ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
27 Ιανουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.N.N.,
από Καμερούν
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου,
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Γ. Λουκαΐδου (κα) για Γιώτα Μιλτιάδους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Κ. Χρυσοστόμου (κα) για Α. Καρσλιάδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30.01.2022 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξετασθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Η Αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 24.09.2018, και αφίχθηκε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 01.10.2018, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στις 04.10.2018 και στις 16.10.2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός EUAA»), ο οποίος υπέβαλε στις 12.01.2022 εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 30.01.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 24.03.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 19.03.2022. Με την υπό εξέταση προσφυγή η Αιτήτρια αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η Αιτήτρια υποστηρίζει αρχικώς , δια των συνηγόρων της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας που οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και ανεπαρκούς αιτιολογίας. Στα πλαίσια των λόγων αυτών ακυρώσεως, οι οποίοι αναπτύσσονται ενιαία στην γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι παρά το γεγονός ότι στο μεγαλύτερο μέρος της συνέντευξής της κρίθηκε ως αξιόπιστη, εντούτοις αντιφατικά οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι είναι αναξιόπιστη. Είναι περαιτέρω η θέση της, παραπέμποντας σε πηγές πληροφόρησης (βλ. σελ. 8 της γραπτής της αγόρευσης), ότι ένα πρόσωπο που συνδέεται τόσο στενά με αποστάτη γαλλόφωνο στρατιώτη ο οποίος στράφηκε εναντίον του αυταρχικού καθεστώτος θα έχει μετά βεβαιότητας συνέπειες ενάντια στην Αιτήτρια η οποία διέμενε μαζί με τον σύζυγό της στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του γαλλόφωνου καθεστώτος. Προωθούν περαιτέρω οι ευπαίδευτοι συνήγοροί της, ότι η Αιτήτρια ήταν θύμα βιασμού από στελέχη του γαλλόφωνου καθεστώτος συνεπεία της σχέσης της με γαλλόφωνο αποστάστη στρατιώτη, ισχυρισμοί οι οποίοι, κατά τη θέση τους, δεν αμφισβητήθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Επισημαίνεται ότι στο στάδιο των Διευκρινίσεων κατά την δικάσιμο της 2ας Ιουλίου 2025, τέθηκε ζήτημα υγείας της Αιτήτριας -ήτοι ότι η ίδια φέρει ένα μικρόβιο που μπορεί να εξελιχθεί σε φυματίωση- με το Δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση επιζητώντας όπως προσκομιστούν σχετικά πιστοποιητικά από τους συνηγόρους της. Ωστόσο κατά την επόμενη δικάσιμο της 15ης Σεπτεμβρίου, οι συνηγόροι της ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι έχουν λάβει σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό και ότι δεν θα προωθήσουν οποιονδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της καθώς η Αιτήτρια είναι εκτός κινδύνου και δεν προκύπτει οτιδήποτε. Κατά τούτο λοιπόν, το ζήτημα αυτό δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο η ίδια φέρει στους ώμους της, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Έχοντας συνεκτιμήσει τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως που προβάλλει η Αιτήτρια διά της αγόρευσής της, διαπιστώνω ότι, κατ’ ουσίαν, διαπιστώνω ότι, κατ’ ουσίαν, περιστρέφονται γύρω από τη θέση περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι ισχυρισμοί αυτοί, ως έχουν διατυπωθεί, είναι άμεσα διαπλεκόμενοι με την ουσία της υπόθεσής του, την οποία εν πάση περιπτώσει οφείλει το παρόν Δικαστήριο να ελέγξει, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσιαστικής ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[1].
Θα προχωρήσω συνεπώς να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση και με τους ισχυρισμούς αυτούς.
Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[2]
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής της και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι στη χώρα καταγωγής της δέχθηκε απειλές θανάτου από άνδρες του στρατού της κυβέρνησης του Καμερούν, επειδή είναι αρραβωνιασμένη με άνδρα στρατιωτικό, ο οποίος αρνήθηκε να υπακούσει εκ νέου και να προδώσει τον στρατό του Καμερούν. Δήλωσε ότι ο αρραβωνιαστικός της εγκατέλειψε τον στρατό και διέφυγε και ότι από τότε η ίδια δεν έχει πλέον ηρεμία. Ανέφερε ότι απήχθη και βιάστηκε, ότι απειλήθηκε από ένοπλους άνδρες οι οποίοι της είπαν ότι γνωρίζει πού κρύβεται ο αρραβωνιαστικός της και ότι την υπέβαλαν σε βασανιστήρια (βλ. ερυθ. 15 και 1 του δ.φ.).
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον του Λειτουργoύ EUAA, η Αιτήτρια ανέφερε σχετικά με τα προσωπικά της στοιχεία ότι είναι υπήκοος του Καμερούν γεννηθείσα στην πόλη Douala, στην οποία διέμεινε μέχρι και το έτος 2015 και ακολούθως, το 2016, μετέβη στην πόλη Buea, στην οποία διέμεινε μέχρι το έτος 2019. Έπειτα διέμεινε για λίγους μήνες στην πόλη Bamenda, μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Ως προς το θρήσκευμα της δήλωσε χριστιανή καθολική. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση προέβαλε ότι είναι άγαμη και άτεκνη, και ότι η μητέρα της απεβίωσε το 2003, ενώ δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της. Πρόσθεσε ότι έχει μια αδελφή, η οποία διαμένει στην πόλη Buea του Καμερούν. Ως προς το εκπαιδευτικό της επίπεδο η Αιτήτρια προέβαλε ότι είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ομιλεί την γαλλική και λίγο την αγγλική γλώσσα. Τέλος, ως προς την εργασιακή της εμπειρία, δήλωσε ότι εργαζόταν ως υπάλληλος σε υπεραγορά στην πόλη Buea (βλ. ερυθρά 66 - 65 του Δ.Φ.).
Ως προς την ουσία του αιτήματός της, η Αιτήτρια δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή δεχόταν απειλές κατά της ζωής της από τον στρατό. Ανέφερε ότι είχε αρραβωνιαστικό, ο οποίος ζούσε στην πόλη Bamenda και εργαζόταν στον στρατό ως υπασπιστής. Δήλωσε ότι μετέβη από την Buea στην Bamenda για να τον επισκεφθεί και ότι διέμεναν σε στρατιωτικό καταυλισμό. Μια μέρα συνάδελφοι του αρραβωνιαστικού της πήγαν στο σπίτι αναζητώντας τον, αλλά δεν τον βρήκαν. Όπως ανέφερε, εκείνη βρισκόταν μόνη της στο σπίτι και οι στρατιωτικοί την απήγαγαν, θεωρώντας ότι γνώριζε πού βρισκόταν ο αρραβωνιαστικός της. Δήλωσε ότι της ζήτησαν να τους πει πού βρισκόταν, αλλά εκείνη απάντησε ότι δεν γνώριζε και ότι εκείνος έλειπε.
Ανέφερε ότι την πήραν με τη βία, την έβαλαν σε αυτοκίνητο, της έκλεισαν τα μάτια και τη μετέφεραν τη νύχτα σε άγνωστο μέρος, όπου ξυλοκοπήθηκε, βιάστηκε και τραυματίστηκε. Δήλωσε ότι φέρει ουλές στα πόδια της και ότι τραυματίστηκε με μαχαίρι. Ανέφερε ότι οι πράξεις αυτές έγιναν από άτομα που είχαν σταλεί από τον προϊστάμενο του αρραβωνιαστικού της, επειδή εκείνος αρνήθηκε να υπακούσει σε εντολές που περιλάμβαναν την καταστροφή σχολείου και τη δολοφονία αθώων ανθρώπων.
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι, παρά τις απειλές, συνέχισε να λέει ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν ο αρραβωνιαστικός της. Ανέφερε ότι της έδεσαν τα χέρια και τα πόδια, της είχαν καλυμμένα τα μάτια και την απείλησαν ότι θα τη σκοτώσουν αν δεν αποκαλύψει πού βρίσκεται. Στη συνέχεια, την εγκατέλειψαν και έχασε τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε, βρισκόταν σε νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε για δύο μήνες και έλαβε ιατρική φροντίδα για τα τραύματά της. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, δήλωσε ότι ένας στρατιωτικός και μία γυναίκα την επισκέπτονταν και της έλεγαν ότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί πού βρίσκεται. Ανέφερε ότι, λίγες εβδομάδες πριν φύγει από τη χώρα, ο στρατιωτικός τη ρώτησε αν είχε διαβατήριο και, αφού επικοινώνησε με την αδελφή της για να το παραλάβει, την μετέφεραν στο αεροδρόμιο στις 7 Νοεμβρίου. Δήλωσε ότι με αυτόν τον τρόπο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. (βλ. ερυθ. 64 2χ)
Ερωτηθείσα ως προς το τί θεωρεί ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια προέβαλε πως θα της συμβεί ξανά κάτι παρόμοιο με όσα έχει ήδη υποστεί. Ανέφερε ότι το γεγονός πως ο στρατιωτικός τη βοήθησε να φύγει από τη χώρα αποδεικνύει ότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο. Δήλωσε ότι μετά το περιστατικό υπέστη τραυματισμό και ότι φοβάται πως θα επαναληφθούν ανάλογα γεγονότα. Πρόσθεσε επιπλέον ότι στο Καμερούν επικρατεί πόλεμος.
Κατά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν από τον Λειτουργό EUAA η Αιτήτρια δήλωσε ότι από το 2016 έως τον Ιούλιο του 2019 ζούσε με την αδελφή της στην Buea, ενώ εργαζόταν σε υπεραγορά εκεί. Επισήμανε ότι ο λόγος που πήγε να διαμείνει στην Buea ήταν διότι δεν μπορούσε να βρει δουλειά στο Douala (βλ. ερυθ. 57 δ.φ.), ενώ εργάστηκε εκεί από τον Δεκέμβριο του 2016 έως τον Ιούλιο του 2019. Περαιτέρω, δήλωσε ότι γνώρισε τον αρραβωνιαστικό της το 2017, ο οποίος συνήθιζε να επισκέπτεται την Buea τα Σαββατοκύριακα. Τον Ιούλιο του 2019, πήγε να ζήσει με τον αρραβωνιαστικό της στον στρατιωτικό καταυλισμό στο Up Station, Bamenda. Η Αιτήτρια πρόσθεσε ότι σταμάτησε να εργάζεται στην υπεραγορά στην Buea τον Ιούνιο του 2019, διότι μείωσαν το προσωπικό λόγω της κρίσης. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ρώτησε τον αρραβωνιαστικό της αν μπορούσε να πάει να διαμείνει μαζί του και εκείνος το δέχτηκε (βλ. ερυθ. 57 2x).
Αναφορικά με τον αρραβωνιαστικό της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το όνομά του, ότι ήταν 41 ετών, ψηλός, μεγαλόσωμος, ότι ήταν καλός και ευγενικός, ότι δεν μιλούσε πολύ και ότι δεν έχουν συνάψει επίσημο αρραβώνα μεταξύ τους. Ερωτηθείσα σχετικώς, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η απόσταση μεταξύ του στρατοπέδου και της κεντρικής αγοράς της Bamenda είναι 30 λεπτά (βλ. ερυθ. 62 1x).
Αναφορικά με το περιστατικό της απαγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ένα βράδυ τον Σεπτέμβριο του 2019, 3 άντρες με στρατιωτική στολή, χτύπησαν την πόρτα της και της είπαν ότι έψαχναν τον αρραβωνιαστικό της. Τους εξήγησε ότι εκείνος δεν ήταν εκεί και ότι απουσίαζε ήδη 3 ημέρες. Ακολούθως, της έδεσαν τα μάτια και της ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο αυτοκίνητο, την οδήγησαν σε ένα μέρος την κακοποίησαν και τη βίασαν (βλ. ερυθ. 62 2x) Εκεί της είπαν ότι ο αρραβωνιαστικός της δεν υπάκουσε στις εντολές τους (βλ. ερυθ. 61 2χ). Κληθείσα να διευκρινίσει σε ποια εντολή δεν είχε υπακούσει, δήλωσε ότι ο αρραβωνιαστικός της, τής είπε πως το αφεντικό του τού ζήτησε να προβεί σε εμπρησμό σχολείων, επειδή η κυβέρνηση πίστευε ότι ο πληθυσμός υποστήριζε τους αυτονομιστές.
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν ο αρραβωνιαστικός της εκείνη τη στιγμή και ότι είχε φύγει 3 ημέρες πριν και δεν την είχε ενημερώσει πού θα πήγαινε (βλ. ερυθ. 61 1x). Ερωτηθείσα αν εννοούσε ότι ο αρραβωνιαστικός της αγνοείτο, δήλωσε ότι πίστευε πως αγνοείτο διότι δεν είχε νέα του. Ακολούθως, κληθείσα να προσδιορίσει πότε συνειδητοποίησε ότι ο αρραβωνιαστικός της αγνοείτο δήλωσε ότι όταν νοσηλεύτηκε μετά το περιστατικό, ρώτησε τον στρατιωτικό που την επισκέφθηκε για τον αρραβωνιαστικό της και εκείνος της είπε ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε σκοτωθεί (βλ. ερυθ. 61 1x). Αναφορικά με το μέρος που την μετέφεραν δήλωσε ότι χρειάστηκε «1–2 ώρες» για να φτάσουν και ότι ήταν σαν δάσος (βλ. ερυθ. 60 2x).
Ερωτηθείσα πώς κατέληξε στο νοσοκομείο δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, ότι ξύπνησε εκεί και ότι νοσηλεύτηκε για δύο μήνες. Κληθείσα να διευκρινίσει αν προσπάθησε να μάθει ρωτώντας το προσωπικό του νοσοκομείου, απάντησε ότι δεν το έκανε. Η Αιτήτρια, ανέφερε ότι ένας στρατιωτικός και μια γυναίκα την επισκέφτηκαν στο νοσοκομείο. Ως προς τις πληροφορίες που της έδωσαν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν της έδωσαν καμία πληροφορία. Σε παρατήρηση του Λειτουργού EUAA ότι προηγουμένως είχε δηλώσει ότι της είπαν πως βρίσκεται σε κίνδυνο, η ίδια εξήγησε ότι θεώρησε πως ρωτήθηκε για τους άντρες οι οποίοι είχαν μεταβεί στην οικία της (βλ. ερυθ. 58 1x).
Ερωτηθείσα εάν προσπάθησε να μάθει για ποιο λόγο βρισκόταν σε κίνδυνο, απάντησε ότι δεν ρώτησε. Η Αιτήτρια δήλωσε περαιτέρω, ότι δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία, διότι εμπιστεύτηκε τον συγκεκριμένο στρατιωτικό άνδρα και την γυναίκα, οι οποίοι την βοήθησαν να δραπετεύσει (βλ. ερυθ. 55 2χ). Ως προς τον τρόπο που δραπέτευσε από τον νοσοκομείο, δήλωσε ότι τα εν λόγω άτομα μετέβησαν στο νοσοκομείο στις 7 Νοεμβρίου, και την ενημέρωσαν ότι θα ταξιδέψει το βράδυ της ίδιας ημέρας. Ερωτηθείσα πώς ήταν σε θέση να ταξιδέψει, ενώ όπως δήλωσε είχε τραυματιστεί βαριά, η Αιτήτρια απάντησε ότι είχε νοσηλευτεί για μεγάλο διάστημα και τα τραύματά της είχαν βελτιωθεί (βλ. ερυθ. 54 2χ).
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο στρατός την αναζητούσε για να τη σκοτώσει. Κληθείσα να εξηγήσει πώς γίνεται να την αναζητούσαν, αφού γνώριζαν ότι ζούσε στο στρατόπεδο και επίσης αφού την είχαν ήδη συλλάβει και την είχαν αφήσει ελεύθερη, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει (βλ. ερυθ. 58 2x). Σε παρατήρηση του Λειτουργού EUAA ότι στην αίτησή της για διεθνή προστασία, είχε δηλώσει ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε διαφύγει και ότι από τότε δεν έχει ηρεμία, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, δήλωσε ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε σκοτωθεί, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι σχεδόν το ίδιο (βλ. ερυθ. 53). Τέλος, ερωτηθείσα εάν έχει ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στην χώρα καταγωγής της, απάντησε αρνητικά.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός EUAA εντόπισε και εξέτασε τρείς ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, και αυτός έγινε αποδεκτός από τον Λειτουργό EUAA καθώς στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και η εξωτερική του αξιοπιστία.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τη θέση ότι η Αιτήτρια ήταν αρραβωνιασμένη με υπαξιωματικό στο Καμερούν και διέμενε μαζί του σε στρατιωτικό καταυλισμό στην περιοχή Up Station της Bamenda. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε επίσης αποδεκτός από τον Λειτουργό EUAA, καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν επαρκώς αναλυτικές, σαφείς και συνεπείς. Σε ό,τι αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός EUAA έκρινε ότι, λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσης των περιστάσεων που σχετίζονται με την προσωπική της σχέση με τον αρραβωνιαστικό της, η μαρτυρία της Αιτήτριας αποτελεί το μοναδικό διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο. Οι δηλώσεις της σχετικά με την απόσταση μεταξύ του στρατοπέδου και της κεντρικής αγοράς της Bamenda αξιολογήθηκαν ως σύμφωνες με τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι οι πληροφορίες της Αιτήτριας αναφορικά με τον ίδιο τον στρατιωτικό καταυλισμό δεν κατέστη δυνατό να επαληθευτούν ουσιαστικά, καθώς δεν εντοπίστηκαν σχετικές αναφορές σε εξωτερικές πηγές. Ωστόσο, η απουσία τέτοιων πληροφοριών δεν θεωρήθηκε επαρκής λόγος για την αμφισβήτηση της συνολικής της αξιοπιστίας, ιδίως υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι παρόμοια δεδομένα συνήθως δεν είναι δημοσίως προσβάσιμα λόγω νομοθεσίας περί απορρήτου και στρατιωτικών κανονισμών. Τέλος, η ύπαρξη στρατιωτικού νοσοκομείου στην Bamenda επιβεβαιώθηκε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες ευθυγραμμίζονται με τις δηλώσεις της Αιτήτριας.
Ο τρίτος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό ότι, τον Σεπτέμβριο του 2019, η Αιτήτρια απήχθη από τρεις στρατιωτικούς, υπέστη κακοποίηση και βιασμό. Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον Λειτουργό EUAA, καθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με επαρκή συνοχή τον λόγο για τον οποίο ο στρατός την αναζητούσε, ούτε να παράσχει συγκεκριμένες και σαφείς απαντήσεις αναφορικά με τα πρόσωπα που τη βοήθησαν, τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν απευθύνθηκε στις αστυνομικές αρχές. Ειδικότερα, ο Λειτουργός EUAA εντόπισε ασυνέπειες στις δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνειδητοποίησε ότι ο αρραβωνιαστικός της αγνοείτο. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε αντίφαση στις δηλώσεις της σχετικά με την εντολή που φέρεται να είχε παρακούσει ο αρραβωνιαστικός της, δεδομένου ότι η ίδια ανέφερε πως εκείνος της είχε εκμυστηρευθεί ότι ο προϊστάμενός του τού είχε ζητήσει να πυρπολήσει σχολεία, καθώς η κυβέρνηση θεωρούσε ότι ο τοπικός πληθυσμός υποστήριζε τους αυτονομιστές. Ωστόσο, σε προγενέστερες δηλώσεις της, η Αιτήτρια είχε αναφέρει, κατά τρόπο ασύμβατο, ότι ο αρραβωνιαστικός της δεν μιλούσε ιδιαίτερα, ενδεχομένως λόγω της φύσης της εργασίας του.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση ως προς το μέρος στο οποίο την μετέφεραν και πόση ώρα χρειάστηκε για να φτάσουν εκεί. Ομοίως δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει πώς κατέληξε στο νοσοκομείο, δηλώνοντας ότι δεν γνωρίζει. Ερωτηθείσα τί πληροφορίες τής έδωσαν ο στρατιωτικός και η γυναίκα που την επισκέφθηκαν, δήλωσε ότι δεν της έδωσαν πληροφορίες, ενώ ακολούθως ανέφερε ασυνεπώς, ότι ο στρατιωτικός και η γυναίκα τής είπαν ότι η ζωή της ήταν σε κίνδυνο. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς γίνεται να την αναζητούσε ο στρατός, αφού γνώριζαν ότι ζούσε στο στρατόπεδο και επίσης αφού την είχαν ήδη συλλάβει και την είχαν αφήσει ελεύθερη. Σε παρατήρηση του Λειτουργού EUAA ότι στην αίτησή της για διεθνή προστασία, είχε δηλώσει ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε διαφύγει, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, δήλωσε ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε σκοτωθεί, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει συνεκτική απάντηση.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κρίθηκε ότι δεδομένης της υποκειμενικής φύσης του ισχυρισμού, η μαρτυρία της είναι το μόνο στοιχείο στο οποίο μπορεί να βασιστεί κανείς και ότι οι δηλώσεις της δεν μπορούν να επαληθευτούν με ουσιαστικό τρόπο. Περαιτέρω, παρά την εκτενή έρευνα, δεν βρέθηκαν πληροφορίες σχετικά με τον στρατό να στοχοποιεί πολίτες.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας, και τον ισχυρισμό ότι ήταν αρραβωνιασμένη με έναν υπαξιωματικό στο Καμερούν και ότι ζούσε μαζί του σε στρατιωτικό καταυλισμό στο Up Station, Bamenda, ο Λειτουργός EUAA προχώρησε σε έρευνα αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Έπειτα από παράθεση σχετικών πηγών πληροφόρηση, ο Λειτουργός EUAA κατέληξε στο ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός EUAA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν θα τεθεί σε κίνδυνο ως άμαχος εξαιτίας αδιάκριτης βίας σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού της EUAA όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Διαπιστώνω καταρχάς ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν υποπέσει σε πλημμέλειες ως προς τον διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί προκύπτουν από το περιεχόμενο της συνέντευξής της. Ειδικότερα, ο Λειτουργός προέβη σε έναν περιορισμένο και σχηματικό διαχωρισμό τριών “material facts”, συγχωνεύοντας στην πράξη ετερογενή πραγματικά στοιχεία υπό ενιαίες κατηγορίες. Η επιλογή αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αποδοθεί υπερβολικό βάρος σε ορισμένους ισχυρισμούς και, αντιστρόφως, να απορριφθούν ή να αποδυναμωθούν άλλοι όχι λόγω της εγγενούς αναξιοπιστίας τους, αλλά λόγω της συνάφειάς τους με διαφορετικό ισχυρισμό που κρίθηκε μη πειστικός.
Επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση αιτήματος διεθνούς προστασίας προϋποθέτει, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού και διεθνούς προσφυγικού δικαίου, τη σαφή αναγνώριση και αυτοτελή εξέταση των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών που συγκροτούν τον πυρήνα του αιτήματος. Η υποχρέωση αυτή δεν αποτελεί απλή τυπική απαίτηση, αλλά ουσιώδες στοιχείο της δίκαιης διαδικασίας, καθώς μόνο μέσω της ορθής διάρθρωσης των ισχυρισμών καθίσταται δυνατή η ακριβής στάθμιση της αξιοπιστίας, η αποφυγή μετάδοσης αμφιβολιών από τον έναν ισχυρισμό στον άλλον και η ορθή εφαρμογή του αποδεικτικού κανόνα της εύλογης πιθανότητας.
Ως λοιπόν έγινε εν προκειμένω ο διαχωρισμός των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών (material facts), η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αυτών που επακολούθησε, απέκτησε σωρευτικό και όχι διακριτό χαρακτήρα, γεγονός που αντιβαίνει στη μεθοδολογία που επιβάλλουν τόσο οι κατευθυντήριες οδηγίες του EUAA[3] όσο και η πάγια νομολογία.
Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση και θεωρώ ορθή την κατηγοριοποίηση των σχετικών δηλώσεων της Αιτήτριας υπό την «ομπρέλα» των προσωπικών στοιχείων του προφίλ του.
Το πρόβλημα ωστόσο εντοπίζεται ως προς τα material facts 2 και 3, τα οποία, όπως διατυπώθηκαν και αξιολογήθηκαν από τον Λειτουργό της EUAA, δεν αντανακλούν με επάρκεια τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλει η Αιτήτρια. Ειδικότερα, στον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό συγχωνεύονται στοιχεία που αφορούν αφενός την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση της Αιτήτριας και τη διαβίωσή της σε στρατιωτικό περιβάλλον και αφετέρου συγκεκριμένα καταγγελλόμενα περιστατικά βίας και κακοποίησης. Η συγχώνευση αυτή είχε ως αποτέλεσμα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας να μην λάβει χώρα επί διακριτών και αυτοτελών πραγματικών βάσεων, αλλά να προσλάβει σωρευτικό χαρακτήρα, με συνέπεια οι ασυνέπειες που εντοπίστηκαν σε έναν επιμέρους ισχυρισμό να επηρεάσουν δυσμενώς την κρίση επί άλλων, οι οποίοι, εξεταζόμενοι αυτοτελώς, δεν παρουσίαζαν την ίδια ένταση αμφιβολιών.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και προκειμένου να διασφαλιστεί η δίκαιη, πλήρης και σύμφωνη με τις αρχές του προσφυγικού δικαίου εξέταση του αιτήματος της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να προβεί σε εκ νέου διάκριση των ουσιωδών ισχυρισμών, περιορίζοντάς τους στους απολύτως αναγκαίους, ως ακολούθως:
(α) Δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός είναι ότι η Αιτήτρια διατηρούσε σταθερή προσωπική σχέση με στρατιωτικό του κρατικού στρατού του Καμερούν και, στο πλαίσιο αυτής, διέμεινε μαζί του σε στρατιωτικό στρατόπεδο στο Up Station της Bamenda.
(β) Τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός είναι ότι, λόγω της σχέσης αυτής και της διαμονής της σε στρατιωτικό περιβάλλον, η Αιτήτρια εκτέθηκε σε αυξημένο κίνδυνο από κρατικές αρχές ή πρόσωπα συνδεόμενα με αυτές.
(γ) Τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός είναι ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα απαγωγής και κακοποίησης από στρατιωτικούς τον Σεπτέμβριο του 2019.
Ακολούθως, το Δικαστήριο προχωρεί σε αυτοτελή αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας εκάστου εκ των ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, διαπιστώνεται ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τη γνωριμία της με τον σύντροφό της, τη διάρκεια και τη φύση της σχέσης τους, καθώς και τη μετακίνησή της από την Buea στο Bamenda και τη διαμονή της εντός του στρατοπέδου, παρουσιάζουν χρονική συνοχή και σταθερότητα. Η ίδια αναφέρει με συνέπεια τις συνθήκες υπό τις οποίες εγκατέλειψε την εργασία της και μετέβη να ζήσει μαζί του, ενώ παρέχει περιγραφικά στοιχεία για την καθημερινότητά της στο στρατόπεδο. Όπως ορθώς επισημαίνεται και στην Έκθεση του Λειτουργού EUAA, οι σχετικές δηλώσεις κρίνονται επαρκώς λεπτομερείς και δεν χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις εσωτερικές αντιφάσεις. Το Δικαστήριο συντάσσεται με την εκτίμηση αυτή, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η περιορισμένη γνώση της Αιτήτριας ως προς τα υπηρεσιακά καθήκοντα του συντρόφου της αποτελεί στοιχείο που μειώνει εν μέρει το αποδεικτικό βάρος του ισχυρισμού, χωρίς όμως να τον καθιστά εσωτερικά αναξιόπιστο.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, παρατηρείται ότι ο Λειτουργός EUAA δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε αντίθεση των δηλώσεων της Αιτήτριας με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, ούτε έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός προσκρούει σε αντικειμενικά δεδομένα. Αν και δεν υφίσταται ρητή εξωτερική επιβεβαίωση, η απουσία αρνητικών αντικειμενικών στοιχείων οδήγησε τον Λειτουργό EUAA στην αποδοχή του ισχυρισμού ως ουσιώδους πραγματικού περιστατικού. Το Δικαστήριο συντάσσεται με την εκτίμηση αυτή, καθόσον η έλλειψη εξωτερικής τεκμηρίωσης δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την απόρριψη ισχυρισμού που κρίνεται εσωτερικά συνεπής και εύλογος.
Ο ισχυρισμός αυτός λοιπόν γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την έκθεση της Αιτήτριας σε κίνδυνο λόγω της σχέσης της με στρατιωτικό και της διαμονής της σε στρατιωτικό περιβάλλον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν έτυχε αυτοτελούς αξιολόγησης στην Έκθεση του Λειτουργού EUAA, αλλά αντιμετωπίστηκε εμμέσως ως παράγωγος του ισχυρισμού περί απαγωγής και κακοποίησης. Εξεταζόμενος αυτοτελώς, ο ισχυρισμός αυτός παρουσιάζει εσωτερική συνοχή, καθόσον η Αιτήτρια διατυπώνει με σταθερότητα ότι η σχέση της με στρατιωτικό και η διαμονή της εντός στρατιωτικού περιβάλλοντος την έθεσαν σε ιδιαίτερη θέση έκθεσης και ευαλωτότητας. Δεν προκύπτουν εσωτερικές αντιφάσεις ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού αυτού, ούτε αναιρέσεις προηγούμενων δηλώσεών της.
Ωστόσο, η Αιτήτρια δεν προέβη σε επαρκή συγκεκριμενοποίηση των περιστάσεων υπό τις οποίες η εν λόγω έκθεση μετατράπηκε σε άμεσο και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά απειλών, στοχοποίησης ή παρεμβάσεων εις βάρος της πριν ή ανεξαρτήτως του φερόμενου περιστατικού απαγωγής, ούτε προσδιορίζει πρόσωπα, όργανα ή μηχανισμούς μέσω των οποίων η σχέση της με στρατιωτικό θα μπορούσε να της αποδώσει συγκεκριμένο λόγο δίωξης. Ο ισχυρισμός παραμένει, ως εκ τούτου, σε επίπεδο γενικής έκθεσης σε κίνδυνο, χωρίς σαφή χρονικό ή πραγματικό προσδιορισμό.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, διαπιστώνεται ότι αυτός δεν υποστηρίζεται από ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία ούτε από συγκεκριμένες πληροφορίες χώρας καταγωγής που να καταδεικνύουν ότι η απλή διατήρηση σχέσης με στρατιωτικό ή η διαμονή σε στρατιωτικό περιβάλλον οδηγεί, καθεαυτή, σε εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης για άμαχα πρόσωπα στο Καμερούν. Πλην όμως, ο ισχυρισμός δεν προσκρούει ευθέως σε αντικειμενικά δεδομένα, ούτε αναιρείται από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, γεγονός που επιτρέπει την αποδοχή του ως πραγματικού περιστατικού.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δύναται να γίνει δεκτός ως εσωτερικά συνεπής και εξωτερικά εύλογος ως προς την πραγματική του βάση, πλην όμως πάσχει ως προς την αποδεικτική του επάρκεια, καθόσον δεν τεκμηριώνει άμεσο, εξατομικευμένο και παρόντα κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεμελιώσει αυτοτελώς δικαίωμα διεθνούς προστασίας, δύναται όμως να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης κινδύνου.
Τέλος, ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό περί απαγωγής και κακοποίησης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι ασυνέπειες που εντόπισε ο Λειτουργός EUAA αφορούν καίρια στοιχεία της αφήγησης και δεν περιορίζονται σε επουσιώδεις λεπτομέρειες. Ειδικότερα, οι μεταβαλλόμενες δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς την τύχη του συντρόφου της, τον λόγο για τον οποίο φερόταν να την αναζητούν οι στρατιωτικοί και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της σχέσης αυτής και της φερόμενης απαγωγής, καθώς και οι ασαφείς και αντιφατικές περιγραφές των συνθηκών υπό τις οποίες κατέληξε στο νοσοκομείο και εγκατέλειψε τη χώρα, υπονομεύουν τη συνοχή και τη λογική αλληλουχία του ισχυρισμού. Περαιτέρω, η αδυναμία παροχής συγκεκριμένων στοιχείων για κρίσιμες πτυχές του περιστατικού, σε συνδυασμό με τη μη αιτιολογημένη μεταγενέστερη συμπεριφορά της Αιτήτριας και την έλλειψη οποιασδήποτε εξωτερικής ενίσχυσης των καταγγελλόμενων γεγονότων, εντείνουν τις αμφιβολίες ως προς τη βιωματική βάση της αφήγησης. Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβανομένου υπόψη ότι οι εν λόγω ασυνέπειες δεν αποκαταστάθηκαν παρά τις παρεχόμενες ευκαιρίες διευκρίνισης, το Δικαστήριο συμφωνεί με την κρίση του Λειτουργού EUAA ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν πληροί το απαιτούμενο αποδεικτικό όριο ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί απαγωγής και κακοποίησης, διαπιστώνεται ότι αυτός δεν υποστηρίζεται από ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία, όπως ιατρική τεκμηρίωση ή άλλα έμμεσα στοιχεία, ούτε ενισχύεται από συγκεκριμένες πληροφορίες χώρας καταγωγής που να καταδεικνύουν την ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου υπό παρόμοιες περιστάσεις. Αν και η απουσία εξωτερικής επιβεβαίωσης δεν θα αρκούσε, καθεαυτή, για την απόρριψη του ισχυρισμού, εντούτοις, σε συνδυασμό με τις σοβαρές εσωτερικές ασυνέπειες που διαπιστώθηκαν, δεν επιτρέπει την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του. Ως εκ τούτου, η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν λειτουργεί ενισχυτικά, αλλά επιτείνει τις υφιστάμενες αμφιβολίες.
Υπό το φως των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω και των ισχυρισμών της Αιτήτριας που έχουν γίνει αποδεκτοί, είτε πλήρως είτε εν μέρει, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο αυτοί αρκούν νομικά για τη θεμελίωση της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του προσφυγικού δικαίου.
Καταρχάς, γίνεται δεκτό ότι η Αιτήτρια διατηρούσε σταθερή προσωπική σχέση με στρατιωτικό του κρατικού στρατού του Καμερούν και ότι, στο πλαίσιο αυτής της σχέσης, διέμεινε σε στρατιωτικό περιβάλλον στην περιοχή Up Station της Bamenda. Γίνεται επίσης δεκτό ότι η εν λόγω διαμονή την εξέθεσε σε ένα γενικό πλαίσιο αυξημένης έντασης και ανασφάλειας. Περαιτέρω, απορρίφθηκε ως μη επαρκώς αξιόπιστος ο ισχυρισμός περί απαγωγής και κακοποίησης, ενώ κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός περί κινδύνου λόγω της σχέσης της με στρατιωτικό, αν και εσωτερικά συνεπής, στερείται επαρκούς συγκεκριμενοποίησης ώστε να θεμελιώσει αυτοτελώς δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν εύλογο φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους που περιοριστικά απαριθμούνται στη Σύμβαση της Γενεύης, ήτοι φυλή, θρησκεία, εθνικότητα, πολιτική γνώμη ή συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι αποδεκτοί ισχυρισμοί δεν συνδέονται επαρκώς με κάποιον από τους ανωτέρω λόγους. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε ότι της αποδίδεται συγκεκριμένη πολιτική γνώμη, πραγματική ή αποδιδόμενη, λόγω της σχέσης της με στρατιωτικό. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι στοχοποιήθηκε ή κινδυνεύει λόγω της φυλής, της εθνικότητας ή της θρησκείας της.
Ως προς τη δυνατότητα υπαγωγής της Αιτήτριας σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ιδιότητα της συντρόφου ή πρώην συντρόφου στρατιωτικού, όπως προβάλλεται εν προκειμένω, δεν προσδιορίζεται ως κοινωνική ομάδα με σαφή χαρακτηριστικά κοινωνικής αναγνώρισης ή διακριτής ταυτότητας στην κοινωνία του Καμερούν, ούτε προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά υφίστανται συστηματική ή στοχευμένη δίωξη. Ο σχετικός ισχυρισμός παραμένει σε επίπεδο γενικής έκθεσης σε κίνδυνο και δεν θεμελιώνει ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια της Σύμβασης.
Περαιτέρω, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η διαμονή της Αιτήτριας σε στρατιωτικό περιβάλλον συνεπάγεται αυξημένη έκθεση σε κινδύνους, η έκθεση αυτή δεν ταυτίζεται με δίωξη, ούτε συνιστά από μόνη της σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων τέτοιας έντασης ώστε να εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της Σύμβασης της Γενεύης. Η Σύμβαση δεν καλύπτει γενικούς κινδύνους που απορρέουν από ασταθείς συνθήκες ασφαλείας, ελλείψει εξατομικευμένης στοχοποίησης για προστατευόμενο λόγο.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που κρίθηκαν αξιόπιστοι ή αποδεκτοί αφορούν κυρίως προσωπικές και πραγματικές συνθήκες ζωής, οι οποίες, αν και ενδεχομένως δυσμενείς, δεν συγκροτούν δίωξη κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε θεμελιώνουν εύλογο φόβο δίωξης για κάποιον από τους προβλεπόμενους λόγους.
Ως εκ τούτου, οι αποδεκτοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν επαρκούν για την αναγνώρισή της ως πρόσφυγα.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί η Αιτήτρια στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[4] ότι συνιστούν:
«(…) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[5], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[6] :
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[7] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, ήτοι την πόλη Buea του Καμερούν από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[8]
· Στις περιοχές Southwest και Northwest, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές,[9] οι μάχες μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές προσπάθησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[10] Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των ηγετών των αυτονομιστών χώρισαν τις αυτοαποκαλούμενες «αγγλόφωνες κυβερνήσεις» σε περισσότερες από 50 αυτονομιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα πολιτικά τους αιτήματα και την ικανότητά τους να αντιστέκονται στις κρατικές επιθέσεις.[11] Το ACLED ανέφερε περαιτέρω ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ των αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα «κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών», το οποίο διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αυτονομιστών, της κυβέρνησης, ιδιωτικών εταιρειών και ανθρωπιστικών οργανώσεων.[12]
· Επίσης, η ανωτέρω πηγή αναφέρει πως μετά την εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων από τα μέσα του 2020, οι αυτονομιστές άρχισαν να χρησιμοποιούν αυξανόμενο αριθμό αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών – με σχεδόν 60 τέτοια περιστατικά να καταγράφονται το 2023. Η χρήση εξ αποστάσεως βίας από τους αυτονομιστές στόχευε κυρίως τον στρατό και την αστυνομία, αλλά έπληξε και αμάχους αρκετές φορές.[13] Ως προς την παρουσία των αυτονομιστών σε πυκνοκατοικημένες περιοχές αναφέρεται πως από το 2017, οι αρχικές αναταραχές σημειώθηκαν σε πυκνοκατοικημένες περιοχές της αγγλόφωνης ζώνης, όπως οι πόλεις Bamenda και Mamfe. Καθώς η υποστήριξη από τους πολίτες μειωνόταν και η καταστολή αυξανόταν, οι αυτονομιστές μετακινήθηκαν σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές όπως το Bui, που προσφέρουν στρατηγικά πλεονεκτήματα και δυσκολεύουν την πρόσβαση του στρατού. Από το 2021, τα περιστατικά πολιτικής βίας με τη συμμετοχή αυτονομιστών έχουν μειωθεί σημαντικά σε περιοχές υψηλής πυκνότητας, σε περιοχές με πυκνότητα πληθυσμού άνω των 3.000 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, φτάνοντας κάτω από 2.500 το 2023.[14]
· Τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[15] Η κατάσταση της ασφάλειας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[16] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[17]
· Σύμφωνα με το ACLED, «η σύγκρουση στην αγγλόφωνη περιοχή μεγάλωνε κάθε χρόνο, με βίαια γεγονότα να αυξάνονται κατά μέσο όρο 49% ετησίως από το 2020 έως το 2023».[18] Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι αυτονομιστές επέβαλαν το κλείσιμο και το lockdown στις σχολικές δραστηριότητες και ήταν υπεύθυνοι για το 89% των σχεδόν 50 περιστατικών κάλυψης βίαιων περιστατικών που στοχοποιούσαν δασκάλους το 2023.[19] Στην Έκθεση Κατάστασης που καλύπτει τον Δεκέμβριο του 2023, η UNOCHA ανέφερε πάνω από 96.815 εκτοπισμένους στις περιοχές Northwest και Southwest λόγω βίας, με πολλούς να αντιμετωπίζουν εκτοπισμό καθώς επέστρεφαν στα σπίτια τους σε περιόδους ηρεμίας, αλλά διέφευγαν ξανά κατά τη διάρκεια της αναζωπύρωσης της βίας.[20] Σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία, σε έκθεση της για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, για το έτος 2024, αναφέρει πως περισσότεροι από 580.000 άνθρωποι έχουν εκτοπισθεί εξαιτίας της ένοπλης βίας στο Βορειοδυτικό και Νοτιοδυτικό Καμερούν.[21]
· Πρόσφατη έκθεση της CEDOCA αναφέρει πως «οι ένοπλοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων επιθέσεις σε σχολεία, ανθρωποκτονίες, απαγωγές, βασανιστήρια, εκφοβισμούς, εκβιασμούς και καταστροφές περιουσιών.[22] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κύριοι στόχοι αυτών των πράξεων βίας είναι άτομα «ύποπτα για συνεργασία με τις δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας ή κατηγορούνται για μη υπακοή στις εντολές που προσπαθούν να επιβάλουν στις περιοχές που θέλουν να ελέγξουν».[23]
· Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 08/01/2026) σημειώθηκαν στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια (Southwest Region) στην οποία υπάγεται η περιοχή Buea, συνολικά 1.170 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 562 απώλειες.[24] Από τα εν λόγω περιστατικά, 33 έλαβαν χώρα στην περιοχή Buea, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τέσσερις ανθρώπινες απώλειες. Η νοτιοδυτική περιφέρεια σύμφωνα με προβλέψεις έχει πληθυσμό περί τα 1.5 εκατομμύρια κατοίκων[25] και η Buea έχει περί τις 131,325 κατοίκων[26].
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση του κατά πόσο η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την πόλη Buea στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, χαρακτηρίζεται από τέτοιο βαθμό αδιάκριτης βίας, ώστε να γεννά, λόγω της παρουσίας της και μόνον, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Από τις προαναφερθείσες πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι το Καμερούν, και ιδίως οι αγγλόφωνες περιοχές Northwest και Southwest, βιώνουν από το 2017 και εντεύθεν παρατεταμένη εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και πολυάριθμων αυτονομιστικών ομάδων. Η σύρραξη αυτή χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό των εμπλεκομένων ενόπλων φορέων, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών, στοχοποίηση υποδομών, απαγωγές, εκβιασμούς και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και από εκτεταμένο εσωτερικό εκτοπισμό αμάχων.
Ωστόσο, η αξιολόγηση του άρθρου 19(2)(γ) δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της ύπαρξης ένοπλης σύρραξης ή γενικευμένης ανασφάλειας, αλλά απαιτεί εκτίμηση της έντασης και γεωγραφικής κατανομής της αδιάκριτης βίας, καθώς και του κατά πόσο αυτή φθάνει σε τέτοιο επίπεδο ώστε κάθε άμαχος, ανεξαρτήτως προσωπικών χαρακτηριστικών, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Εν προκειμένω, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι, μολονότι η Νοτιοδυτική Περιφέρεια συνολικά πλήττεται έντονα από τη σύγκρουση, η ένταση της βίας δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στο σύνολο της επικράτειάς της. Ειδικότερα, προκύπτει ότι από το 2021 και εντεύθεν τα περιστατικά πολιτικής βίας σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, όπως η Buea, έχουν μειωθεί αισθητά, με τις αυτονομιστικές ομάδες να μετακινούν τη δραστηριότητά τους κυρίως σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές που προσφέρουν στρατηγικά πλεονεκτήματα και δυσχεραίνουν την πρόσβαση των κυβερνητικών δυνάμεων.
Η στατιστική αποτύπωση των περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή Buea είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη. Συγκεκριμένα, κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν 33 περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή, με τέσσερις ανθρώπινες απώλειες, σε πληθυσμό άνω των 130.000 κατοίκων. Παρά τη σοβαρότητα κάθε απώλειας ανθρώπινης ζωής, τα εν λόγω στοιχεία, αξιολογούμενα αναλογικά και σε συνδυασμό με τον πληθυσμό της περιοχής, δεν καταδεικνύουν επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης, ώστε να πληρούται το εξαιρετικό κατώφλι που θέτει η νομολογία Elgafaji για την εφαρμογή του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας.
Περαιτέρω, μολονότι αναφέρονται εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις αγγλόφωνες περιοχές, οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι οι κύριοι στόχοι των αυτονομιστικών ομάδων είναι, κατά κανόνα, πρόσωπα που θεωρούνται ύποπτα συνεργασίας με τις κρατικές δυνάμεις ή μη συμμόρφωσης με τις επιβαλλόμενες από αυτές εντολές. Η Αιτήτρια, πλην του ισχυρισμού της περί σχέσης με στρατιωτικό —ο οποίος, όπως έχει ήδη κριθεί, δεν τεκμηριώνει αυτοτελώς εξατομικευμένο κίνδυνο— δεν προβάλλει πρόσθετα χαρακτηριστικά ή περιστάσεις που να την καθιστούν ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε σχέση με τον γενικό άμαχο πληθυσμό.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, μολονότι στην περιοχή Buea υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη και αυξημένο επίπεδο ανασφάλειας, η αδιάκριτη βία δεν έχει προσλάβει τέτοια ένταση ώστε να συνιστά, αφ’ εαυτής, σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας κάθε αμάχου, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ούτε, περαιτέρω, συντρέχουν στην περίπτωση της Αιτήτριας εξατομικευμένοι παράγοντες ικανοί να μειώσουν το απαιτούμενο κατώφλι έντασης της αδιάκριτης βίας. Επισημαίνεται ότι δεν έχει αναφερθεί ούτε τεκμηριωθεί οποιαδήποτε προηγούμενη εξατομικευμένη στοχοποίηση της Αιτήτριας, ικανή να θεμελιώσει αυξημένο επίπεδο κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, πέραν εκείνων που απορρέουν από τη γενικότερη κατάσταση ασφάλειας στην περιοχή. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια παρουσιάζει ιδιαίτερη ευαλωτότητα ή σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή να δυσχεραίνουν ουσιωδώς την πρόσβασή της σε βασικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής φροντίδας. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η Αιτήτρια είναι νεαρής ηλικίας, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και επαγγελματική εμπειρία, ικανή προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής της, ενώ δεν αμφισβητείται ότι διατηρεί εκεί οικογενειακούς δεσμούς, οι οποίοι δύνανται να λειτουργήσουν υποστηρικτικά σε περίπτωση επιστροφής της.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς επικουρικής (συμπληρωματικής) προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων (άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου) και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της Αιτήτριας.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[2] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[3] Βλ. https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-02/Practical-Guide-Evidence-Risk-Assessment.pdf σελ. 40-51
[4] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[5] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011
[6] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[7] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[8] ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[9] International Crisis Group, ‘A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status’, 31 Μαρτίου 2023, διαθέσιμο στη διεύθυνση: A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status | Crisis Group (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[10] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[11] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3, 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[12] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[13] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 16 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[14] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 16(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[15] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[16] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[17] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: UNHCR (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[18] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[19] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf , σελ. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[20] UNOCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No. 60’, Δεκέμβριος 2023, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 60 (December 2023) | OCHA, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[21] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[22] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 28 June 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2111910/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20240628.pdf , σελ 15 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[23] Amnesty International, Avec nous ou contre nous, 2023, https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/sites/8/2023/07/AFR1768382023FRENCH-1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[24] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[25] City Population, 'Cameroon', https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
[26] City Population, 'Cameroon', Buea, https://citypopulation.de/en/cameroon/admin/fako/100101__buea/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο