ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 1596/23
23 Ιανουαρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α.Κ.
Αιτητού
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
……………………
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), Δικηγόρος Αιτητή
Γ. Λουίζα (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 12.4.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, δυνάμει των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2020, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2020, απόφαση που αναγνωρίζει τον Αιτητή ως πρόσφυγα ή ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας. Τέλος απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του διατρέχει σοβαρό κίνδυνο και ακύρωση της σχετικής απόφασης επιστροφής του.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν (στο εξής: το Ιράν). Υπέβαλε αίτησή διεθνούς προστασίας περί τις 14.2.2019, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 31.7.2019 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξή του από λειτουργό, ο οποίος στις 11.11.2019 υπέβαλε σχετική Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, η οποία εγκρίθηκε από τον τελευταίο στις 25.11.2019, με τον αιτητή να λαμβάνει γνώση της στις 12.12.2019. Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρησε την υπ’ αριθμ. ΝΑ 143/19 και την προσφυγή υπ’ αριθμ. 224/20 ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π.. Στις 2.12.2020, ο Προϊστάμενος αποφάσισε την ακύρωση της από 25.11.2019 απόφασης και την επανεξέταση του αιτήματος, κατόπιν της με ίδια ημερομηνία εισήγησης λειτουργού. Στις 14.3.2023 και 15.3.2023 πραγματοποιήθηκαν εκ νέου συνεντεύξεις στον Αιτητή και κατόπιν της από 14.3.2023 εισήγησης, ο Προϊστάμενος αποφάσισε στις 12.4.2023 την απόρριψη του αιτήματος. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 27.4.2023, αποτελεί και αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης ο Αιτητής δια της συνηγόρου του επικαλείται έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνοντας τα σημεία της συνέντευξης και τα ευρήματα εισηγητικής έκθεσης των Καθ’ ων, στα οποία ισχυρίζεται ότι δεν έγινε ορθή αξιολόγηση των ισχυρισμών του κατά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, επικαλούμενος παράλληλα απουσία αξιολόγησης εξωτερικών πηγών πληροφόρησης εκ μέρους των Καθ’ ων. Ζητά δε την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δικαιολογείται η υπαγωγή του στο προσφυγή καθεστώς εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων και πιο συγκεκριμένα της μεταστροφής του στο χριστιανισμό, επικαλούμενος παράλληλα και περιστατικά παρελθούσας δίωξής του λόγω της μεταστροφής του. Τέλος, επισημαίνει ο Αιτητής ότι κατά την παραμονή του στη Δημοκρατία συμμετείχε σε διαδηλώσεις εναντίον του υφιστάμενου ιρανικού καθεστώτος, τα οποία κατά το ίδιο είναι γνωστά στις αρχές της χώρας του.
3. Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης απόφασης. Αναφέρουν καταρχήν ότι οι λόγοι ακύρωσης προβάλλονται από την πλευρά των Καθ’ ων με γενικότητα και αοριστία κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962. Υποβάλλουν ότι ορθώς οι ουσιώδεις ισχυρισμοί δύο, τρία, τέσσερα και πέντε απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι, καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει το αίτημά του, ενώ διατείνονται με την γραπτή αγόρευση του αιτητής παρουσιάζει απλώς αποσπάσματα της συνέντευξης, χωρίς να αμφισβητεί τεκμηριωμένα την αιτιολογία της προσβαλλόμενης. Τέλος, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν δέουσας έρευνας και πλήρως αιτιολογημένη, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά το κατά τη διοικητική διαδικασία.
4. Με την από 9.9.2025 απαντητική του αγόρευση, ο Αιτητής αντικρούει τους ισχυρισμούς περί εσφαλμένης δικογράφησης των λόγω προσφυγής, υπεραμύνεται της αξιοπιστίας των προσκομισθέντων εγγράφων, επαναλαμβάνοντας κατά τα λοιπά όσο προέβαλε με τη γραπτή της αγόρευση.
To νομικό πλαίσιο
5. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
6. Το άρθρο 10 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής» ο Χάρτης) επιγράφεται «Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας». Η παράγραφος 1 αυτού ορίζει ότι:
«2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται την ελευθερία μεταβολής θρησκεύματος ή πεποιθήσεων καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης του θρησκεύματος ή των πεποιθήσεών του, ατομικά ή συλλογικά, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, με τη λατρεία, την εκπαίδευση, την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και τις τελετές.».
7. Το άρθρο 52 του Χάρτη τιτλοφορείται «Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών» και η παράγραφος 3 αυτού ορίζει ότι:
«3. Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.»»
8. Το Άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών [ΕΣΔΑ] ορίζει πως:
«1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας˙ το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, μεμονωμένα ή συλλογικά, δημόσια ή κατ’ ιδίαν, μέσω της λατρείας, της διδασκαλίας και της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών.
2. Η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέρα από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δημόσιας τάξης, της υγείας ή της ηθικής, ή την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.».
9. Το Άρθρο 8 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα, τη ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας.
10. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
11. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
12. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο Περί Προσφύγων Νόμος)καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
13. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
14. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου:
«3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:
(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή
(β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).
15. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3Δ περίπτωση β:
«(β) Η έννοια της θρησκείας περιλαμβάνει ιδίως την υιοθέτηση θεϊστικών, αγνωστικιστικών ή αθεϊστικών πεποιθήσεων, τη συµµετοχή σε τυπική λατρεία, σε ιδιωτικό ή δηµόσιο χώρο, είτε κατά µόνας είτε σε κοινωνία µε άλλους, την αποχή από τη λατρεία αυτή, άλλες θρησκευτικές πράξεις ή εκδηλώσεις απόψεων ή µορφές ατοµικής ή συλλογικής συµπεριφοράς που στηρίζονται ή υπαγορεύονται από θρησκευτικές πεποιθήσεις.».
16. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
17. Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης των Αιτητών θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεώργιας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007). Παρατηρείται ότι εν προκειμένω ο Αιτητής προωθεί την ουσία της υπόθεσης του, υποστηρίζοντας κατά βάση ότι η αξιολόγηση των δηλώσεων και ισχυρισμών του, σύμφωνα με την οποία αυτοί κρίθηκαν εν μέρει ως αναξιόπιστοί, είναι εσφαλμένη. Στη βάση του συνόλου των δηλώσεών τους, επεξηγούν τους λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 3 , ή επικουρικώς του, του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
18. Επισημαίνεται εξάλλου ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την ενώπιόν του αίτηση εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
19. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
20. Παρατηρείται ότι, εν προκειμένω, ο Αιτητής, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών και προβλημάτων που, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιμετώπισε εξαιτίας της μεταστροφής του από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό, αναφέροντας περαιτέρω ότι οι δυνάμεις των Basij και οι υπηρεσίες πληροφοριών του προκάλεσαν σε βάρος του διάφορα προβλήματα.
21. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Ιράν, αζερικής εθνοτικής καταγωγής, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την Τεχεράνη. Είναι έγγαμος με ομοεθνή του, η οποία διαβιεί μαζί του στη Δημοκρατία. Η πατρική του οικογένεια αποτελείται από τέσσερα (4) αδέλφια, εκ των οποίων οι τρεις (3) αδελφές διαμένουν στο Ιράν και ένας (1) αδελφός στη Σουηδία, ενώ οι γονείς του και δύο (2) αδέλφια του έχουν αποβιώσει. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και δήλωσε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις πανεπιστημιακές του σπουδές περί το 2003, λόγω της αντίθεσής του σε πρακτικές του πανεπιστημίου που, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν σχετίζονταν με την εκπαιδευτική διαδικασία. Αναφορικά με τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ανέφερε ότι τις έχει εκπληρώσει, συμμετέχοντας μάλιστα στον πόλεμο με το Ιράκ κατά την περίοδο 1986–1989.
22. Επιπροσθέτως, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το 2013 με προορισμό την Τουρκία, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων (4) ετών, επιστρέφοντας στο Ιράν στις αρχές του 2016, οπότε και τέλεσε γάμο. Εγκατέλειψε εκ νέου τη χώρα καταγωγής του δύο (2) έως τρεις (3) μήνες αργότερα. Το έτος 2019 αφίχθη στη Δημοκρατία, όπου υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, αναφέρθηκε στις σοβαρές διώξεις και απειλές κατά της ζωής του εξαιτίας της μεταστροφής του προς τον Χριστιανισμό και της κατηγορίας εις βάρος του περί αποστασίας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν–Ιράκ σταμάτησε τις σπουδές του στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σε ηλικία περίπου είκοσι ετών κατατάχθηκε στον στρατό, όπου υπηρέτησε από το 1986 μέχρι το 1988. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής θητείας του εντάχθηκε στους Basij, όπου διαπίστωσε, ότι επικρατούσε ένα καθεστώς διαφθοράς. Αυτό τον απογοήτευσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να απομακρυνθεί και να συνεχίσει τις σπουδές του.
23. Ο Αιτητής δήλωσε ότι στη συνέχεια ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με γείτονές του Αρμένιους χριστιανούς στην περιοχή Ararat Qale. Καθώς τους συναναστρεφόταν, εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο ζωής τους, τον σεβασμό και την καλοσύνη τους. Σταδιακά άρχισε να συγκρίνει τις διδασκαλίες του Ισλάμ με τον Χριστιανισμό, μελετούσε το Κοράνι και την Αγία Γραφή, παρακολουθούσε συναντήσεις και έκανε θεολογικές συζητήσεις. Ανέφερε ότι ο Χριστιανισμός τον άγγιξε βαθιά και αποφάσισε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο, αν και γνώριζε τους κινδύνους.
24. Οι δραστηριότητες αυτές δεν άργησαν να κινήσουν την προσοχή των αρχών. Ο Αιτητής δήλωσε ότι πράκτορες της Sepah ήρθαν στο σπίτι του, τον ρώτησαν για το όνομά του και τον μετέφεραν στα γραφεία πληροφοριών στην οδό Vali Asr, όπου του είπαν ότι γνωρίζουν πως συμμετέχει σε «αντι-ισλαμικές» συνεδρίες. Εκείνος απάντησε ότι ουδέποτε είπε κάτι εναντίον του Ισλάμ και ότι απλώς συζητούσε για τον Χριστιανισμό. Όπως τόνισε, του έγινε σαφές ότι οι αρχές τον παρακολουθούσαν.
25. Περίπου έναν μήνα αργότερα, δήλωσε ότι συνελήφθη εκ νέου στον δρόμο. Τον μετέφεραν με καλυμμένο κεφάλι σε άγνωστη τοποθεσία, τον ρώτησαν γιατί μιλά για τον Ιησού και όχι για τον Μωάμεθ, του είπαν ότι είναι αποστάτης και τον κακομεταχειρίστηκαν σωματικά, προκαλώντας του αιμορραγία στη μύτη. Κατά την κράτησή του, όπως ανέφερε, δεν του έδωσαν ούτε νερό ούτε τροφή και τον πίεζαν να αρνηθεί τον Χριστιανισμό. Μετά από παρέμβαση μεγαλύτερου αξιωματούχου αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος, αλλά του έγινε σαφές ότι παραμένει υπό παρακολούθηση.
26. Ο Αιτητής τόνισε ότι παρ’ όλα αυτά συνέχισε να μιλά για τον Χριστό, να βοηθά ανθρώπους που βρίσκονταν σε ανάγκη και να διοργανώνει μικρές συγκεντρώσεις, αυτή τη φορά πιο διακριτικά, ακόμη και σε πάρκα. Στη συνέχεια, όπως δήλωσε, του επιδόθηκε κλήση σε δικαστήριο με κατηγορίες ότι προκαλεί αναστάτωση και δρα εναντίον του Ισλάμ. Όταν απευθύνθηκε σε δικηγόρο, του εξηγήθηκε ότι τέτοιες κατηγορίες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες και συνδέονται με την αποστασία, η οποία τιμωρείται με πολυετή φυλάκιση ή και θάνατο.
27. Ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 9 Μαΐου 2012 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ο δικηγόρος του είπε ότι εάν παρουσιαζόταν στο δικαστήριο, θα φυλακιζόταν οπωσδήποτε και κατά πάσα πιθανότητα θα εκτελείτο. Κατόπιν αυτού, συγγενείς του τον προέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Αρχικά κρύφτηκε στο σπίτι της αδελφής του και φίλων του, στη συνέχεια διέφυγε μέσω της πόλης Varamin στην Τουρκία και ακολούθως έφτασε στη Δημοκρατία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράν θα συλληφθεί άμεσα λόγω του εντάλματος και ότι κινδυνεύει να καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης και να εκτελεστεί ως αποστάτης. Τόνισε ότι δεν μπορεί να αρνηθεί την πίστη του στον Χριστό και ότι αυτός είναι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.
28. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν για τις θρησκευτικές συναντήσεις που συμμετείχε, δήλωσε ότι ξεκίνησαν στις αρχές του 1993, περίπου 7-8 μήνες μετά την απώλεια της μητέρας του, συμμετείχαν Ιρανοί μουσουλμάνοι και ότι ο ίδιος και ένα ακόμη μέλος συνελήφθησαν για πρώτη φορά περίπου 1 έτος μετά, περί το 1994 -1995 και έπειτα συνελήφθησαν ξανά περί το 1995 – 1996. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους που έλαβε κλήση από το δικαστήριο 14 περίπου χρόνια αργότερα δήλωσε ότι εξακολουθούσε να ασκεί τις δραστηριότητες του με μυστικό τρόπο, αποφεύγοντας θρησκευτικές ονομασίες δημοσίως, επισημαίνοντας και τη δική του άγνοια για το χρονικό που έλαβαν χώρα τα συμβάντα. Έπειτα, μετά τη κλήση από το δικαστήριο, μετέβη στη πόλη Varamin, υπό το φόβο του εντοπισμού του από τις αρχές.
29. Ως προς το δόγμα που ακολουθεί, δήλωσε ότι ξεκίνησε ως προτεστάντης, χωρίς εντούτοις να αντιλαμβάνεται τις διαφορές, ενώ πλέον ακολουθεί την ορθόδοξη εκκλησία, καθώς οι κανόνες του είναι πιο ανοιχτοί από των καθολικών, ενώ υπάρχει και ισότιμη αξία της Μαρίας. Ερωτηθείς για την άσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων σε Τουρκία και Δημοκρατία, δήλωσε ότι στην μεν πρώτη η παρουσία του ήταν φειδωλή σε κατ’ οίκον εκκλησίες, λόγω του προγράμματος του, ενώ στη Δημοκρατία, επισκέπτεται σταθερά την εκκλησία. Ως προς τους λόγους που δεν έχει βαπτιστεί, δήλωσε ότι δεν ήταν ακόμη έτοιμος, ενώ στη Δημοκρατία το καθυστέρησε καθώς ήθελε να ακολουθήσει το ορθόδοξο δόγμα. Σχετικά με τη σύζυγό του δήλωσε ότι και εκείνη ασπάζεται τον χριστιανισμό, εξηγώντας πως επέστρεψε στο Ιράν να την παντρευτεί, παρά των κινδύνων, για να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Στον Αιτητή τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τη διαδικασία του γάμου του και την αναγνώρισή του από τις αρμόδιες αρχές.
30. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν πέντε ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά στην ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τελευταίο τόπο διαμονής του. Ο δεύτερος στη συμμετοχή του σε θρησκευτικές συναθροίσεις στη χώρα καταγωγής του. Ο τρίτος στη διπλή σύλληψή και κράτησή του από τις αρχές, λόγω των θρησκευτικών του δραστηριοτήτων. Ο τέταρτος στο ένταλμα σύλληψης που εκκρεμεί εις βάρος του και ο πέμπτος στη μεταστροφή του στον χριστιανισμό.
31. Ο πρώτος ισχυρισμός αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία και τον τόπο συνήθους διαμονής έγινε αποδεκτός, λαμβάνοντας υπόψη αφενός, τη συνέπεια και συνοχή στις δηλώσεις του και αφετέρου, τη συνέπεια με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.
32. Ειδικότερα, όσον αφορά στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό ο λειτουργός κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του ήταν γενικές, ασαφείς και αόριστες, καθώς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια το χρονικό διάστημα που ξεκίνησε το ενδιαφέρον του για τον χριστιανισμό, ενώ σε σχέση με τις συναντήσεις που πραγματοποιούσαν ήταν γενικόλογος ως προς το περιεχόμενο τους και αντιφατικός ως προς τις εν γένει δραστηριότητες του, λαμβάνοντας υπόψη την προγενέστερη στοχοποίησή του από τις αρχές. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέθεσαν πληροφορίες από τις οποίες επιβεβαιώθηκε το φαινόμενο των “house churches” στο Ιράν, καθώς και η μεταχείριση που τυγχάνουν τα μέλη τους από τις αρχές.
33. Όσον αφορά στον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, περί της διπλής σύλληψης και κράτησής του από τις αρχές λόγω των θρησκευτικών του δραστηριοτήτων, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται από γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Ειδικότερα, επεσήμαναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με πειστικό τρόπο πώς συνέχισε τις θρησκευτικές του δραστηριότητες παρά τη φερόμενη στοχοποίησή του από τις αρχές, ενώ η εξήγηση που παρείχε, ήτοι ότι δεν ανέφερε το όνομα του Ιησού, κρίθηκε ανεπαρκής. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν κατόρθωσε να αιτιολογήσει για ποιο λόγο στοχοποιήθηκε αποκλειστικά ο ίδιος και ένα ακόμη άτομο που συμμετείχε στις φερόμενες συναντήσεις, ενώ οι δηλώσεις του αναφορικά με τις συνθήκες και τον τρόπο απελευθέρωσής του από τις αρχές αξιολογήθηκαν ως ασαφείς και ασυνεπείς. Σημειώθηκε, τέλος, ότι και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος συνδέεται άμεσα με τον παρόντα, απορρίφθηκε. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέθεσαν πληροφορίες αναφορικά με τη μεταχείριση των μεταστραφέντων στον Χριστιανισμό στο Ιράν, από τις οποίες προκύπτει ότι πράγματι υφίσταται στοχοποίησή τους από τις αρχές.
34. Σχετικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους το ένταλμα σύλληψης σε βάρος του φέρεται να εκδόθηκε περίπου δεκαπέντε (15) έτη μετά τη σύλληψη και κράτησή του από τις αρχές, ενώ κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά τους ισχυρισμούς του, συνέχιζε απρόσκοπτα τις θρησκευτικές του δραστηριότητες. Περαιτέρω, σημειώθηκε ότι οι δηλώσεις του αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε γνώση του εντάλματος ήταν ασυνεπείς, καθόσον αρχικώς ανέφερε ότι το έγγραφο του επιδόθηκε στην οικία του από τρίτο πρόσωπο, στη συνέχεια ότι έλαβε γνώση αυτού μέσω του αδελφού του και, τέλος, ότι το παρέλαβε ο ίδιος την 9.5.2012. Επιπλέον, ασυνεπείς κρίθηκαν οι δηλώσεις του ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη μετά τη γνώση του εντάλματος, αναφέροντας ότι μετέβη στην πόλη Varamin, γεγονός το οποίο δεν είχε μνημονεύσει σε προγενέστερη ερώτηση σχετικά με τους τόπους διαμονής του. Τέλος, σημειώθηκε ότι οι δηλώσεις του περί επιστροφής του στο Ιράν το έτος 2016 προκειμένου να τελέσει τον γάμο του δεν συνάδουν με τον ισχυρισμό περί εκκρεμούς εντάλματος σύλληψης, ιδίως λαμβανομένων υπόψη των δηλώσεών του περί τέλεσης επίσημου γάμου. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψαν στις ίδιες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που είχαν ήδη αξιοποιηθεί κατά την εξέταση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, αναφορικά με τη μεταχείριση των μεταστραφέντων στον Χριστιανισμό
35. Επί του πέμπτου ουσιώδους ισχυρισμού, περί της μεταστροφής του Αιτητή στον Χριστιανισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ασυνέπεια, γενικότητα και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Ειδικότερα, σημειώθηκε ότι οι αναφορές του στον Χριστιανισμό, καθώς και στις φερόμενες θρησκευτικές του δραστηριότητες τόσο στη χώρα καταγωγής του όσο και στην Τουρκία και στη Δημοκρατία, ήταν αόριστες και ανεπαρκείς, χωρίς να δύναται να εξηγήσει πειστικώς για ποιο λόγο, παρά τη δηλούμενη μεταστροφή του και την ενασχόλησή του με τη θρησκεία επί χρονικό διάστημα περίπου τριάντα (30) ετών, δεν έχει βαπτισθεί, ούτε να αιτιολογήσει την επιλογή του δόγματος που φέρεται ότι ακολουθεί. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, σημειώθηκε ότι, λόγω της φύσης του, δεν είναι δυνατή η άμεση αντιπαραβολή του με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης· παρατέθηκαν, εντούτοις, πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η πλειονότητα των μεταστραφέντων στο Ιράν ακολουθεί τον Προτεσταντισμό.
36. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση κινδύνου και επί τη βάσει του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του και κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω του προφίλ του και των ατομικών του περιστάσεων.
37. Κατά την συνεκτίμηση των παραγόντων για την υπαγωγή του στο προσφυγικό καθεστώς, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπαγωγής τους στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, αξιολογήθηκε πως δεν προκύπτει πιθανότητα υπαγωγής του σε αυτό, καθώς κρίθηκε, στην βάση πληροφοριών από την χώρα καταγωγής, πως δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν, είναι πιθανό να βρεθούν σε κίνδυνο αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καθώς η κατάσταση στην περιοχή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια.
38. Στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας έγινε δεκτή ως μαρτυρία ένορκη δήλωση του Αιτητή, ημερομηνίας 29.9.2025, με την οποία επαναλαμβάνει τις περιστάσεις και τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση επισυνάπτονται: (i) ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό βάπτισής του ως Ορθόδοξου Χριστιανού· (ii) ως Τεκμήριο 2 δέσμη φωτογραφιών που, κατά δήλωσή του, απεικονίζουν το μυστήριο της βάπτισής του ιδίου και της συζύγου του· (iii) ως Τεκμήριο 3 φωτογραφίες από διαδηλώσεις στις οποίες φέρεται ότι συμμετείχε ο Αιτητής, ορισμένες εκ των οποίων, κατά τους ισχυρισμούς του, τον απεικονίζουν· (iv) ως Τεκμήριο 5 φωτογραφίες και ηλεκτρονικοί σύνδεσμοι, όπως αυτοί αναρτήθηκαν στην εφαρμογή Instagram· και (v) ως Τεκμήριο 6 φορητή μονάδα αποθήκευσης (USB), η οποία περιλαμβάνει βιντεοληπτικό υλικό από διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος του Ιράν. Eξάλλου, ο Αιτητής καταχώρισε υπόμνημα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την αντιμετώπιση των αποστατών από το ιρανικό κράτος, την μεταχείριση των επιστραφέντων στον Ιράν, για την στάση των αρχών έναντι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα.
39. Κατά την ακροαματική διαδικασίας στις 8.10.2025, το Δικαστήριο υπέβαλε διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα στον Αιτητή. Αποκρινόμενος, ο Αιτητής επανέλαβε και ανέπτυξε ισχυρισμούς αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, τις μετακινήσεις του, καθώς και τη φερόμενη θρησκευτική του μεταστροφή και τις συνέπειες αυτής. Δήλωσε ότι είναι έγγαμος και ότι η σύζυγός του, η οποία επίσης αιτείται διεθνή προστασία, διαμένει μαζί του στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως και μέλη της οικογένειάς της. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους η σύζυγός του δεν επιθυμεί την επιστροφή στο Ιράν, ανέφερε γενικώς πολιτικά προβλήματα που αφορούν τον ίδιο και συγγενικά της πρόσωπα, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. Ως προς τις μετακινήσεις του, επιβεβαίωσε ότι εγκατέλειψε για πρώτη φορά το Ιράν το 2013 με προορισμό την Τουρκία, λόγω προβλημάτων, κατά δήλωσή του, με την κυβέρνηση. Ανέφερε ότι επέστρεψε στο Ιράν το 2018 προκειμένου να τελέσει γάμο και ότι παρέμεινε εκεί για χρονικό διάστημα περίπου πέντε έως έξι μηνών, παρά τον φόβο που, όπως δήλωσε, εξακολουθούσε να αισθάνεται. Κατόπιν, μετέβη εκ νέου στην Τουρκία και εν συνεχεία, μέσω άλλων χωρών, αφίχθη στην Κυπριακή Δημοκρατία τον Σεπτέμβριο του 2019.
40. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί δίωξής του, δήλωσε ότι αντιμετώπισε προβλήματα όχι με την κυβέρνηση καθαυτή αλλά με την παραστρατιωτική οργάνωση των Basij, με την οποία μάλιστα είχε συνεργαστεί στο παρελθόν, πριν από τη στρατιωτική του θητεία. Υποστήριξε ότι τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης τον αναζητούσαν, προσέρχονταν περιοδικά στην οικία της οικογένειάς του στην Τεχεράνη και τον συνέλαβαν συνολικά τρεις φορές σε νεαρή ηλικία, ήτοι περί την ηλικία των 27–28 ετών, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τις σχετικές χρονολογίες. Δήλωσε ότι οι συλλήψεις αυτές έλαβαν χώρα χωρίς επίσημη διαδικασία και συνοδεύτηκαν από κακομεταχείριση.
41. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά την τελευταία σύλληψή του εγκατέλειψε την οικία του και μετοίκησε στην πόλη Varamin, όπου, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, διέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου δεκαέξι (16) ετών χωρίς να αντιμετωπίσει άμεση παρέμβαση από τους Basij, πλην όμως με περιστασιακές ενοχλήσεις μέσω της οικογένειάς του στην Τεχεράνη. Παραδέχθηκε ότι κατά το διάστημα αυτό δεν υπέστη προσωπική δίωξη στο Varamin, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί κοινωνικής αποδοκιμασίας από Μουσουλμάνους γνωστούς του.
42. Ως προς τη θρησκευτική του μεταστροφή, υποστήριξε ότι η πρώτη επαφή του με τον Χριστιανισμό έλαβε χώρα μέσω της αρμενικής κοινότητας, περί τα τριάντα (30) έτη πριν, μετά τον θάνατο της μητέρας του. Δήλωσε ότι συμμετείχε επί σειρά ετών σε κοινωνικές και θρησκευτικού περιεχομένου συναθροίσεις, τόσο σε οικίες όσο και, περιστασιακά, σε εκκλησία, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τον χρόνο έναρξης, τη διάρκεια και τη συχνότητα των εν λόγω δραστηριοτήτων. Οι αναφορές του ως προς τη σταδιακή εσωτερική μεταστροφή του και την εξωτερική εκδήλωση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων παρέμειναν γενικές, με επαναλαμβανόμενες χρονικές ασάφειες.
43. Τέλος, αναφορικά με την απόφασή του να εγκαταλείψει οριστικά το Ιράν το 2013, ανέφερε γενικώς ότι δεν αισθανόταν πλέον ότι επρόκειτο για “τη χώρα του”, χωρίς να συνδέσει τον λόγο αυτό με συγκεκριμένο, χρονικά εγγύς περιστατικό δίωξης.»
44. Κατά τις επόμενες δύο δικασίμους 14.11.2025 και 4.12.2025, υποβλήθηκαν περαιτέρω ερωτήματα στον Αιτητή αναφορικά με τη δίωξή του από το κράτος, τους Basij, τη μεταστροφή του στο χριστιανισμό και τις μετακινήσεις του εντός και εκτός της χώρας του. Ερωτήματα υποβλήθηκαν στον Αιτητή και αναφορικά με τη φερόμενη μεταστροφή του στο χριστιανισμό τόσο κατά την παραμονή του στη χώρα του όσο και ευρισκόμενος στη Δημοκρατία.
45. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, αρχικά συντάσσομαι με το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ότι ο Aιτητής στην εκεί διαδικασία, υπήρξε σαφείς ως προς τα προσωπικά τους στοιχεία, τον τόπο καταγωγής, το επάγγελμά τους, ενώ δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν κατά της αξιοπιστίας του ισχυρισμού.
46. Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, περί της συμμετοχής του Αιτητή σε θρησκευτικής φύσεως συναθροίσεις στη χώρα καταγωγής του, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε συνεκτικός ως προς την αφορμή έναρξης του ενδιαφέροντός του για τον Χριστιανισμό, δηλώνοντας ότι η πρώτη του επαφή έλαβε χώρα μέσω της αρμενικής κοινότητας, περί τα τριάντα (30) έτη πριν, μετά τον θάνατο της μητέρας του. Κατά τη δικαστική διαδικασία παρέθεσε και βιωματικής φύσεως λεπτομέρειες, αναφέροντας ότι πρόσωπα της εν λόγω κοινότητας συνέδραμαν, σε αρχικό στάδιο, στη φαρμακευτική αγωγή της μητέρας του, γεγονός το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο για την έλξη που άσκησε επ’ αυτού η στάση και η συμπεριφορά τους. Μολονότι ο Αιτητής δεν υπήρξε ιδιαιτέρως περιγραφικός ως προς το ακριβές περιεχόμενο των εν λόγω συναντήσεων, εντούτοις αναφέρθηκε στη συμμετοχή του με φίλους του και στον τόπο όπου αυτές λάμβαναν χώρα, πλησίον της οικίας τους. Στο αφήγημά του δεν εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις και, λαμβανομένης υπόψη της συνοχής και της συνέπειας με την οποία παρουσίασε τις συναφείς περιστάσεις, ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται αποδεκτός. Παραπέμπει το παρόν Δικαστήριο προς τούτο και στις εντοπισθείσες από τους Καθ’ ων η αίτηση πηγές περί της δράσης κατ’ οίκον εκκλησιών στη χώρα καταγωγής του Αιτητή ένεκα της θρησκευτικής καταπίεσης.
47. Όσον αφορά στον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, περί της διπλής σύλληψης και κράτησής του από τις αρχές λόγω των θρησκευτικών του δραστηριοτήτων, ο Αιτητής πέραν των όσων εντόπισαν οι Καθ’ ων η αίτηση υπήρξε ασαφής στο πλαίσιο και τις παρούσας διαδικασίας ακόμα και ως προς το φορέα δίωξής του καθώς κατά την ακροαματική διαδικασία ανέφερε ότι ήταν οι Basiji αυτοί που τον συνέλαβαν και ότι σε αυτό το στάδιο δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα με τις αρχές της χώρας. Πέραν εξάλλου της αδυναμίας του να ανακαλέσει το χρόνο των φερόμενων συλλήψεών του, ο Αιτητής παρουσίασε ένα διαφορετικό αφήγημα κατά την δικαστική διαδικασία (βλ. δικάσιμος 8.10.2025) ως προς τις περιστάσεις της απελευθέρωσής του καθώς ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέροντας περαιτέρω ότι κρατήθηκε τρεις φορές και όχι μόνο δύο. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του δεν θεμελιώνεται ως προς το συναφή ισχυρισμό.
48. Ένεκα δε της κατ’ εξοχήν προσωπικής φύσεως των περιστάσεων που συνθέτουν τα εν λόγω γεγονότα, αυτά δεν δύνανται, ως τέτοια, να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τα περιφερειακά ζητήματα, τα οποία συνδέονται με το ευρύτερο πλαίσιο των ισχυρισμών του Αιτητή, δύναται να γίνει αναφορά σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, στο μέτρο που αυτές παρέχουν γενική εικόνα των συνθηκών στη χώρα καταγωγής. Σύμφωνα με το πρόσφατο δημοσίευμα της EUAA – Iran: Country Focus (Ιούλιος 2024)[1], το 1979 ο πρώην Ανώτατος Ηγέτης Αγιατολάχ Χομεϊνί ίδρυσε, από τους «ευσεβείς οπαδούς» του, την οργάνωση sazman-e basij-e mostaz’afin (Οργάνωση για την Κινητοποίηση των Καταπιεσμένων). Η παραστρατιωτική αυτή θρησκευτική πολιτοφυλακή, γνωστή ως Basij, αποτελεί εθελοντική δύναμη πιστή στην Ισλαμική Δημοκρατία. Το Basij είναι αρμόδιο για την πολιτική άμυνα και τον κοινωνικό έλεγχο και έχει διεισδύσει σε κάθε πτυχή της ιρανικής κοινωνίας. Αποστολή του είναι η αντιμετώπιση της εσωτερικής αντιπολίτευσης κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας μέσω βίας στους δρόμους και εκφοβισμού, ενώ υποστηρίζει το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στη διατήρηση της τάξης. Διαθέτει επίσης πανεπιστημιακό σκέλος με βάση φοιτητές, το οποίο στοχεύει φοιτητικά κινήματα. Σύμφωνα με αναφορές, τα μέλη του Basij υφίστανται ιδεολογική κατήχηση, ελέγχονται αυστηρά και συχνά αναπτύσσονται σκόπιμα εκτός των τόπων καταγωγής τους. Με βάση την ανωτέρω πηγή προκύπτει ότι η εν λόγω ομάδα, δεν αποτελεί μέρος του επίσημου κρατικού μηχανισμού. Επιβεβαιώνεται ωστός η δράση της και η διείσδυσή της στην κοινωνία. Η επιβεβαίωση της δράσης της εν λόγω ομάδας δεν επαρκεί προς ανατροπή της κατάληξης περί μη αποδοχής του εν λόγω ισχυρισμού.
49. Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, περί της ύπαρξης εντάλματος σύλληψης σε βάρος του, το παρόν Δικαστήριο συντάσσεται με τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να υποβάλει συναφή ερωτήματα προς τον Αιτητή κατά την ενώπιόν του διαδικασία, από τις απαντήσεις του οποίου προέκυψε ότι ο ίδιος ενημερώθηκε περί της φερόμενης ύπαρξης του εντάλματος μέσω του πατέρα του, χωρίς ωστόσο να προσκομίζεται οποιοδήποτε αντίγραφο αυτού, ενώ δεν καθίσταται ευλόγως εξηγήσιμο πώς ο Αιτητής αγνοεί πλήρως το περιεχόμενο και, κυρίως, τον λόγο για τον οποίο, μετά την πάροδο τόσων ετών από τη φερόμενη σύλληψη και κράτησή του, φέρεται ότι αναζητήθηκε εκ νέου από τις αρχές της χώρας καταγωγής του. Οι σχετικές δηλώσεις του κρίνονται λακωνικές και ελλιπείς. Σημειώνεται, τέλος, ότι η οικογένεια του Αιτητή εξακολουθεί να διαμένει στη χώρα καταγωγής του και, πέραν γενικών αναφορών περί αναζήτησής του, ο ίδιος δεν συνεισφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού. Δεδομένης της επίσης προσωπικής φύσεως των περιστάσεων που συνθέτουν τα εν λόγω γεγονότα δεν ενδείκνυται η περαιτέρω εξέταση της εξωτερικής πτυχής των δηλώσεών του, ενώ ο Αιτητής ο ίδιος δεν προσκόμισε οτιδήποτε συναφές. Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται σύνολό του.
50. Ως πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός εξετάζεται ακολούθως ο ισχυρισμός του Αιτητή περί της μεταστροφής του στον χριστιανισμό. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, καθώς και τη μαρτυρία που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη δικαστική διαδικασία, κρίνεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά αξιόπιστος. Ειδικότερα, ο Αιτητής υπήρξε συνεπής και επαρκώς συγκεκριμένος ως προς τους λόγους για τους οποίους αποστασιοποιήθηκε από την πρότερη πίστη του και σταδιακά ασπάστηκε τον χριστιανισμό, ήδη κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν στη χώρα καταγωγής του. Το γεγονός ότι παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα μέχρι να αποφασίσει να βαπτιστεί δεν δύναται, αφ’ εαυτού, να θεωρηθεί επαρκές στοιχείο που να καταδεικνύει έλλειψη γνησιότητας της μεταστροφής του. Αντιθέτως, τόσο οι συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα καταγωγής του, όπως προκύπτουν από τις πηγές στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η Αίτηση, όσο και η προσωπική του θρησκευτική αναζήτηση, όπως αυτή περιγράφεται, αιτιολογούν επαρκώς και εξατομικευμένα την εν λόγω χρονική καθυστέρηση. Περαιτέρω, μετά την άφιξή του στη Δημοκρατία, ο Αιτητής επεξήγησε με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους επέλεξε το συγκεκριμένο χριστιανικό δόγμα έναντι άλλων. Κατά το στάδιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, απάντησε με συνοχή και βιωματικότητα αναφορικά με τη συμμετοχή του στη νέα του πίστη, επιδεικνύοντας παράλληλα επαρκή γνώση ζητημάτων δογματικής φύσεως. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του θεμελιώνεται.
51. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, επισημαίνεται ότι αυτός προσκόμισε συναφές φωτογραφικό υλικό από το μυστήριο της βάπτισής του, καθώς και σχετικό πιστοποιητικό βάπτισης από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Τα εν λόγω έγγραφα είναι σημαντικής αποδεικτικής αξίας, καθότι αυθεντικά με τη γνησιότητά τους να μην αμφισβητείται ούτε από τους Καθ’ ων η αίτηση. Καίτοι η τέλεση του μυστηρίου της βάπτισης, αφ’ εαυτής, δεν επαρκεί για να αποτελέσει το μοναδικό τεκμήριο γνησιότητας της μεταστροφής, συνιστά ισχυρή ένδειξη η οποία ενισχύει την ήδη θεμελιωθείσα εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή περί μεταστροφής, η οποία εκδηλώνεται όχι μόνο σε θεωρητικό αλλά και σε πρακτικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, θεμελιώνεται και η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή και ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός του γίνεται αποδεκτός στο σύνολό του.
52. Τέλος, ως προς τον καινοφανή ισχυρισμό που προβάλλει ο Αιτητής κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία περί δίωξής του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του λόγω της συμμετοχής του σε αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις στη Δημοκρατία, επισημαίνονται τα εξής. Ο Αιτητής, στην αγόρευσή του, ανέφερε ότι συμμετείχε σε διαδηλώσεις κατά του ιρανικού καθεστώτος, γεγονός το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, τον καθιστά περισσότερο ευάλωτο έναντι των αρχών της χώρας του. Επικαλέστηκε, περαιτέρω, ότι η συμμετοχή του στις εν λόγω διαδηλώσεις, καθώς και σχετικό φωτογραφικό υλικό, αναρτήθηκαν σε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, Οι εν λόγω αναφορές, καίτοι γενικές, δεν παρουσιάζουν εσωτερικές αντιφάσεις. Από το φωτογραφικό υλικό περαιτέρω που προσκόμισε ο Αιτητής προκύπτει ότι εμφανίζεται σε ορισμένες φωτογραφίες να φέρει τη σημαία του Ιράν, μαζί με απροσδιόριστο αριθμό ατόμων που φέρουν πανό με συνθήματα κατά των πρακτικών του καθεστώτος. Το εν λόγω υλικό φαίνεται να έχει αναρτηθεί μέσω της εφαρμογής Instagram. Οι σχετικές εκτυπώσεις δεν φέρουν ενδείξεις επεξεργασίας και σε κάποιες εξ αυτών ο Αιτητής διακρίνεται μεταξύ των διαδηλωτών. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία γίνεται δεκτό ότι ο Αιτητής πράγματι συμμετείχε, ενώ βρισκόταν στη Δημοκρατία, σε περιορισμένης κλίμακας διαδηλώσεις κατά του ιρανικού καθεστώτος και ότι σχετικές αναρτήσεις έλαβαν χώρα και διαδικτυακά. Πλην όμως, ούτε από το προσκομισθέν υλικό ούτε από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο προκύπτει ότι η συμμετοχή του στις εν λόγω διαδηλώσεις έγινε αντιληπτή από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ούτε ότι ο ίδιος ταυτοποιήθηκε ή αναζητείται εξαιτίας αυτής. Περαιτέρω, καίτοι ο Αιτητής προσκόμισε πηγές από τις οποίες προκύπτει ότι οι ιρανικές αρχές παρακολουθούν και το διαδικτυακό περιεχόμενο, εν προκειμένω δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι οι συγκεκριμένες διαδηλώσεις ή οι σχετικές αναρτήσεις αποτέλεσαν αντικείμενο διερεύνησης από τις εν λόγω αρχές, ούτε ότι τα πρόσωπα που συμμετείχαν σε αυτές ταυτοποιήθηκαν ή διώχθηκαν για τον λόγο αυτό. Μολονότι η ακόλουθη αναφορά άπτεται της αξιολόγησης κινδύνου εκ προοιμίου επισημαίνεται ότι δεδομένης της απόρριψης του ισχυρισμού του Αιτητή περί παρελθούσας δίωξής του και καθώς δεν πρόκειται περί ήδη σεσημασμένο από τις αρχές πρόσωπο, η συμμετοχή του στις εν λόγω διαδηλώσεις και η ανάρτηση συναφούς είδησης στο διαδίκτυο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ένδειξη στοχοποίησης του Αιτητή, δε απολήγουν σε εύλογη πιθανότητα δίωξής του ένεκα της εν λόγω συμμετοχής του.
53. Σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, ως προς την παρακολούθηση των πολιτών του Ιράν οι οποίοι βρίσκονται στο εξωτερικό, σε έρευνα του Freedom House για τη διακρατική καταστολή αναφέρεται ότι «ο εκτεταμένος ορισμός του καθεστώτος του Ιράν ως προς το ποιος συνιστά απειλή για την Ισλαμική Δημοκρατία συμβάλλει στο εύρος και την ένταση της καμπάνιας της διακρατικής καταστολής».[2] Βάσει της ίδιας αναφοράς, το καθεστώς κάνει χρήση του πλήρους φάσματος των τακτικών διακρατικής καταστολής, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κακόβουλου λογισμικού και εξαναγκασμού ‘μέσω αντιπροσώπου’, όπου μέλη των οικογενειών εντός του Ιράν απειλούνται ή κρατούνται προκειμένου να σιωπήσουν τη διασπορά.[3] Οι τακτικές διακρατικής καταστολής του Ιράν αναγράφεται ότι έχουν χρησιμοποιηθεί κατά Ιρανών σε τουλάχιστον εννέα χώρες στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αμερική.[4] Πηγές του Immigration and Refugee Board του Καναδά (IRB Canada), αναφέρουν ότι οι «‘κύριες’ υπηρεσίες του Ιράν επιφορτισμένες με τη συλλογή πληροφοριών συνιστούν το Υπουργείο Πληροφοριών και Ασφαλείας (MOIS) και η Υπηρεσία Πληροφοριών του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC)», ενώ πηγή της ίδιας έρευνας αναφέρει ότι οι ως άνω υπηρεσίες «συνιστούν τις πρωταρχικές υπηρεσίες οι οποίες διεξάγουν παρακολουθήσεις των Ιρανών πολιτών στο εξωτερικό», και επίσης, βάσει άλλης πηγής της εν λόγω έρευνας, το εν λόγω Υπουργείο Πληροφοριών και Ασφαλείας (MOIS) «διατηρεί ‘πράκτορες’ στις πρεσβείες του Ιράν στην Ευρώπη».[5]
54. Ανώνυμη για λόγους ασφαλείας πηγή την οποία συμβουλεύτηκε η Μονάδα Έρευνας και Πληροφοριών (Cedoca – Documentation and Research Department) του Βελγίου ισχυρίζεται ότι «Ιρανοί πληροφοριοδότες συλλέγουν πληροφορίες επί προσώπων τα οποία μεταστρέφονται στο εξωτερικό», ως επίσης ότι, «Εάν οι αρχές του Ιράν ενδιαφέρονται για κάποια συγκεκριμένη ομάδα (όπως σε αυτή την περίπτωση, για παράδειγμα, όσων μεταστρέφονται), θα εξεύρουν την αναγκαία δυνατότητα παρακολούθησης των προσώπων αυτών στο εξωτερικό.», ενώ σύμφωνα με την πηγή αυτή, «είναι πολύ πιθανό ότι η κυβέρνηση του Ιράν θα διεισδύσει σε κοινότητα Ιρανών που μεταστράφηκαν σε χώρες με ευρεία μεταστροφή Ιρανών…».[6] Σύμφωνα με έρευνα του Υπουργείου Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας (DFAT Australia), η οποία δημοσιεύτηκε το 2023, «οι αρχές προβαίνουν σε έλεγχο του διαδικτυακού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης», ενώ «Τα πρόσωπα τα οποία επανειλημμένα αναρτούν δημοσιεύσεις που συνιστούν ανοιχτά επικριτική κατά της κυβέρνησης […] ή όσοι θεωρηθούν ότι ξεπερνούν τα ηθικά όρια ενδέχεται να προσελκύσουν δυσμενή προσοχή, ιδίως εάν το περιεχόμενο γίνει ευρέως γνωστό σε σύντομο χρονικό διάστημα (viral).» και «αυτό ισχύει και για τα πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό.»[7].
55. Ως εκ τούτου, καίτοι γίνεται δεκτή η συμμετοχή του Αιτητή στις εν λόγω διαδηλώσεις, δεν αποδεικνύεται ότι αυτός στοχοποιήθηκε ή τελεί υπό δίωξη από τις αρχές της χώρας καταγωγής του εξαιτίας της συμμετοχής του αυτής.
56. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση των ισχυρισμών του που έγιναν αποδεκτοί ως προς τη συμμετοχή του σε μυστικές συνάξεις θρησκευτικού, χριστιανικού περιεχομένου στη χώρα καταγωγής του και ως προς τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, ότι το παρόν Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη μεταχείριση που τυγχάνουν οι Χριστιανοί και, ιδίως, τα πρόσωπα που έχουν μεταστραφεί από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό στη χώρα καταγωγής του Αιτητή .Οι Χριστιανοί είναι μία από τις τρείς αναγνωρισμένες θρησκευτικές μειονότητές μαζί με τους Ζωροαστριστές, και τους Εβραίους, στους οποίους σύμφωνα με Άρθρο 13 του Συντάγματος αναγνωρίζεται το δικαίωμα τους στην θρησκευτική λατρεία.[8]
57. Το κυβερνητικό στατιστικό κέντρο του Ιράν αναφέρει, σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2022 για το έτος 2021, ότι υπάρχουν 117.700 δηλωμένοι χριστιανοί στη χώρα ωστόσο, οι πραγματικοί αριθμοί μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτεροι. Σύμφωνα με τη Βάση Δεδομένων Παγκόσμιας Θρησκείας του Πανεπιστημίου της Βοστώνης για το 2020, υπάρχουν περίπου 579.000 Χριστιανοί στο Ιράν. Η ΜΚΟ Open Doors USA υπολογίζει ότι ο αριθμός είναι 800.000 και το Elam Ministries, μια χριστιανική οργάνωση, εκτιμά ότι μπορεί να είναι μεταξύ 300.000 και 1 εκ..
58. Δεν ισχύει ωστόσο το ίδιο για αυτούς που προέρχονται από Μουσουλμάνους γονείς και αποφάσισαν να μεταστραφούν στον χριστιανισμό, οι οποίοι θεωρούνται αποστάτες και δύναται να τους επιβληθούν αυστηρές ποινές στη βάση του Συντάγματος και του Ποινικού Κώδικα. Η μόνη αποδεκτή μεταστροφή θρησκείας είναι από άλλη θρησκεία στο Ισλάμ, όπως επιβεβαιώνει πλήθος πηγών.[9]
59. Συνεπώς, σύμφωνα με έκθεση της LandInfo του 2017, όχι μόνο δεν μπορούν να εγγραφούν και να έχουν τα ίδια δικαιώματα με αναγνωρισμένα μέλη των χριστιανικών κοινοτήτων αλλά ουσιαστικά η οποιαδήποτε άσκηση της θρησκευτικής τους πίστης αποτελεί παράνομη πράξη που δύναται να τιμωρηθεί ακόμα και με την θανατική ποινή ή να έχει συνέπειες επί των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Σύμφωνα με το Landinfo η μεταστροφή «μπορεί να έχει συνέπειες όσον αφορά την απασχόληση, τη σύνταξη, το γάμο, το διαζύγιο, την επιμέλεια των παιδιών και την κληρονομιά».[10]
60. Σε έκθεση του Γραφείου Μετανάστευσης της Δανίας του 2018 αναφορικά με τη μεταστροφή στο Ιράν, καταγράφεται ότι το βάπτισμα από μόνο του δεν έχει σημασία, εφόσον είναι αμφίβολο εάν θα είχε διαφορά για τις αρχές εάν αυτός που μεταστράφηκε έχει βαφτιστεί, αν και θεωρείται ότι η βάφτιση, η οποία είναι τεκμηριωμένη, θα μπορούσε να θέσει σε επαγρύπνηση τις αρχές και προκαλέσει προβλήματα.[11]
61. Τον Ιανουάριο 2022, το κοινοβούλιο τροποποίησε τον ποινικό κώδικα προκειμένου να ποινικοποιήσει την προσβολή «θεϊκών θρησκειών ή ισλαμικών σχολών σκέψης» και τη διάπραξη «οποιασδήποτε αποκλίνουσας εκπαιδευτικής ή προσηλυτιστικής δραστηριότητας που έρχεται σε αντίθεση ή παρεμβαίνει στον ιερό νόμο του Ισλάμ» με ποινή φυλάκισης έως 5 έτη και/ή πρόστιμο.[12] Μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) δήλωσαν ότι αυτές οι νέες διατάξεις θέτουν τις θρησκευτικές μειονότητες σε μεγαλύτερο κίνδυνο δίωξης. Ο νόμος παγορεύει πλέον ρητώς[13] στους μουσουλμάνους πολίτες να αλλάξουν ή να απαρνηθούν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.[14]
62. Περαιτέρω, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες το είδος της μεταχείρισης των Χριστιανών μεταστραφέντων διαφαίνεται από τα εξής πρόσφατα περιστατικά που παρατίθενται ενδεικτικά:
- Τον Φεβρουάριο του 2022, το Τμήμα 34 του Εφετείου της Τεχεράνης ακολούθησε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η πρακτική των κατ’ οίκον εκκλησιών δεν είναι εγκλήματα που απειλούν την εθνική ασφάλεια (βλ. πιο πάνω), αθωώνοντας εννέα χριστιανούς που αντιμετώπιζαν νομικές κατηγορίες. Τον Ιανουάριο του 2022,[15] δύο Χριστιανοί απελευθερώθηκαν από την φυλακή Bushehr Central πριν εκτίσουν το σύνολο της ποινής που τους υπεβλήθη.[16]
- Τον Μάρτιο 2022, ωστόσο, ο εισαγγελέας της Τεχεράνης ενημέρωσε έναν Χριστιανό μεταστραφέντα ότι η αίτησή του για πρόωρη αποφυλάκιση απορρίφθηκε παρά το γεγονός ότι κατηγορείται επίσης για λόγους εθνικής ασφάλειας λόγω συμμετοχής σε κατ’ οίκον εκκλησία. Τον Απρίλιο 2022, δικαστής της Τεχεράνης καταδίκασε έναν χριστιανό που διέθετε το σπίτι του ως κατ’ οίκον εκκλησία σε δέκα χρόνια φυλάκιση για διδασκαλία «προπαγάνδα αντίθετη και ενοχλητική προς την ιερή θρησκεία του Ισλάμ» ενώ σε δύο άλλους χριστιανούς αποστάτες επέβαλε δεκαετή «στέρηση κοινωνικών δικαιωμάτων», διετή απαγόρευση ταξιδιών στο εξωτερικό και δυνατότητας να γίνουν μέλη οποιασδήποτε πολιτικής ή κοινωνικής ομάδας και 50 εκατ. Τούμαν (1.200 $) πρόστιμο στον καθένα. Τον Μάιο 2022, ο ίδιος δικαστής καταδίκασε έναν πάστορα σε δέκα χρόνια φυλάκισης γιατί η δράση του απείλησε την εθνική ασφάλεια. Δύο γυναίκες που μεταστράφηκαν, μέλη κατ’ οίκον εκκλησίας του αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης επίσης για λόγους εθνικής ασφάλειας.[17]
- Τον Ιανουάριο του 2022, το Υπουργείο Πληροφοριών δημοσίευσε ότι κάλεσε οκτώ χριστιανούς αποστάτες και τους πίεσε να αλλάξουν τη θρησκεία τους.[18]
- Τον Φεβρουάριο 2022, η Εισαγγελία της Τεχεράνης υπέβαλε σε χριστιανή μεταστραφείσα ποινή φυλάκισης δύο ετών με την κατηγορία ότι μιλούσε εναντίον του κράτους και ενεργούσε κατά της εθνικής ασφάλειας.[19]
- Στις 23 Ιανουαρίου 2021, ένα πρακτορείο ειδήσεων που συνδέεται με το IRGC έδωσε πληροφορίες για την ύπαρξη «δικτύου» χριστιανών σε «αρκετές επαρχίες» για συμπεριφορά που αποκλίνει από την ηθική και για θρησκευτικό προσηλυτισμό.[20]
63. Σύμφωνα με έκθεση του US Department of State (USDOS), στις 16 Δεκεμβρίου, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε ψήφισμα που εκφράζει ανησυχία για «συνεχείς αυστηρούς και αυξανόμενους περιορισμούς στο δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης, θρησκείας ή πεποιθήσεων» και «παρενόχλησης, εκφοβισμού, δίωξης, αυθαίρετων συλλήψεων και κράτησης και υποκίνησης στο μίσος» εναντίον αναγνωρισμένων και μη αναγνωρισμένων θρησκευτικών μειονοτήτων[21].
64. Από αναφορά σε άλλη πηγή σχετικά με την θρησκευτική ελευθερία και μεταστροφή στο Ιράν, προκύπτει ότι η θανατική ποινή ισχύει για μη μουσουλμάνους οι οποίοι προσηλυτίζουν ή επιχειρούν να μεταστρέψουν μουσουλμάνους. Επίσης, στην ίδια πηγή καταγράφεται ότι όσοι ασπάζονται τον Χριστιανισμό στη χώρα απαγορεύεται να συμμετέχουν σε αναγνωρισμένες εκκλησιαστικές λειτουργίες και ως εκ τούτου πρέπει συλλογικά να εκφράσουν την πίστη τους μυστικά, στις λεγόμενες «house-churches». Επιπλέον, σημειώνεται περαιτέρω στην εν λόγω πηγή ότι: «..οι μουσουλμάνοι που μεταστρέφονται στο Χριστιανισμό κινδυνεύουν να συλληφθούν και να κρατηθούν εάν αποκαλυφθεί η μεταστροφή τους. Οι Χριστιανοί για τους οποίους διαπιστώνεται ότι ‘προσηλυτίζουν’ αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο σύλληψης, δίωξης και φυλάκισης».[22]
65. Ειδικά ως προς την παρακολούθηση των Χριστιανών και τη μεταχείριση των οικογενειών τους που βρίσκονται στο εξωτερικό, σύμφωνα με την τελευταία κοινή αναφορά από διάφορες ΜΚΟ, «Έξι εκπατρισμένοι Ιρανοί Χριστιανοί ανέφεραν το 2022 ότι διάφορα μέλη της οικογένειας τους στο Ιράν είχαν κληθεί προς ανάκριση και παρενοχλήθηκαν σε σχέση με τις δραστηριότητες των συγγενών τους στο εξωτερικό. […]»[23]. Η ίδια αναφορά προσθέτει ότι «Στα μέλη της οικογένειας τυπικά αναφερόταν ότι εφόσον έπειθαν τους συγγενείς τους να επιστρέψουν στο Ιράν, οι πιθανές δικαστικές καταδίκες τις οποίες θα αντιμετώπιζαν για τις Χριστιανικές τους δραστηριότητες θα μειώνονταν.»[24].
66. Πέραν των πιο πάνω, από πηγές που αναφέρονται σε σχετική έρευνα από έγκυρη πηγή καταγράφεται ότι «Η Ιρανική κυβέρνηση στοχεύει τους πολίτες της για τις ειρηνικές πολιτικές τους δραστηριότητες και την άσκηση της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης και της ελευθερίας της θρησκείας ή της πεποίθησης.», ως επίσης ότι «Τα δικαστήρια έχουν συχνά επιβάλει μακροχρόνιες ποινές εναντίον δημοσιογράφων που θεωρείται ότι έχουν παραβιάσει τις ‘κόκκινες γραμμές’, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δημοσιεύουν υλικό στο διαδίκτυο. Αντί να χρησιμοποιούν διατάξεις βάσει του Νόμου για τον Τύπο, οι αρχές συχνά επικαλούνται νομοθεσία που σχετίζεται με την εθνική ασφάλεια ή για αδικήματα με βάση τη θρησκεία. Αυτή η νομοθεσία επιτρέπει αυστηρότερες ποινές, συμπεριλαμβανομένων ποινών φυλάκισης που κυμαίνονται από έξι έως 10 χρόνια ή περισσότερο.»[25]. Σε άλλη έγκυρη πηγή καταγράφεται ότι: «Το σύνταγμα ορίζει τη χώρα ως Ισλαμική δημοκρατία και ορίζει το [Ισλάμ] ως την επίσημη θρησκεία για το κράτος. Το σύνταγμα ορίζει όπως όλοι οι νόμοι και οι κανονισμοί πρέπει να βασίζονται σε ‘ισλαμικά κριτήρια’ και σε επίσημη ερμηνεία της sharia. […] Ο νόμος απαγορεύει στους μουσουλμάνους να αλλάξουν ή να απαρνηθούν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Οι μόνες αναγνωρισμένες μεταστροφές είναι από άλλες θρησκείες στο Ισλάμ. Με βάση τη Sharia, όπως ερμηνεύεται από την κυβέρνηση, η μεταστροφή από το Ισλάμ θεωρείται ως αποστασία, ένα έγκλημα που τιμωρείται με θάνατο. […] Σύμφωνα με το νόμο, οι μη μουσουλμάνοι δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε δημόσια πειθώ ή να επιχειρήσουν να προσηλυτίσουν έναν μουσουλμάνο σε άλλη πίστη ή πεποίθηση. Ο νόμος θεωρεί ότι αυτές οι δραστηριότητες είναι προσηλυτιστικές και τιμωρούνται με θάνατο.»[26].
67. Επιπλέον, υπάρχουν αρκετές αναφορές σε διάφορες πηγές σχετικά με στοχοποίηση, βίαιες συλλήψεις και κακομεταχείριση κατά την κράτηση ανηλίκων στο Ιράν, καθώς και περιπτώσεις ανηλίκων που οδηγήθηκαν παρά τη μικρή τους ηλικία στα Δικαστήρια της Επανάστασης (Revolutionary Courts), ως επίσης περιπτώσεις ανηλίκων που οδηγήθηκαν σε φυλακές και αναμίχθηκαν μαζί με ενηλίκους κρατούμενους[27]. Ως προς τη μεταχείριση των (υπολοίπων) μελών της οικογένειας των ατόμων που στοχοποιούνται από τις αρχές του Ιράν (είτε βρίσκονται εντός, είτε εκτός της χώρας), σε έγκυρη πηγή καταγράφεται πως ότι «Πολλές οικογένειες κρατουμένων έχουν αποφύγει να μιλήσουν δημόσια για την κατάστασή τους και τις ανησυχίες τους ώστε να μην στοχοποιηθούν από τις αρχές.», ενώ «…πολλές οικογένειες κρατουμένων και σκοτωμένων διαδηλωτών ξυλοκοπήθηκαν, απολύθηκαν από τις δουλειές τους και προειδοποιήθηκαν ότι οι τραυματίες συγγενείς τους δεν θα λάβουν ιατρική περίθαλψη…», ως επίσης υπάρχουν αναφορές για απειλές καθώς και περιπτώσεις αυξημένης και σοβαρής παρενόχλησης προς τα μέλη οικογενειών στο Ιράν (συγκεκριμένα, όμως, για την περίπτωση δημοσιογράφων που εργάζονται στο εξωτερικό)[28].
68. Περαιτέρω, από την πιο πρόσφατη έκθεση του Danish Immigration Service (DIS) και στα πλαίσια σχετικής δήλωσης του Υπουργείου Εξωτερικών της Δανίας, προκύπτει πως «δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί πως τα τηλέφωνα και οι δραστηριότητες ατόμων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα εξετάζονταν κατά την είσοδο [τους στο Ιράν]», κάτι που «συνέβαινε, ωστόσο, και πριν από τον Σεπτέμβριο του 2022» (όταν ξέσπασαν τότε διαδηλώσεις/εξεγέρσεις στο Ιράν), ενώ «είναι γνωστό ότι η Ιρανική υπηρεσία πληροφοριών είναι πολύ ενεργή στην παρακολούθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που ανήκουν σε αριθμό Ιρανών πολιτών»[29]. Σε άλλη έγκυρη πηγή, αναφορικά με τη μεταχείριση από τις αρχές του Ιράν των πολιτών της χώρας που επιστρέφουν εκεί, καταγράφεται ότι «Σε περιπτώσεις που μια ιρανική διπλωματική αποστολή έχει εκδώσει προσωρινά ταξιδιωτικά έγγραφα, οι αρχές θα προειδοποιηθούν για την επικείμενη επιστροφή του εν λόγω ατόμου.», ενώ «Οι Ιρανοί με δημόσιο προφίλ [...] μπορεί να έχουν δραστηριότητες ορατές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που παρακολουθούνται από την Ιρανική κυβέρνηση.» και «όσοι επιστρέφουν με [(ειδικό) ταξιδιωτικό έγγραφο] ανακρίνονται από την Αστυνομία Μετανάστευσης [στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Ιράν στην Τεχεράνη] σχετικά με τις συνθήκες αναχώρησής τους και τους λόγους για τους οποίους ταξιδεύουν με [το εν λόγω ταξιδιωτικό έγγραφο]»[30].
69. Συνακόλουθα των πιο πάνω και σχετικά με τις υπηρεσίες πληροφοριών/ασφαλείας στο Ιράν, εντοπίζονται αναφορές που παραπέμπουν στο ότι εντός του κάθε κρατικού ή ιδιωτικού οργανισμού στη χώρα, υποχρεωτικά υπάρχουν παραρτήματα των τμημάτων ασφαλείας, το προσωπικό των οποίων έχει την ευθύνη/καθήκον να εντοπίζει πιθανές απειλές για την ασφάλεια και σε αυτό το πλαίσιο, παρακολουθούν τους υπαλλήλους του κάθε οργανισμού και τις επικοινωνίες τους, ενεργώντας ως πληροφοριοδότες και παρεμβαίνοντας στις πρακτικές προσλήψεων/απολύσεων[31].
70. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω πληροφορίες, τόσο η μεταστροφή από το ισλάμ στον χριστιανισμό όσο και η προώθηση του χριστιανισμού συνιστούν ποινικά αδικήματα στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, τα οποία δύνανται να επισύρουν ακόμη και τη θανατική ποινή. Περαιτέρω, το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης και λατρείας των μεταστραφέντων χριστιανών περιορίζεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να πλήττεται ο πυρήνας του. Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, τη γνήσια μεταστροφή του στον χριστιανισμό κατά την παραμονή του στη Δημοκρατία και την ενσωμάτωση της νέας του πίστης στην καθημερινή του ζωή, κρίνεται ότι υπάρχει κίνδυνος δίωξής του ένεκα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Εξάλλου, εύλογα δεν θα μπορούσε να αναμένεται από τον Αιτητή να απέχει από την άσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων, προς αποφυγή τυχόν κινδύνου (ΔΕΕ, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z, συνεκδικασθείσες υποθέσεις ,C-71/11 και C-99/11, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, τμήμα μείζονος συνθέσεως, ECLI:EU:C:2012:518).
71. Προχωρώντας στην νομική ανάλυση, υπό το φως των ανωτέρω ευρημάτων κατά την αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, κρίνεται ότι ο φόβος του για δίωξή του ένεκα των θρησκετυικών του πεποιθήσεων και δη εξαιτίας της μεταστροφής του στο χριστιανισμό κρίνεται εύλογος. Υπενθυμίζεται, ότι κατά το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου ότι ως πράξεις δίωξης ορίζονται όσες είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
72. Όπως προέκυψε ανωτέρω, ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής θα βρεθεί αντιμέτωπος με σωρεία παραβιάσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων παραβίαση του δικαιώματος άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας ή των πεποιθήσεων, η οποία κατοχυρώνονται τόσο σε υπερεθνικό όσο και σε εθνικό επίπεδο καθώς επίσης κίνδυνο για σύλληψη και φυλάκιση αλλά ακόμη και θανατική ποινή, τα οποία αναμφιβόλως αποτελούν δίωξη.
73. Εν προκειμένω, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, ο κίνδυνος που διατρέχει ο Αιτητής άμα τη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, είναι συνυφασμένος με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
74. Φορείς δίωξης υπό την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου μπορεί να είναι είτε κρατικές αρχές είτε ιδιώτες, αν οι κρατικές αρχές ανέχονται ή αρνούνται ή αποδεικνύονται αδύναμες να παρέχουν αποτελεσματική προστασία (βλ. άρθρο 3Β του περί Προσφύγων Νόμου και Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, παράγραφος 65). Εν προκειμένω, όπως προέκυψε από την ανωτέρω αξιολόγηση, φορέας δίωξης είναι τόσο ιδιωτικοί φορείς όσο και το ίδιο το κράτος.
75. Συναφώς, δεδομένου ότι φορέας δίωξης είναι το κράτος, αποκλείεται η δυνατότητα του Αιτητή να εγκατασταθεί σε οποιοδήποτε άλλη περιοχή της χώρα καταγωγής του.[32] Περαιτέρω, ενόψει της εν γένει στοχοποίησης των χριστιανών στο Ιράν, αλλά και την κατά ενιαίο τρόπο αντιμετώπισης των μεταστραφέντων σε ολόκληρη τη χώρα, της αδυναμίας της κυβέρνησης και των αστυνομικών αρχών να επιβληθούν ή να ελέγξουν τις σχετικές επιθετικές συμπεριφορές, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω πληροφορίες και της αυξημένης ορατότητας του Αιτητή ως μεταστραφέντος το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εγχώριας προστασίας του και, ως εκ τούτου, εσωτερικής μετεγκατάστασής του σε άλλο ασφαλές τμήμα της χώρας καταγωγής του.
76. Επισημαίνεται καθοδηγητικώς και η πρόσφατη απόφαση του Δανικού Συμβουλίου Προσφυγών (Flygtningenævnet), Iran/2025/46/MNR της 1.10.2025[33], με την οποία αναγνωρίστηκε καθεστώς πρόσφυγα σε Ιρανούς αιτητές λόγω γνήσιας μεταστροφής τους στον Χριστιανισμό. Το Συμβούλιο, εφαρμόζοντας τις Κατευθυντήριες Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για αιτήματα ασύλου λόγω θρησκείας, έκρινε ότι η εσωτερική και ειλικρινής θρησκευτική πεποίθηση μπορεί να αποδειχθεί μέσω της συνεπούς συμμετοχής στη ζωή της εκκλησίας, της θεολογικής γνώσης και της πειστικής, στοχαστικής εξήγησης της σημασίας της πίστης για τον αιτητή. Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι Ιρανοί υπήκοοι που έχουν μεταστραφεί γνήσια στον Χριστιανισμό και θα ζούσαν ανοιχτά ως Χριστιανοί σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράν εκτίθενται σε πραγματικό κίνδυνο δίωξης για λόγους θρησκείας, γεγονός που συνιστά αυτοτελή και επαρκή λόγο χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος.
77. Περαιτέρω, καθοδηγητικώς το Δικαστήριο παραπέμπει και στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Νορβηγίας, Applicant v Immigration Appeals Board (UNE), 19.12.2024[34], με την οποία διευκρινίστηκε ότι σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας λόγω θρησκευτικής μεταστροφής το κρίσιμο στοιχείο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο αιτητής θα ασκήσει τη θρησκεία του σε περίπτωση επιστροφής και εάν η συμπεριφορά αυτή θα ενεργοποιήσει κίνδυνο δίωξης. Το Δικαστήριο έκρινε σχετικά ότι οι αρχές οφείλουν να προβαίνουν σε εξατομικευμένη και αντικειμενική εκτίμηση της πιθανής μελλοντικής συμπεριφοράς του αιτητή και ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί από αυτόν να επιδείξει «διακριτικότητα» ώστε να αποφύγει δίωξη, εφόσον αποδεικνύεται ότι η ανοιχτή άσκηση της θρησκείας του θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο, ενώ αντιθέτως δεν θεμελιώνεται δικαίωμα προστασίας όταν δεν προκύπτει τέτοια έκθεση σε κίνδυνο.
78. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, εφόσον αποδεικνύεται αφενός η γνήσια και ειλικρινής μεταστροφή του αιτητή στον Χριστιανισμό και αφετέρου ότι σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράν θα ασκήσει ανοιχτά τη θρησκεία του κατά τρόπο που τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο δίωξης, δεν μπορεί να απαιτηθεί από αυτόν η απόκρυψη της θρησκευτικής του ταυτότητας και πληρούται η προϋπόθεση της ύπαρξης βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους θρησκείας.
79. Συνεπώς, συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων και δεδομένων, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες πληροφορίες από αξιόπιστες εξωτερικές πηγές και στο πλαίσιο της ανωτέρω παρατιθέμενης νομοθεσίας και νομολογίας, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί ύπαρξης βάσιμου φόβου δίωξής του στη χώρα καταγωγής του για λόγους που εμπίπτουν στην έννοια της θρησκείας. Ως εκ τούτου, πληρούνται στο πρόσωπό του τα κριτήρια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα.
80. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει να συντρέχει ένας ή περισσότεροι από τους λόγους αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα υπέρ του Αιτητή και κατά των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Country Focus, Iran (July 2024), σελ. 21 επ. https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_06_EUAA_COI_Report_Iran_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[2] Freedom House, ‘Out of Site, Not Out of Reach: THE GLOBAL SCALE AND SCOPE OF TRANSNATIONAL REPRESSION’ (2021), https://freedomhouse.org/sites/default/files/2021-02/Complete_FH_TransnationalRepressionReport2021_rev020221.pdf (βλ. ‘CASE STUDIES – Iran’, σελ. 35) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[5] Immigration and Refugee Board (IRB) – Canada, ‘Iran: Monitoring of Iranian citizens outside of Iran, including political opponents and Christians, by Iranian Authorities; monitoring of Iranian citizens in Canada; consequences upon return to Iran (2021-March 2023)’, 2 March 2023, (βλ. ενότητα ‘1. Iranian Authorities’ Monitoring of Iranian Citizens Outside of Iran Including Political Opponents and Christians’), https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458777&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[6] OFFICE OF THE COMMISSIONER GENERAL FOR REFUGEES AND STATELESS PERSONS (CGRS) – Cedoca (Documentation and Research Department) (Belgium), ‘COI Focus: Iran - Treatment of returnees by their national authorities’ (30 March 2020), https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_iran_treatment_of_returnees_by_their_national_authorities_20200330.pdf (βλ. ενότητα ‘1.2. Monitoring in Europe and Belgium’, σελ. 7) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[7] DFAT (Australia), ‘Country Information Report – Iran’ (24 JULY 2023), https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-iran.pdf (βλ. ενότητα ‘GROUPS OF INTEREST – Media’, σημείο 2.127 – σελ. 27) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[8] Μεταφρασμένη έκδοση του Συντάγματος στα Αγγλικά από την Παγκόσμια Οργάνωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO) (https://wipolex.wipo.int/en/text/332330) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[9] The Australian Institute of International Affairs ‘Study Tour Report, April 2018 (https://www.internationalaffairs.org.au/wp-content/uploads/2018/06/2018-Iran-Study-Tour-Report.pdf ; USDOS, 2021 Report on International Religious Freedom: Iran, 2 June 2022, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2073955.html ; Article 18, Annual Report 2021: Rights violations Against Christians in Iran’, January 2022, p. 7, available at: https://articleeighteen.com/wp-content/uploads/2022/01/AnnualReport-2021-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[10] Landinfo, ‘Iran: Christian converts and house churches (1)’, 27 November 2017, par. 4.2, pp. 22 (https://landinfo.no/wp-content/uploads/2018/04/Iran-Christian-converts-and-house-churches-1-prevalence-and-conditions-for-religious-practice.pdf) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[11] Danish Immigration Service and Danish Refugee Council, IRAN – House Churches and Converts, February 2018, Link: https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/Report_-_House_churches_and_Converts_-_220218.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[12] USDOS, 2021 Report on International Religious Freedom: Iran, 2 June 2022, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2073955.html ; Amnesty International, Amnesty International Report 2021/22; The State of the World's Human Rights; Iran 2021, 29 March 2022, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2070222.html ; RFE/RL – Radio Free Europe/Radio Liberty: No Place For Converts: Iran's Persecuted Christians Struggle To Keep The Faith, 5 May 2022, available at:
https://www.ecoi.net/en/document/2074352.html ; Article 18, Annual Report 2021: Rights violations Against Christians in Iran’, January 2022, σελ. 2, available at: https://articleeighteen.com/wp-content/uploads/2022/01/AnnualReport-2021-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026)
[13] DFAT, ‘Country Information Report Iran’,14 April 2020, p. 36, available at: https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-iran.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/03/2023) σύμφωνα με την οποία, στο παρελθόν ο Ποινικός Κώδικας δεν ανέφερε ρητώς την έννοια της αποστασίας. Ωστόσο, βάσει Ποινικού Κώδικα και Συντάγματος, όπου ο Νόμος σιωπεί τα Δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν την Σαρία. Και παρόλο που το Κοράνι δεν ποινικοποιεί την αποστασία, οι Ισλαμιστές δικαστές του Ιράν συμφωνούσαν ότι η αποστασία είναι ένα έγκλημα που τιμωρείται με θάνατο, βασισμένοι σε παραδοσιακές ερμηνείες που μεταδόθηκαν προφορικά από τον Μωάμεθ και άλλους Σιίτες ιμάμηδες. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[14] USDOS, 2021 Report on International Religious Freedom: Iran, 2 June 2022, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2073955.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[15] USIRF, Country Update, Iran, July 2022, σελ.2-3, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2077155/2022+Iran+Country+Update_0.pdf ; Article 18, Annual Report 2021: Rights violations Against Christians in Iran’, January 2022, σελ. 10, available at: https://articleeighteen.com/wp-content/uploads/2022/01/AnnualReport-2021-1.pdf
(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[16] USIRF, Country Update, Iran, July 2022, σελ.2-3, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2077155/2022+Iran+Country+Update_0.pdf ; Article 18, Annual Report 2021: Rights violations Against Christians in Iran’, January 2022, σελ. 8, available at: https://articleeighteen.com/wp-content/uploads/2022/01/AnnualReport-2021-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[17] Όπ. Π.
[20] Article 18, Annual Report 2021: Rights violations Against Christians in Iran’, January 2022, σελ. 8, available at: https://articleeighteen.com/wp-content/uploads/2022/01/AnnualReport-2021-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[21] USDOS – US Department of State: 2021 Report on International Religious Freedom: Iran, 2 June 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2073955.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[22] EASO, COI QUERY RESPONSE – Iran: Religious Freedom and conversion (2019- 2021), 20 December 2021, Link: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_11_Q45_EASO_COI_Query_Response_CONVERSION_IRAN.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[23] Article 18 et al., ‘RIGHTS VIOLATIONS AGAINST CHRISTIANS IN IRAN - 2023 Annual Report’ (19 February 2023), https://articleeighteen.com/download/?wpdmdl=12611 (βλ. ενότητα ‘TRENDS – 6 Resistance grows’, σελ. 10) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[24] Ο.π. π.
[25] EUAA, COI QUERY RESPONSE – Iran: Political opponents, journalists, activists, 04 March 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2022_03_Q11_EUAA_COI_Query_Response_Iran_Treatment_of_opponents.pdf (βλ. ενότητα ‘1. Treatment of political opponents, journalists, activists by state actors’ – σελ. 2, και ενότητα ‘Journalists’ – σελ. 3) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[26] USDOS – US Department of State, 2022 Report on International Religious Freedom: Iran, 15 May 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2091857.html (βλ. ενότητα ‘Section II. Status of Government Respect for Religious Freedom - Legal Framework’) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[27] Βλ. (ενδεικτικά) ακόλουθες πηγές:
- USDOS – US Department of State, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Iran, 20 March 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2089063.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
- USDOS – US Department of State, 2022 Report on International Religious Freedom: Iran, 15 May 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2091857.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
- DIS – Danish Immigration Service, COUNTRY OF ORIGIN INFORMATION (COI) BRIEF REPORT: Iran – Protests 2022-2023, March 2023, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/coi_brief_report_iran-protests-2022-2023.pdf (βλ. ενότητα ‘2. Targeted Groups – 2.10 Minors’ – σελ. 20-22) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[28] DIS – Danish Immigration Service, COUNTRY OF ORIGIN INFORMATION (COI) BRIEF REPORT: Iran – Protests 2022-2023, March 2023, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/coi_brief_report_iran-protests-2022-2023.pdf (βλ. ενότητα ‘2. Targeted Groups – 2.7 Family members to targeted groups’ – σελ. 18-19) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[29] Ibid. (βλ. ενότητα ‘4. Treatment of returnees from Europe in the wake of the protests’ – σελ. 26) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[30] DFAT - Department of Foreign Affairs and Trade (Australia), DFAT COUNTRY INFORMATION REPORT: IRAN, 24 JULY 2023, https://www.ecoi.net/en/file/local/2095685/country-information-report-iran.pdf (βλ. ενότητα ‘TREATMENT OF RETURNEES’, σελ. 39-40) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[31] Βλ. (ενδεικτικά) ακόλουθες πηγές:
- Canadian Security Intelligence Service, Between Hope and Fear – A New Iran? (Highlights from the workshop), September 2016, https://www.canada.ca/content/dam/csis-scrs/documents/publications/NEW_IRAN_POST_WORKSHOP_REPORT_for_WEB_E.pdf (βλ. κεφάλαιο ‘Chapter 4 - The evolving role and limitations of Iran's security apparatus’, σελ. 50-56) [ημερ. πρόσβασης 06/03/2024]
- The Washington Institute (TWI) for Near East Policy, Policy Analysis, ‘Iran's Coercive Apparatus: Capacity and Desire’ (by Saeid Golkar), Jan 5, 2018, https://www.washingtoninstitute.org/policy-analysis/irans-coercive-apparatus-capacity-and-desire (βλ. ενότητα ‘THE IRANIAN "POLICE STATE"’) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[32] Βλ. EASO Practical guide on the application of the internal protection alternative, May 2021, p. 14, Actors of Persecution, State Actors, όπου “State actors are presumed to operate throughout the country. There is, therefore, a presumption that the IPA is not available in these cases. However, in specific cases, where the reach of the state actor is clearly limited to a particular geographic area, e.g. when the actor of persecution is acting privately and not on behalf of the state, the IPA may be applicable.”, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/publications/practical-guide-internal-protection-alternative, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[33] EUAA, Case Law Database, Applicants v Danish Immigration Service (Udlændingestyrelsen‚ DIS), 01/10/2025
DK: The Refugee Appeals Board granted refugee status under Section 7(1) of the Aliens Act to an Iranian Kurdish couple and their two minor children, finding that their genuine conversion to Christianity, supported by long-term church involvement and consistent statements, exposed them to a real risk of asylum-relevant persecution upon return to Iran. https://caselaw.euaa.europa.eu/pages/viewcaselaw.aspx?CaseLawID=5536&returnurl=%2fPages%2fsearch.aspx (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
[34] EUAA, Case Law Database, Applicant v Immigration Appeals Board (Utlendingsnemnda‚ UNE), 19/12/2024, NO: The Supreme Court clarified that in cases related to conversion to Christianity, the assessment is focused on the way the applicant will behave upon return and if this behaviour would trigger persecution. https://caselaw.euaa.europa.eu/pages/viewcaselaw.aspx?CaseLawID=4841&returnurl=%2fPages%2fsearch.aspx (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23.1.2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο