδών ισχυρισμών ως ακολούθως: πρώτον, ως αυτοτελής ουσιώδης ισχυρισμός εξετάζεται η ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας· δεύτερον, ως διακριτός ουσιώδης ισχυρισμός εξετάζεται ο ισχυρισμός περί θυματοποίησής της από εμπορία ανθρώπων κατά την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία· τρίτον, εξετάζεται η στοχευμένη δίωξη από κρατικές και μη κρατικές δυνάμεις, λόγω αποδιδόμενης συνεργασίας με αυτονομιστές, η οποία ερείδεται στην αλληλουχία των γεγονότων που αφορά το επεισόδιο βίας στο εστιατόριο της μητέρας της, την επέμβαση των στρατιωτικών δυνάμεων, τον θανάσιμο τραυματισμό της μητέρας της, καθώς και τη σύλληψη, κράτηση, ανάκριση και απόδραση της ίδιας της Αιτήτριας· τέταρτον, εξετάζονται επικουρικώς οι μεταγενέστερες συνέπειες των ανωτέρω γεγονότων, ήτοι ο θάνατος του ξαδέλφου της και η παρενόχληση και κακομεταχείριση της μικρότερης αδελφής της, ως στοιχεία ικανά να καταδείξουν τη συνέχιση του κινδύνου· και πέμπτον, εξετάζεται αυτοτελώς η συμμετοχή της Αιτήτριας σε κοινότητα Southern Cameroons στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως στοιχείο σχετικό με την τρέχουσα πολιτική της έκθεση.

 

Ακολούθως, το Δικαστήριο προχωρεί σε αυτοτελή αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας εκάστου εκ των ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών.

 

Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι λόγω του ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίνονται ως σαφείς,  δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο Λειτουργός.

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι τον ισχυρισμό περί θυματοποίησής της από εμπορία ανθρώπων κατά την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Λειτουργός προέβη καταρχήν ορθώς σε αυτοτελή αξιολόγησή του, καθόσον πρόκειται για ισχυρισμό διακριτό από τα γεγονότα φυγής από τη χώρα καταγωγής. Η απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού στηρίχθηκε στην έλλειψη συγκεκριμένων και επαρκών λεπτομερειών ως προς τον τρόπο διευθέτησης του ταξιδιού, την ταυτότητα και τον ρόλο των εμπλεκόμενων προσώπων, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες η Αιτήτρια φέρεται να διέφυγε. Η προσέγγιση αυτή, κατ’ αρχήν, δεν αντίκειται στις αρχές αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Προβαίνοντας σε αυτοτελή αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας εμφανίζει ουσιώδεις ελλείψεις, οι οποίες δεν περιορίζονται σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες, αλλά άπτονται του ίδιου του πυρήνα του ισχυρισμού. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφή και συνεκτικό τρόπο πώς διευθετήθηκε το ταξίδι της, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές σε έναν «πάστορα» και έναν «πράκτορα», χωρίς να μπορεί να αποδώσει συγκεκριμένο ρόλο, τρόπο επικοινωνίας ή αλληλουχία ενεργειών στα εν λόγω πρόσωπα. Περαιτέρω, δεν κατέστη δυνατόν να αποσαφηνιστεί πώς και υπό ποιες ακριβώς συνθήκες μεταφέρθηκε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ούτε πώς συνδέεται το πρόσωπο που την παρέλαβε με τα πρόσωπα που φέρονται να διευθέτησαν το ταξίδι της.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε σαφή, σταθερή και λογικά συνεκτική περιγραφή των περιστάσεων διαφυγής της, περιοριζόμενη σε αόριστες αναφορές ότι ο φερόμενος ως εκμεταλλευτής «φώναζε» και «πετούσε πράγματα», χωρίς να εξηγεί πώς κατόρθωσε να αποχωρήσει, εάν υπήρξε οποιαδήποτε παρεμπόδιση ή καταδίωξη, ή εάν ζήτησε βοήθεια από αρχές ή τρίτους. Οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στη φύση του βιώματος, καθόσον αφορούν βασικά πραγματικά στοιχεία που θα ανέμενε κανείς να είναι δυνατόν να ανακληθούν, έστω σε γενικές γραμμές, από πρόσωπο που επικαλείται τέτοια εμπειρία.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός στερείται της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής και πληρότητας, καθώς η αφήγηση της Αιτήτριας χαρακτηρίζεται από αοριστία, ασυνέπεια και αδυναμία σαφούς περιγραφής των κρίσιμων περιστάσεων που τον συγκροτούν. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί θυματοποίησής της από εμπορία ανθρώπων αξιολογείται ως εσωτερικά αναξιόπιστος.

 

Εξετάζοντας τώρα την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κατέφυγε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, από τις οποίες προέκυψαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα θύματα εμπορίας προσώπων στο Καμερούν:

 

·                Σε Coi Query της EUAA, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την έκθεση του World Freedom 2021, «το Καμερούν παραμένει χώρα πηγής, διέλευσης και προορισμού για εξαναγκασμό, εμπορία παιδιών για εργασία και σεξ, καθώς και χώρα προέλευσης για γυναίκες που υπόκεινται σε εξαναγκασμό για εργασία και πορνεία στην Ευρώπη».[3] Ο νόμος κατά της εμπορίας ανθρώπων του 2011 ποινικοποιεί κάποιες μορφές της εμπορίας ανθρώπων με σκοπό την σεξουαλική εκμετάλλευση και ο νόμος προβλέπει 10 με 20 χρόνια φυλάκισης και πρόστιμο από 50,000 μέχρι 1 εκατομμύριο CFA.[4] Σύμφωνα με το Borgen Project, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε το 2021, η χρηματοδότηση για προγράμματα κατά της εμπορίας ανθρώπων παραμένει προβληματική, εφόσον η έλλειψη χρηματοδότησης στο Καμερούν εμποδίζει την εφαρμογή του εθνικού σχεδίου δράσης για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, ενώ το Καμερούν έχει περικόψει, λόγω περιορισμένης χρηματοδότησης, πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα επιβολής του νόμου για τον εντοπισμό καταστάσεων εμπορίας επηρεάζοντας έτσι και το ποσό της βοήθειας και των πόρων που διατίθενται στα θύματα.[5] 

 

·                Ως προς τα προφίλ των ατόμων που διακινούνται, σε σχετική έκθεση του USDOS του έτους 2024 για το Καμερούν, ανευρέθηκαν τα εξής.[6]  Οι διακινητές εκμεταλλεύονται τόσο υπηκόους του Καμερούν όσο και ξένους υπηκόους τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας, ενώ ψηλά ποσοστά ανεργίας και οικονομική αβεβαιότητα οδηγούν, κυρίως γυναίκες, σε αμφισβητήσιμες συνθήκες εργασίας αφήνοντας τις έτσι ευάλωτες στον κίνδυνο εμπορίας. Οι διακινητές εκμεταλλεύονται Καμερουνέζους από μειονεκτικά κοινωνικά στρώματα, ιδίως από αγροτικές περιοχές, σε καταναγκαστική εργασία και σεξουαλική εμπορία στη Μέση Ανατολή (ιδίως στο Κουβέιτ και τον Λίβανο), στην Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένης της Ελβετίας και της Κύπρου), σε πολλές αφρικανικές χώρες (συμπεριλαμβανομένου του Μπενίν και της Νιγηρίας), στις Ηνωμένες Πολιτείες πολιτειών και της Ταϊλάνδης. Οι περισσότεροι Καμερουνέζοι που υφίστανται εκμετάλλευση στο εξωτερικό είναι μεταξύ 20 και 38 ετών και προέρχονται από τις βορειοδυτικές, νοτιοδυτικές, παράκτιες, κέντρο, νότια και δυτικές περιοχές. Δόλιοι μεσίτες εργασίας στρατολογούν μερικές γυναίκες από το Καμερούν για οικιακή εργασία στη Μέση Ανατολή, όπου οι έμποροι τις εκμεταλλεύονται για σεξουαλική διακίνηση ή οικιακή δουλεία. Το κλείσιμο των συνόρων λόγω πανδημίας μείωσε, αλλά δεν εξάλειψε, τον κίνδυνο οι εγκληματίες να εκμεταλλεύονται ορισμένους οικονομικούς μετανάστες αναζητώντας ευκαιρίες στη Λιβύη ή κατά τη διέλευση μέσω του Νίγηρα. ΜΚΟ ανέφεραν ότι οι Νιγηριανοί στις ανατολικές πολιτείες αυτής της χώρας εκμεταλλεύονταν Καμερουνέζους πρόσφυγες που εκτοπίστηκαν λόγω της κρίσης στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν σε καταναγκαστική εργασία και σεξουαλική διακίνηση.

 

·                Περαιτέρω, σύμφωνα με την ως άνω έκθεση, η Κυβέρνηση του Καμερούν δεν πληροί πλήρως τα ελάχιστα πρότυπα για την εξάλειψη της εμπορίας ανθρώπων, ωστόσο καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.[7] Σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς, η κυβέρνηση επέδειξε συνολικά αυξημένες προσπάθειες. Οι προσπάθειες αυτές περιλάμβαναν την αύξηση των ερευνών καθώς και καταδίκες διακινητών. Επιπλέον, η κυβέρνηση ενίσχυσε τη διεθνή συνεργασία για τη διερεύνηση υποθέσεων διασυνοριακής εμπορίας και κατήρτισε νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης (NAP), το οποίο τελεί υπό τελική έγκριση. Ωστόσο, καταγράφεται ότι η κυβέρνηση και πάλι δεν συμμορφώθηκε με τα ελάχιστα πρότυπα σε αρκετούς κρίσιμους τομείς. Συγκεκριμένα, δίωξε λιγότερους διακινητές και δεν ταυτοποίησε κανένα θύμα εμπορίας. Οι υπηρεσίες προστασίας για τα θύματα παρέμειναν περιορισμένες. Επιπλέον, η κυβέρνηση δεν τροποποίησε τη νομοθεσία κατά της εμπορίας ανθρώπων, ώστε να καταργηθεί η απαίτηση χρήσης βίας, απάτης ή εξαναγκασμού στις περιπτώσεις εμπορίας παιδιών για σεξουαλική εκμετάλλευση, ούτε ώστε να διαχωρίζεται σαφώς το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων από εκείνο της λαθραίας διακίνησης μεταναστών. Παρά τις σοβαρές και επανειλημμένες καταγγελίες περί εμπλοκής κρατικών αξιωματούχων σε εγκλήματα εμπορίας ανθρώπων, η κυβέρνηση δεν ανέφερε τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων επιβολής του νόμου κατά αξιωματούχων που φέρονται να εμπλέκονται.

 

Από τις ανωτέρω πληροφορίες χώρας προκύπτει ότι το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων στο Καμερούν είναι υπαρκτό και εκτεταμένο, ότι γυναίκες από τις νοτιοδυτικές και αγγλόφωνες περιοχές συγκαταλέγονται στα συνήθη προφίλ θυμάτων και ότι ευρωπαϊκές χώρες, περιλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφέρονται ως χώρες προορισμού. Υπό την έννοια αυτή, οι γενικές πληροφορίες χώρας καταδεικνύουν ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν είναι κατ’ αρχήν ασύμβατος με το ευρύτερο κοινωνικό και γεωγραφικό πλαίσιο της εμπορίας ανθρώπων και ότι το προφίλ της, ως νεαρής γυναίκας από περιοχή που πλήττεται από ένοπλη σύγκρουση και οικονομική αστάθεια, εντάσσεται στα καταγεγραμμένα ευάλωτα προφίλ.

 

Ωστόσο, οι εν λόγω πληροφορίες χώρας έχουν γενικό χαρακτήρα και δεν επιβεβαιώνουν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η Αιτήτρια ούτε τη δική της ατομική θυματοποίηση. Αντιθέτως, καταδεικνύουν ότι, παρά την ύπαρξη του φαινομένου, οι κρατικοί μηχανισμοί εντοπισμού και αναγνώρισης θυμάτων στο Καμερούν παραμένουν περιορισμένοι και ανεπαρκείς, γεγονός που εξηγεί μεν τη γενικότερη δυσκολία αναγνώρισης θυμάτων, δεν αίρει όμως την ανάγκη ύπαρξης εξατομικευμένων στοιχείων για τη θεμελίωση ενός συγκεκριμένου ισχυρισμού.

 

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο (ερυθ. 60 δ.φ.), η Αιτήτρια παραπέμφθηκε -από την Υπηρεσία Ασύλου- στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές ως δυνητικό θύμα εμπορίας ανθρώπων, πλην όμως, κατόπιν σχετικής εξέτασης, δεν αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων. Το στοιχείο αυτό συνιστά αντικειμενικό δεδομένο προερχόμενο από αρμόδιο κρατικό όργανο και δύναται να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, καθόσον καταδεικνύει ότι, στο πλαίσιο ανεξάρτητης και εξειδικευμένης διαδικασίας, οι καταγγελλόμενες περιστάσεις δεν κρίθηκαν επαρκείς για τη στοιχειοθέτηση περίπτωσης εμπορίας ανθρώπων. Αν και η μη αναγνώριση της Αιτήτριας ως θύματος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με απόδειξη της αναλήθειας των ισχυρισμών της, εντούτοις, συνεκτιμώμενη με την έλλειψη άλλων εξωτερικών αποδεικτικών στοιχείων που να επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις της και σε συνδυασμό με τα διαπιστωθέντα ελλείμματα ως προς την εσωτερική συνοχή και πληρότητα της αφήγησής της, λειτουργεί ενισχυτικά υπέρ της κρίσης ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται επαρκώς από εξωτερικά δεδομένα και, ως εκ τούτου, στερείται εξωτερικής αξιοπιστίας.

 

Κατόπιν των ανωτέρω, και λαμβανομένων υπόψη τόσο των ουσιωδών ελλειμμάτων ως προς την εσωτερική συνοχή και πληρότητα της αφήγησης της Αιτήτριας όσο και της απουσίας επαρκούς εξωτερικής επιβεβαίωσης των επικαλούμενων περιστατικών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος.

 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, όπως αυτός απομονώθηκε και τιτλοποιήθηκε από το Δικαστήριο ως «στοχευμένη δίωξη από κρατικές και μη κρατικές δυνάμεις, λόγω αποδιδόμενης συνεργασίας με αυτονομιστές», παρατηρείται καταρχάς ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού, παρά τη μεθοδολογική της πλημμέλεια ως προς τον κατακερματισμό της αφήγησης, δεν στερείται εντελώς ουσιαστικής βάσης, καθόσον εντοπίζει πραγματικές αδυναμίες στις δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που συγκροτούν τον εν λόγω ισχυρισμό.

 

Προβαίνοντας σε αυτοτελή αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας παρουσιάζει ουσιώδεις ασάφειες και ελλείψεις, οι οποίες άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού περί στοχευμένης δίωξης. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει σαφή και συνεκτική περιγραφή της χρονικής ακολουθίας των γεγονότων που οδήγησαν στο επεισόδιο στο εστιατόριο της μητέρας της, καθώς και της ακριβούς αλληλεπίδρασης μεταξύ των αυτονομιστών μαχητών και των στρατιωτικών δυνάμεων. Οι δηλώσεις της ως προς το εάν οι «Ambazonians» εμφανίστηκαν κατόπιν προειδοποίησης, εάν γνώριζαν την προηγηθείσα εντολή του στρατού προς τη μητέρα της και τον χρόνο επέμβασης των στρατιωτικών εμφανίζονται γενικές και ασαφείς, χωρίς να διαμορφώνεται σαφής και σταθερή εικόνα των κρίσιμων περιστάσεων.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με επάρκεια τη βάση επί της οποίας οι στρατιωτικές δυνάμεις τη θεώρησαν ύποπτη συνεργασίας με αυτονομιστές, πέραν της γενικής αναφοράς ότι εργαζόταν στο εστιατόριο της μητέρας της. Δεν αποσαφηνίστηκε εάν υπήρξε οποιαδήποτε προηγούμενη επαφή της ίδιας με τις αρχές, εάν της απευθύνθηκαν συγκεκριμένες κατηγορίες ή εάν υπήρξε κάποιο γεγονός που να εξηγεί τη στοχοποίησή της ως διακριτό πρόσωπο. Η έλλειψη αυτή πλήττει την εσωτερική λογική του ισχυρισμού περί «στοχευμένης» δίωξης και δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την εξατομίκευση του κινδύνου.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, επίσης, στις αντιφάσεις και ασυνέπειες που καταγράφονται αναφορικά με τη σύλληψη, κράτηση και απόδρασή της. Η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να περιγράψει με συνεκτικό τρόπο τη διάρκεια και τις συνθήκες της κράτησής της, ενώ οι δηλώσεις της ως προς το πώς πληροφορήθηκε ο ξάδελφός της την κράτησή της, καθώς και ως προς τον ρόλο και την ταυτότητα των προσώπων που παρενέβησαν κατά τη μεταφορά της, βασίζονται αποκλειστικά σε έμμεση πληροφόρηση και εμφανίζουν ασάφειες που δεν επιτρέπουν την ασφαλή ανασύσταση των γεγονότων. Οι ελλείψεις αυτές δεν αφορούν δευτερεύοντα στοιχεία, αλλά γεγονότα καθοριστικά για τη θεμελίωση του ισχυρισμού περί δίωξης και διαφυγής.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σωρευτικές ασάφειες, ελλείψεις και εσωτερικές ασυνέπειες στις δηλώσεις της Αιτήτριας δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση σαφούς και συνεκτικής εικόνας των κρίσιμων γεγονότων. Συνεπώς, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά αναξιόπιστος.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κατέφυγε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, από τις οποίες προέκυψαν τα ακόλουθα:

 

Αναφορικά με την έκρυθμη κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές και την στοχοποίηση αμάχων:

 

·                Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στη Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική Περιφέρεια) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας 638.400 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και 64.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία» (κατάσταση ως καταγράφεται στις 9 Φεβρουαρίου 2024).[8]

 

·                Σύμφωνα με το RULAC, το Καμερούν «εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη (NIAC) εναντίον της Boko Haram στην περιοχή Far North και εναντίον αριθμού ομάδων αγγλόφωνων αποσχιστών, οι οποίες διαμάχονται εναντίον της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία των περιοχών στις περιφέρειες Northwest και Southwest».[9]

 

·                Δημοσίευμα της DW του 2019 σημειώνει ότι χιλιάδες άνθρωποι τράπηκαν σε φυγή από τα σπίτια τους σε πόλεις,  όπως είναι η Bamenda, η Buea και η Kumba – στο επίκεντρο της σύγκρουσης. Κάποιοι προσπάθησαν να κρυφτούν στο δάσος για να διαφύγουν από την οργή τόσο των κυβερνητικών δυνάμεων όσο και των ένοπλων αυτονομιστών. Τα ταξιδιωτικά γραφεία στις πόλεις Bamenda και Buea ήταν γεμάτα και επικρατούσε χάος, καθώς οι κάτοικοι προσπαθούν να ρυθμίσουν τη φυγή τους, κυρίως οδικώς. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι ναύλοι διπλασιάστηκαν ή τριπλασιάστηκαν.[10]

 

·                Συμπληρωματικά αναφέρεται ότι «η συμβολική και μονομερής διακήρυξη από τις αυτονομιστικές δυνάμεις ενός ανεξάρτητου κράτους με το όνομα Ambazonia την 1η Οκτωβρίου 2017 υπήρξε σημείο καμπής στην κρίση και οδήγησε στην άμεση ανάπτυξη του στρατού στις αγγλόφωνες περιοχές. Δεκάδες άνθρωποι σκοτώνονται στο περιθώριο αυτής της εκδήλωσης. Στα τέλη Νοεμβρίου 2017, ως απάντηση σε αυτές τις αυταρχικές μεθόδους, μέρος του κινήματος διαμαρτυρίας ριζοσπαστικοποιήθηκε. Η κατάσταση χειροτερεύει και εξελίσσεται προς ένοπλη σύγκρουση. Έκτοτε, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Από το 2018, σημειώνονται σχεδόν καθημερινές συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων. Παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρατηρούνται και από τις δύο πλευρές στις δύο αγγλόφωνες περιοχές».[11]

 

·                Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [12]

Αναφορικά με την στοχοποίηση προσώπων από τις κρατικές δυνάμεις που φέρονται να συμπράττουν με τους αυτονομιστές:

 

·                Σύμφωνα με το COI Query της EUAA που δημοσιεύτηκε το Μάρτιο του 2024 «πολλές πηγές έχουν αναφέρει ότι άμαχοι έχουν κατηγορηθεί για συμμετοχή στην αυτονομιστική δράση και αυτό φέρεται να έχει οδηγήσει σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις.[13] Μια κοινή δήλωση από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δημοσιεύθηκε από τη Διεθνή Αμνηστία (AI) τον Νοέμβριο του 2023 επιβεβαίωσε ότι μαρτυρίες ανέφεραν πως κυβερνητικοί στρατιώτες, κατηγορώντας αμάχους για τη συμμετοχή τους με τους αυτονομιστές, έβαλαν φωτιά σε σπίτια και διέπραξαν σεξουαλική βία, «σε αντίποινα για επιθέσεις των αυτονομιστών εναντίον τους».[14] Η ίδια πηγή περιέγραψε ότι, «σε απάντηση» στη δράση ένοπλων αυτονομιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις «αντέδρασαν με περαιτέρω παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συλλαμβάνοντας και κρατώντας αυθαίρετα άτομα που κατηγορούνται ότι είναι ένοπλοι αυτονομιστές ή ότι τους υποστηρίζουν».[15] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, «εκατοντάδες άτομα έχουν συλληφθεί, διωχθεί ή δικαστεί ενώπιον στρατιωτικών δικαστηρίων, των οποίων η δικαιοδοσία θα πρέπει να περιορίζεται σε στρατιωτικά αδικήματα, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα για την προστασία» και «πολλοί κατηγορούμενοι έχουν περάσει πάνω από ένα έτος στη φυλακή χωρίς πρόσβαση σε δικαστή».[16] Η Διεθνής Αμνηστία σημείωσε επίσης την «έλλειψη διαφάνειας στη δικαστική διαδικασία που ακολουθείται, γεγονός που δημιουργεί φόβους για ατιμωρησία και αφήνει την πλειοψηφία των θυμάτων χωρίς δικαιοσύνη»[17].

 

·                Περαιτέρω, στις πηγές εντοπίστηκε περίπτωση επιχειρηματία, ο οποίος είχε οδηγηθεί ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου στο Καμερούν για παροχή οικονομικής βοήθειας στους Ambazonians.[18] Έτερη πηγή αναφέρει ότι επικεφαλής ιατρός σε περιφερειακό νοσοκομείο στην Bafut στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας συνελήφθη από τον στρατό τον Ιούλιο 2022 ως ύποπτος για παροχή βοήθειας στους αυτονομιστές.[19] Η σύλληψη του επιβεβαιώθηκε από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Καμερούν (Cameroon Human Rights Commission CHRC) δηλώνοντας ότι αρχικά συνελήφθη για υποψία χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.[20]

 

Κατ’ εκτίμηση των ανωτέρω πληροφοριών χώρας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν αφενός την ύπαρξη παρατεταμένης ένοπλης σύρραξης και γενικευμένης βίας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και αφετέρου την πρακτική στοχοποίησης αμάχων από τις κρατικές δυνάμεις, οι οποίοι κατηγορούνται ή θεωρούνται ύποπτοι για συνεργασία ή υποστήριξη των αυτονομιστικών ομάδων. Υπό την έννοια αυτή, οι πληροφορίες αυτές καταδεικνύουν ότι το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσει η Αιτήτρια την αφήγησή της είναι πραγματικό και σύμφωνο με την αντικειμενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής της.

 

Ωστόσο, οι εν λόγω πληροφορίες χώρας έχουν γενικό και πλαίσιο-κεντρικό χαρακτήρα και δεν παρέχουν εξατομικευμένη επιβεβαίωση των συγκεκριμένων περιστατικών που επικαλείται η Αιτήτρια, ούτε τεκμηριώνουν ότι η ίδια αποτέλεσε πράγματι αντικείμενο στοχευμένης δίωξης λόγω αποδιδόμενης συνεργασίας με αυτονομιστές. Αντιθέτως, οι πηγές αυτές αναδεικνύουν κυρίως φαινόμενα γενικευμένης ανασφάλειας και ευρείας εφαρμογής κατασταλτικών πρακτικών, γεγονός που καθιστά δυσχερή τη διάκριση μεταξύ εξατομικευμένης δίωξης και έκθεσης σε κίνδυνο λόγω της συνολικής κατάστασης αστάθειας.

 

Συνεπώς, παρά τη συμβατότητα του ισχυρισμού της Αιτήτριας με το γενικό περιβάλλον βίας και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταγράφεται στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται επαρκής εξωτερική επιβεβαίωση της ατομικής της αφήγησης. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται επαρκώς από εξωτερικά δεδομένα και στερείται συνεπώς τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής αξιοπιστίας.

 

Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τις μεταγενέστερες συνέπειες των επικαλούμενων γεγονότων και συγκεκριμένα τον θάνατο του ξαδέλφου της Αιτήτριας και την παρενόχληση και κακομεταχείριση της μικρότερης αδελφής της, το Δικαστήριο παρατηρεί καταρχάς ότι ο Λειτουργός τον αξιολόγησε αποσπασματικά και επικεντρώθηκε κυρίως στην αδυναμία της Αιτήτριας να παράσχει λεπτομερείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τις συνθήκες των γεγονότων αυτών. Η αξιολόγηση αυτή, παρότι εντοπίζει υπαρκτές αδυναμίες στην αφήγηση, δεν εξετάζει επαρκώς εάν και κατά πόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά ή ενισχυτικά ως προς τη συνέχεια του κινδύνου που επικαλείται η Αιτήτρια.

 

Προβαίνοντας σε αυτοτελή αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του τέταρτου ισχυρισμού, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις ασάφειες και έλλειψη συνοχής ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, οι δηλώσεις της αναφορικά με τον θάνατο του ξαδέλφου της βασίζονται αποκλειστικά σε έμμεση πληροφόρηση, προερχόμενη από τη μικρότερη αδελφή της, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αιτήτριας, ενημερώθηκε με τη σειρά της μέσω φημών. Η αλυσίδα αυτή πληροφόρησης αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία της αφήγησης, καθόσον η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφή, σταθερά και εξατομικευμένα στοιχεία ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες του θανάτου.

 

Ομοίως, ως προς την παρενόχληση και κακομεταχείριση της μικρότερης αδελφής της, η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικές και επαναλαμβανόμενες αναφορές περί βίας και εξαναγκασμού, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει με σαφήνεια τη χρονική διάρκεια, τη συχνότητα, ή τις συγκεκριμένες περιστάσεις των επικαλούμενων πράξεων. Δεν κατέστη, επίσης, σαφές πώς τα εν λόγω γεγονότα συνδέονται αιτιωδώς με την ίδια την Αιτήτρια ή πώς επηρεάζουν άμεσα τη δική της προσωπική έκθεση σε κίνδυνο, πέραν της γενικής αναφοράς σε πράξεις εκδίκησης.

 

Περαιτέρω, η αφήγηση της Αιτήτριας εμφανίζει εσωτερικές ασυνέπειες ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων και τον ρόλο των εμπλεκόμενων προσώπων, ιδίως αναφορικά με το πρόσωπο που φέρεται να παρενοχλεί την αδελφή της και τη σύνδεσή του με τον θάνατο του ξαδέλφου της. Οι ασάφειες αυτές δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση σαφούς και συνεκτικής εικόνας των γεγονότων που επικαλείται. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή και πληρότητα, καθώς στηρίζεται σε έμμεση και αόριστη πληροφόρηση και εμφανίζει ουσιώδεις ασάφειες ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να γίνει δεκτός και κρίνεται ως εσωτερικά αναξιόπιστος.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής που τον χαρακτηρίζει, δεν ανακύπτει υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του συμβατότητας μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.

 

Η διαδικασία αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου συνεκτικού, σταθερού και σαφώς προσδιορισμένου πυρήνα πραγματικών περιστατικών, ο οποίος να επιδέχεται ουσιαστική αντιπαραβολή με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης. Όταν, όμως, όπως εν προκειμένω, το αφήγημα του αιτητή εμφανίζει ουσιώδη κατάρρευση της εσωτερικής του συνοχής στα θεμελιώδη στοιχεία του, η προσφυγή σε πληροφορίες χώρας καταγωγής καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία, καθόσον δεν υπάρχει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοια αντιπαραβολή.

 

Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[21], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Περαιτέρω, η ως άνω προσέγγιση έχει επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[22] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.

 

Ως προς τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τη συμμετοχή της Αιτήτριας σε κοινότητα Southern Cameroons στην Κυπριακή Δημοκρατία, το Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι ο Λειτουργός τον αξιολόγησε ορθώς ως εσωτερικά αξιόπιστο, καθόσον οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν συνεκτικές, σαφείς και απαλλαγμένες από αντιφάσεις.

 

Προβαίνοντας σε αυτοτελή αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας ως προς τη φύση της ομάδας και τη δική της συμμετοχή σε αυτή παρουσιάζει συνοχή και σαφήνεια, χωρίς ασυνέπειες ή υπερβολές. Η ίδια περιέγραψε με σταθερό τρόπο τον σκοπό της κοινότητας και τον περιορισμένο ρόλο της σε αυτήν, γεγονός που ενισχύει την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού. Συνεπώς, ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται δεκτός ως εσωτερικά αξιόπιστος.

 

Υπό το φως των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω και των ισχυρισμών της Αιτήτριας που έχουν γίνει αποδεκτοί, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο αυτοί αρκούν νομικά για τη θεμελίωση της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του προσφυγικού δικαίου. Προς τούτο, επισημαίνεται ότι, προκειμένου να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, απαιτείται να αποδεικνύεται βάσιμος και εξατομικευμένος φόβος δίωξης για έναν από τους προβλεπόμενους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης, ήτοι λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του φόβου αυτού και ενός εκ των ανωτέρω λόγων.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, από τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας που κρίθηκαν εσωτερικά αξιόπιστοι, ήτοι την ταυτότητα και το προσωπικό της προφίλ, καθώς και τη συμμετοχή της σε κοινότητα Southern Cameroons στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν προκύπτει, αφ’ εαυτών, ότι η ίδια έχει υποστεί στο παρελθόν δίωξη ή ότι αντιμετωπίζει βάσιμο και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ειδικότερα, η συμμετοχή της σε κοινότητα διασποράς, όπως αυτή περιγράφηκε, δεν αποδείχθηκε ότι έχει πολιτικό χαρακτήρα τέτοιας έντασης ή προβολής ώστε να την καθιστά αναγνωρίσιμη ή στοχοποιήσιμη από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, ούτε ότι έχει καταστεί γνωστή ή θα μπορούσε ευλόγως να καταστεί γνωστή σε αυτές.

 

Περαιτέρω, οι λοιποί ισχυρισμοί της Αιτήτριας, οι οποίοι θα μπορούσαν να θεμελιώσουν ισχυρισμό περί στοχευμένης δίωξης, κρίθηκαν ως εσωτερικά και, όπου εξετάστηκε, εξωτερικά αναξιόπιστοι και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη για τη στοιχειοθέτηση βάσιμου φόβου δίωξης. Κατά συνέπεια, ελλείπει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας και ενός εκ των λόγων της Σύμβασης της Γενεύης.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αποδεκτοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν επαρκούν νομικά για τη θεμελίωση της ιδιότητας του πρόσφυγα και, ως εκ τούτου, το αίτημά της για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί η Αιτήτρια στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία.  Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:

 

«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»

 

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :

 

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[23] ότι συνιστούν:

 

«(…) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (βλ. σκέψη 43 της απόφασης)

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[24], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[25] :

 

 «33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.

 

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[26] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, ήτοι την πόλη Kumba του Καμερούν. Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 24/01/2026) σημειώθηκαν στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια (Southwest Region) στην οποία υπάγεται η περιοχή Kumba, συνολικά 1.171 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 603 απώλειες.[27] Από τα εν λόγω περιστατικά, 20 έλαβαν χώρα στην περιοχή Kumba, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τέσσερις ανθρώπινες απώλειες. Η νοτιοδυτική περιφέρεια σύμφωνα με προβλέψεις έχει πληθυσμό περί τα 1.5 εκατομμύρια κατοίκων[28]  και η Kumba 144.268 [29]

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω δεδομένων και λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τη συνεχιζόμενη ένοπλη σύρραξη και τη γενικότερη αστάθεια που εξακολουθεί να επικρατεί στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω κατάσταση γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε η απλή παρουσία της Αιτήτριας στην περιοχή συνήθους διαμονής της, ήτοι την πόλη Kumba, να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Τα αντικειμενικά, αξιόπιστα και επικαιροποιημένα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύουν ότι η ένταση της βίας στην εν λόγω περιοχή έχει φθάσει στο απαιτούμενο κατώφλι εξαιρετικής σοβαρότητας, ενώ η βία εμφανίζεται χωρικά και χρονικά διαφοροποιημένη, με εξάρσεις και υφέσεις, και όχι καθολική ή συνεχής, ώστε να επηρεάζει αδιακρίτως το σύνολο του άμαχου πληθυσμού.

 

Περαιτέρω, το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ως αυτό έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ατομικής ευαλωτότητας ή προηγούμενης έκθεσης σε σοβαρή βία στη χώρα καταγωγής της, τα οποία, σε συνδυασμό με τη γενική κατάσταση ασφαλείας, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή χαμηλότερου κατωφλίου κινδύνου. Ούτε προκύπτουν εξατομικευμένοι παράγοντες που να θεμελιώνουν αυξημένο επίπεδο κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της, καθόσον δεν έχει τεκμηριωθεί οποιαδήποτε προηγούμενη στοχοποίηση της ίδιας από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες, πέραν των γενικών κινδύνων που απορρέουν από τη συνολική κατάσταση ασφάλειας στην περιοχή.

Επιπλέον, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια ή το ανήλικο τέκνο της παρουσιάζει προβλήματα υγείας ή άλλες περιστάσεις ιδιαίτερης ευαλωτότητας που να επιτείνουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή να καθιστούν ουσιωδώς δυσχερή την πρόσβασή της σε βασικές υπηρεσίες στη χώρα καταγωγής της. Αντιθέτως, προκύπτει ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα νεαρής ηλικίας, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πρόσθετη κατάρτιση στον τομέα της διαχείρισης εφοδιαστικής αλυσίδας και μεταφορών, καθώς και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ικανότητα ένταξης στην αγορά εργασίας. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής της, ιδίως με τη μικρότερη αδελφή της, οι οποίοι δύνανται να λειτουργήσουν υποστηρικτικά σε περίπτωση επιστροφής της.

 

Πρόσθετα, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με τη θέση των ανύπαντρων γυναικών και των μόνων μητέρων στο Καμερούν, από τις οποίες προκύπτει ότι οι εν λόγω κατηγορίες δύνανται να αντιμετωπίζουν κοινωνικές και οικονομικές δυσχέρειες[30], [31],[32],[33],[34],[35]. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά, όσο σοβαρά και αν είναι, δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη συστηματικής ή γενικευμένης έκθεσης σε βία τέτοιας φύσης ή έντασης που να συνιστά σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της εφαρμοστέας νομοθεσίας. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει προβάλει αυτοτελώς ούτε επικαλεστεί ισχυρισμό περί δίωξης ή σοβαρής βλάβης αποκλειστικώς λόγω του φύλου της ή της ιδιότητάς της ως μόνης μητέρας, παρά το γεγονός ότι τυγχάνει νομικής εκπροσώπησης, στοιχείο το οποίο ενισχύει το συμπέρασμα ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα προς εξέταση στην παρούσα διαδικασία.

Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας ούτε στο καθεστώς πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς επικουρικής (συμπληρωματικής) προστασίας, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ 

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς  κρίθηκε και επί της ουσίας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων (άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου) και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη (άρθρο 19  του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της Αιτήτριας. 

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[2] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[3] EASO, COI Query, Trafficking in human beings - Cameroon, https://www.ecoi.net/en/file/local/2064000/2021_11_Q44_EASO_COI_Query_Response_THB_CAMEROON.pdf,  σελ. 2 

[4] United States Department of State - USDOS,  https://www.ecoi.net/en/document/2093639.html, 

[5] The Borgen Project - 5 Facts about Human Trafficking in Cameroon, 30 Απριλίου 2021, https://borgenproject.org/human-trafficking-in-cameroon/

[6] United States Department of State  - USDOS, 2024,  https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/cameroon/,

[7] Ο.π.

[8] ACAPS, Country analysis: Cameroonhttps://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[9] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights - RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[10] DW, ‘A new surge of people fleeing Cameroon's Anglophone regions’, 27 August 2019, A new surge of people fleeing Cameroon's Anglophone regions – DW – 08/27/2019 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[11] Belgium - Cedoca (CGVS/CGRA), COI Focus Cameroun. Crise anglophone - situation sécuritaire, 19/11/2021, p. 8,https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun_Crise_anglophone_situation_s%C3%A9curitaire_%2020211119.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[12] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4,  https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[13] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Treatment of individuals perceived as separatists by the state [Q20-2024], 4 March 2024

EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Treatment of individuals perceived as separatists by the state [Q20-2024], 4 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105170/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q20_Treatment_of_Individuals_Perceived_as_Separatists_by_the_State_Cameroon.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026).

[16] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/, p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026).

[17] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026).

[18] Αmnesty International (AI), 'With us or Against Us: People of the North - West Region of Cameroon Caught between the Army, Armed Separatists and Militias', 2023, https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/6838/2023/en/, σελ. 42, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026).

[19] ΑCCORD, Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021-2023) 4 January 2024 Διαθέσιμο στο https://www.ecoi.net/en/file/local/2102908/a-12289.pdf σελ. 20 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026).

[20] ΑCCORD, Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021-2023) 4 January 2024 Διαθέσιμο στο https://www.ecoi.net/en/file/local/2102908/a-12289.pdf σελ. 20 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026).

[21] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)

[23] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[24] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[25] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[26] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[27] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[29] City Population, 'Cameroon', Kumba, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/admin/meme/100501__kumba_i/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026).

[32] R:Ed, The ordeal of widows in Cameroon, 12 January 2024, https://rightforeducation.org/2024/01/12/the-ordeal-of-widows-in-cameroon/; UN OCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2023, March 2023, url, p. 65, https://reliefweb.int/report/cameroon/cameroon-humanitarian-needs-overview-2023-march-2023, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[33] USDOS - US Department of State: 2020 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon, 30 March 2021, σελ.40, https://www.ecoi.net/en/document/2048145.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)

[34] UNOCHA (2021), 'Humanitarian Needs OverviewCameroon', διαθέσιμο στη διεύθυνση:  https://www.humanitarianresponse.info/sites/www.humanitarianresponse.info/files/documents/files/cmr-hno_2021-current-print.pdf p.56-57

[35] UNFPA, Voices from Cameroon 2023, 11 March 2024, σελ. 26, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/voices_of_cameroon_1.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο