M.L.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3383/2023, 27/1/2026
print
Τίτλος:
M.L.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3383/2023, 27/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  3383/2023

27 Ιανουαρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

M.L.K.

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

                                         Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Α. Πλιάκα (κα) για Δ. Ζησιμοπούλου Κυριάκου (κα)

Δικηγόροι για Καθ’ ων η αίτηση: Α. Φιλίππου (κος) για Α. Αναστασιάδη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 29.06.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά

προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του δ.φ. ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «η ΛΔΚ») την οποία εγκατέλειψε στις 24.06.2020 και στις 15.07.2020 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 07.09.2020 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 09.03.2023 και στις 18.04.2023 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 12.06.2023 Έκθεση-Εισήγηση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 29.06.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 24.08.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, ορθά και εύλογα, σύμφωνα με τις νομοθετημένες διατάξεις και ότι αυτή είναι πλήρως και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Καταρχάς, επισημαίνω ότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας, συναρτάται και διασυνδέεται με την ίδια την ουσία της υπόθεσης και ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[1], θα προχωρήσω στην εξέταση  της ουσίας της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό αυτόν.

 

Επί τούτου, επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου.  Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.  Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[2].

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του δ.φ., εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους.

 

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής τουο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλος. Πρόσθεσε ότι λόγω αυτού χρειάζεται βοήθεια από την  Δημοκρατία της Κύπρου. Τέλος, κατέγραψε ότι η ιστορία του είναι πολύ μεγάλη για να την εξηγήσει σε αυτό το πλαίσιο (βλ. ερυθ. 1 του δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Λ.Δ.Κ., γεννηθείς στην περιοχή Matete, στην Κινσάσα. Το έτος 1999 μετοίκησε στην περιοχή Limete της Κινσάσα, όπου διέμεινε έως το 2002, οπότε και επέστρεψε στην περιοχή Matete, παραμένοντας εκεί μέχρι το 2011. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην περιοχή Lemba της Κινσάσα, όπου διέμεινε έως τον Ιούνιο του 2012. Το έτος 2012 μετοίκησε στη Brazzaville, όπου διέμεινε έως το 2018, και ακολούθως επέστρεψε εκ νέου στην περιοχή Matete της Κινσάσα, όπου παρέμεινε έως τον Οκτώβριο του 2019. Από τον Οκτώβριο του 2019 έως τον Ιούνιο του 2020 διέμεινε στην περιοχή Matadi της επαρχίας Kongo Central. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν είναι έγγαμος και δεν έχει τέκνα. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι ο πατέρας του διαμένει στη Νότια Αφρική, ενώ δεν διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα του, τον αδελφό του και την αδελφή του. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ότι ομιλεί τη γλώσσα λινγκάλα, καθώς και γαλλικά και αγγλικά, ενώ διαθέτει βασικές γνώσεις ελληνικών, ρωσικών και σουαχίλι. Τέλος, ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του δεν εργαζόταν (βλ. ερυθ. 40–39 δ.φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης του, ότι εγκατέλειψε την ΛΔΚ λόγω συμμετοχής του πατέρα του σε απόπειρα πραξικοπήματος το 2011 και λόγω συνακόλουθης δίωξής του. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ότι το 1994 ο πατέρας του υπηρετούσε στον στρατό και αφού έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση στάλθηκε να πολεμήσει στην επαρχία South Équateur παραμένοντας εκεί για τρία χρόνια. Το 1999 επέστρεψε στην Κινσάσα επειδή είχε επανέλθει ειρήνη.

Το 1999 ο πατέρας του γνώρισε τον στρατηγό Domi και τον διοικητή Ziko. Ο στρατηγός Domi είχε στενή σχέση με τον πατέρα του και επίσης με τον στρατηγό Munene, ο οποίος είχε στενή σχέση με τον πρώην πρόεδρο Kabila. Κάποια στιγμή, ο στρατηγός Munene και ο στρατηγός Domi θέλησαν να πραγματοποιήσουν πραξικόπημα για να ανατρέψουν το καθεστώς του Kabila, επειδή ο πληθυσμός υπέφερε, δεν υπήρχαν ανθρώπινα δικαιώματα και οι άνθρωποι ζούσαν σε δύσκολες συνθήκες. Ο πατέρας του Αιτητή πήγε να εκπαιδευτεί για αυτή την επιχείρηση. Δήλωσε ότι ο βαθμός του ήταν λοχαγός και εργαζόταν στις μυστικές υπηρεσίες.

 

Τον Φεβρουάριο του 2011 προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν πραξικόπημα, αλλά αυτό απέτυχε επειδή ο Kabila δεν βρισκόταν στο σημείο όπου επρόκειτο να συλληφθεί. Μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος, οι μυστικές υπηρεσίες άρχισαν να αναζητούν όσους συμμετείχαν σε αυτό. Οι περισσότεροι από τους εμπλεκόμενους διέφυγαν στη Brazzaville, ενώ κάποιοι συνελήφθησαν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του συνελήφθη και βασανίστηκε και ότι μετά την αποφυλάκισή του, του δόθηκε εντολή να σταλεί στην Ανατολή για να πολεμήσει εναντίον του M23. Ο Αιτητής ανέφερε ότι προηγούμενοι μισθοί του πατέρα του είχαν «παγώσει» και ότι ο πατέρας του αντιλήφθηκε ότι υπήρχε σχέδιο δολοφονίας του και βρήκε τρόπο να διαφύγει στη Brazzaville.

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι όταν η μυστική υπηρεσία ανακάλυψε ότι ο πατέρας του Αιτητή διέφυγε, άρχισε να απειλεί τον ίδιο, διότι ήταν ο μεγαλύτερος υιός της οικογένειας. Δήλωσε ότι συνελήφθη και βασανίστηκε, προκειμένου οι αρχές να μάθουν πού βρισκόταν ο πατέρας του. Άνθρωποι τον παρακολουθούσαν και η οικογένεια βρισκόταν σε επισφαλή κατάσταση, με αποτέλεσμα η μητέρα του να αποφασίσει ότι έπρεπε να φύγουν από τη χώρα για την αφάλειά τους. Έτσι διέφυγαν στη  Brazzaville όπου διέμειναν το διάστημα 2012 -2018.

 

Ακολούθως, όταν διεξήχθησαν οι εκλογές στη ΛΔΚ και έμαθαν τα αποτελέσματα, σύμφωνα με τα οποία ο Kabila παρέδωσε την εξουσία στον Felix Tshisekedi, η οικογένεια πίστεψε ότι το σύστημα είχε αλλάξει και ότι η ζωή είχε επανέλθει σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Γι’ αυτό επέστρεψαν στην Κινσάσα στην περιοχή Matete. Ωστόσο, διαπίστωσαν ότι η ζωή τους βρισκόταν ξανά σε κίνδυνο, επειδή συνάντησαν άτομα του προηγούμενου καθεστώτος. Μερικές φορές ο Αιτητής συνελήφθη και φυλακίστηκε για να τον πιέσουν να αποκαλύψει πού βρισκόταν ο πατέρας του, κάτι που ο ίδιος δεν γνώριζε.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον Οκτώβριο του 2019, οι αρχές έσπασαν την πόρτα της οικίας τους και μπήκαν μέσα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Άρχισαν να τους χτυπούν και βίασαν τη μητέρα του μπροστά στα μάτια του. Όταν τελείωσαν, ο Αιτητής προσπάθησε να τους σταματήσει, αλλά ένας από αυτούς τον χτύπησε στο χέρι με μαχαίρι. Όταν άρχισε να φωνάζει, προσπάθησαν να του κλείσουν το στόμα και ένας από αυτούς βγήκε έξω και έδωσε εντολή στους υπόλοιπους να φύγουν από το σπίτι.

Όταν έφυγαν, ο Αιτητής προσπάθησε να βοηθήσει τη μητέρα του ενώ προσπαθώντας να πάρουν τα πράγματά τους ώστε να φύγουν από το σπίτι, είδαν ένα αυτοκίνητο να καταφτάνει. Ένα άτομο από την ίδια ομάδα επέστρεψε και τους είπε ότι θα τους προστατεύσει, επειδή κάποτε ο πατέρας του Αιτητή τον είχε βοηθήσει. Τους ρώτησε αν είχαν χρήματα ή περιουσία για να τους βοηθήσει να φύγουν από τη χώρα και, τους είπε ότι έπρεπε να φύγουν αν ήθελαν να μείνουν ζωντανοί.

 

Για αυτό κρύφτηκαν στην περιοχή Matadi στην επαρχία Kongo - Central. Από το Matadi εκείνος ανέλαβε όλες τις διαδικασίες για να διαφύγει ο Αιτητής από τη χώρα και στη συνέχεια βοήθησε και την αδελφή, τον αδελφό και τη μητέρα του. Όταν όλα τα έγγραφα ήταν έτοιμα, τον Ιούνιο του 2020, τον μετέφερε στο αεροδρόμιο ώστε να εγκαταλείψει την χώρα.

 

Σε σχετική ερώτηση ως προς το τί θεωρεί ότι θα του συμβεί εάν επιστρέψει στην ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα του συμβεί το ίδιο. Πρόσθεσε ότι, το καθεστώς εκεί παραμένει το ίδιο, ότι οι άνθρωποι των μυστικών υπηρεσιών θα τους παρακολουθούν πάντα και ότι κάποιος τους είχε πει πως, αν επέστρεφαν, μπορεί να τους σκότωναν. (Για όλα τα ανωτέρω  βλ. ερυθρά 38 – 36 δ.φ.)

 

Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων που τέθηκαν στον Αιτητή, ο ίδιος δήλωσε ότι, αφού οι μυστικές υπηρεσίες διαπίστωσαν πως ο πατέρας του είχε διαφύγει προς την Brazzaville, άρχισαν να τον αναζητούν στο οικογενειακό τους σπίτι. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, οι αρχές επισκέπτονταν επανειλημμένα την οικία τους, ανά διαστήματα περίπου δύο εβδομάδων, ρωτώντας που βρίσκεται ο πατέρας του. Η οικογένεια τους απαντούσε ότι ο πατέρας του είχε μεταβεί στο σπίτι του θείου του. Σε μεταγενέστερο στάδιο, οι αρχές αποφάσισαν να συλλάβουν τον ίδιο τον Αιτητή και τον μετέφεραν στη φυλακή N’dolo όπου κρατήθηκε για δύο ημέρες. Εκεί τον ανέκριναν προκειμένου να τους αποκαλύψει πού βρισκόταν ο πατέρας του και τον ξυλοκόπησαν ώστε να τον αναγκάσουν να μιλήσει (βλ. ερυθ. 35 3χ δ.φ.).

 

Ερωτηθείς για ποιο λόγο οι αρχές ήθελαν να συλλάβουν μόνο τον ίδιο και όχι κανέναν άλλο από την οικογένεια, ο Αιτητής απέδωσε αυτό στο γεγονός ότι ήταν ο μεγαλύτερος υιός της οικογένειας (βλ. ερυθ. 35, 5Χ). Σε περαιτέρω διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής επανέλαβε ότι τέθηκε υπό κράτηση μόνο ο ίδιος επειδή ήταν ο μεγαλύτερος υιός. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έφυγαν με το πλοίο από τη ΛΔΚ προς την Brazzaville και πως άλλαξαν το ντύσιμο τους επειδή υπήρχαν πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας (βλ. ερυθ. 35, 7Χ). Περαιτέρω,  ισχυρίστηκε ότι έδειξαν τις ταυτότητες τους για να εξέλθουν από τη χώρα και ότι τελικά κατάφεραν να περάσουν στη Brazzaville (βλ. ερυθ. 35, 8Χ). Κληθείς να διευκρινίσει το λόγο που οι αρχές του λιμανιού δεν ενημέρωσαν τις άλλες αρχές όταν είδαν τις ταυτότητες τους, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως ο έλεγχος ήταν πιο χαλαρός καθώς το εισιτήριο ήταν για ταχύπλοο. Ακολούθως, ο Αιτητής επανέλαβε ότι η μητέρα του έδειξε τις ταυτότητες τους και ότι το εισιτήριο για τα ταχύπλοα ήταν πιο ακριβό από το κανονικό πλοίο (βλ. ερυθ. 35 9χ,  34 1χ δ.φ.).

 

Σε σχετική ερώτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι επέστρεψε στη ΛΔΚ τον Δεκέμβριο του 2018. Ερωτηθείς περαιτέρω εάν η επιστροφή του έλαβε χώρα κατόπιν γνώσης του αποτελέσματος των εκλογών, απάντησε καταφατικά, διευκρινίζοντας ότι υπήρχε ενημέρωση σχετικά με τα προσωρινά αποτελέσματα πριν από την επίσημη ανακοίνωσή τους. Όταν του επισημάνθηκε ότι, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, οι εκλογές διεξήχθησαν στις 30.12.2018 και τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν στις 10.01.2019, και κλήθηκε να αιτιολογήσει πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει τα αποτελέσματα και να έχει επιστρέψει ήδη εντός Δεκεμβρίου 2018, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχαν λάβει ανεπίσημη πληροφόρηση.

 

Σε παρατήρηση του Λειτουργού Ασύλου ότι, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, υπήρξαν σοβαρές αμφισβητήσεις σχετικά με το εκλογικό αποτέλεσμα, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά την εκλογική περίοδο υπήρχε η πεποίθηση πως ο Kabila επρόκειτο να αποχωρήσει από την εξουσία. Όταν επισημάνθηκε ότι η παράδοση της εξουσίας πραγματοποιήθηκε στις 24.01.2019 και του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί επέστρεψε πριν από αυτή την ημερομηνία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γνώριζαν εκ των προτέρων πως η εξουσία θα παραδιδόταν και ότι αποφάσισαν να επιστρέψουν καθώς πίστευαν ότι θα επικρατούσε ειρηνική κατάσταση και ήθελαν να βρίσκονται εντός της χώρας για να παρακολουθήσουν την αλλαγή του συστήματος.

 

Ερωτηθείς γιατί δε ανέμειναν κάποιο χρονικό διάστημα ώστε να διαπιστώσουν αν η κατάσταση βελτιώθηκε μετά την αλλαγή κυβέρνησης, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν διέθεταν επαρκή οικονομικά μέσα για να παραμείνουν στην Brazzaville. Όταν του επισημάνθηκε ότι είχαν καταφέρει να επιβιώσουν εκεί για έξι χρόνια, απάντησε ότι πλέον δεν είχαν χρήματα, ότι διέθεταν κατοικία στη ΛΔΚ και ότι ήταν βέβαιοι πως το σύστημα είχε αλλάξει. Ο Αιτητής, δήλωσε ότι δεν είχε καμία επαφή με τις αρχές και ότι ο ίδιος και η οικογένειά του ζούσαν ανώνυμα. Σε παρατήρηση του λειτουργού ότι είχε προηγουμένως αναφέρει περιστατικό κατά το οποίο οι αρχές εισέβαλαν στο σπίτι του, ενώ τώρα δήλωνε ότι δεν υπήρξε καμία αλληλεπίδραση με τις αρχές, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι μυστικές υπηρεσίες έχουν ανθρώπους παντού και ότι υποψιάζονταν πως οι γείτονες έδωσαν πληροφορίες για το  που διέμεναν. Ακολούθως, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι πράγματι οι αρχές εισέβαλαν στο σπίτι τους (βλ. ερυθ. 33 3χ δ.φ.).

 

Ερωτηθείς αν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό ή αλληλεπίδραση με τις αρχές από την επιστροφή του στη ΛΔΚ έως την αναχώρησή του για την Δημοκρατία της Κύπρου, απάντησε αρνητικά. Σε ερώτηση αν υπήρξε κάτι πριν από αυτό, δήλωσε ότι είχαν δεχθεί απειλές. Ως προς τις απειλές, ανέφερε ότι παρακολουθούνταν από άτομα και ότι δεν αισθάνονταν ασφαλείς. Σε ερώτηση για το πώς ο ίδιος και η οικογένειά του επιβίωναν οικονομικά μετά την επιστροφή τους στη ΛΔΚ, δήλωσε ότι νοίκιαζαν ένα από τα σπίτια τους, καθότι διέθεταν τρία ακίνητα.

 

Ο Αιτητής, απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τον λόγο που δεν προσπάθησε να εγκαταλείψει αμέσως τη χώρα, παρά το γεγονός ότι, όπως ισχυρίστηκε, είχε καταλάβει πως η κατάσταση ήταν επικίνδυνη, δήλωσε ότι κατά την άφιξή τους επιθυμούσαν να ζήσουν ανώνυμα και ότι δεν είχαν άλλη επιλογή, καθώς δεν γνώριζαν τί να κάνουν. Σε περαιτέρω ερώτηση γιατί, εφόσον θεωρούσαν ότι «είχαν τελειώσει» στη ΛΔΚ, δεν πούλησαν το σπίτι στο οποίο διέμεναν ώστε να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα για να διαφύγουν άμεσα από τη χώρα, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν διέθεταν επαφές για να διαφύγουν από τη χώρα, ούτε κάποιον να τους καθοδηγήσει. Όταν του επισημάνθηκε ότι αρχικά είχε δηλώσει πως ο λόγος που δεν έφυγαν άμεσα ήταν επειδή μόλις είχαν επιστρέψει και δεν διέθεταν χρήματα, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι το πρόβλημα ήταν η έλλειψη επαφών, ο Αιτητής απάντησε ότι, όταν επέστρεψαν στη χώρα, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά από ό,τι περίμεναν (βλ. ερυθ. 32 4χ δ.φ.).

 

Κληθείς να διευκρινίσει, πώς κατάφερε να ταξιδέψει νόμιμα ενώ τον καταζητούσαν, δήλωσε ότι δεν γνώριζε πως θα κατέληγε στην Δημοκρατία της Κύπρου. Ερωτηθείς πώς κατάφερε να περάσει όλους τους τους ελέγχους στο αεροδρόμιο χωρίς κανένα πρόβλημα, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, επαναλαμβάνοντας ότι ο Διοικητής Jean κανόνισε τα πάντα, ο οποίος διέθετε επαφές, του έδωσε όλα τα έγγραφα και τον συνόδευσε μέχρι το αεροπλάνο (βλ. ερυθ. 32 6χ, 7χ). Τέλος, σε παρατήρηση του Λειτουργού Ασύλου, σχετικά με την αντίφαση μεταξύ της αίτησής του για διεθνή προστασία, στην οποία ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, και των ισχυρισμών που προέβαλε κατά τη συνέντευξη, όπου παρουσίασε εντελώς διαφορετικούς λόγους, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του είχε πέσει θύμα βιασμού, γεγονός που τον τραυμάτισε σοβαρά και τον επηρέασε έντονα ψυχολογικά. Ανέφερε ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του, βρισκόταν σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση ενώ ήταν κρατούμενος στην Κύπρο και δεν μπορούσε να εξηγήσει την πραγματική του ιστορία (βλ. ερυθ. 31 1χ δ.φ.). Ωστόσο επισήμανε ότι η πραγματική του ιστορία, είναι αυτή που παρουσίασε κατά το στάδιο εκείνο της συνέντευξής του.

 

Κατά την διάρκεια της δεύτερης συνέντευξής του, η οποία έλαβε χώρα 18.04.2023, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι υπέβαλε τα ακόλουθα έγγραφα:

1. φωτοαντίγραφο της στρατιωτικής ταυτότητας του πατέρα του (βλ. ερυθ. 50),

2. αντίγραφο πιστοποιητικού στρατιωτικής εκπαίδευσης που έλαβε ο πατέρας του (βλ. ερυθ. 51),

3. φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του πατέρα του (βλ. ερυθ. 52),

4. δελτίο επείγουσας ανάπτυξης για αποστολή στο Kivu (βλ. ερυθ. 55-53),

5. τέσσερις φωτογραφίες του πατέρα του με στρατιωτική ιδιότητα (βλ. ερυθ. 59 - 56),

6. μία φωτογραφία από τον γάμο του πατέρα του (βλ. ερυθ. 60),

7. καθώς και αίτημα που είχε υποβάλει ο πατέρας του για την αποδέσμευση του μισθού του (βλ. ερυθ. 62-61).

 

Κληθείς να διευκρινίσει πώς κατάφερε να αποκτήσει τα συγκεκριμένα έγγραφα, ο Αιτητής δήλωσε ότι, αφού έφθασε στην Δημοκρατία της Κύπρου, επικοινώνησε με τον πατέρα του μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης «Facebook». Ανέφερε ότι αντάλλαξαν τηλεφωνικούς αριθμούς και άρχισαν να επικοινωνούν μέσω της εφαρμογής «WhatsApp», και του ζήτησε να του αποστείλει τα έγγραφα (βλ. ερυθ. 48).

 

Ο Αιτητής, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την περιγραφή της φωτογραφίας του γάμου που υπέβαλε, δήλωσε ότι πρόκειται για φωτογραφία από τον γάμο των γονέων του στο ληξιαρχείο. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το άτομο που στέκεται στα αριστερά της μητέρας του είναι ο στρατηγός Domi, ο οποίος,  είχε επαφές με τον στρατηγό Munene. Διευκρίνισε ότι ο πατέρας του δεν είχε απευθείας επαφές με τον στρατηγό Munene, αλλά με τον στρατηγό Domi.

 

Όταν του επισημάνθηκε ότι, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες και φωτογραφίες για τον στρατηγό Munene, αλλά δεν εντοπίζονται πληροφορίες ή φωτογραφίες για τον στρατηγό Domi, ο Αιτητής κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις, με τον ίδιο να δηλώνει ότι αυτό ενδεχομένως οφείλεται στο γεγονός ότι ο στρατηγός Domi εργαζόταν υπό τον στρατηγό Munene. Σε περαιτέρω ερώτηση, πώς εξηγείται η απουσία αναφορών στις δραστηριότητές του, δεδομένου ότι το πραξικόπημα είχε αναφερθεί διεθνώς, ο Αιτητής απάντησε ότι ο στρατηγός Domi δρούσε αποκλειστικά στο παρασκήνιο, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν αναφορές ή φωτογραφίες του. Ως προς τα φωτοαντίγραφα κατεπείγουσας διαταγής ανάπτυξης του πατέρα του σε μονάδα στο Kivu, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είναι διαθέσιμο σε πιο ευανάγνωστη μορφή.

 

Περαιτέρω, κληθείς να εξηγήσει το γεγονός ότι ο στρατηγός Munene σύμφωνα με τις εξωτερικές πηγές μπόρεσε να επιστρέψει στην ΛΔΚ το 2020, ενώ ο ίδιος, γιος ενός χαμηλόβαθμου αξιωματικού που ισχυρίζεται ότι συνεργαζόταν με τον Munene, εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο, ανέφερε ότι το 2019 υπέστησαν πολλές απειλές και προβλήματα, και οι αρχές προσπάθησαν να τους σκοτώσουν για να αποκαλύψουν πού βρισκόταν ο πατέρας του. Σε ακόλουθες ερωτήσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι για να επιστρέψει ο πατέρας του στην ΛΔΚ απαιτείται να λάβει αμνηστία, και μέχρι τότε δεν μπορεί να επιστρέψει, ενώ ο ίδιος και η οικογένειά του θα δεχτούν επιθέσεις εάν επιχειρήσουν να επιστρέψουν (βλ. ερυθ. 46).

 

Η εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση:

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε τέσσερις ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε την συμμετοχή του πατέρα του Αιτητή σε απόπειρα πραξικοπήματος το Φεβρουάριο του 2011 και συνακόλουθη δίωξη του από τις αρχές της ΛΔΚ, ο οποίος ωστόσο απορρίφθηκε. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, συνεκτικές και ευλογοφανείς πληροφορίες επί ζητημάτων που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του, παρουσιάζοντας αντιφάσεις και ασυνέπειες κατά την παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων.

Ο Λειτουργός έκρινε ότι οι αναφορές του Αιτητή σχετικά με τις σχέσεις του πατέρα του με τον στρατηγό Munene, τη σύλληψή του και τη διαφυγή του στη Brazzaville αφορούν περιστατικά που δεν έζησε ο ίδιος και, ως εκ τούτου, εμφανίζουν μειωμένη ευλογοφάνεια. Περαιτέρω, κρίθηκε ασυνεπής ο ισχυρισμός ότι οι αρχές της ΛΔΚ σχεδίαζαν να σκοτώσουν τον πατέρα του, ενώ ταυτόχρονα φέρεται να τον άφησαν ελεύθερο, γεγονός που δεν συνάδει με τη συνήθη πρακτική των αρχών έναντι προσώπων που σκοπεύουν να βλάψουν.

 

Επιπλέον, διαπιστώθηκε ουσιώδης ανακολουθία μεταξύ της αίτησης διεθνούς προστασίας, όπου ο Αιτητής επικαλέστηκε δίωξη λόγω ομοφυλοφιλίας, και των ισχυρισμών που προέβαλε κατά την προσωπική συνέντευξη, οι οποίοι στηρίχθηκαν αποκλειστικά στη φερόμενη συμμετοχή του πατέρα του σε πραξικόπημα.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός έκρινε ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν δύνανται να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Το φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του πατέρα του αποδεικνύει μόνο την ύπαρξή του, ενώ η στρατιωτική ταυτότητα, οι φωτογραφίες και το πιστοποιητικό εκπαίδευσης δεν τεκμηριώνουν ότι υπήρξε στέλεχος των ενόπλων δυνάμεων ούτε ότι είχε ιδιαίτερη σχέση με τους στρατηγούς Munene ή Domi. Περαιτέρω, από έρευνα σε εξωτερικές πηγές δεν προέκυψε οποιαδήποτε σύνδεση του φερόμενου στρατηγού Domi είτε με το πραξικόπημα είτε με τον στρατηγό Munene.

 

Αναφορικά με τα έγγραφα που αφορούν φερόμενη ανάπτυξη του πατέρα του στο Kivu, κρίθηκε ότι αυτά δεν είναι ευανάγνωστα και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να πιστοποιηθούν. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν γίνουν δεκτά, δεν προκύπτει ότι η μετάθεση αυτή συνιστούσε τιμωρητικό μέτρο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, η ένοπλη βία στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ είναι συνεχής από το 1998.

 

Τέλος, το φωτοαντίγραφο αίτησης για αποδέσμευση μισθών κρίθηκε ότι αποτελεί απλή αναφορά του πατέρα του και όχι επίσημο αποδεικτικό έγγραφο, ενώ δεν τεκμηριώνει οποιαδήποτε σύνδεση με την ισχυριζόμενη απόπειρα πραξικοπήματος. Παρότι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι έλαβε χώρα απόπειρα πραξικοπήματος στις 27.02.2011, δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες που να συνδέουν τον πατέρα του Αιτητή ή τον αναφερόμενο στρατηγό Domi με τα γεγονότα αυτά.

 

Ο τρίτος ισχυρισμός αφορούσε τη δίωξη της οικογένειας του Αιτητή από τις αρχές της ΛΔΚ και την αναχώρηση της οικογένειας του Αιτητή προς την Brazaville, ισχυρισμός ο οποίος ομοίως απορρίφθηκε. Επί αυτού, ο Λειτουργός έκρινε καταρχάς ότι, δεδομένης της απόρριψης του ισχυρισμού περί συμμετοχής του πατέρα του Αιτητή σε πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης της ΛΔΚ, δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ούτε ο συναφής ισχυρισμός περί δίωξης της οικογένειάς του, ελλείψει της γενεσιουργού αιτίας της επικαλούμενης δίωξης. Σε κάθε περίπτωση, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, συνεκτικές και ευλογοφανείς πληροφορίες επί του ισχυρισμού αυτού, παρουσιάζοντας ασάφειες, ασυνέπειες και υπεκφυγές. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, εφόσον οι αρχές της ΛΔΚ είχαν στοχοποιήσει την οικογένειά του, θα αναμενόταν να προβούν σε συλλήψεις ή τουλάχιστον σε επαφή και με άλλα μέλη της, γεγονός το οποίο ο Αιτητής δεν αιτιολόγησε πειστικά, περιοριζόμενος σε μη ευλογοφανείς απαντήσεις ως προς τον λόγο που οι αρχές φέρονται να αναζητούσαν αποκλειστικά τον ίδιο.

 

Περαιτέρω, ως προς την αναχώρηση της οικογένειας από τη ΛΔΚ προς Brazzaville, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι ασυνεπείς, καθόσον, εάν η οικογένεια ήταν στοχοποιημένη από τις αρχές, δεν θα αναμενόταν να τους επιτραπεί η έξοδος από τη χώρα κατόπιν ελέγχου των ταυτοτήτων τους. Οι εξηγήσεις του Αιτητή περί «χαλαρότερων ελέγχων» λόγω μετάβασης με ταχύπλοο κρίθηκαν ασαφείς και ανεπαρκείς, καθώς δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες, επαναλαμβάνοντας υπεκφεύγοντας ότι οι ταυτότητες επιδείχθηκαν και η διέλευση επετράπη.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός σημείωσε ότι, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, πράγματι εντοπίστηκαν αναφορές σε συλλήψεις μετά την εκδήλωση της απόπειρας πραξικοπήματος, πλην όμως αυτές αφορούσαν κυρίως άτομα από την επαρχία Equateur, ενώ ο Αιτητής διέμενε στην Kinshasa. Περαιτέρω, δεν εντοπίστηκαν αναφορές περί σύλληψης μελών οικογενειών φερόμενων συμμετεχόντων στο πραξικόπημα, ούτε περί συλλήψεων που έλαβαν χώρα μήνες μετά τα εν λόγω γεγονότα.

 

Ο τέταρτος ισχυρισμός αφορούσε την επιστροφή του Αιτητή από Brazzaville στην ΛΔΚ και την νέα δίωξη από τις αρχές της ΛΔΚ, ο οποίος ομοίως δεν έγινε αποδεκτός.

Ο Λειτουργός έκρινε καταρχάς ότι, δεδομένης της απόρριψης του ισχυρισμού του Αιτητή περί αναχώρησης της οικογένειάς του προς τη Brazzaville, δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ούτε ο συναφής ισχυρισμός. Σε κάθε περίπτωση, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, συνεκτικές και ευλογοφανείς πληροφορίες, παρουσιάζοντας ασυνέπειες, ασάφειες, αντιφάσεις, υπεκφυγές και ελλείψεις ουσιωδών στοιχείων.

 

Ειδικότερα, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί περί δίωξης της οικογένειας στις αρχές του 2019, ήτοι περίπου οκτώ έτη μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, δεν συνάδουν με πληροφορίες που ανευρέθηκαν σε εξωτερικές πηγές. Σημειώθηκε ότι ο στρατηγός Munene επέστρεψε ελεύθερος στη ΛΔΚ τον Νοέμβριο του 2020, κατόπιν διαπραγματεύσεων που είχαν ξεκινήσει τον Φεβρουάριο του 2020, γεγονός που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί συνεχιζόμενης και εκτεταμένης δίωξης των οικογενειών των φερόμενων συμμετεχόντων σε πραξικόπημα.

 

Περαιτέρω, κρίθηκε ασυνεπής ο ισχυρισμός ότι ο πατέρας του Αιτητή δεν έχει αμνηστευθεί, καθόσον, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, η αμνήστευση του φερόμενου οργανωτή του πραξικοπήματος προϋποθέτει, κατά την κοινή λογική, και την αμνήστευση των λοιπών συμμετεχόντων. Σημειώθηκε επίσης ότι, παρά τον ισχυρισμό περί επίθεσης κατά της οικογένειας τον Οκτώβριο του 2019, η έλλειψη ευλογοφάνειας παραμένει, δεδομένου ότι δεν μεσολάβησε αλλαγή κυβέρνησης έως την επιστροφή του στρατηγού Munene.

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί επιστροφής της οικογένειας στη ΛΔΚ πριν από τη δημοσίευση των επίσημων αποτελεσμάτων των εκλογών, ο Λειτουργός έκρινε ότι αυτός στερείται ευλογοφάνειας, καθώς αναμενόταν ότι οικογένεια η οποία φέρεται να έχει υποστεί δίωξη θα ανέμενε την οριστικοποίηση των εκλογικών αποτελεσμάτων, ιδίως από τη στιγμή που διέμενε επί μακρόν εκτός χώρας. Οι σχετικές εξηγήσεις του Αιτητή περί προσδοκίας παράδοσης της εξουσίας κρίθηκαν ασαφείς και ανεπαρκείς.

 

Περαιτέρω, ο Λειτουργός έκρινε μη ευλογοφανή τον ισχυρισμό περί άμεσης οικονομικής ανάγκης επιστροφής, δεδομένου ότι η οικογένεια είχε ήδη διαμείνει επί έξι έτη στη Brazzaville. Επιπλέον, διαπιστώθηκε αντίφαση μεταξύ του ισχυρισμού ότι οι αρχές εισέβαλαν στην οικία του και βίασαν τη μητέρα του παρουσία του ίδιου και της μεταγενέστερης δήλωσής του ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή ή αλληλεπίδραση με τις αρχές μετά την επιστροφή του στη ΛΔΚ.

 

Τέλος, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός έκρινε ότι, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν εντοπίστηκαν αναφορές σε ενέργειες των αρχών της ΛΔΚ κατά φερόμενων συμμετεχόντων στην απόπειρα πραξικοπήματος ή των οικογενειών τους έτη μετά τα γεγονότα, ενώ αντιθέτως εντοπίστηκαν πληροφορίες περί αμνήστευσης συμμετεχόντων ήδη από το 2014.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Kongo Central στην ΛΔΚ, έκρινε, ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η ΛΔΚ δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η κρίση αυτή του Λειτουργού στηρίζεται σε συγκεκριμένο γεωγραφικό προσδιορισμό του τόπου συνήθους διαμονής και επιστροφής του Αιτητή που ως τέτοιος καθορίστηκε η πόλη Matadi, Kongo Central.

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του λειτουργού ασύλου όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς επισημαίνω ότι η αξιολόγηση της πόλης Matadi της επαρχίας Kongo Central ως τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή είναι εσφαλμένη. Από τις δηλώσεις του Αιτητή προκύπτει ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή Matete της Κινσάσα, όπου και επέστρεφε επανειλημμένα μετά από μετακινήσεις του εντός και εκτός της χώρας. Περαιτέρω, μετά την επιστροφή του από τη Brazzaville κατά την περίοδο 2018–2019, εγκαταστάθηκε εκ νέου στη Matete, σημείο στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, έλαβαν χώρα και τα πλέον σοβαρά πραγματικά περιστατικά που επικαλείται προς θεμελίωση του φόβου του. Αντιθέτως, η μεταγενέστερη διαμονή του στη Matadi (Kongo Central) περιγράφεται από τον ίδιο ως προσωρινή και κρυφή, με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της διαφυγής του από τη χώρα, και όχι ως εγκατάσταση μόνιμου ή συνήθους χαρακτήρα.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, η Matete, Κινσάσα συνιστά τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στη ΛΔΚ και, κατά λογική ακολουθία, το σημείο στο οποίο θα αναμενόταν να επιστρέψει σε περίπτωση επαναπατρισμού. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τον κίνδυνο βάσει του άρθρου 19(2)(γ), εφόσον ερείδεται στη Matadi ως τόπο επιστροφής, στηρίζεται σε εσφαλμένη πραγματική βάση, γεγονός που καθιστά την αιτιολογία τους πλημμελή στο συγκεκριμένο σκέλος, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, ανεξαρτήτως του τελικού συμπεράσματος στο οποίο κατέληξαν.

 

Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας κρίνεται βάσιμος και επιτυγχάνει, έστω και αν δεν προβλήθηκε ρητώς και ειδικώς ως προς το συγκεκριμένο σημείο της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση. Ωστόσο, ως έχω πλειστάκις επισημανθεί, η πάσχουσα νομιμότητα δεν συνεπάγεται και επιτυχία της προσφυγής, λόγω των διευρυμένων εξουσιών του παρόντος Δικαστηρίου, για πλήρη έλεγχο ορθότητας.

 

Προχωρώ λοιπόν σε πλήρη έλεγχο ορθότητας της υπό εξέταση υπόθεσης.

 

Καταρχάς συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι.

 

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό περί συμμετοχής του πατέρα του σε απόπειρα πραξικοπήματος στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό το 2011 και της συνακόλουθης δίωξης του ιδίου από τις αρχές της χώρας, έχοντας εξετάσει συνολικά τα όσα δήλωσε ο Αιτητής κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας, φρονώ ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού κρίνεται, σε γενικές γραμμές, ορθή, επαρκής και συμβατή με τις αρχές της ορθολογικής εκτίμησης αποδεικτικού υλικού. Ο Λειτουργός προέβη σε συστηματική εξέταση του αφηγήματος, εντοπίζοντας εύστοχα ουσιώδεις ασυνέπειες, ελλείψεις ευλογοφάνειας και μεταβολές στον πυρήνα του ισχυρισμού, οι οποίες επηρεάζουν καθοριστικά την εσωτερική συνοχή της αφήγησης. Ωστόσο, από προσεκτικότερη ανάλυση των ίδιων των δηλώσεων του Αιτητή, ανακύπτουν και πρόσθετα σημεία ασάφειας, αντιφατικότητας και λογικών κενών, τα οποία δεν αναδείχθηκαν ρητά από τον Λειτουργό, αλλά ενισχύουν περαιτέρω το συμπέρασμα περί μειωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού.

 

Καταρχάς, ιδιαιτέρως επιβαρυντική για την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού είναι η ουσιώδης μεταβολή του πυρήνα των λόγων φυγής του Αιτητή. Στην αρχική αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ρητώς ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλος, παρουσιάζοντας τον λόγο αυτό ως τον καθοριστικό παράγοντα που τον οδήγησε να ζητήσει προστασία. Αντιθέτως, κατά το στάδιο της προσωπικής συνέντευξης, ο ανωτέρω λόγος εγκαταλείπεται πλήρως και αντικαθίσταται από μία εκτενή και σύνθετη αφήγηση περί πραξικοπήματος, στρατιωτικών δικτύων, μυστικών υπηρεσιών και οικογενειακής δίωξης. Η μεταγενέστερη επίκληση της κακής ψυχολογικής κατάστασης και του τραύματος από τον φερόμενο βιασμό της μητέρας του, αν και δύναται να εξηγήσει ενδεχομένως αποσπασματικότητα ή συναισθηματική φόρτιση, δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει την πλήρη αντικατάσταση του κεντρικού λόγου φυγής με έναν εντελώς διαφορετικό, ιδίως όταν ο δεύτερος προβάλλεται ως μακροχρόνιος, σοβαρός και δομικός κίνδυνος. Η έλλειψη μιας συνεκτικής εξήγησης για το γιατί ο Αιτητής επέλεξε αρχικά να επικαλεστεί έναν λόγο και όχι τον άλλον πλήττει την εσωτερική σταθερότητα του αφηγήματός του.

 

Περαιτέρω, η αφήγηση του Αιτητή χαρακτηρίζεται από υπερβολική λεπτομέρεια αναφορικά με γεγονότα, σχέσεις και αποφάσεις τρίτων προσώπων, τα οποία ο ίδιος δεν βίωσε άμεσα. Ο Αιτητής παραθέτει με βεβαιότητα πληροφορίες σχετικά με τον βαθμό του πατέρα του, τη φερόμενη ένταξή του στις μυστικές υπηρεσίες, τις σχέσεις του με τους στρατηγούς Munene και Domi, τα πολιτικά κίνητρα της απόπειρας πραξικοπήματος, καθώς και την εσωτερική λειτουργία του φερόμενου σχεδίου ανατροπής του καθεστώτος Kabila. Εντούτοις, δεν αποσαφηνίζει με επάρκεια πότε, πώς και υπό ποιες συνθήκες έλαβε γνώση των εν λόγω πληροφοριών, ούτε διαχωρίζει σαφώς όσα γνώριζε πριν από τα γεγονότα από όσα έμαθε εκ των υστέρων. Η απουσία σαφούς προσδιορισμού της πηγής γνώσης καθιστά την αφήγηση λιγότερο πειστική, ιδίως όταν πρόκειται για κρίσιμα στοιχεία που θεμελιώνουν τον ισχυριζόμενο κίνδυνο.

Επιπλέον, η χρονική αλληλουχία των γεγονότων από το 2011 έως το 2012 παρουσιάζει σημαντικά κενά και λογικά άλματα. Ο Αιτητής αναφέρει τη σύλληψη και τα βασανιστήρια του πατέρα του, την αποφυλάκισή του, την εντολή αποστολής του στο ανατολικό μέτωπο, το «πάγωμα» μισθών, την υποτιθέμενη ύπαρξη σχεδίου δολοφονίας και, τελικώς, τη διαφυγή του στη Brazzaville. Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος συνελήφθη και βασανίστηκε από τις αρχές για να αποκαλύψει την τοποθεσία του πατέρα του, χωρίς όμως να προσδιορίζει με σαφήνεια πότε ακριβώς έλαβαν χώρα τα περιστατικά αυτά, πόσο διήρκεσαν και πώς συνδέονται χρονικά με την αναχώρηση της οικογένειας από τη χώρα. Η έλλειψη σαφούς χρονοδιαγράμματος αποδυναμώνει τη συνοχή της αφήγησης και δυσχεραίνει την κατανόηση της λογικής αλληλουχίας των γεγονότων.

 

Ακόμη, ο ισχυρισμός περί ύπαρξης σχεδίου δολοφονίας του πατέρα του συνυπάρχει χωρίς επαρκή εξήγηση με την παραδοχή ότι οι ίδιες αρχές τον αποφυλάκισαν και του ανέθεσαν στρατιωτική αποστολή. Αν και τα δύο αυτά στοιχεία δεν είναι κατ’ ανάγκην απολύτως ασύμβατα, θα ανέμενε κανείς από τον Αιτητή να προσφέρει μια συγκεκριμένη και συνεκτική εξήγηση της λογικής των αρχών, ιδίως όταν ο ισχυρισμός περί σχεδίου δολοφονίας αποτελεί κομβικό σημείο για την εκτίμηση του κινδύνου. Η απουσία τέτοιας εξήγησης αφήνει τον ισχυρισμό σε επίπεδο υπόθεσης και όχι τεκμηριωμένης εμπειρίας.

 

Περαιτέρω ασυνέπειες ανακύπτουν και ως προς τη μεταγενέστερη περίοδο, μετά την επιστροφή της οικογένειας στη ΛΔΚ το 2018–2019. Ο Αιτητής, αφενός, περιγράφει ένα εξαιρετικά σοβαρό περιστατικό νυχτερινής εισβολής των αρχών στην οικία τους, κατά το οποίο φέρεται να έλαβε χώρα βιασμός της μητέρας του και τραυματισμός του ίδιου, αφετέρου όμως δηλώνει σε μεταγενέστερο στάδιο ότι δεν είχε καμία επαφή ή αλληλεπίδραση με τις αρχές μετά την επιστροφή του στη χώρα. Η προσπάθεια γεφύρωσης της αντίφασης μέσω της επίκλησης “ανθρώπων των μυστικών υπηρεσιών παντού” και υποψιών για πληροφοριοδότες της γειτονιάς δεν αίρει τη σαφή αντίθεση μεταξύ των δύο δηλώσεων, ιδίως όταν πρόκειται για γεγονότα τέτοιας βαρύτητας.

 

Τέλος, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού πλήττεται και από την εικόνα που προκύπτει ως προς τη συμπεριφορά του Αιτητή μετά την επιστροφή του στη ΛΔΚ. Από τη μία, ισχυρίζεται ότι η κατάσταση ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και ότι κινδύνευε άμεσα η ζωή του, από την άλλη όμως παραμένει στη χώρα για μήνες, δηλώνει ότι ζούσαν «ανώνυμα», ότι δεν υπήρξε άλλη αλληλεπίδραση με τις αρχές και ότι η καθυστέρηση της αναχώρησής του οφειλόταν είτε σε έλλειψη χρημάτων είτε σε έλλειψη επαφών, μεταβάλλοντας την αιτιολογία του ανάλογα με την ερώτηση που του τίθεται. Η εναλλαγή αυτή των εξηγήσεων δεν ενισχύει τη λογική συνοχή της συμπεριφοράς που θα ανέμενε κανείς από άτομο που θεωρεί ότι βρίσκεται υπό άμεση και συνεχή απειλή.

 

Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία. Οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις, οι ουσιώδεις ασάφειες, τα χρονικά κενά και η έλλειψη σαφούς και σταθερής αιτιολόγησης σε κρίσιμα σημεία της αφήγησης δεν επιτρέπουν την αποδοχή του ισχυρισμού αυτού ως συνεκτικού, σταθερού και πειστικού, αποκλειστικά στη βάση των δηλώσεων του ίδιου του Αιτητή.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την οποία ανέκυψαν οι ακόλουθες πληροφορίες:

 

·         Αναφορικά με τον στρατηγό Munene και την απόπειρα πραξικοπήματος το 2011. Ο στρατηγός Munene, πρώην ανώτατος αξιωματικός των ενόπλων δυνάμεων της ΛΔΚ και πρώην υφυπουργός Εσωτερικών, κατηγορήθηκε επισήμως από τις αρχές της ΛΔΚ, ότι προώθησε και οργάνωσε απόπειρα πραξικοπήματος και επιθέσεις εναντίον κρατικών στόχων, συμπεριλαμβανομένης επίθεσης στην προεδρική κατοικία του προέδρου Kabila και σε στρατιωτική βάση στην Κινσάσα το 2011, καθώς και άλλων ενεργειών που θεωρήθηκαν απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης, κατηγορίες για τις οποίες είχε καταδικαστεί ερήμην σε ισόβια κάθειρξη από τις δικαστικές αρχές της χώρας του.[3] Ο Munene διέφυγε στο εξωτερικό και για σειρά ετών διέμενε εκτός της χώρας. Στις 10 Ιανουαρίου 2018 συνελήφθη στο Γκαμπόν, κατόπιν αιτήματος των αρχών της ΛΔΚ, ως πρόσωπο καταδικασθέν για απόπειρα ανατροπής της συνταγματικής τάξης.[4]

 

·         Περαιτέρω, σύμφωνα με δημοσιογραφικές αναφορές τοπικών μέσων ενημέρωσης στη ΛΔΚ, ο στρατηγός Munene, φέρεται να επέστρεψε στην Κινσάσα στις 14 Νοεμβρίου 2020, προσκεκλημένος από την Προεδρία για να συμμετάσχει σε πολιτικές διαβουλεύσεις, υπό την ηγεσία του Προέδρου Félix Tshisekedi.[5] Ωστόσο, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες αναφορές από διεθνή πηγές ή επίσημες κρατικές ανακοινώσεις, οι οποίες να τεκμηριώνουν την επιστροφή ή τη μόνιμη παρουσία του στην ΛΔΚ.

 

·         Αναφορικά με τις συλλήψεις οι οποίες έλαβαν χώρα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, σύμφωνα με πηγές οι αρχές στην ΛΔΚ  συνέλαβαν περισσότερα από 30 άτομα μετά από την απόπειρα.[6] Σύμφωνα με τον υπουργό Ενημέρωσης της χώρας, επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις που ακολούθησαν την επίθεση στην κατοικία του Προέδρου Joseph Kabila στην Κινσάσα.[7]

 

·         Περαιτέρω, η αστυνομία της ΛΔΚ παρουσίασε 126 άτομα στα μέσα ενημέρωσης, ισχυριζόμενη ότι εμπλέκονταν στην απόπειρα πραξικοπήματος στις 27 Φεβρουαρίου του 2011 κατά του προέδρου Joseph Kabila, ο οποίος δεν βρισκόταν στο προεδρικό μέγαρο εκείνη τη στιγμή.[8] Η αστυνομία τόνισε ότι η απόπειρα πραξικοπήματος της 27ης Φεβρουαρίου οργανώθηκε και εκτελέστηκε από τον εξόριστο στρατηγό Munene. Περίπου 100 επιτιθέμενοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες για να εισβάλουν στην κατοικία του προέδρου Joseph Kabila στην Κινσάσα και στη βάση υλικοτεχνικής υποστήριξης του στρατού στο Kokolo νοτιότερα, ανέφερε ξεχωριστά η πηγή του ΟΗΕ, επικαλούμενη τις δυνάμεις ασφαλείας.[9] Οι άνδρες που εξαπέλυσαν την τολμηρή επίθεση μέρα μεσημέρι, την οποία οι αρχές χαρακτήρισαν απόπειρα πραξικοπήματος, ήταν οπλισμένοι με καλάσνικοφ, εκτοξευτές ρουκετών, ματσέτες, τόξα και βέλη.[10] Η προεδρική φρουρά του Kabila σκότωσε 10 από τους επιτιθέμενους και περίπου 30 συνελήφθησαν, ανέφερε η πηγή του ΟΗΕ υπό τον όρο της ανωνυμίας.[11]

 

·         Επισημαίνεται ότι από έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν προκύπτουν στοιχεία ή αναφορές που να καταδεικνύουν σύλληψη, στοχοποίηση ή άλλη μορφή δίωξης μελών οικογενειών προσώπων που συμμετείχαν στην απόπειρα πραξικοπήματος, όπως αναφέρει και ο αρμόδιος λειτουργός.

 

·         Ως προς τον στρατηγός  ‘Domi’ : αρχικά, σημειώνεται ότι επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του Dominique Ndaruhutse, ο οποίος, σύμφωνα με δημοσίευμα του The New Humanitarian, είναι ευρέως γνωστός ως Domi και καταγράφεται ως επικεφαλής φονικής τοπικής πολιτοφυλακής.[12] Σύμφωνα με έτερες πηγές η Nyatura FPC είναι μια πολιτοφυλακή αυτοάμυνας των Κονγκολέζων Χούτου, η οποία εμφανίστηκε μεταξύ 2013 και 2014 υπό την ηγεσία του Dominique Ndaruhutse (Domi) και αποτελεί μέρος του συνασπισμού CMC.[13]

Από τις παρατιθέμενες πληροφορίες προκύπτει ότι η απόπειρα πραξικοπήματος του 2011 στη ΛΔΚ αποτελεί επιβεβαιωμένο γεγονός, με τις αρχές να αποδίδουν κεντρικό ρόλο στον εξόριστο στρατηγό Munene και να προβαίνουν σε συλλήψεις ατόμων που φέρονται να εμπλέκονται στα γεγονότα. Ωστόσο, από τις ίδιες πηγές δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά ή ένδειξη που να συνδέει τον πατέρα του Αιτητή με το πραξικόπημα ή με πρόσωπα που αναφέρονται ως εμπλεκόμενα σε αυτό. Περαιτέρω, οι πληροφορίες που αφορούν τον φερόμενο ως «στρατηγό Domi» δεν επιβεβαιώνουν την ιδιότητα ή τον ρόλο που του αποδίδει ο Αιτητής, καθόσον το πρόσωπο που ταυτοποιείται ως “Domi” εμφανίζεται σε διαφορετικό χρονικό και επιχειρησιακό πλαίσιο, χωρίς τεκμηριωμένη σύνδεση με το πραξικόπημα του 2011 ή με τον στρατηγό Munene. Συνεπώς, ενώ το γενικό πραγματολογικό υπόβαθρο της απόπειρας πραξικοπήματος επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές, τα εξατομικευμένα στοιχεία που θα τεκμηρίωναν τη συμμετοχή του πατέρα του Αιτητή και τη συνακόλουθη δίωξή του δεν υποστηρίζονται από την εξωτερική πληροφόρηση.

 

Αναφορικά τέλος με τα έγγραφα (βλ. ερ. 50-62 του δ.φ.) που προσκόμισε ο Αιτητής προς υποστήριξη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, η αξιολόγηση που διενήργησε ο Λειτουργός κρίνεται, σε γενικές γραμμές, ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη. Τα προσκομισθέντα έγγραφα δύνανται, κατ’ ανώτατο όριο, να υποστηρίξουν την ταυτότητα και την ενδεχόμενη στρατιωτική ιδιότητα του πατέρα του Αιτητή, πλην όμως δεν τεκμηριώνουν τη συμμετοχή του σε απόπειρα πραξικοπήματος ούτε οποιαδήποτε εξατομικευμένη δίωξη συναρτώμενη με τα γεγονότα του 2011. Περαιτέρω, έγγραφα μη ευανάγνωστα ή μη πιστοποιήσιμα, καθώς και διοικητικές αιτήσεις ή φωτογραφίες που δεν επιτρέπουν ταυτοποίηση ή σύνδεση με επιβεβαιωμένα εξωτερικά δεδομένα, ορθώς κρίθηκαν ανεπαρκή για την ενίσχυση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού. Συνεπώς, δεν προκύπτει εσφαλμένη στάθμιση ή υπέρβαση εκτίμησης εκ μέρους του Λειτουργού κατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται λόγω έλλειψη εσωτερικής και εξωτερικής συνοχής.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τον ισχυρισμό περί δίωξης της οικογένειάς του από τις αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και της συνακόλουθης αναχώρησης της οικογένειας προς τη Brazzaville, έχοντας εξετάσει συνολικά τα όσα δήλωσε ο Αιτητής κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας, φρονώ ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού κρίνεται, σε γενικές γραμμές, ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις αρχές της λογικής εκτίμησης των δηλώσεων του αιτητή. Ο Λειτουργός εντόπισε κρίσιμα σημεία ασυνέπειας και έλλειψης ευλογοφάνειας, τα οποία επηρεάζουν καθοριστικά τη συνοχή της αφήγησης. Περαιτέρω, από προσεκτικότερη εξέταση του αφηγήματος, ανακύπτουν και πρόσθετα στοιχεία εσωτερικής αντίφασης και λογικών κενών, τα οποία ενισχύουν το συμπέρασμα περί μειωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ισχυρισμού.

 

Καταρχάς, ο ίδιος ο ισχυρισμός περί δίωξης ολόκληρης της οικογένειας παρουσιάζει εσωτερική ασάφεια ως προς το εύρος, την ένταση και τη στοχοποίηση της φερόμενης καταστολής. Ο Αιτητής δηλώνει ότι, μετά τη διαφυγή του πατέρα του, οι αρχές στράφηκαν κατά της οικογένειας συνολικά, πλην όμως, ταυτόχρονα, αναφέρει ότι μόνο ο ίδιος συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση, επειδή ήταν ο μεγαλύτερος υιός. Η εξήγηση αυτή επαναλαμβάνεται αυτούσια σε περισσότερα του ενός σημεία, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, και δεν συνοδεύεται από επαρκή αιτιολόγηση για το γιατί οι αρχές, ενώ φέρονται να θεωρούν την οικογένεια συλλογικά υπεύθυνη ή επικίνδυνη, δεν προέβησαν σε καμία απολύτως ενέργεια εις βάρος άλλων μελών της, ούτε σε συλλήψεις, ούτε σε ανακρίσεις, ούτε καν σε επίσημη κλήση τους. Η εσωτερική αυτή αντίφαση μεταξύ της γενικευμένης στοχοποίησης που προβάλλεται και της αποκλειστικής εστίασης στον Αιτητή δεν αίρεται πειστικά από την απλή αναφορά στο γεγονός ότι ο ίδιος ήταν ο πρωτότοκος υιός.

 

Περαιτέρω, η αφήγηση περί επαναλαμβανόμενων επισκέψεων των αρχών στην οικογενειακή οικία, ανά διαστήματα περίπου δύο εβδομάδων, στερείται συγκεκριμενοποίησης ως προς τον αριθμό, τη διάρκεια και το περιεχόμενο των επισκέψεων αυτών. Ο Αιτητής περιορίζεται να αναφέρει ότι οι αρχές ρωτούσαν πού βρίσκεται ο πατέρας του και ότι η οικογένεια απαντούσε πως είχε μεταβεί στο σπίτι του θείου του, χωρίς να εξηγεί γιατί μια τέτοια απάντηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή επανειλημμένως από τις αρχές, εάν πράγματι υπήρχε σοβαρό ενδιαφέρον ή υποψία εις βάρος της οικογένειας. Η απουσία οποιασδήποτε κλιμάκωσης ή διαφοροποίησης στη συμπεριφορά των αρχών, παρά τις επαναλαμβανόμενες επισκέψεις, δεν συνάδει με την εικόνα έντονης και συστηματικής οικογενειακής δίωξης που επιχειρεί να περιγράψει.

 

Επιπλέον, η περιγραφή της αναχώρησης της οικογένειας από τη ΛΔΚ προς τη Brazzaville παρουσιάζει εσωτερικές ασυνέπειες και έλλειψη ευλογοφάνειας. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η οικογένεια βρισκόταν υπό παρακολούθηση και ότι υπήρχαν πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας, γεγονός που τους οδήγησε να αλλάξουν την εμφάνισή τους. Την ίδια στιγμή, αναφέρει ότι επέδειξαν κανονικά τις ταυτότητές τους στις αρχές του λιμανιού και τους επετράπη η έξοδος από τη χώρα χωρίς κανένα πρόβλημα. Η προσπάθεια εξήγησης της αντίφασης αυτής μέσω της επίκλησης «χαλαρότερων ελέγχων» λόγω χρήσης ταχύπλοου παραμένει αόριστη, επαναλαμβάνεται χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση και δεν απαντά στο βασικό ερώτημα πώς είναι δυνατόν πρόσωπα που φέρονται να είναι στοχοποιημένα από τις αρχές να εξέρχονται νόμιμα από τη χώρα κατόπιν ταυτοποίησης, χωρίς να ενεργοποιείται οποιοσδήποτε μηχανισμός ελέγχου ή ειδοποίησης.

 

Σημαντικό στοιχείο εσωτερικής αναξιοπιστίας αποτελεί και η ασάφεια ως προς τον τρόπο λήψης της απόφασης για την αναχώρηση. Από τη μία πλευρά, ο Αιτητής παρουσιάζει την αναχώρηση ως επιβεβλημένη για λόγους άμεσης ασφάλειας, από την άλλη όμως δεν προκύπτει από την αφήγησή του κάποιο συγκεκριμένο καταλυτικό γεγονός που να καθιστά τη φυγή αναπόφευκτη εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή. Αντιθέτως, η περιγραφή παραπέμπει σε μια σταδιακή επιδείνωση της κατάστασης, χωρίς σαφή κορύφωση, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα ως προς το πότε και γιατί κρίθηκε ότι η οικογένεια δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει στη χώρα.

 

Περαιτέρω, η αφήγηση περί μακροχρόνιας διαμονής της οικογένειας στη Brazzaville, από το 2012 έως το 2018, χωρίς να περιγράφονται συγκεκριμένα περιστατικά απειλών, παρακολούθησης ή απόπειρας εντοπισμού από τις αρχές της ΛΔΚ, έρχεται σε αντίθεση με την αρχική εικόνα μιας οικογένειας που φέρεται να αποτελεί διαρκή στόχο των αρχών. Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε ενέργειες των αρχών κατά τη διάρκεια των έξι αυτών ετών αποδυναμώνει τη συνοχή του ισχυρισμού περί συστηματικής οικογενειακής δίωξης και δημιουργεί την εντύπωση ότι η απειλή, όπως περιγράφεται, δεν είχε τον διαρκή και έντονο χαρακτήρα που επιχειρεί να της προσδώσει ο Αιτητής.

 

Τέλος, σημειώνεται ότι η αφήγηση του Αιτητή δεν περιλαμβάνει σαφή διάκριση μεταξύ ενεργειών που αφορούσαν τον ίδιο προσωπικά και ενεργειών που στρέφονταν κατά της οικογένειας ως συλλογικής οντότητας. Η εναλλαγή μεταξύ των δύο αυτών επιπέδων γίνεται χωρίς επαρκή αποσαφήνιση, με αποτέλεσμα να παραμένει ασαφές εάν και σε ποιο βαθμό ο ισχυρισμός περί «οικογενειακής δίωξης» στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που αφορούν περισσότερα πρόσωπα ή αν, στην ουσία, αναπαράγει και γενικεύει περιστατικά που αφορούν αποκλειστικά τον ίδιο τον Αιτητή.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω περιστάσεων, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή εμφανίζει ουσιώδεις αδυναμίες ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, από την έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν προκύπτουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη συστηματική ή εξατομικευμένη δίωξη οικογενειών φερόμενων συμμετεχόντων στην απόπειρα πραξικοπήματος του 2011, ούτε αναφορές σε συλλήψεις ή διώξεις συγγενών προσώπων σε μεταγενέστερο χρόνο. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες -ως αυτές παρατέθηκαν ανωτέρω- περιορίζονται σε συλλήψεις ατόμων που φέρονται να συμμετείχαν άμεσα στα γεγονότα, κυρίως κατά το άμεσο χρονικό διάστημα μετά την απόπειρα. Συνεπώς, απουσιάζει αντικειμενική εξωτερική στήριξη του ισχυρισμού περί δίωξης της οικογένειας του Αιτητή και της αναγκαστικής αναχώρησής της από τη ΛΔΚ, γεγονός που αποδυναμώνει την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ισχυρισμού.

Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τον ισχυρισμό περί επιστροφής του από τη Brazzaville στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και περί νέας δίωξής του από τις αρχές της χώρας μετά την εν λόγω επιστροφή, έχοντας εξετάσει συνολικά τα όσα δήλωσε ο Αιτητής κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας, φρονώ ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού κρίνεται, σε γενικές γραμμές, ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και συμβατή με τις αρχές της ορθολογικής εκτίμησης των δηλώσεων του Αιτητή. Ο Λειτουργός εντόπισε εύστοχα ουσιώδεις ασυνέπειες, ελλείψεις ευλογοφάνειας και αντιφάσεις, οι οποίες επηρεάζουν καθοριστικά τη συνοχή της αφήγησης. Περαιτέρω, από προσεκτικότερη εξέταση των ίδιων των δηλώσεων του Αιτητή, ανακύπτουν και πρόσθετα σημεία εσωτερικής ανακολουθίας και λογικών κενών, τα οποία ενισχύουν περαιτέρω το συμπέρασμα περί μειωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας του τέταρτου ισχυρισμού.

 

Καταρχάς, ο ισχυρισμός περί επιστροφής στη ΛΔΚ μετά τις εκλογές του 2018–2019 εμφανίζει σοβαρή έλλειψη ευλογοφάνειας ως προς το χρονικό σημείο και τα κίνητρα της απόφασης αυτής. Ο Αιτητής δηλώνει ότι επέστρεψε τον Δεκέμβριο του 2018, κατόπιν γνώσης των εκλογικών αποτελεσμάτων και της πεποίθησης ότι το καθεστώς είχε αλλάξει και ότι η κατάσταση θα εξομαλυνόταν. Την ίδια στιγμή, αποδέχεται ότι τα επίσημα αποτελέσματα των εκλογών ανακοινώθηκαν τον Ιανουάριο του 2019 και ότι υπήρχαν σοβαρές αμφισβητήσεις ως προς την εγκυρότητά τους. Η εξήγηση ότι υπήρχε «ανεπίσημη πληροφόρηση» και γενικευμένη πεποίθηση ότι ο Kabila θα αποχωρούσε από την εξουσία παραμένει αόριστη και δεν εξηγεί πειστικά γιατί μία οικογένεια που, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε υποστεί σοβαρή και πολυετή δίωξη, θα επέλεγε να επιστρέψει πριν από την επίσημη και οριστική μεταβίβαση της εξουσίας.

 

Περαιτέρω, η συμπεριφορά που περιγράφει ο Αιτητής μετά την επιστροφή του στη ΛΔΚ δεν συνάδει εσωτερικά με το επίπεδο κινδύνου που ο ίδιος προβάλλει. Από τη μία πλευρά, κάνει λόγο για συνεχιζόμενη παρουσία ατόμων του προηγούμενου καθεστώτος, για παρακολούθηση και για σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή του και της οικογένειάς του. Από την άλλη πλευρά, δηλώνει ότι ο ίδιος και η οικογένειά του ζούσαν «ανώνυμα», ότι δεν είχαν επαφή με τις αρχές και ότι δεν έλαβαν άμεσα μέτρα για εκ νέου αποχώρηση από τη χώρα. Η εσωτερική αυτή αντίφαση μεταξύ της προβολής ενός άμεσου και σοβαρού κινδύνου και της περιγραφόμενης παθητικής ή μη επείγουσας συμπεριφοράς δεν αίρεται πειστικά από τις εξηγήσεις που παρέχει.

 

Ιδιαίτερη εσωτερική ανακολουθία προκύπτει και σε σχέση με το φερόμενο περιστατικό της νυχτερινής εισβολής στην οικία και του βιασμού της μητέρας του τον Οκτώβριο του 2019. Ο Αιτητής παρουσιάζει το περιστατικό αυτό ως κορυφαίο γεγονός που επιβεβαιώνει την επανενεργοποίηση της δίωξης, πλην όμως σε άλλο σημείο της κατάθεσής του δηλώνει ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή ή αλληλεπίδραση με τις αρχές μετά την επιστροφή του στη ΛΔΚ. Η μεταγενέστερη προσπάθεια διόρθωσης της αντίφασης, μέσω της επίκλησης πληροφοριοδοτών ή «ανθρώπων παντού», δεν αναιρεί τη σαφή αντίθεση μεταξύ των δύο δηλώσεων, ιδίως όταν πρόκειται για ένα τόσο σοβαρό και συγκεκριμένο περιστατικό.

 

Περαιτέρω ασάφεια εντοπίζεται ως προς τον τρόπο και τον χρόνο λήψης της απόφασης για εκ νέου φυγή από τη χώρα. Ο Αιτητής αναφέρει ότι, παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, δεν εγκατέλειψε άμεσα τη ΛΔΚ, επικαλούμενος εναλλάξ έλλειψη χρημάτων, έλλειψη επαφών, επιθυμία να ζήσουν ανώνυμα και αβεβαιότητα ως προς το τι έπρεπε να πράξουν. Η μεταβολή των αιτιολογιών αυτών, ανάλογα με το ερώτημα που τίθεται, δημιουργεί ασάφεια ως προς τα πραγματικά κίνητρα της καθυστέρησης και δεν συνάδει με την εικόνα άμεσου και διαρκούς κινδύνου που ο ίδιος περιγράφει.

 

Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι οι αρχές εξακολουθούσαν να τον καταζητούν, ενώ ο ίδιος κατόρθωσε να ταξιδέψει νόμιμα, να περάσει όλους τους ελέγχους στο αεροδρόμιο και να εξέλθει της χώρας χωρίς κανένα πρόβλημα, παρουσιάζει εσωτερική ασυνέπεια. Η επίκληση της βοήθειας τρίτου προσώπου με διασυνδέσεις, χωρίς περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση του τρόπου με τον οποίο παρακάμφθηκαν οι έλεγχοι, παραμένει γενική και δεν εξηγεί πειστικά πώς συμβιβάζεται η υποτιθέμενη στοχοποίηση με την απρόσκοπτη νόμιμη αναχώρηση.

 

Τέλος, ο ισχυρισμός περί διαρκούς κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής στη ΛΔΚ διατυπώνεται με γενικούς και αόριστους όρους, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε πρόσφατα ή συνεχιζόμενα περιστατικά μετά την αναχώρησή του. Η απουσία συγκεκριμένων στοιχείων που να δείχνουν ότι το ενδιαφέρον των αρχών παραμένει ενεργό και επικεντρωμένο στον ίδιο ενισχύει την αμφιβολία ως προς τη συνέχεια και την ένταση της φερόμενης δίωξης.

 

Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή εμφανίζει ουσιώδεις αδυναμίες ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία. Οι εντοπισθείσες αντιφάσεις, οι ασάφειες ως προς τα κίνητρα επιστροφής και εκ νέου φυγής, η έλλειψη ευλογοφάνειας σε κρίσιμα χρονικά σημεία και η ασυνέπεια μεταξύ της περιγραφόμενης απειλής και της συμπεριφοράς του ίδιου του Αιτητή δεν επιτρέπουν την αποδοχή του ισχυρισμού αυτού ως συνεκτικού και πειστικού, αποκλειστικά στη βάση των δηλώσεών του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με την πολιτική κατάσταση στην ΛΔΚ, από την οποία ανέκυψαν οι ακόλουθες πληροφορίες:

 

·         Ο Joseph Kabila ανέλαβε την εξουσία το 2001, μετά τη δολοφονία του πατέρα του, Laurent-Désiré Kabila. Η προεδρία του, η οποία διήρκεσε έως τον Ιανουάριο του 2019, χαρακτηρίστηκε από αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας, καταστολή της αντίθετης άποψης και επανειλημμένες καθυστερήσεις στις δημοκρατικές διαδικασίες.[14] Περαιτέρω, η κυβέρνηση Kabila υπονόμευσε συστηματικά τους δημοκρατικούς θεσμούς. Οι εκλογές αναβάλλονταν πέραν των συνταγματικών ορίων, ενώ οι φωνές της αντιπολίτευσης φιμώνονταν μέσω εκφοβισμού, αυθαίρετων συλλήψεων και περιορισμών στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και της έκφρασης. [15] Σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, καταγράφηκαν πολυάριθμες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την περίοδο αυτή, συμπεριλαμβανομένων βίαιων καταστολών ειρηνικών διαδηλώσεων, βασανιστηρίων πολιτικών ακτιβιστών και ατιμωρησίας των δυνάμεων ασφαλείας.[16]

 

·         Στις 24 Ιανουαρίου 2019,  ορκίστηκε Πρόεδρος ο Felix Tshisekedi μετά τις εκλογές που διεξήχθησαν τον Δεκέμβριο του 2018.[17] Η άνοδός του στην εξουσία σηματοδότησε την πρώτη ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας στην ιστορία της Λ.Δ. Κονγκό, αν και η εκλογική διαδικασία επικρίθηκε ευρέως για έλλειψη διαφάνειας.[18] Ο Tshisekedi, αρχηγός του συνασπισμού Course for Change (CACH), πιστεύεται ότι ήλθε στην εξουσία μέσω παρασκηνιακής συμφωνίας, συμμαχώντας με το Common Front for Congo (FCC) του οποίου ηγείται ο Kabila.[19] Το 2019 σχηματίστηκε κυβέρνηση όπου η εξουσία του CACH μοιραζόταν με το FCC του Kabila.[20] Όπως εξηγεί η αναφορά της Bertelsmann Stiftung, προκειμένου να διασφαλίσει μία κυβερνητική πλειοψηφία και η δυνατότητα σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης, το CACH προέβη σε συμμαχία με το FCC, την πολιτική πλατφόρμα των κομμάτων τα οποία υποστήριζαν τον απερχόμενο πρόεδρο Kabila και από την οποία ο Πρωθυπουργός, Sylvestre Ilunga Ilunkamba, επιλέχθηκε.[21] Κατά το 2019 και 2020, οι υποστηρικτές του πρώην Προέδρου Kabila κατείχαν ακόμα θέσεις υψηλού επιπέδου στο κράτος.[22]

 

·         Ως προς τις νεότερες εξελίξεις, προκύπτει ότι η ΛΔΚ ανέστειλε, τον Απρίλιο του 2025, το πολιτικό κόμμα του Kabila και διέταξε τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων λόγω κατηγοριών για υποστήριξη ανταρτών που υποστηρίζονται από τη Ρουάντα στην ανατολική περιοχή. Τον Μάιο, ο πρώην Πρόεδρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά δημόσια, σε περιοχή που ελέγχεται από αντάρτες, στην ασταθή ανατολική περιοχή της χώρας, συναντώντας θρησκευτικούς ηγέτες σε μια πρωτοβουλία που, σύμφωνα με συμμετέχοντες, αποσκοπεί στην προώθηση της ειρήνης.[23] Ο Kabila, ο οποίος βρίσκεται εκτός χώρας από το 2023, κυρίως στη Νότια Αφρική, καταζητείται στη χώρα για φερόμενα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας λόγω υποστήριξης της εξέγερσης στην ανατολή, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου του στη σφαγή αμάχων. 

 

 

·         Στις 30 Σεπτεμβρίου 2025, το στρατιωτικό δικαστήριο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό καταδίκασε ερήμην τον πρώην πρόεδρο Kabila, σε θάνατο για προδοσία, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.[24] Σύμφωνα με άρθρο του  "Human Rights Watch", η καταδίκη και η επιβολή θανατικής ποινής στον πρώην πρόεδρο Kabila από στρατιωτικό δικαστήριο της ΛΔΚ αναδεικνύει προβλήματα δικαιοσύνης και δημοκρατίας στη χώρα.[25]

 

Από τις παρατιθέμενες πληροφορίες προκύπτει ότι, παρά την τυπική μεταβίβαση της εξουσίας στη ΛΔΚ το 2019, η πολιτική αλλαγή δεν υπήρξε άμεση ή πλήρης, καθόσον πρόσωπα και μηχανισμοί που συνδέονταν με το προηγούμενο καθεστώς Kabila διατήρησαν επιρροή κατά την περίοδο 2019–2020. Υπό το πρίσμα αυτό, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η αλλαγή κυβέρνησης δεν οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή του «συστήματος» βρίσκει γενική στήριξη στο αντικειμενικό πολιτικό πλαίσιο.

 

Ωστόσο, οι ίδιες πληροφορίες δεν καταδεικνύουν ότι κατά την επίδικη περίοδο υπήρξε ενεργή ή εξατομικευμένη δίωξη προσώπων όπως ο Αιτητής, ούτε ότι επανενεργοποιήθηκαν διώξεις συνδεόμενες με γεγονότα του 2011. Συνεπώς, τα στοιχεία αυτά στηρίζουν το γενικό πλαίσιο που επικαλείται ο Αιτητής, πλην όμως δεν τεκμηριώνουν εξωτερικά τον ισχυρισμό περί νέας και στοχευμένης δίωξης μετά την επιστροφή του στη ΛΔΚ.

 

Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στην νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσον αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.

 

Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:

 

«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δε δικαιολογείται η υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής στο καθεστώς της επικουρικής αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:

 

«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»

 

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :

 

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επισήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά  Bundesrepublic Deutschland  ότι συνιστούν:

 

«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»

      (βλ. σκέψη 43 της απόφασης).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi  αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v.  Staatssecretaris van Justitie[26] 

 

«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34.Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35.  Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.

 

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται  από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Υπό το φως της ως άνω νομολογίας, εξετάζοντας σήμερα την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη  Κινσάσα (περιοχή/δήμο Matete), η οποία ως έχει ήδη καθοριστεί ανωτερώ, συνιστά τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στη ΛΔΚ όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, αναφέρω τα εξής, τα οποία προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές:

 

·                Σύμφωνα με το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων»[27]To δε International Crisis Group, σε έκθεση για τη ΛΔΚ το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri[28]. Έκθεση του Amnesty International η οποία καλύπτει το έτος 2023 επιβεβαιώνει πως δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu[29]. Στο ίδιο πλαίσιο και έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών του Ιουνίου 2024 αναφέρει πως η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση στο ανατολικό Κονγκό συνέχισε να χειροτερεύει.

 

·                Αναφορικά με την Κινσάσα, πρόσφατη έκθεση της Cedoca εστιασμένη στην κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, καταγράφει πως κατά το έτος  2024 αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μια απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τις φυλακές Makala, καθώς και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, εξαιτίας της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe [.]. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από τις διαδηλώσεις προς τις δυτικές πρεσβείες, δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα[30]. Στις 29 Ιανουαρίου 2025, αγανακτισμένοι διαδηλωτές βανδάλισαν δυτικές πρεσβείες διαμαρτυρόμενοι για την αδράνεια της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην διαμάχη που μαίνεται στην Goma[31].

 

·                Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας αναφορικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη ΛΔΚ, η οποία καλύπτει το έτος 2024, αναφέρει ότι «η ένοπλη σύγκρουση στα ανατολικά συνεχίστηκε καθώς οι πολιτικές διαδικασίες είχαν σταματήσει. Σε εθνικό επίπεδο, πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις —μεταξύ άλλων και στην πρωτεύουσα Κινσάσα— σχετικά με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23), ένοπλη οργάνωση που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Ρουάντα και τις κυβερνητικές δυνάμεις της ΛΔΚ και τους συμμάχους τους. Οι διαδηλώσεις είχαν επίσης στόχο τη φερόμενη υποστήριξη από δυτικές χώρες, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ. Η διακοινοτική βία επεκτάθηκε στις επαρχίες Κασάι, Κουάνγκο, Κουίλου, Μάι-Ντόμπε και Τσόπο, προκαλώντας περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων».[32]

 

·                Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 20/01/2026) σημειώθηκαν στην επαρχία της Kinshasa συνολικά 153 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, ανταρσία, καταστολή) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 52 απώλειες.[33] O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται στους 17.032.300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2024[34].

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πόλη Κινσάσα, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε o Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εμπειρία διαβίωσης στην Κινσάσα, ενώ δεν προβάλλονται ή τεκμηριώνονται ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή ευαλωτότητες που να τον καθιστούν ειδικώς εκτεθειμένο σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να δείχνουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.  

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου). Ενόψει των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, ούτε οι λόγοι ακυρώσεως που προωθεί ο Αιτητής δια των συνηγόρων του και κατά τούτο απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.





[1] Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, N. 73(I)/2018

[2] Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[3] AA, RDC : Un ancien chef d’état-major arrêté au Gabon, January 2018, https://www.aa.com.tr/fr/afrique/rdc-un-ancien-chef-d-%C3%A9tat-major-arr%C3%AAt%C3%A9-au-gabon-/1033171, ; News24, Former DRC army chief accused of coup bid held in Gabon, June 2018, https://www.news24.com/former-drc-army-chief-accused-of-coup-bid-held-in-gabon-20180117, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[4] VOA, Arrestation au Gabon du général Munene, ex-chef d'état-major de la RDC accusé de coup d'Etat, January 2018, https://www.voaafrique.com/a/un-ex-chef-d-etat-de-la-rdc-accuse-de-coup-d-etat-arrete-au-gabon/4210539.html; Former DR Congo army chief accused of coup bid held in Gabon, January 2018, https://www.independent.co.ug/former-dr-congo-army-chief-accused-coup-bid-held-gabon/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[5] Scoop RDC, «Consultations présidentielles : Faustin Munene à Kinshasa !», 15.11.2020, https://scooprdc.net/2020/11/15/consultations-presidentielles-faustin-munene-a-kinshasa/; Congovirtuel, Tribune: Kinshasa, le général Faustin Munene, revoilà, come-back le 13 Novembre, November 2020, https://congovirtuel.com/information/tribune-kinshasa-le-general-faustin-munene-revoila-come-back-le-13-novembre/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[6] Al Jazeera, Arrests follow DRC ‘coup attempt’, March 2011, https://www.aljazeera.com/news/2011/3/1/arrests-follow-drc-coup-attempt; RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Any information on recent treatment of supporters of General Faustine [Q14362], 8 September 2011
https://www.ecoi.net/en/file/local/1043306/1226_1316699840_q14362-democratic-republic-of-the-congo.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[7] BBC, DR Congo Joseph Kabila 'coup bid': Mass arrests, March 2011, https://www.bbc.com/news/world-africa-12675218, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[8] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Any information on recent treatment of supporters of General Faustine [Q14362], 8 September 2011
https://www.ecoi.net/en/file/local/1043306/1226_1316699840_q14362-democratic-republic-of-the-congo.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[9] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Any information on recent treatment of supporters of General Faustine [Q14362], 8 September 2011
https://www.ecoi.net/en/file/local/1043306/1226_1316699840_q14362-democratic-republic-of-the-congo.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[10] Ο.π.

[11] Ο.π.

[12] The New Humanitarian, Whoever they met, they would cut and kill”: displaced Congolese recount rebel atrocities, July 2018,  https://www.thenewhumanitarian.org/news-feature/2018/07/12/Congo-conflict-Rutshuru-displaced-unrest-Kabila-north-Kivu, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[13] Mercy Corps, published by ReliefWeb: Crisis Analysis - DR Congo: Monthly Displacement Report, April 2024, 20 May 2024
https://reliefweb.int/attachments/6b7ce90c-af0c-451c-bf2f-2a835516275d/EN_Monthly%20Report_April%202024.pdf; HRW - Human Rights Watch: DR Congo: Atrocities by Rwanda-Backed M23 Rebels, 6 February 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2086480.html  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[14] Human Rights Council, Human rights situations that require the Council’s attention Joint written statement* submitted by the International Organization for the Elimination of All Forms of Racial Discrimination (EAFORD), the International-Lawyers.Org and the United Towns Agency for North-South Cooperation, non-governmental organizations in special consultative status, and the International Educational Development, Inc. and the World Peace Council, non-governmental organizations on the roster, available at: https://digitallibrary.un.org/record/3880073?ln=en&v=pdf; FreedomHouse, DRC, Freedom in the world 2022, available at:  https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2022, UN News, First peaceful transfer of power in DR Congo ‘an extraordinary opportunity’ for advancing rights, available at: https://news.un.org/en/story/2019/03/1034971,  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.01.2026)

[15] Ο.π.

[16] HRW, Human Rights Watch Submission to the Universal Periodic Review of the Democratic Republic of Congo, available at: https://www.hrw.org/news/2018/12/13/human-rights-watch-submission-universal-periodic-review-democratic-republic-congo; AI,  The Stolen Childhoods of Kasai, DRC, 23 July 2018,  available at: https://www.amnesty.org/en/latest/campaigns/2018/07/the-stolen-childhoods-of-kasai-drc/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.01.2026)

[17] UN News, First peaceful transfer of power in DR Congo ‘an extraordinary opportunity’ for advancing rights, available at: https://news.un.org/en/story/2019/03/1034971,  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.01.2026)

[18] Ο.π.

[19] Freedom House, ‘Freedom in the World 2022 Democratic Republic of Congo’ (2022), υπό Α.Electoral Process, διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2022 βλ. για το ίδιο και Bertelsmann Stiftung, ‘BTI 2022 Country Report Congo, DR’ (2022), 12, διαθέσιμο σε https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2022_COD.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.01.2026)

[20] Freedom House, ‘Freedom in the World 2022 Democratic Republic of Congo’ (2022), υπό Β.1, διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2022 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.01.2026)

[21] Bertelsmann Stiftung, ‘BTI 2022 Country Report Congo, DR’ (2022), 8, διαθέσιμο σε https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2022_COD.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.01.2026)

[22] Bertelsmann Stiftung, ‘BTI 2022 Country Report Congo, DR’ (2022), 32, διαθέσιμο σε https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2022_COD.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.01.2026)

[23] Reuters, Congo ex-president Kabila makes first public appearance in rebel-held Goma, 29 May 2025, https://www.reuters.com/world/africa/congo-ex-president-kabila-makes-first-public-appearance-rebel-held-goma-2025-05-29/, BBC, Ex-DR Congo president returns from self-imposed exile, party says, May 2025, https://www.bbc.com/news/articles/cy8nrg2r0evo(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.01.2026)

[24] Reuters, Congo's ex-president Kabila sentenced to death in absentia by military court, 30 Sep 2025,  https://www.reuters.com/world/africa/congo-military-court-sentences-ex-president-kabila-death-absentia-2025-09-30/; The Guardian,  Former DRC president Joseph Kabila sentenced to death in absentia, 30 Sep 2025, https://www.theguardian.com/world/2025/sep/30/former-drc-president-joseph-kabila-sentenced-to-death-in-absentia, (ημ. πρόσβασης 20.01.2026)

[25] HRW - Human Rights Watch: Vendetta in Democratic Republic of Congo, 1 October 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2130787.html (ημ. πρόσβασης 20.01.2026)

[26]Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ. 17.02.2009

[27] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo,  Last updated: Tuesday 14th February 2023, available at: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[28] International Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[29] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107871.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)

[30] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Republique Democratique du Congo; Situation sécuritaire, 25 February 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2122509/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_0.pdf  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[31] Aljazeera, Tyres burned, embassies attacked in DR Congo's Kinshasa protests, 29/01/2025, https://www.aljazeera.com/gallery/2025/1/29/tyres-burned-embassies-attacked-in-dr-congos-kinshasa-protests (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[32] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2024, 29 April 2025 https://www.ecoi.net/en/document/2124713.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)

[33] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[34] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο