ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 258/24
20 Ιανουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.K.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Δουρτμέ Πωλίνα για Νίκο Α. Λοΐζου και Χρίστο Γ. Χριστούδια, Δικηγόροι για την αιτήτρια
Κατερίνα Χρυσοστόμου, για Ιωάννου Χαραλάμπους Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 09/11/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος του Πακιστάν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 31/10/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Η αιτήτρια παρέλαβε αυθημερόν βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας. Την 01/11/2022 διενεργήθηκε συνέντευξη για εντοπισμό ευαλωτοτητας της αιτήτριας και κατόπιν αξιολόγησης διαπιστώθηκε ότι η αιτήτρια είναι χαμηλού κινδύνου.
Στις 15/07/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 08/11/2023 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας στις 09/11/2023.
Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε στις 10/11/2023 απορριπτική του αιτήματος της αιτήτριας επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στην αιτήτρια (ερυθρό 69, του διοικητικού φακέλου). Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως η συνήγορος της αιτήτριας κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 15/09/2025, όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούνται στην Γραπτή της Αγόρευση και περιορίστηκε στο νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, αιτιολογημένη και αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου.
Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Η αιτήτρια στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω πλημμύρας που κατέστρεψε το σπίτι της. Η οικογένεια του συζύγου της, όπως περαιτέρω κατέγραψε, δεν της έδωσε στέγη και επειδή ο σύζυγός της βρισκόταν στη Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα και να αφιχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία για να είναι μαζί του.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της στην Υπηρεσία Ασύλου, αρχικά επιβεβαίωσε το περιεχόμενο των όσων κατέγραψε στην αίτηση ασύλου και επιπρόσθετα δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Gilgit του Πακιστάν, περιοχή η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της. Ανέφερε ότι είναι παντρεμένη και ως προς το θρήσκευμα μουσουλμάνα. Ερωτηθείσα για το πόσο καιρό επιθυμεί να παραμείνει στη Κυπριακή Δημοκρατία, δήλωσε ότι επιθυμία της είναι να παραμείνει μόνιμα για να επανενωθεί με το σύζυγό της, ο οποίος βρίσκεται στη Δημοκρατία. Πρόσθετα, δήλωσε ότι ουδέποτε έχει παρενοχληθεί και/ή διωχθεί και/ή συλληφθεί και/ή τεθεί υπό κράτηση στη χώρα καταγωγής της. Όπως ανέφερε, ούτε η ίδια ούτε μέλος της οικογένειας της είναι μέλος οποιασδήποτε πολιτικής, θρησκευτικής, στρατιωτικής, εθνικής ή κοινοτικής οργάνωσης ή ομάδας. Επιπλέον, δήλωσε πως οι αρχές τη χώρας της θα της επέτρεπαν την επιστροφή της. Η αιτήτρια δεν εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα της.
Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της, η αιτήτρια δήλωσε ότι επιθυμούσε να επανενωθεί με τον σύζυγό της, ο οποίος βρισκόταν στη Κυπριακή Δημοκρατία. Όπως διευκρίνισε, αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες στη χώρα τους και αυτός ήταν ο λόγος που ο σύζυγός της εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής τους. Ο λόγος που η αιτήτρια αιτήθηκε για διεθνή προστασία, είναι για να καταστήσει την παραμονή της στη Δημοκρατία νόμιμη και να βρίσκεται μαζί με τον σύζυγό της. Η αιτήτρια δήλωσε, πως επιθυμεί να παραμείνει στη Δημοκρατία νόμιμα.
Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση-Εισήγησή του σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά τη ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας και ο δεύτερος αφορά οικονομικού περιεχομένου λόγους. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί, καθότι ο λειτουργός έκρινε ότι πληρείται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας και κατόπιν παράθεσης και αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της, αλλά και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, δηλαδή στην περιοχή Gilgit του Πακιστάν, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση που η αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της.
Κατά τη νομική ανάλυση για το προσφυγικό καθεστώς, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε πως από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της αιτήτριας διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό της δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Λαμβάνοντας επίσης υπόψιν τις παραγράφους 62-64 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, καθώς σύμφωνα με τις δηλώσεις της, η αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε στη χώρα της, καθιστώντας την ως εκ τούτου οικονομικό μετανάστη, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή της στο καθεστώς πρόσφυγα.
Στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ της αιτήτριας, τα αποδεκτά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και ισχυρισμούς της και την αξιολόγηση κινδύνου, διαπίστωσε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου, καθότι με βάση έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση στη χώρα καταγωγής της και στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της, δεν χαρακτηρίζεται από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβα υπόψη μου όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν έχει επικαλεσθεί στη συνέντευξή της κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις υπαγωγής της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Τα εν λόγω στοιχεία δεν θα μπορούσαν να εντάξουν την αιτήτρια στην έννοια του πρόσφυγα, έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000).
Σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες: «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»
Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα σαφή διαχωρισμό της έννοιας του μετανάστη από αυτήν του πρόσφυγα. Κάποιες φορές ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να είναι ασαφής όπως προνοείται στην παράγραφο 63 του ίδιου Εγχειριδίου. Όπως έχει κατ' επανάληψην νομολογηθεί, οι μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του ορισμού του πρόσφυγα (Βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011).
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (βλ. παραγράφους 37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Οι οικονομικού περιεχομένου λόγοι που ώθησαν την αιτήτρια να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της και να αιτηθεί διεθνούς προστασίας, δεν εμπεριέχονται στους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Ν. 6 (Ι)/2000, ενώ δεν επικαλέστηκε εναντίον της δίωξης από οποιονδήποτε φορέα που την εμποδίζει να διαμείνει στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν πρόβαλε ισχυρισμούς που θα την ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Πρόσθετα, ορθά κρίθηκε από τον δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις της αιτήτριας και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της ως παρατέθηκε ανωτέρω, η περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής της στη χώρα της είναι η περιοχή Gilgit. Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 ανέτρεξα σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν προκειμένου να υπάρχει επικαιροποιημένη έρευνα επί τούτου, παρόλο που ο αρμόδιος λειτουργός διεξήγαγε σχετική έρευνα κατά το χρόνο σύνταξης της απόφασής του.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED ("Armed Conflict Location and Event Data Project") για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 09/01/2026) στην διοικητική περιοχή Gilgit-Baltistan, του Πακιστάν καταγράφηκαν 85 περιστατικά ασφαλείας στα οποία περιλαμβάνονται περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής, τρομοκρατικών επιθέσεων και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 3 ανθρώπινες απώλειες[1]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της συγκεκριμένης περιοχής ανερχόταν σε 1,492,924 σύμφωνα με την εκτίμηση που έγινε το 2017[2].
Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, ότι πρόκειται για μία νέα, υγιή και ενήλικη γυναίκα, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς εξαρτώμενα και ικανή προς εργασία, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στη πόλη Gilgit της περιοχής Gilgit-Baltistan.
Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψιν ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 12Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την ΚΔΠ 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η αίτητρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βΒλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, δεν είχαν υποχρέωση να προβούν σε οποιαδήποτε εξειδικευμένη έρευνα, αλλά διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό την προσβαλλόμενη απόφαση, εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Ο συνήγορος της αιτήτριας ισχυρίζεται πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας κατά παράβαση των άρθρων 26 και 28 του Ν.158(Ι)/1999. Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α, ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε η δέουσα έρευνα και αιτιολόγηση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
Χ.Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Pakistan, Gilgit-Baltistan)
[2] City Population, Asia, Pakistan-Gilgit -Baltistan, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/pakistan/cities/gilgitbaltistan/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο