ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.2437/24
22 Ιανουαρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. Μ. S. D. P.
2. P. R. F.
Αιτητές
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Κ. Κουπαρή, Δικηγόρος για Αιτητές
Κα Λ. Γιάγκου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Αίτηση ημ.31/07/25 για Προσαγωγή Μαρτυρίας
Δια της με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγής οι αιτητές αιτούνται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.07/06/24, η οποία τους κοινοποιήθηκε αυθημερόν, ως άκυρης, στερούμενης έννομου αποτελέσματος και «παροχή […] καθεστώτος διεθνούς ή/και συμπληρωματικής προστασίας», ως καταγράφεται στο Αιτητικό 1.
Μετά την καταχώρηση της με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγής (03/07/24), της ενστάσεως από τους καθ’ ων η αίτηση (15/01/25), την καταχώρηση της αγόρευσης τους (06/02/25), οι αιτητές καταχώρησαν στις 31/07/25 την υπό κρίση αίτηση, δια της οποίας και αιτούνται άδειας για προσαγωγή μαρτυρίας για τους λόγους που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση ημ.25/07/25 (στο εξής ΕΔ), που τίθεται προς υποστήριξη αιτήσεως.
Η ενόρκως δηλούσα, δικηγόρος που εργάζεται στο γραφείο της δικηγόρου των αιτητών και μια εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή, αναφέρει στην ΕΔ ότι «η αιτήτρια επιθυμεί να προσκομίσει […] έγγραφα και δημόσιες αναρτήσεις που συνδέονται άμεσα με τους ισχυρισμούς της για βάσιμο φόβο δίωξης από τον πρώην σύντροφο της και το δίκτυο προσώπων με το οποίο συνδέεται, λόγω σοβαρών εγκλημάτων κατά της προσωπικότητας της, όπως βιασμός, απειλές, απαγωγές και σεξουαλική κακοποίηση» (παρ.4, ΕΔ), η οποία είναι «κρίσιμη, καθώς τεκμηριώνει την αξιοπιστία της αιτούσας, ενισχύει τη συνέπεια των ισχυρισμών της και προσδίδει δημόσια διάσταση στην υπόθεση» (παρ.5, ΕΔ) και η οποία περιλαμβάνει «δημόσιες αναρτήσεις και ρεπορτάζ στα κοινωνικά δίκτυα με αναφορές στο όνομα της και στους καταγγελλόμενους (links), Επιστολή καταγγελίας της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Δικηγορικού Συλλόγου Καμερούν (Τεκμήριο 1) και ποινική καταγγελία στην οποία προχώρησε η μητέρα της [αιτήτριας 1] στην Εισαγγελία του Douala Bonanjo (Τεκμήριο 2)» (παρ.6, ΕΔ). Περαιτέρω αναφέρει ότι η μαρτυρία που θα προσκομισθεί «είναι απολύτως συναφής με το αντικείμενο της δικής και συνδέεται άμεσα με τον πυρήνα του ισχυριζόμενου φόβου δίωξης, στοιχείο καθοριστικής σημασίας» (παρ.7, ΕΔ), προσδιορίζεται επαρκώς, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα στην προσφυγή, δεν προκαλεί καθυστέρηση (παρ.8, ΕΔ), τυχόν δε απόρριψη της παρούσας θα «στερούσε από το Δικαστήριο κρίσιμο υλικό για την αξιολόγηση της προσωπικής κατάστασης της αιτούσας και του βαθμού επικινδυνότητας που αυτή αντιμετωπίζει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της» (παρ.9, ΕΔ).
Η μαρτυρία της οποίας ζητείται δια της παρούσης η προσκόμιση συνίσταται σε ένορκη δήλωση της αιτήτριας 1 (στο εξής ΠΕΔ - Προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση), όπου αναφέρει ότι «[λόγω] προβλημάτων υγείας [νοσηλεύτηκε] στο Νοσοκομείο Μακάρειο για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν [ήταν] σε θέση να [παρακολουθήσει] ούτε την υπόθεση, ούτε σχετικές αναρτήσεις που αφορούν την υπόθεση [της] στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επιπλέον, κατά την συνέντευξη [της] στις Υπηρεσίες Ασύλου, [ήταν] σε κακή φυσική και ψυχική κατάσταση, γεγονός που επηρέασε την έκφραση και τεκμηρίωση του φόβου [της]» (παρ.3, ΠΕΔ). Παραθέτει δε περαιτέρω σύνδεσμο (link) σε «αναρτήσεις και ρεπορτάζ στα κοινωνικά δίκτυα που αφορούν την υπόθεση [της]» (παρ.5, ΠΕΔ), συνάπτεται ως «Τεκμήριο 1, επιστολή καταγγελία από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Δικηγορικού Συλλόγου Καμερούν, με ημερομηνία 25/01/24 και απευθύνεται στον Εισαγγελέα» (παρ.6, ΠΕΔ), στην οποία γίνεται αναφορά σε αδικήματα που διέπραξε ο κατ’ ισχυρισμό διώκτης της αιτήτριας κατά της ιδίας και ζητείται να γίνει έρευνα προς τούτο και συνάπτεται επίσης «επίσημη καταγγελία ποινικών αδικημάτων στην Εισαγγελία […] ημερομηνίας 23 Ιανουαρίου 2024» (παρ.7, ΠΕΔ). Ως αναφέρει η αιτήτρια, «μόλις πρόσφατα [πληροφορήθηκε] από τη μητέρα [της] για τα γεγονότα και [απέκτησε] πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία» και σημειώνει ότι «η μητέρα [της] η οποία υπέβαλε την καταγγελία κινδυνεύει επίσης, ξεκίνησε να δέχεται απειλές και φοβάται για τη ζωή της» (παρ.8, ΠΕΔ) και προσθέτει ότι, «επειδή έχουν γίνει επώνυμες καταγγελίες, ο κίνδυνος που [αντιμετωπίζει] από αυτά τα πρόσωπα είναι ακόμα πιο μεγάλος, καθώς θα θέλουν να [την] εκδικηθούν που [έδωσε] τα ονόματα τους στην αστυνομία» (παρ.8, ΠΕΔ) και αυτό «[παρόλο] που οι υποθέσεις έχουν πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης […], καθότι το κράτος είναι ανίκανο να [την] προστατεύσει» (παρ.9, ΠΕΔ).
Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση και έτσι, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκαν γραπτές αγορεύσεις εκατέρωθεν.
Στην αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος της, κάνοντας αναφορά στους ισχυρισμούς της αιτήτριας, κατόπιν σύντομης αναφοράς στην μαρτυρία που επιχειρείται να προσαχθεί και ανασκόπησης της νομολογίας και του δικονομικού πλαισίου (χωρίς εντούτοις να γίνεται αναφορά στον καν.10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω), αναφέρει ότι η μαρτυρία «είναι σχετική, αναγκαία και συγκεκριμενοποιημένη» (παρ.5 αγόρευσης), «η αιτούσα εξηγεί επαρκώς ότι, λόγω της νοσηλείας και ψυχικής της κατάστασης, δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει και να προσκομίσει τα εν λόγω τεκμήρια νωρίτερα», εκ των οποίων θα πρέπει να γίνει δεκτό, ως εισηγείται, ότι δεν υπάρχει αμέλεια από την αιτήτρια, «αλλά αντικειμενική αδυναμία λόγω περιστάσεων ανωτέρας βίας» (παρ.6 αγόρευσης).
Τα ανωτέρω συνοψίζουν την μαρτυρία για την οποία ζητείται άδεια να προσαχθεί και τα επ’ αυτού επιχειρήματα της αιτήτριας.
Οι καθ’ ων η αίτηση ενίστανται στην αίτηση και αναφέρουν ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη, δεν πληρούνται οι νομολογιακές και νομοθετικές προϋποθέσεις για την έγκριση της, δεν είναι σχετική προς τα επίδικα θέματα, δεν επιτελεί κανένα σκοπό η προσκόμιση της, δεν συγκεκριμενοποιείται, αντιβαίνει δικονομικούς κανόνες και υποβάλλεται με καθυστέρηση.
Στη γραπτή αγόρευση η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, εν μέσω πλούσιων αναφορών και αποσπασμάτων εκ της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου [βλ. μεταξύ άλλων, Sportsman Betting Co. Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591], στον κ.10 ως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του το 2022 (ο οποίος δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφυγή καταχωρήθηκε μετά τις 19/09/22 – βλ. επί τούτου κ.16 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019), και στην μαρτυρία για την οποία ζητείται άδεια να προσαχθεί, αναφέρει ότι αυτή δεν είναι σχετική με τα επίδικα στην προσφυγή θέματα, δεν ισχυροποιεί ούτε και τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, ουδόλως αυξάνει την πιθανότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας και δεν αιτιολογείται η μη προσκόμιση των εγγράφων των οποίων επιχειρείται η προσαγωγή σε προηγούμενο στάδιο.
Κατά την ακρόαση της παρούσης οι συνήγοροι των μερών αρκέστηκαν να υιοθετήσουν τις αγορεύσεις τους.
Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου της υπό κρίση αιτήσεως, της ΕΔ και ΠΕΔ, της ενστάσεως, καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών.
Επί της νομικής πτυχής παραθέτω τον κ.10 (α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ο οποίος έτυχε εκτεταμένης ανάλυσης από τον συνήγορο του αιτητή.
«10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-
(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και
(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.»
Παρεμφερώς με τα ως άνω, στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-652/16 – Ahmedbekova, ημ.04/10/18, αναφέρεται ότι «[τ]ο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, συνδυαζόμενο με την αναφορά σε ένδικο βοήθημα στο άρθρο 40, παράγραφος 1, της οδηγίας, έχει την έννοια ότι το δικαστήριο […]. Αντιθέτως, το εν λόγω δικαστήριο δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση αν διαπιστώσει ότι […] τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια […] της προσφυγής […].»
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία, υπό το πρίσμα του ως άνω δικονομικού πλαισίου και σχετικής νομολογίας, είναι κατάληξη μου ότι δεν πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση που τίθεται από τον κ.10 (α) (i) (ανωτέρω), καθώς ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να δεικνύει ότι η μαρτυρία για την οποία ζητείται άδεια προσαγωγής αφορά στοιχεία, εν προκειμένω έγγραφα, «τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)», ως θα εξηγήσω αμέσως.
Κατ’ αρχή σημειώνω ότι στην ΕΔ ουδέν αναφέρεται για την μη προηγούμενη προσκόμιση από την αιτήτρια της αιτούμενης να προσαχθεί μαρτυρίας. Ανατρέχοντας στην ΠΕΔ (η οποία, παρότι περιέχει την αιτούμενη να προσαχθεί μαρτυρία, φέρει μορφή πλήρους ένορκης δήλωσης και μπορεί να ληφθεί υπόψη), για το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση αιτήσεως και της αιτιολόγησης αυτής, αυτό που αναφέρεται είναι ότι η αιτήτρια, «[λόγω] προβλημάτων υγείας [νοσηλεύτηκε] στο Νοσοκομείο Μακάρειο για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν [ήταν] σε θέση να [παρακολουθήσει] ούτε την υπόθεση, ούτε σχετικές αναρτήσεις που αφορούν την υπόθεση [της] στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης […] κατά την συνέντευξη […] [ήταν] σε κακή φυσική και ψυχική κατάσταση, γεγονός που επηρέασε την έκφραση και τεκμηρίωση του φόβου [της]» (παρ.3, ΠΕΔ), καθώς και ότι «μόλις πρόσφατα [πληροφορήθηκε] από τη μητέρα [της] για τα γεγονότα και [απέκτησε] πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία» (παρ.8, ΠΕΔ).
Παρατηρώ επί των ως άνω τα εξής.
Η μαρτυρία της οποίας ζητείται η προσαγωγή περιλαμβάνει ισχυρισμούς γεγονότων και έγγραφα που αφορούν τον Ιανουάριο 2024. Η αίτηση διεθνούς προστασίας (επίδικη στην με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή) υπεβλήθη στις 20/12/19 και η συνέντευξη με την αιτήτρια προς εξέταση της αιτήσεως της έγινε στις 21/05/24, ήτοι περί τους 5 μήνες μετά τον φερόμενο χρόνο σύνταξης των Τεκμηρίων που επιθυμεί να προσαγάγει δια της υπό κρίση αιτήσεως. Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ρωτήθηκε δεόντως αν αντιμετωπίζει οιονδήποτε πρόβλημα υγείας και απάντησε αρνητικά, σε επόμενη δε ερώτηση αν ένιωθε καλά και αν ήταν σε θέση να προχωρήσουν με τη συνέντευξη απάντησε θετικά (ερ.42, Παράρτημα 3 Ένστασης). Η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 03/07/24. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 31/07/25, ήτοι 1 ½ έτος μετά τον φερόμενο χρόνο σύνταξης των όσων εγγράφων επιχειρεί να προσκομίσει η αιτήτρια, περί τους 14 μήνες μετά τη συνέντευξη, 1 έτος μετά την καταχώρηση της προσφυγής και 5 μήνες μετά που οι αιτητές καταχώρησαν γραπτή αγόρευση (όπου ουδέν σχετικό αναφέρεται).
Δεδομένων των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι τα όσα σχετικά με την καθυστέρηση που σημειώθηκε αναφέρει η αιτήτρια δεν τεκμηριώνουν γιατί αδυνατούσε να εξασφαλίσει τα έγγραφα που επιχειρεί δια της παρούσης να προσαγάγει προηγουμένως, είτε στα πλαίσια της συνέντευξης (ή σε κάθε περίπτωση προτού εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση των καθ’ ων η αίτηση), είτε κατά την καταχώρηση της παρούσης προσφυγής. Σημειώνω εδώ ότι, δεδομένου ότι η αιτήτρια ουδέν ανέφερε περί προβλήματος υγείας - ψυχικού ή άλλου - στη συνέντευξη και ουδέν σχετικό προσκομίστηκε στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, το οποίο θα τεκμηρίωνε τους σχετικούς, κατά τα τ’ άλλα παντελώς αίολους, ισχυρισμούς της περί προβλήματος που δεν της επέτρεπε να πράξει τα δέοντα και να προσκομίσει τα όσα επιθυμεί σε προηγούμενο στάδιο, δεν θεωρώ ότι οι αόριστοι και ανυποστήρικτοι ισχυρισμοί της μπορούν να αιτιολογήσουν τον χρόνο που παρήλθε. Περαιτέρω ουδόλως τελικά διευκρινίζεται ποιον χρόνο η αιτήτρια νοσηλεύτηκε, για ποιο λόγο υγείας και πόσο καιρό διήρκησε αυτή η κατάσταση της υγείας της, ούτως ώστε να μπορεί να εξεταστεί αν τούτο αιτιολογεί επαρκώς την ισχυριζόμενη απ’ αυτήν αδυναμία της να προσκομίσει την μαρτυρία αυτή προηγουμένως. Δεν μπορεί δε να παραγνωριστεί και το ότι η αιτήτρια κατά τη συνέντευξη, ερωτώμενη σχετικά, ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία με την μητέρα της (βλ. ερ.40, 2Χ), η οποία – ως ισχυρίζεται στα πλαίσια της παρούσης (παρ.8, ΠΕΔ) - ήταν αυτή που την ενημέρωσε για τα όσα επιχειρεί να προσκομίσει. Γεννάται λοιπόν ευλόγως το ερώτημα, με δεδομένο ότι είχε η αιτήτρια επικοινωνία με την μητέρα της, γιατί αυτή δεν την είχε ενημερώσει από τότε για τα έγγραφα αυτά και την κατ’ ισχυρισμό καταγγελία που αυτή προέβη κατά του διώκτη της τον Ιανουάριο 2024 (5 μήνες πριν τη συνέντευξη);
Δεδομένων των ως άνω, απαιτείτο θεωρώ, κατ’ ελάχιστο, να δοθεί επαρκής μαρτυρία δια της οποίας να δεικνύεται γιατί η αιτήτρια αδυνατούσε να προσκομίσει την μαρτυρία που επιχειρεί να προσαγάγει προηγουμένως και πως, γιατί και με ποια μέσα, έλαβε τελικά τα όσα επιχειρεί να προσκομίσει κατά τον χρόνο που υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση. Επί τούτου ο γενικός και ανυποστήρικτος (τελικά) ισχυρισμός περί προβλημάτων υγείας δεν αρκεί θεωρώ, αφού ουδεμία από τις ως άνω παραμέτρους διευκρινίζεται, προκειμένου να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι «ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής [της] υπαιτιότητας, [η αιτήτρια] αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής [της] σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)».
Η αιτήτρια θα έπρεπε, προκειμένου η παρούσα να επιτύχει, να εξηγήσει – παραθέτοντας προς τούτο σαφείς, συγκεκριμένους ισχυρισμούς – γιατί δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα προηγουμένως, δεδομένου και ότι το ένα εξ αυτών αφορά καταγγελία που υπέβαλε στις Αρχές η ίδια η μητέρα της ήδη από τον Ιανουάριο 2024, χρόνο κατά τον οποίο η αιτήτρια διατηρούσε επικοινωνία μαζί της, σε ποιες ενέργειες προέβηκε, αν έγιναν, στο παρελθόν για να τα εξασφαλίσει και γιατί τελικώς κατέστη δυνατό τούτο κατά τον χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης, ουδέν εκ των οποίων εξηγείται εν προκειμένω.
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι τα όσα αναφέρονται σχετικά δεν αποκαλύπτουν τον λόγο της καθυστέρησης της αυτής και συνεπώς δεν αιτιολογούν το γιατί «αδυνατούσε να υποβάλει […] κατά την καταχώρηση της προσφυγής» [κ.10 (α) (i)] ή και προηγουμένως, ή, έστω, αμέσως ή σύντομα μετά την καταχώρηση της ως άνω προσφυγής, την επιδιωκόμενη να προσαχθεί μαρτυρία η αιτήτρια.
Επί τούτου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και το εξής απόσπασμα από την απόφαση μου επί ενδιάμεσης αιτήσεως προσαγωγής μαρτυρίας στα πλαίσια της προσφυγής 6847/22, F. R. ν. Δημοκρατίας, ημ.12/07/24, όπου, επί όμοιου ζητήματος, ανέφερα τα εξής:
«Είναι σαφές, εκ της συνδυασμένης ανάγνωσης του κ.10 (α) και 3 (β) του Δικαστηρίου ότι ο αιτητής έχει κάθε δικαίωμα να προσάγει κάθε μαρτυρία σχετική με τους στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς του. Τούτο όμως δεν είναι ανεξέλεγκτο, αλλά υπόκειται σε προϋποθέσεις και εύλογους περιορισμούς.
[…]
Αξίζει να σημειωθεί ότι εύλογοι περιορισμοί στη δικονομική ελευθερία προώθησης της προσφυγής ενός αιτητή δεν είναι ξένοι στη νομολογία μας. Σχετικώς, στη Βαρδιάνος v Richards (1998) 1 Α.Α.Δ 698, λέχθηκε ότι «[α]πό τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της.».
Σχετικώς, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπ. αρ.1483/13, Εύης Δρουσιώτης v Πανεπιστημίου Κύπρου, ημ.07/08/15, αναφέρεται ότι:
«Σε κάθε περίπτωση ο αιτητής είχε πρόσβαση στο Δικαστήριο ανεμπόδιστα από την ημέρα καταχώρισης της προσφυγής […] και ήταν ελεύθερος κατά πάντα χρόνο να την προωθήσει, εντός του ταχθέντος υπό του Δικαστηρίου χρόνου και αναλόγως των οδηγιών του, ώστε να ανταποκριθεί και να εξασφαλίσει την προστασία που το Σύνταγμα του παρέχει και της θεραπείας που δυνατόν να πετύχει δυνάμει του Άρθρου 146(4) του Συντάγματος. Το δικαίωμα δεν μπορεί να είναι ούτε απεριόριστο, ούτε και ανεξέλεγκτο, σε σημείο που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το δικαίωμα του αιτητή προστατεύεται εφόσον προωθεί νομοτύπως την προσφυγή του και δεν δικαιούται να παρακάμπτει τις διαδικασίες και οδηγίες του Δικαστηρίου. »
Εκ του απαυγάσματος της ως άνω παρεμφερούς νομολογίας και του κ.10, ο οποίος και ρυθμίζει το δικαίωμα του αιτητή να προσάγει νέα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι το δικαίωμα αυτό – αν και παρέχεται δεόντως σε κάθε αιτητή – υποβάλλεται στους περιορισμούς που στον εν λόγω κανονισμό αναφέρονται.
[…]
Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται η έκταση και φύση του ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο [βλ. έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.17/2021, Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.21/09/21, αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, αρ.46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και αρ.47 του ΧΘΔΕΕ].
Όμως, δεδομένης της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, θεωρώ ότι η επιβολή δια διαδικαστικών κανονισμών εύλογων δικονομικών περιορισμών και η οριοθέτηση των πλαισίων εντός των οποίων κινείται μια δικαστική διαδικασία είναι και θεμιτή αλλά και συμβατή με το Ενωσιακό Δίκαιο νοούμενου ότι δεν καθίσταται αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής η άσκηση των δικαιωμάτων του αιτούντος (πράγμα που δεν εντοπίζω εδώ, ως ανωτέρω εξηγώ). Αυτό επιβεβαιώθηκε, με αναφορά και στην προηγούμενη επί τούτου νομολογία, και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΔΕΕ) στην C-184/16, ECLI:EU:C:2017:684, ημ.14/09/17, όπου το Δικαστήριο ανέφερε σχετικώς τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν κατ’ αναλογία εφαρμογής:
«58.Συναφώς, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, απόκειται στα κράτη μέλη να ορίζουν τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίζουν τους δικονομικούς κανόνες περί ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων τα οποία οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Πάντως, οι δικονομικοί κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Ορφανόπουλος και Oliveri, C-482/01 και C-493/01, EU:C:2004:262, σκέψη 80, και της 13ης Μαρτίου 2014, Global Trans Lodzhistik OOD, C-29/13 και C-30/13, EU:C:2014:140, σκέψη 33).
60.Πράγματι, όπως το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένα, ο καθορισμός ευλόγων προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων με γνώμονα την ασφάλεια δικαίου, η οποία προστατεύει τόσο τους ενδιαφερόμενους πολίτες όσο και τις οικείες αρχές, είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustad, C-348/15, EU:C:2016:882, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).»
Η ως άνω προσέγγιση ευθυγραμμίζεται με τα λεχθέντα στην Ahmedbekova (ανωτέρω), όπου αναφέρεται ότι το «δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει εάν, βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων, ο λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιόν του προβλήθηκε εγκαίρως κατά τη διαδικασία της προσφυγής» και «δεν υπέχει […] υποχρέωση [να εξετάσει αυτά] αν διαπιστώσει ότι οι λόγοι αυτοί ή τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της προσφυγής».»
Αντίθετη προσέγγιση αντιβαίνει θεωρώ στις ρητές πρόνοιες του κ.10 (α) και θα παρείχε την ευχέρεια για προσκόμιση μαρτυρίας από την αιτήτρια κατά το δοκούν, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να αιτιολογείται ειδικώς η καθυστέρηση, με ορατό τον κίνδυνο να διαιωνίζεται η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου, οι οποίες σφραγίζουν την τύχη της υπό κρίση αιτήσεως, παρέλκει η ενασχόληση με τις λοιπές παραμέτρους που εξετάζονται σε αιτήσεις ως η παρούσα, αφού δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιούσουν τα ως άνω.
Η αίτηση απορρίπτεται.
Έξοδα €300, καταβλητέα κατά το τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Η προσφυγή ορίζεται για οδηγίες στις 11/02/26, 8:15 π.μ..
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο